ΟΑΚΚΕ: Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ιδιαίτερα αναλυτική πραγμάτια των πολιτικο-οικονιμικών και γεωπολιτικών παραμέτρων της καπιταλιστικής κρίσης από την Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του ΚΚΕ, και σύνδεσή της με την προοπτική της αντιιμπεριαλιστικής - σοσιαλιστικής επανάστασης. Διαφωτιστικότατο!

Η παγκόσμια οικονομική κρίση φέρνει ξανά στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της κοινωνικής επανάστασης

Η παγκόσμια οικονομική κρίση που πριν λίγους μήνες εμφανιζόταν μόνο σαν απειλή είναι τώρα πια γεγονός. Εδώ και ένα μήνα η ανθρωπότητα έχει περάσει από ένα παγκόσμιο χρηματιστηριακό κραχ στην αρχή μιας κρίσης της καθ αυτό παραγωγικής οικονομίας που σημαίνει μείωση της παραγωγής σε βασικούς κλάδους της οικονομίας, κλείσιμο ή υπολειτουργία μεσαίων παραγωγικών μονάδων και μαζικές απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων. Δεν μπορούμε ακόμα να ξέρουμε αν τούτη εδώ η κρίση εξελιχθεί σε μια καταστροφική τύπου 1932-33, που θα δώσει ύψη ανεργίας της τάξης του 30% ή θα είναι μια κρίση με τη μορφή της μεγάλης ύφεσης του είδους της πετρελαϊκής της δεκαετίας του 70. Τα μέχρι τώρα στοιχεία πάντως δείχνουν ότι το εύρος και το βάθος αυτής της κρίσης θα είναι τέτοιο ώστε τίποτα από δω και μπρος και στην ζωή και στις συνειδήσεις δεν θα είναι το ίδιο με πριν.
Ήδη μέσα σε λίγες βδομάδες δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο που ποτέ τους δεν συμμετείχαν σε καμιά συζήτηση γύρω από τα μεγάλα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, άρχισαν να αναζητούν τις αιτίες της ξαφνικής χειροτέρευσης της οικονομικής κατάστασης στη δικιά τους χώρα και ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες της γης. Μέσα σε λίγες βδομάδες ζητήματα που βρίσκονταν εντελώς έξω από τη σφαίρα της ατομικής ζωής τους μπήκαν με ορμή μέσα σε αυτή και σχεδόν την κατέλαβαν. Ο κόσμος έγινε ξαφνικά πιο μικρός από κάθε άλλη φορά καθώς η βαθιά και άμεση αλληλεξάρτηση όλων των χωρών και των λαών, που ως τότε φαινόταν στον καθένα σαν μια μακρινή υπόθεση, έγινε ξαφνικά για τον καθένα μια άμεση εμπειρία έστω και αρνητική. Τέτοιου είδους αφυπνίσεις της συνείδησης γίνονται επίσης και με τους πολέμους. Αυτό είναι φυσικό γιατί πόλεμοι και οικονομικές κρίσεις δεν είναι παρά στιγμές αδιεξόδου- συνήθως αλληλοενισχυόμενες στιγμές- ενός συστήματος παγκόσμιας επικοινωνίας και παραγωγικής συνεργασίας των ανθρώπων που οι ίδιοι δεν μπορούν να ελέγξουν και γι αυτό ζητάει την κατάργησή του και την αντικατάσταση του από ένα άλλο, ανώτερο από το προηγούμενο.
Έχει αποδειχθεί ότι είναι οι πιο εκμεταλλευόμενοι και πιο καταπιεσμένοι άνθρωποι του παλιού συστήματος που αναλαμβάνουν ιστορικά το βάρος να το αλλάξουν. Και αναλαμβάνουν να το κάνουν αυτό μόνο όταν δεν μπορούν πια να ζουν μέσα σε αυτό όπως πριν, δηλαδή όταν δεν μπορούν πια να ζουν μια στερημένη και άδικη ζωή. Αλλά είναι μέσα στην οικονομική κρίση και μέσα στον πόλεμο που η ζωή τους έχει γίνει τόσο στερημένη και τόσο άδικη, δηλαδή τόσο ανυπόφορη, ώστε να μην έχουν τίποτα να χάσουν από τις οδύνες μιας βίαιης επανάστασης που είναι ο μόνος τρόπος για να ανατρέψουν το σάπιο και παράλογο κοινωνικό σύστημα που τους έφερε σε αυτήν την κατάσταση. Πραγματικά υπάρχει τίποτα πιο σάπιο και τίποτα πιο παράλογο από το γεγονός που φανερώνεται σε όλες τις κρίσεις να συσσωρεύονται απούλητα και να αχρηστεύονται αμέτρητα καταναλωτικά αγαθά την ώρα που τόσοι άνθρωποι βυθίζονται στην ανέχεια επειδή δεν έχουν δικαίωμα να τα καταναλώσουν ή να βρίσκονται συσσωρευμένα τόσα αδρανή μέσα παραγωγής απέναντι σε εκατομμύρια ανέργους που δεν έχουν το δικαίωμα να τα δουλέψουν;
Υπάρχει μεγαλύτερη ευκαιρία για να εξεγερθούν οι συνειδήσεις των προλετάριων από αυτήν την γεμάτη αφθονία στέρηση της ζωής τους;

Σίγουρα αυτή είναι μια ευκαιρία. Αλλά η εξέγερση δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία. Δεν φτάνει οι καταπιεσμένες μάζες να θέλουν να ζήσουν αλλιώς. Πρέπει να μάθουν μέσα από την ίδια την πείρα τους και μέσα από την επιστημονικά επεξεργασμένη ιστορική πείρα όλων των ως τώρα καταπιεσμένων τάξεων πως θα ανατρέψουν τις εκμεταλλευτικές τάξεις και πως θα διοικήσουν οι ίδιες.
Αυτό σημαίνει ότι όσο θα μπαίνει ξανά με μια νέα φρεσκάδα και ορμή το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής του κόσμου τόσο περισσότερο θα πρέπει εμείς να βαθύνουμε στη μελέτη και στη χρησιμοποίηση του ισχυρότερου εργαλείου ανάλυσης των κοινωνικών φαινομένων και οδηγού της επαναστατικής πράξης που μας έχει δώσει ως τώρα η επιστήμη που είναι ο μαρξισμός-λενινισμός-μαοίσμός.
Με αυτό το εργαλείο πρέπει να επιχειρήσουμε να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε και τούτη εδώ την κρίση και το κυριότερο να βγάλουμε μέσα από αυτήν την ανάλυση μια γραμμή πάλης και για την αντιμετώπισή της και για την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος.

