Κεραμεικός - Μεταξουργείο : ένα νέο πολεοδομικό μέτωπο

Εισήγηση στην ανοιχτή συζήτηση για την περιοχή Κεραμεικός - Μεταξουργείο , που διοργανώθηκε από το Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική την Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007 στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων futura (Βίκτωρος Ουγκώ 15).

της Όλγας ΜπαλαούραΗ περιοχή του Μεταξουργείου αποτελεί μια γειτονιά που μέχρι πρότινος ήταν αφανής μέσα στην ίδια την ευνοούμενη πόλη, νησίδα ελευθερίας δίπλα σε μια νέα τουριστική και πολιτιστική βιομηχανία. Το ότι ο χώρος αυτός αποφασίζεται να βγει στην επιφάνεια της σύγχρονης μητρόπολης είναι παράλληλο κομμάτι μιας διεθνούς γεωγραφικής στρατηγικής που επιβάλλει η «παγκοσμιοποιημένη» πόλη, δηλαδή το μοντέλο κερδοφορίας των μεγάλων πόλεων από τη χωροθέτηση νέων επενδύσεων. Κομμάτι αυτής της διαδικασίας είναι ο εξευγενισμός ή εξωραϊσμός που από το 1970 έγινε παγκόσμια το απόλυτο οικιστικό πρόσταγμα και συνδέεται με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και τις πολιτικοοικοικονομικές αλλάγες που συντελέστηκαν διεθνώς με το πέρασμα από τη κλασσική φιλελεύθερη οικονομική θεωρία και το κοινωνικό κράτος στον νεοφιλελευθερισμό. Η πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική agenda που οδηγεί στην πρόταση επιβολής του εξευγενισμού ως νέα τάση μετασχηματισμού και «ανάπτυξης» της Αθήνας απαντάται στο πώς η σύγχρονη αστική πολιτική για τα κέντρα των πόλεων χρησιμοποιείται ως μοχλός κερδοσκοπίας. Στο πεδίο αυτό ξεδιπλώνονται οι κυρίαρχες και κυριαρχούμενες τάξεις - είτε πρόκειται για άτομα είτε για συλλογικές οντότητες, τα εκατέρωθεν συμφέροντά τους, ο ρόλος του κράτους και οι σύγχρονες αντιστάσεις κατά του εξευγενισμού.

Τι είναι όμως ο εξευγενισμός: Είναι μια διαδικασία κατά την οποία οι φτωχές εργατοσυνοικίες στο κέντρο της πόλης ανακαινίζονται μέσω της εισροής του ιδιωτικού κεφαλαίου και τους μεσαίας τάξης αγοραστές και ενοικιαστές ακινήτων. Οι φτωχότερες γειτονιές ξαναφτιάχνονται. Κεφάλαιο και ευγένεια επιστρέφουν και για τους περισσότερους αυτό δεν αποτελεί καλή ένδειξη, καθώς θίγονται αναπόφευκτα τα πιο φτωχά και ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού. Απʼ το Σύδνεϊ και το Αμβούργο μέχρι το Τορόντο και το Τόκιο, όπου ακτιβιστές, κάτοικοι και πολίτες τώρα ξέρουν καλά τι θα πει εξευγενισμός και πώς επηρέασε τη ζωή τους. Ανώδυνες περιγραφές του φαινομένου περιλαμβάνουν τους όρους «ανακύκλωση της γειτονιάς», «αναβάθμιση», «αναγέννηση». Επίσης εκμοντερνισμός, ανανέωση και αστικό καθάρισμα από μια λευκή μεσοαστική τάξη. Στην Αυστραλία ο όρος επικράτησε και ως trendification.Παρʼ όλα αυτά, ο όρος εξευγενισμός εκφράζει τον προφανή ταξικό χαρακτήρα της διαδικασίας και για το λόγο αυτό, παρόλο που τεχνικά δεν συντελείται η «ευγένεια» αλλά η κατάληψη των πόλεων από νέα εύρωστα αστικά στρώματα κρίνεται καταλληλότερος για την περιγραφή του φαινομένου.

Ο εξευγενισμός ως διαδικασία της επανεπένδυσης είναι από τα συστηματικά συμβάντα της ύστερης – καπιταλιστικής αστικής ανάπτυξης. Στις σύγχρονες μεταβιομηχανικές πόλεις, όπου ο κλοιός των υπηρεσιών παραγκώνισε την παραγωγική απασχόληση, αναπτύχθηκαν έντονα η κατανάλωση και η αβρότητα. Πρότυπα κατανάλωσης ήλθαν να επιβάλουν πρότυπα παραγωγής. Τώρα οι αξίες της κατανάλωσης αντί της παραγωγής καθορίζουν τις αποφάσεις για τις χρήσεις γης. Ο εξευγενισμός εκφράζει μια νέα αστική γεωγραφία για ένα νέο κοινωνικό καθεστώς της κατανάλωσης. Προγενέστερες πολιτισμικές εξηγήσεις συμπληρώνουν την τάση να εκλαμβάνουμε τον εξευγενισμό ως την αστική έκφραση της νεωτερικότητας ή καλύτερα του μετά-μοντερνισμού. Ενώ λοιπόν μέχρι ʼ70 η προαστιοποίηση αποτελούσε το κύριο ρεύμα στην κινητικότητα του αστικού χώρου, ο εξευγενισμός ήλθε ως ένα κίνημα επιστροφής στην πόλη.

Για την Αθήνα, η μεγάλη τομή συντελείται με αφορμή την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων οι οποίοι αποτέλεσαν μια γιγάντια εθνική επιχείρηση που αναδόμησαν εσωτερικά την Αθήνα με επιπτώσεις στον χωρικό της μετασχηματισμό και όχι μόνο ενώ μετονομάσθηκαν αναπλάσεις επενδύσεις ντόπιου ή διεθνοποιημένου κτηματομεσιτικού κεφαλαίου σε αποβιομηχανοποιημένες περιοχές με σχέδια εξευγενισμού που οδήγησαν σε γενικευμένες αλλαγές χρήσης (π.χ. Ψυρρή και ευρύτερα στο ιστορικό κέντρο) και στην άνοδο των τιμών. Σήμερα, η διευρυμένη ανάπτυξη ή και ο εξευγενισμός, που προωθούνται σε πολλά σημεία του Λεκανοπεδίου, θα δημιουργήσουν μεγαλύτερες ταξικές πολώσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων τάσεων είναι οι περιπτώσεις νέων χρήσεων στον Ελαιώνα, το Σεράφειο κολυμβητήριο στο Ρούφ, αλλά και οι νέες χρήσεις που σχετίζονται με τον προαστιακό σιδηρόδρομο. Επίσης, η περιοχή περί της οδού Πειραιώς που αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια πεδίο εντατικού μετασχηματισμού στην κατεύθυνση μετατροπής της σε θεματικό-πολιτιστικό και τουριστικό κομμάτι της πόλης για λόγους κεντρικότητας, ιστορικότητας, σημαντικού ανεκμετάλλευτου κτιριακού δυναμικού, πρόσφατης αποβιομηχάνισης και χαμηλής αξίας γης. Έτσι με συγκοινωνιακά έργα (σταθμοί Μετρό στο Μεταξουργείο και στο Γκάζι) και αναπλάσεις, η περιοχή περί την Πειραιώς αναγνωρίζεται πια ως ένα από τα πιο δημοφιλή μελλοντικά «φιλέτα» της πόλης. Με αυτήν λοιπόν την αναπροσαρμογή των χωρικών δομών, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν σε νέους και παλιούς υψηλής κερδοφορίας συγκεντρωποιημένους τομείς δραστηριότητας του κεφαλαίου, δημιουργούνται στην ευρύτερη περιοχή της δυτικής κεντρικής Αθήνας οι ανάλογες χωρικές θεματικές: Ο Ελαιώνας μετατρέπεται στο νέο Mall του κέντρου, το Γκάζι στο νέο πολιτιστικό διασκεδαστήριο και το Μεταξουργείο στη νέα εξευγενισμένη ζώνη κατοικίας.