Οι σοσιαλφασιστικές ερμηνείες της κρίσης και ο μαρξισμός

Αυτό δεν είναι ένα εύκολο καθήκον γιατί η μαρξιστική σκέψη -και η πολιτική και η οικονομική- έχει κατάφορα και για χρόνια διαστρεβλωθεί από τον χειρότερο εσωτερικό και ταυτόχρονα εξωτερικό εχθρό της παγκόσμιας εργατικής τάξης, το σοσιαλφασιστικό αναθεωρητισμό. Αν αυτή τη στιγμή αναζητήσει κανείς μαρξιστικές ερμηνείες για την τρέχουσα οικονομική κρίση θα συναντήσει στον πυρήνα τους παντού την ίδια και απαράλλακτη οικονομίστικη, θεωρητικά λαθεμένη και πολιτικά κούφια ανάλυση που ξετυλίγεται σε δύο επίπεδα: Σε πρώτο επίπεδο αυτές οι θεωρίες αποδίδουν αυτήν την κρίση στα χρηματιστηριακά κερδοσκοπικά παιχνίδια της Γουόλ Στριτ και γενικά του παγκόσμιου οικονομικού φιλελευθερισμού. Σε δεύτερο και πιο «ορθόδοξο μαρξιστικό» επίπεδο την αποδίδουν στην υπερπαραγωγή καταναλωτικών μέσων που δεν μπορούν να τα αγοράσουν οι άμεσοι παραγωγοί τους, δηλαδή οι εργάτες επειδή το κεφάλαιο συμπιέζει τους μισθούς τους.
Στο πρώτο επίπεδο της ερμηνείας της κρίσης επικεντρώνονται κυρίως τα σοσιαλφασιστικά κόμματα που κάνουν εισοδισμό μέσα στην διεθνή σοσιαλδημοκρατία όπως είναι ο ΣΥΝ και η φιλοΣΥΝ πλευρά του ΠΑΣΟΚ. Αυτά τα κόμματα ισχυρίζονται ότι μιας και η κρίση οφείλεται κύρια στα χρηματιστηριακά παιχνίδια των νεοφιλελεύθερων κερδοσκόπων που είναι εχθροί κάθε κρατικής ρύθμισης και κάθε κρατικού ελέγχου, η απάντηση πρέπει να είναι πάνω απ όλα η κρατικοποίηση της οικονομίας, ιδιαίτερα των τραπεζών. Αυτή την κρατικοποίηση την θέλει ο σοσιαλφασισμός τύπου ΣΥΝ-ΠΑΣΟΚ για να αναλάβει μέσο της κρατικής εξουσίας την διαχείριση και όπου μπορεί την ιδιοκτησία των μεγάλων μέσων παραγωγής. Αυτή την κρατική καπιταλιστική διαχείριση του συνολικού κεφάλαιου οι σοσιαλφασίστες εισοδιστές την εννοούν σαν συνδιαχείρηση, δηλαδή σαν συνεργασία με τα υπόλοιπα τμήματα της αστικής τάξης που κατέχουν το κράτος.

Στο δεύτερο επίπεδο ερμηνείας επικεντρώνονται κυρίως τα σοσιαλφασιστικά κόμματα που επιδιώκουν πραξικοπηματικές εφόδους για την άλωση της κρατικής μηχανής και την ηγεμονική τους κυριαρχία πάνω σε αυτήν. Τέτοια κόμματα είναι το ψευτοΚΚΕ και η μικροαστική «μ-λ» τροτσκιστική ουρά του. Αυτά είναι κόμματα του ριζοσπαστικού δήθεν αντικαπιταλισμού και εκφράζουν από τη μια τους νεοχιτλερικούς εισβολείς και άρπαγες του ανατολικού στρατοκρατικού μονοπώλιου (σαν ηγεσία του ψευτοΚΚΕ) και από την άλλη τα διψασμένα για εξουσία μικροαστικά στρώματα της κρατικής υπαλληλικής μικροδιανόησης (ΝΑΡ και άλλοι «μ-λ» τροτσκιστές). Αυτά τα ρεύματα δεν επικεντρώνονται κυρίως στη συνδιαχείρηση με την υπόλοιπη αστική τάξη οπότε και στην κρατικοποίηση ή κρατική ρύθμιση του εκτός κράτους κεφάλαιου, αλλά στην «επανάσταση», που γι αυτούς σημαίνει η άλωση με πραξικόπημα της κρατικής μηχανής από τους ίδιους και μέσα από αυτήν την άλωση ιδιοποίηση όλου του μεγάλου κεφάλαιου για τους ίδιους ή για το ανατολικό αφεντικό τους. Για να πετύχουν αυτό το πολιτικό πραξικόπημα οι «αριστεροί» σοσιαλφασίστες ξεσηκώνουν τις εκμεταλλευόμενες μάζες ενάντια στις ως χθες κυρίαρχες αστικές φράξιες με ένα και μόνο αίτημα: απαλλοτρίωση όλων των κερδών της πλουτοκρατίας από την φτωχολογιά για να μπορέσει να ζήσει καταναλώνοντάς τα. Πρόκειται για την πιο ριζοσπαστική έκδοση του αιτήματος της αναδιανομής του πλούτου που το προβάλουν και οι σοσιαλφασίστες σοσιαλδημοκρατικού τύπου και το οποίο στις εποχές της κρίσης εκτός από κεντρικό αίτημα γίνεται και η εξήγηση της κρίσης και ο μόνος δρόμος για την αποφυγή της. Να γιατί για τους σοσιαλφασίστες η ουσιαστική αιτία της κρίσης βρίσκεται στο ότι οι εργάτες δεν μπορούν λόγω των όλο και πιο χαμηλών μισθών τους να καταναλώσουν αυτά που οι ίδιοι παράγουν. Αυτή είναι η θεωρία που εξηγεί τις κρίσεις με την υποκατανάλωση των μισθωτών, αν και οι ίδιοι οι «αριστεροί» σοσιαλφασίστες αρνούνται ότι είναι οπαδοί αυτής της θεωρίας επειδή ο ίδιος ο Μάρξ την έχει κριτικάρει στο «Κεφάλαιο» αλλά και ο Λένιν με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στην κριτική του στους μικροαστούς ρωμαντικούς. Παρ όλες όμως αυτές τις θεωρητικές προφυλάξεις όλη η πολιτική πρακτική και όλη η προορισμένη για τις μάζες προπαγάνδα των σοσιαλφασιστών στηρίζεται στη θεωρία της υποκατανάλωσης. Αυτή είναι η αγαπημένη θεωρία όλων των μικροαστών αντικαπιταλιστών.

Η μαρξιστική θέση για τη βασική αιτία των κρίσεων

Οι θεωρητικοί του μαρξισμού αντίθετα εκείνο που θεωρούν θεμελιακό σε κάθε κρίση βρίσκεται κυρίως στο επίπεδο της παραγωγής της ίδιας και των παραγωγικών σχέσεων και όχι στην κυκλοφορία του κεφάλαιου (πίστη, εμπόριο κλπ), ούτε στη διανομή της υπεραξίας ανάμεσα στις διαφορετικές τάξεις της κοινωνίας. Για τους μαρξιστές οι κρίσεις είναι η πιο ακραία εκδήλωση της βασικής αντίφασης του καπιταλισμού που είναι: ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής και ο ατομικός χαρακτήρας της ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής. Αυτή η αντίφαση διατυπώνεται αλλιώς και σαν αναρχία της παραγωγής και εκδηλώνεται σαν υπερπαραγωγή εμπορευμάτων και σαν υπερσυσσώρευση του κεφάλαιου. Στα λόγια οι σοσιαλφασίστες που παριστάνουν τους «ορθόδοξους» μαρξιστές επαναλαμβάνουν και αυτή τη βασική θέση, αλλά σε όλη την συγκεκριμμένη οικονομική τους ανάλυση και τις πολιτικές προτάσεις τους την αναιρούν.

Ο ίδιος Μαρξ τοποθετιέται με σαφήνεια κατ αρχήν στο ότι η πιστωτική κρίση, δηλαδή η κρίση στα χρηματιστήρια με την καταβύθιση των μετοχών, η κρίση στο τραπεζικό σύστημα με το πάγωμα των δανείων και την αύξηση των επιτοκίων, και η κρίση στο εμπόριο με το ότι τα εμπορεύματα μένουν απούλητα είναι απλές εκδηλώσεις, δηλαδή φαινόμενα της βαθύτερης κρίσης που έχει ήδη ξεκινήσει στο επίπεδο της παραγωγής, σαν κρίση υπερπαραγωγής. Αυτή η υπερπαραγωγή δεν οφείλεται κύρια στο ότι οι μισθοί έχουν γίνει τόσο χαμηλοί ώστε οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αγοράσουν σαν καταναλωτές το προίόν της δουλειάς τους. Ο Μαρξ ειρωνεύεται αυτούς που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο αντιπαρατάσσοντάς τους το γεγονός ότι η κρίση ξεσπάει κατά κανόνα μέσα στη μεγαλύτερη οικονομική άνθηση, δηλαδή τη στιγμή όπου οι μισθοί και γενικότερα η κατανάλωση των μισθωτών έχουν φτάσει στο μεγαλύτερο ύψος τους.
Η θεωρία ότι η κρίση είναι αποτέλεσμα της υποκατανάλωσης των εργατών δεν παίρνει υπ όψιν της το γεγονός ότι στον καπιταλισμό δεν παράγονται εμπορεύματα μόνο- και μάλιστα κύρια- για την κατανάλωση των εργατών, δηλαδή δεν παράγονται προϊόντα μόνο για να αντικαθιστούν με αυτά οι μισθωτοί την φθαρμένη εργατική τους δύναμη και να την αναπαράγουν σαν ανατροφείς των παιδιών τους. Κυρίως παράγονται προϊόντα για να αντικαθιστούν και μάλιστα σε διευρυμένη κλίμακα τα μέσα παραγωγής, όπως είναι οι μηχανές και οι πρώτες ύλες. Μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος της ζωντανής εργασίας πηγαίνει για να αναπαράγονται τα μέσα παραγωγής του τομέα που κατασκευάζει μηχανές (Τομέας 1 της παραγωγής) γιατί αυτός ο τομέας προχωράει με πολύ μεγαλύτερα βήματα συσσώρευσης από τον τομέα της βιομηχανίας που παράγει καταναλωτικά προϊόντα της ατομικής κατανάλωσης (Τομέας 2 της παραγωγής). Αλλά και στο επίπεδο του τομέα 2 αυτός δεν παράγει προϊόντα μόνο για την ατομική κατανάλωση των εργατών αλλά και προϊόντα για την κατανάλωση των καπιταλιστών, δηλαδή προϊόντα πολυτελείας. Αν η καπιταλιστική παραγωγή και η διανομή του συνολικού παραγμένου προϊόντος θα μπορούσε ποτέ να κατανεμηθεί με κεντρικό σχεδιασμό σε διάφορους τομείς και κλάδους της παραγωγής και στις δύο αντίπαλες κοινωνικές τάξεις σε επίπεδο ατομικής κατανάλωσης θα μπορούσε θεωρητικά να μην υπάρξει ποτέ πλεονασματική παραγωγή, δηλαδή θα μπορούσε να μην παραχθούν προϊόντα που δεν θα μπορούσαν να αγοραστούν. Γιατί ακόμα και αν αδυνάτιζε από μια υπερεκμεταλλευτική πολιτική η ατομική κατανάλωση των εργατών θα μπορούσε να δυναμώσει η ατομική κατανάλωση των καπιταλιστών και η παραγωγική κατανάλωση μέσων παραγωγής στους τομείς 1 και 2.
Αλλά μια τέτοια οργανωμένη κατανομή των παραγωγικών μέσων και του συνολικού κοινωνικού προϊόντος είναι αδύνατη από την ίδια τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που είναι σύμφυτος με τον λυσσαλέο ανταγωνισμό των καπιταλιστών μέσα σε κάθε κλάδο της παραγωγής, τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους ξεχωριστούς κλάδους και ανάμεσα στα ξεχωριστά τράστ και καρτέλ και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ξεχωριστές κεφαλαιοκρατικές χώρες, δηλαδή σύμφυτος με την αναρχία στην παραγωγή. Αυτός ο ανταγωνισμός είναι ανταγωνισμός για το μεγαλύτερο κέρδος και τη μεγαλύτερη συσσώρευση που είναι όρος της επιβίωσης του κάθε ξεχωριστού κεφαλαιούχου (η της ξεχωριστής ΑΕ), ο οποίος, αν δεν μπορέσει να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές του, είναι προορισμένος να εκτοπιστεί από αυτούς και τελικά να σβήσει. Αυτός ο ανταγωνισμός είναι που ρίχνει ασταμάτητα τους μισθούς των μισθωτών σε κάθε ξεχωριστή επιχείρηση και που ρίχνει ακόμα και την ατομική κατανάλωση του κάθε ξεχωριστού καπιταλιστή υπέρ της συσσώρευσης του δικού του παραγωγικού κεφάλαιου. Τελικά είναι αυτός ο ανταγωνισμός που αυξάνει την παραγωγή προϊόντων πέρα από κάθε δυνατότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας να απορροφήσει αυτά τα προϊόντα, είτε αυτά παράγονται για την κατανάλωση στην παραγωγή, είτε για την ατομική κατανάλωση. Στο σημείο αυτό πρέπει να πάρουμε υπ όψιν μας ότι η κοινωνία αδυνατεί ακόμα περισσότερο να απορροφήσει τα ολοένα αυξανόμενα σε όγκο προϊόντα γιατί σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία ο πληθυσμός των καταναλωτών δεν αποτελείται μόνο από καπιταλιστές και εργάτες αλλά και από άλλες τάξεις της φτωχολογιάς όπως είναι η φτωχή μικροαστική τάξη και το λούμπενπρολεταριάτο. Αυτό εννοούν οι μαρξιστές όταν λένε ότι κάθε κρίση είναι κρίση υπερπαραγωγής.
Αυτή είναι μια υπερπαραγωγή μόνο σε σχέση με το καπιταλιστικό σύστημα, είναι υπερπαραγωγή σε σχέση μόνο με την δυνατότητα να απορροφηθεί στη δοσμένη κοινωνία, είναι δηλαδή σχετική υπερπαραγωγή και όχι απόλυτη. Γιατί η ανθρώπινη κοινωνία σαν τέτοια δεν θα είχε λόγους να μην μπορεί να καταναλώσει τα προϊόντα που παράγει αφού οι ανάγκες των καταναλωτών και οι κοινωνικές ανάγκες για καταναλωτικά προϊόντα και συνεπώς για άφθονα παραγωγικά μέσα αυξάνονται ασταμάτητα μαζί με την αύξηση της παραγωγής και την εφεύρεση νέων προϊόντων. Απλά ο καπιταλισμός φέρνει ασταμάτητα σε αναντιστοιχία, σε δυσαναλογία την διανομή των παραγωγικών μέσων ανάμεσα σε διάφορους κλάδους παραγωγής καθώς και τον συνολικό όγκο της παραγωγής σε σχέση με την συγκεκριμένη καταναλωτική δυνατότητα όλης της κοινωνίας ακριβώς εξ αιτίας του αναρχικού του χαρακτήρα. Βέβαια είναι γεγονός ότι όσο πιο πολύ δυναμώνει η συσσώρευση του κεφάλαιου και όσο περισσότερο αυτό εκμεταλλεύεται τη ζωντανή εργασία που το κινεί καθώς και τους μικροπαραγωγούς έξω από αυτό, τόσο περισσότερο αδυνατίζει η πλατιά βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η κατανάλωση των προϊόντων που παράγει, οπότε τόσο πιο έντονη γίνεται η βαθύτερη σύγκρουση, εκείνη δηλαδή που προκαλεί τις κρίσεις και είναι εκείνη ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης.
Όταν μιλάμε για κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής δεν εννοούμε τόσο το γεγονός ότι αυτή η παραγωγή προορίζεται για κατανάλωση από την κοινωνία όσο ότι οι ίδιοι οι άμεσοι παραγωγοί, δηλαδή οι εργάτες, παράγουν συλλογικά, δηλαδή κοινωνικά και μάλιστα μέσα σε μια γενική παγκόσμια συνεργασία. Εννοούμε ότι σήμερα όχι μόνο χρειάζονται εκατοντάδες και χιλιάδες εργάτες να συνεργαστούν στο συγκεκριμένο εργοστάσιο για να παραχθεί το οποιοδήποτε προϊόν αλλά ότι κάθε μηχάνημα σε αυτό το εργοστάσιο και κάθε κομμάτι πρώτης ύλης αποτελείται από συσσωρευμένη κοινωνική εργασία που έχει παραχθεί από άλλους εργάτες σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Επίσης το τι και πόσο παράγεται σε κάθε καπιταλιστική μονάδα εξαρτάται από το τι και σε ποια αναλογία παράγονται τα προϊόντα που κάνουν δυνατή αυτήν την παραγωγή του. Αυτές τις συλλογικές δυνάμεις, αυτή τη διεθνή συνεργασία για να παραχθεί ένα οποιοδήποτε προϊόν σήμερα τις ιδιοποιείται το κεφάλαιο, όπως ιδιοποιείται και τη διαδικασία της πραγματοποίησης, δηλαδή της πώλησης οπότε και της κατανάλωσης (παραγωγικής ή ατομικής) του προϊόντος. Όμως το κεφάλαιο ιδιοποιείται αυτήν την παραγωγή καθώς και την διαδικασία της πραγματοποίησής της ατομικά, ξεχωριστά και μάλιστα σε ένα ατέλειωτο και μέχρις εσχάτων πόλεμο ανάμεσα στα ξεχωριστά κεφάλαια και όχι συλλογικά.
Είναι αυτή η αντίφαση που φέρνει όλη αυτήν την αναρχία της παραγωγής και την συνακόλουθη σχετική υπερπαραγωγή και έτσι γεννάει τις κρίσεις. Ή καλύτερα είναι οι κρίσεις που λύνουν το πρόβλημα αυτών των δυσαναλογιών και αυτής της υπερπαραγωγής καθώς καταστρέφουν κάθε φορά το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο και τα υπερπαραγμένα προιόντα, που σημαίνει ότι καταστρέφουν κάθε τόσο και τα πλεονασματικά (σχετικά πλεονασματικά) παραγωγικά μέσα και τα σχετικά πλεονασματικά παραγμένα εμπορεύματα και τον σχετικά πλεονασματικά εργατικό πληθυσμό. Είναι αυτή η τελευταία καταστροφή που φέρνει την ανεργία και την εξαθλίωση των μισθωτών, δηλαδή των άμεσων παραγωγών σε όλο τον κόσμο. Δίπλα σε αυτούς καταστρέφονται και οι μικροπαραγωγοί και οι πάροχοι βοηθητικών καταναλωτικών μικρουπηρεσιών κάθε είδους. Τέλος με την καταστροφή του σχετικά πλεονασματικού κεφάλαιου καταστρέφονται σαν καπιταλιστές και οι πιο αδύναμοι κεφαλαιούχοι που η περιουσία τους απαλλοτριώνεται από τους ισχυρότερους ανταγωνιστές τους στη διάρκεια της κρίσης. Το αποτέλεσμα της κρίσης είναι να αποκαθίστανται οι κλονισμένες ισορροπίες και να ξεκινάει για μια ακόμα φορά η διαδικασία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης για να ξεσπάσει ξανά μια νέα κρίση σε μια πιο διευρυμένη βάση πιο βαθιά και πιο βίαιη από πριν.

Η εργατική τάξη δεν πρέπει να περιμένει να αφεθεί στην αστική διαχείριση της κρίσης αλλά να προωθεί το πολιτικό-κοινωνικό της πρόγραμμα εξουσίας.

Αλλά η εργατική τάξη και οι λαοί δεν είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθήσουν μοιρολατρικά αυτήν την καταστροφική κυκλικότητα. Αντίθετα η κάθε κρίση επειδή καταστρέφει τη ρουτίνα της ως τώρα εκμεταλλευτικής τους κατάστασης και τους ρίχνει σε τόσο μεγάλο και ασυνήθιστο πόνο τους θέτει επί τάπητος τη λύση της αντίθεσης που προκάλεσε την κρίση, δηλαδή ζητάει ο χαρακτήρας της ιδιοποίησης των παραγωγικών μέσων να γίνει τόσο κοινωνικός όσο είναι κοινωνικός και ο χαρακτήρας της παραγωγής. Με λίγα λόγια η κρίση ζητάει από τους άμεσους παραγωγούς να γίνουν κύριοι των μέσων παραγωγής και να βάλουν μπροστά τον κεντρικό σχεδιασμό όλης της κοινωνικής παραγωγής σε εθνικό κατ αρχήν και παράλληλα, όσο είναι δυνατό, σε διεθνές επίπεδο . Αυτό όχι μόνο για να μην ξαναυπάρξει κρίση, αλλά για να βγουν οι μάζες και από αυτήν την συγκεκριμένη κρίση μια ώρα αρχύτερα. Η αληθινή λύση για το ξεπέρασμα της κρίσης δεν είναι λοιπόν ούτε η κρατικοποίηση του πιστωτικού συστήματος, ούτε η κρατικοποίηση των παραγωγικών μέσων, ούτε η κατάληψή του προϋπολογισμού από τις σοσιαλφασιστικές συμμορίες με το σύνθημα «λεφτά στο λαό» για να χτυπηθεί τάχα η υποκατανάλωση και έτσι να δυναμώσει η παραγωγή. Τέτοια μέτρα υπέρ της κατανάλωσης των μαζών είναι απαραίτητα όχι γιατί έτσι τάχα αυτές θα ξοδέψουν περισσότερο και έτσι θα κινήσουν την παραγωγή αλλά γιατί αυτός είναι όρος για να επιβιώσουν μέσα στην κρίση. Αυτά είναι προσωρινά και μεταβατικά μέτρα οικονομικής ανακούφισης των μαζών που τα παίρνει μια αντιφασιστική διακυβέρνηση (το λιγότερο αντιφασιστική) της αστικής κοινωνίας και όχι βέβαια μια σοσιαλφασιστική διακυβέρνηση που θα δωροδοκήσει αρχικά τις μάζες για να δεχτούν την πολιτική δικτατορία της και μετά θα τις ρίξει στην πιο βαριά εκμετάλλευση και στον πόλεμο.
Στην πραγματικότητα αν υπάρξει μεγάλη κρίση τύπου 1930 στις ΗΠΑ ή ακόμα και Αργεντινής του 98 πρέπει να μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη και μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα, στην αρχή για ζύμωση, και όσο οργανώνεται το προλεταριάτο και οξύνεται η ταξική πάλη, σαν άμεσες διεκδικήσεις του. Δεν μπορούν και δεν πρέπει σε μια κρίση οι εργαζόμενοι να παρακολουθούν αδιάφοροι τα εργοστάσια και τις κάθε λογής παραγωγικές επιχειρήσεις να κλείνουν η μια μετά την άλλη και οι ίδιοι να αρκούνται σε πληρωμή επιδομάτων ανεργίας ή συσσιτίων από την αστική τάξη. Ούτε πρέπει να αρκούνται στα πιο προοδευτικά μέτρα που είναι οι νέες κρατικές επενδύσεις στις υποδομές για να αυξηθεί η απασχόληση. Πρέπει να απαιτούν από την εργοδοσία και τις κυβερνήσεις να εξασφαλίζουν την λειτουργία των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των εργοστασίων. Αν είναι πραγματικά δραματική η πτώση των παραγγελιών μπορούν οι εργάτες να δεχτούν σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση να μειώσουν ώρες εργασίας και αμοιβές για μια περίοδο αρκεί να εξασφαλίσουν ότι θα έχουν εργατικό έλεγχο στα οικονομικά και στην λειτουργία της εταιρείας και ότι ο εργοδότης δεν θα ρίξει στις πλάτες τους τη ζημιά αποκομίζωντας κέρδη αλλά θα πληρώσει πρώτα από αυτά και από τα συσσωρευμένα του. Αν κανένα τέτοιο μέτρο δεν εφαρμοστεί και η εργοδοσία κλείσει το εργοστάσιο πρέπει οι εργαζόμενοι να συγκρούονται αποφασιστικά με την εργοδοσία να τα καταλαμβάνουν και να τα βάζουν σε κίνηση, δηλαδή να κινούν τα μέσα παραγωγής και να μην τα αφήνουν να απαξιωθούν. Για να τα κινούν πρέπει να απαιτούν και να εξασφαλίζουν πιστωτικές διευκολύνσεις για αυτό το σκοπό από τις κυβερνήσεις, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει σε συνθήκες άνετης καπιταλιστικής κυριαρχίας. Όσο είναι δυνατό οι εργάτες διαφορετικών επιχειρήσεων πρέπει να έρχονται σε επαφή και να δημιουργούν δίκτυα με άλλες παραγωγικές μονάδες αλλά και με καταναλωτές στην ίδια και σε άλλες χώρες με στόχο να δημιουργηθεί ένα δίκτυο πολιτικής και οικονομικής αντίστασης στις αρνητικές αντεργατικές και αντιπαραγωγικές κεφαλαιοκρατικές πολιτικές διεξόδου από την κρίση.
Γιατί συχνά η αστική τάξη, ιδιαίτερα οι μονοπωλιστές ιμπεριαλιστές περιμένουν την έξοδο από την κρίση μόνο αφού αυτή καταστρέψει το καπιταλιστικά περισσευούμενο κεφάλαιο που εκφράζεται σε αχρησιμοποίητα μέσα παραγωγής, σε απούλητα εμπορεύματα και σε άνεργο εργατικό δυναμικό και αφού οι πιο ισχυροί καπιταλιστές και ιμπεριαλιστές καταπιούν τους πιο αδύναμους.

Να κατανοήσουμε τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της συγκεκριμένης κρίσης. Γιατί η κρίση ξέσπασε πρώτα στις ΗΠΑ

Επιμείναμε στην τοποθέτηση της μαρξιστικής ανάλυσης για τις γενικές αιτίες κάθε μεγάλης κρίσης και σκιαγραφήσαμε τα μέτρα γενικής διεξόδου, όχι τόσο για να διαχωριστούμε από άποψη αρχής με τις θέσεις όλου αυτού του σμήνους των σοσιαλφασιστών αναθεωρητών του μαρξισμού που βγήκε με άπειρο θράσος να δρέψει ιδεολογικά και πολιτικά τους καρπούς της κρίσης, αλλά για να χρησιμοποιήσουμε τις αρχές της μαρξιστικής ανάλυσης σαν εργαλείο για να εξηγήσουμε τη συγκεκριμένη κρίση που ξετυλίγεται τώρα μπροστά μας και να προτείνουμε μια πιο συγκεκριμένη, αν και γενική προς το παρόν, προλεταριακή πολιτική διεξόδου από αυτήν. Οι γενικές αρχές δεν φτάνουν για την ανάλυση μιας συγκεκριμένης κατάστασης και μάλιστα τόσο πολύπλευρης όσο είναι η παγκόσμια οικονομική κατάσταση που οδήγησε σε τούτη δω την κρίση και που τα στοιχεία της θα χρειαστεί πολύ ακόμα να μελετήσουμε. Εκείνο που θα επιχειρήσουμε εδώ είναι να τοποθετήσουμε κάποιους βασικούς άξονες που προσανατολίζουν ήδη εμάς τους ίδιους και ίσως προσανατολίσουν και τους αναγνώστες μας σε αυτήν την μελέτη και θα μας απελευθερώσουν από τον κούφιο θεωρητικοφανή αντικαπιταλισμό των σοσιαλφασιστών και τις ακόμα πιο καταστροφικές προτάσεις τους.

Κατ αρχήν τα πραγματικά στοιχεία αυτής της κρίσης αποδεικνύουν ότι και αυτή, όπως κάθε προηγούμενη δεν έχει την αληθινή αιτία της στην πιστωτική υπερκερδοσκοπία, όπως θέλουν να λένε οι σοσιαλδημοκράτες και οι κάθε λογής φίλοι της κρατικής παρέμβασης και «ρύθμισης» της κερδοσκοπίας. Η κρίση άρχισε στις ΗΠΑ στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας πολύ πριν εκδηλωθεί με βία στο χρηματοπιστωτικό επίπεδο με το μεγάλο χρηματοπιστωτικό κράχ του Σεπτέμβρη-Οκτώβρη του 2008. Δεν είναι το χρηματοπιστωτικό κραχ που έφερε την κρίση στην πραγματική οικονομία δηλαδή στην παραγωγή, αλλά είναι η λανθάνουσα κρίση στην παραγωγή που έφερε το χρηματοπιστωτικό κραχ. Είναι αλήθεια ότι το χρηματοπιστωτικό κράχ προηγείται χρονικά από την κρίση στην πραγματική οικονομία και είναι ένα προμήνυμα αυτής της κρίσης αλλά δεν είναι η αιτία της.

Οι κατασχέσεις των σπιτιών στις ΗΠΑ άρχισαν σαν ισχυρή τάση στα τέλη του 2006, πολύ δηλαδή πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε χρηματοπιστωτική κατάρρευση, και κορυφώθηκαν την άνοιξη του 2007, δηλαδή κοντά ένα χρόνο πριν από την κατάρρευση των μεγάλων ενυπόθηκων δανειστών. Είναι αυτές οι κατασχέσεις που φανέρωναν μια υπερπαραγωγή της βιομηχανίας κατασκευής σπιτιών που στηρίχθηκε για δέκα περίπου χρόνια στην υπερσυσσώρευση κεφάλαιου στην αμερικάνικη αγορά γαιοπροσόδου.
Τι σημαίνει αυτό το τελευταίο; Σημαίνει ότι ένα πελώριο μέρος της συσσωρευμένης υπεραξίας σε παγκόσμια κλίμακα τοποθετήθηκε στην αμερικάνικη οικοδομική γη επειδή περίμενε ότι η αξία αυτής της γης θα ανέβαινε ασταμάτητα και μάλιστα με ρυθμούς πολύ ψηλότερους από αυτούς των μέσων κερδών στην παγκόσμια παραγωγή. Στην ουσία αυτό το κεφάλαιο αγόρασε έναν πελώριο αριθμό από υποθήκες πάνω στο αγορασμένο από το ίδιο ακίνητο για λογαριασμό του επίδοξου ιδιοκτήτη του σπιτιού που είναι ο δανειολήπτης. Αυτό το έκανε ο δανειστής γιατί είχε την βεβαιότητα ότι θα πάρει πίσω οπωσδήποτε το δανεισμένο κεφάλαιό του και τους μεγάλους τόκους του όταν θα πουλήσει το ακίνητο στην περίπτωση που ο δανειολήπτης επίδοξος ιδιοκτήτης του σπιτιού (στην πραγματικότητα ο χρήστης του) δεν θα μπορούσε να το ξεχρεώσει. Γιατί όταν το ΑΕΠ στις ΗΠΑ αυξάνοταν με ρυθμούς 3-4% το χρόνο οι τιμές της οικοπεδικής γης αυξάνονταν δεκαπλάσια. Αυτή η ιλιγγιώδης μέση αύξηση των κερδών από τα δάνεια δεν φαινόταν ότι μπορούσε να εξουδετερωθεί από το γεγονός ότι ένα ορισμένο ποσοστό των δανειοληπτών δεν θα εξοφλούσε το δάνειό του. Οι ειδικοί στην υπερκερδοσκοπία υπάλληλοι και συνεργάτες των μεγάλων επενδυτικών οίκων (που ήταν πρώην εμπορικές τράπεζες οι οποίες εξελίχθηκαν σε επενδυτικές, δηλαδή σε άντρα υπερκερδοσκοπίας), έκαναν ακριβώς αυτή τη δουλειά: υπολόγιζαν το ποσοστό ρίσκου αυτών των δανείων καθώς -μέσο των εμπορικών και των κτηματικών τραπεζών του δημοσίου- δάνειζαν όλο και πιο φτωχούς, δηλαδή όλο και πιο καπιταλιστικά αφερέγγυους αγοραστές σπιτιών και μετά πουλούσαν αυτά τα δάνεια σαν πακέτα σε άλλους μεγαλοσπεκουλαδόρους επενδυτές όπως hedge funds, ασφαλιστικούς γίγαντες κλπ ανακατεύοντας δάνεια και υποθήκες διαφορετικού ρίσκου μέσα στο ίδιο πακέτο, αλλά και άλλα ήδη χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας όπως μετοχές, ομόλογα, ασφάλειες κεφαλαίου κλπ. Αυτή η δουλειά υπολογισμού του ρίσκου ήταν τόσο περίπλοκη που τα χρυσοπληρωμένα στελέχη που την έκαναν, τα λεγόμενα «χρυσά παιδιά» (golden boys) χρειάστηκε να είναι τα καλύτερα μαθηματικά μυαλά των καλύτερων αμερικάνικων πανεπιστημίων. Οι υπολογισμοί τους θα ήταν τέλειοι αν δεν υπήρχε ένα θεμελιακό λάθος στην αφετηρία των υπολογισμών τους που ήταν σύμφυτο με την πλήρη άγνοια των νόμων κίνησης της πραγματικής οικονομίας από τους περισσότερους επίσημους οικονομολόγους της αστικής τάξης, καθηγητές πανεπιστημίων και τραπεζίτες που έδιναν την θεωρητική βάση αυτής της αφετηρίας, δηλαδή το θεωρητικό υπόβαθρο της χρηματιστηριακής σπέκουλας στα χρυσά παιδιά τους. Το λάθος αυτό ήταν ότι η αξία της γης θα μπορούσε να ανεβαίνει διαρκώς και μάλιστα ανεξάρτητα από την πραγματική οικονομία και σε σύγκρουση με αυτήν. Η πεποίθησή των γκόλντεν μπόυς ότι η αξία της γης θα ανέβαινε ασταμάτητα δεν οφειλόταν βέβαια στις άδολες επιστημονικές αναζητήσεις τους αλλά στην πολύ συγκεκριμένη σιγουριά ότι μέσα σε λίγα χρόνια θα γίνονταν πάμπλουτοι πουλώντας, σαν ενδιάμεσοι, αυτές τις εξασφαλισμένες πιστώσεις σε όλο το υπόλοιπο κεφάλαιο της γης. Το αφετηριακό λάθος του υπολογισμού εκδηλώθηκε περίτρανα όταν οι δανειολήπτες άρχισαν όχι μεμονωμένα και στατιστικά αραιά αλλά μαζικά και στατιστικά όλο και πιο πυκνά να μην μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους οπότε τα κατασχεμένα σπίτια τους δεν μπορούσαν να βρουν νέους αγοραστές και έτσι οι τιμές των σπιτιών που έμπαιναν στον πλειστηριασμό πέφτανε κάτω από την ονομαστική αξία του δανείου και οι δανειστές δεν μπορούσαν πια να πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Τότε απαξιώθηκε ξαφνικά όλο αυτό το κεφάλαιο που επενδύθηκε στην γη, δηλαδή στη γαιοπρόσοδο. Αυτή είναι η φούσκα των ακινήτων που γκρέμισε τους μεγαλύτερους επενδυτικούς γίγαντες της Γουόλ Στριτ και λίγο μετά εξανέμισε 25 τρισεκατομμύρια Ευρώ από όλα τα χρηματιστήρια του πλανήτη.

Όμως δεν είναι η φούσκα των ακινήτων και γενικότερα άλλων καταναλωτικών μέσων που φέρνει την οικονομική παραγωγική κρίση όταν αυτή σπάει. Γιατί η φούσκα δεν είναι παρά πιστωτικό κεφάλαιο που κινεί την κατανάλωση σπιτιών και άλλων αγαθών και επιτρέπει να πραγματοποιούνται δηλαδή να πουλιούνται εμπορεύματα που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οπότε δεν θα μπορούσαν και να παραχθούν καινούργια, δηλαδή δεν θα μπορούσε να κλείσει ο κύκλος της παραγωγής και μάλιστα σε διευρυμένη κλίμακα.
Το πιστωτικό αυτό κεφάλαιο αγοράζει ουσιαστικά από τους βιομήχανους καταναλωτικών ειδών και από τους γαιοκτήμονες οικόπεδα, σπίτια, και άλλα μέσα κατανάλωσης, όπως αυτοκίνητα και τηλεοράσεις και τα παραχωρεί για χρήση στους καταναλωτές, συνήθως μισθωτούς, που τους δεσμεύει μέρος από τα μελλοντικά εισοδήματα που προεξοφλεί ότι θα υπάρξουν. Αν δεν υπήρχε αυτός ο πιστωτικός όγκος στην κατανάλωση απλά η κρίση στην παραγωγή, δηλαδή η υπερπαραγωγή εμπορευμάτων που θα έμεναν απούλητα θα είχε εκδηλωθεί νωρίτερα. Αυτό που κάνει αυτού του είδους η υπερπροσφορά καταναλωτικής πίστης είναι να προχωράει το όριο της παραγωγής πάνω από τα πραγματικά της όρια και να σπρώχνει την υπερπαραγωγή αλλά και τις παγκόσμιες παραγωγικές ανισορροπίες σε έναν έσχατο βαθμό. Στην πραγματικότητα η πιστωτική φούσκα επιταχύνει τις ανισορροπίες του καπιταλιστικού κόσμου γιατί τις κρύβει και τις εμποδίζει να εκδηλωθούν πιο σταδιακά δηλαδή πιο ομαλά οπότε τις σπρώχνει στην άκρη τους για να ξεσπάσουν στη συνέχεια με τον πιο απότομο και γι αυτό πιο καταστροφικό τρόπο. Είναι το αντίστοιχο με κείνο που κάνει η κοκαίνη με την ψυχική κατάπτωση που την κρύβει αλλά για να εθίσει τον οργανισμό σε μια πλασματική ευφορία και μια πιο έντονη χρήση που θα καταλήξει κάποια στιγμή στην ολοκληρωτική κατάρρευση του χρήστη.
Η πραγματική οικονομική αντίθεση που έκρυψε και ταυτόχρονα προώθησε στην άκρη της η πιστωτική φούσκα των ΗΠΑ ήταν η αντίθεση ανάμεσα στην μεγάλη πραγματική οικονομική και πολιτική παρακμή των ΗΠΑ και στον τεράστιο δανεισμό που οι ΗΠΑ εξασφάλιζαν τα τελευταία χρόνια χάρη στην παλιά καλή εικόνα του ηγεμονικού οικονομικού και πολιτικού ρόλου τους στον κόσμο.

Η οικονομική αποδυνάμωση των ΗΠΑ οφείλεται στο βάθος στην σχετική τους αποβιομηχάνιση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό της βιομηχανικής παραγωγής στο ΑΕΠ έπεσε από το 30%, ποσοστό που ισχύει ακόμα για τις άλλες παλιές βιομηχανικές χώρες, στο 13% και οφείλεται στο γεγονός ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιό των ΗΠΑ μετέφερε ένα όλο και πιο μεγάλο κομμάτι των παραγωγικών του δραστηριοτήτων την τελευταία δεκαετία στις χώρες του πιο χαμηλού μεροκάματου ανατολικές και πρώην τριτοκοσμικές, ιδιαίτερα στην Κίνα. Η σχετική αυτή αλλά δραματική αποβιομηχάνιση των ΗΠΑ μεταφράστηκε σε πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας και από κει σε πτώση των μέσων μισθών καθώς η απασχόληση μετατοπιζόταν από το τομέα της σύγχρονης βιομηχανίας με ψηλή οργανική και επιστημονικοτεχνική σύνθεση, που ήταν παραδοσιακά προσανατολισμένη στις εξαγωγές, προς τον τομέα των χαμηλής παραγωγικότητας των όλο και πιο χαμηλά αμειβόμενων υπηρεσιών. Η σχετική αποβιομηχάνιση των ΗΠΑ εξουδετερώθηκε για ένα διάστημα και κρύφτηκε σαν γενική τάση, από το γεγονός ότι ανάμεσα στα 1997 και 2004 αναπτύχθηκε έντονα η βιομηχανία αιχμής που είχε βάση της στην επιστημονικότεχνική επανάσταση στην πληροφορική, στην ρομποτική και την βιοτεχνολογία όπου οι ΗΠΑ με την γερή τους ερευνητική υποδομή και τη νεωτερική επιστημονική τους κουλτούρα (το τελευταίο αληθινό μεγάλο τους οικονομικό όπλο) έπαιξαν ηγετικό ρόλο. Αυτό οδήγησε σε μια ανάκαμψη της παραγωγικότητας της εργασίας στα ίδια χρόνια, αλλά μετά το 2004 η παραγωγικότητα της εργασίας άρχισε και πάλι να βυθίζεται και να φτάνει το 2007 στα πιο ιστορικά της χαμηλά.
Διευκρινίζουμε εδώ ότι το μικρό ποσοστό ανεργίας στις ΗΠΑ που ως χθες το ζήλευαν πολύ οι οικονομολόγοι στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες ήταν αποτέλεσμα μιας καλυμμένης υποαπασχόλησης προλετάριων που έπιαναν δουλειές του ποδαριού ή πρόσφεραν βοηθητικές μικρουπηρεσίες σε κάθε λογής αστικά παράσιτα της χρηματιστηριακής έκρηξης ή πρόσφεραν προσωπικές κακοπληρωμένες υπηρεσίες σε άρρωστους και αναξιοπαθούντες στα πλαίσια προγραμμάτων κρατικής και δημοτικής μέριμνας.
Αυτή λοιπόν η στρατηγική σχετική πτώση της πραγματικής παραγωγής ήρθε να καλυφθεί από το πιστωτικό χρήμα που δόθηκε για κατανάλωση από το κερδοσκοπικό κεφάλαιο στις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο πλανήτη. Αυτό δεν ήταν μόνο σε μορφή στεγαστικών δανείων, αλλά και καταναλωτικών δανείων με μορφή πιστωτικών καρτών και όχι μόνο με αυτή τη μορφή αλλά και με τη μορφή του δημόσιου εσωτερικού και εξωτερικού χρέους. Αυτό το χρέος των ΗΠΑ είναι μια παγκόσμια βραδυφλεγής βόμβα και είναι στη βάση του απλήρωτος κοινωνικός μισθός. Αποτελείται από το χρέος της ασφάλισης υγείας των συνταξιούχων (34 τρισεκατομμύρια δολάρια), το χρέος των ταμείων ανεργίας (7 τρισεκατομμύρια δολάρια), το δημόσιο χρέος (12 τρισεκατομμύρια δολάρια) σύνολο 53 τρις δολάρια που είναι ίσο με δέκα χρόνια συνολικού οικογενειακού εισοδήματος, ίσον 455.000 δολάρια για κάθε νοικοκυριό. Σε σύγκριση με αυτό το ποσό τα 0,7 τρις δολάρια του σχέδιου Πώλσον φαίνονται σαν πενταροδεκάρες.

Από αυτό το χρέος εκείνο που είναι το άμεσα καθοριστικό για τη διεθνή θέση της αμερικανικής οικονομίας είναι το εξωτερικό δημόσιο χρέος. Το τελευταίο αποτελείται κυρίως από τα δάνεια που έχουν κάνει απ ευθείας στο αμερικάνικο κράτος τα δέκα τελευταία χρόνια μια σειρά χώρες που αναδύθηκαν σαν μεγάλες πολιτικές ή οικονομικές δυνάμεις, ή και τα δύο σε αντίστροφο βαθμό από την αποδυνάμωση των ΗΠΑ. Δύο από αυτές τις χώρες είναι συνυπεύθυνες αυτής της αποδυνάμωσης όσο είναι και το μονοπωλιακό κεφάλαιο των ΗΠΑ.
Η μία χώρα είναι η σοσιαλιμπεριαλιστική Κίνα που είναι ο πιο συγκεντρωμένος εκφραστής της νέας βιομηχανικής ισχύος του πλανήτη που στηρίχθηκε στο χαμηλό, βασικά εξαναγκασμένα χαμηλό μεροκάματο.
Η άλλη χώρα είναι η Ρωσία που είναι και ο πολιτικοστρατιωτικός ηγεμόνας του μπλοκ των φασιστικών κρατών-γαιοπροσοδούχων που ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τα κοιτάσματα και κυρίως τις τιμές των υδρογοναθράκων, δηλαδή των βασικότερων πηγών ενέργειας αυτή τη στιγμή στον κόσμο.



...και όχι κρίση=επανάσταση.

Μακάρι να ΄ναι όπως τα λέτε...

em

από em 16/11/2008 12:16 μμ.


h istoria exei dei3ei oti krish=polemos

 

από Πάνος193 16/11/2008 12:26 μμ.


«Νέε» μου, η κρίση, μόνη της, δείχνει απλά ότι ο κόμπος έφτασε στο χτένι, τίποτα άλλο. Το πώς θα εξελιχτεί, είναι καθαρά θέμα συσχετισμού δυνάμεων και χρησιμοποίησής τους. Κάλλιστα, μπορεί να γίνει κ=φ ή κ=ε. Την περίοδο που υπάρχει η κρίση ενισχύεται η τάση των ανθρώπων να αναζητούν τη λύση σε ένα από τα δύο άκρα. Αν μπορεί να φέρει κανείς παραδείγματα για το κ=φ, μπορεί επίσης να φέρει παραδείγματα για το κ=ε. Ο γαλλογερμανικός πόλεμος του 1870, έφερε την εξέγερση της Κομμούνας. Ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος σάρωσε τον τσάρο και έφερε την Οκτωβριανή επανάσταση, όπως ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος που όξυνε την ενδημική κρίση στη Ρωσία προκάλεσε την επανάσταση του 1905. Η επίθεση της Ιαπωνίας στην Κίνα το 1937, όξυνε τις εσωτερικές αντιθέσεις με αποτέλεσμα να θριαμβεύσει η κοινωνική επανάσταση το 1949. Από την άλλη μεριά, η κρίση του 1929 στην Αμερική δεν έφερε την επανάσταση, αλλά ούτε και το φασισμό.

Αν είσαι, πραγματικά, νέος, διάβασε μαρξισμό (εννοώ αυθεντικά κείμενα των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και όχι ερμηνευτικά ή απλουστευτικά, γιατί συνήθως είναι αθέλητα διαστρεβλωτικά ή σκόπιμα παραποιημένα) και η τωρινή σου απαισιοδοξία θα μετατραπεί σε επαναστατική αισιοδοξία, γιατί θα δεις ότι η νίκη του κομμουνισμού και η πραγματοποίηση της αταξικής κοινωνίας είναι αναπόφευκτη κι αυτό όχι γιατί το έχει προβλέψει το άλφα ή βήτα φωτεινό πνεύμα (αν και όλα τα φωτεινά πνεύματα συμφωνούν σ’ αυτό), αλλά γιατί προς την κατεύθυνση αυτή τείνει, αντικειμενικά, όλη η εξέλιξη της ανθρωπότητας, που φυσικά δεν έχει για μέτρο εξέλιξης την ανθρώπινη ζωή (αυτό είναι το μόνο που γεννάει την απαισιοδοξία των προοδευτικών ανθρώπων).

Φιλικά.

 

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License