Με το πρόγραμμα της Ενοποίησης των Αρχαιολογικών Χώρων η περιοχή του Μεταξουργείου εντάχθηκε στο σχέδιο αναπλάσεων της ευρύτερης περιοχής του ιστορικού κέντρου και στο λεγόμενο πολιτιστικό πάρκο. Γίνονται πεζοδρομήσεις σε αρκετές οδούς, απαλλοτριώσεις κτιρίων από το Δήμο για μελλοντικές πολιτιστικές χρήσεις (στο κτίριο της οικίας Προβελέγγιου, στο μεταξουργείο Δουρούτη), η ταινιοθήκη Ελλάδος- στο κέλυφος παλιού μηχανουργείου στη ταράτσα του οποίου βρισκόταν ο θερινός κινηματογράφος πορνογραφικού υλικού “Λαϊς “ στη συμβολή της Πειραιώς με τη Μ.Αλεξάνδρου- από το επιχειρησιακό πρόγραμμα ”Σύγχρονος πολιτισμός “ του ΥΠ.ΠΟ), λίγες αποκαταστάσεις κτιρίων με δημοτικά προγράμματα διαμορφώσεις κοινόχρηστων χώρων όπως αυτή της πλατείας Αυδή και πολλές διακηρύξεις για μελλοντικά σχέδια σε ότι αφορά κυρίως πολιτιστικές χρήσεις. Το 1998 κατατίθενται οι νέες χρήσεις γης που προσδιορίζουν τη περιοχή ως περιοχή κατοικίας και το 2003 υπογράφεται Προεδρικό Διάταγμα το οποίο έρχεται να «χαμηλώσει» το Σ.Δ. Οι καθορισμένες χρήσεις γης εφαρμόστηκαν στην πράξη υπό ένα άνισο καθεστώς που οδήγησε στην απομάκρυνση των οχλουσών παραγωγικών χρήσεων. Το κλείσιμο 300 βιοτεχνιών και η εκδίωξη 2000 περίπου ατόμων από τις επαγγελματικές τους εστίες, χωρίς να έχει προηγουμένως σχεδιαστεί η μετεγκατάσταση τους αλλού, διέρρηξαν το κοινωνικό πλέγμα εργασίας-κατοικίας των κατοίκων. Ο Δήμος άφησε το πεδίο ελεύθερο στη μαφία της νύχτας που εγκατέστησε εκεί τα παράνομα, θορυβώδη και τρομακτικά μεγαθήρια της, ενώ αντί να στηρίξει τις διεκδικήσεις των κατοίκων, προκειμένου να φύγουν οι παράνομες χρήσεις, ευνόησε σε μεγάλο βαθμό την επέκταση των δραστηριοτήτων τους όπως στην περίπτωση της παράνομης κατάληψης της οδού Μεγάρων από την «Ιερά Οδό Α.Ε».

To κράτος ως συλλογικός κοινωνικός δράστης ενίσχυσε πρόωρες τάσεις εξευγενισμού στο Μεταξουργείο, παίζοντας το ρόλο του προγραμματιστή νέων προγραμμάτων ανάπλασης, αναθεωρώντας τους συντελεστές δόμησης και τις χρήσεις γης, χωροθετώντας πόλους ενδιαφέροντος όπως συγκοινωνιακούς κόμβους, πολιτιστικούς χώρους σε μια περιοχή που μετά τον πόλεμο και το κύμα της προαστικοποίησης βιώνει την αστική υποβάθμιση και οριστικοποιεί μέχρι σήμερα το λαϊκό της χαρακτήρα, δημιουργικά ανέγγιχτη από την αγορά.

Με την έναρξη της διαδικασίας εξευγενισμού μία ή περισσότερες εταιρίες αποκτούν τώρα έναν ενεργητικό στόχο στη γειτονιά. Οι επενδυτές, με αυτό τον τρόπο, δρουν ως νόμιμοι εκφραστές του εξευγενισμού. Με την απουσία του κράτους ως καθοριστή των τιμών, οι επενδυτές απορροφούν το υποτιμημένο κεφάλαιο που δεν έχει ακόμη χάσει ολικά την αξία του. Φαίνεται έτσι, ότι όποιο κι αν είναι το κοινωνικό και πολιτικό κόστος που θα συνοδέψει την αστική αναδόμηση, το κράτος θα έχει επιτύχει το στόχο του αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό στην ανάπλαση των γειτονιών από την ιδιωτική αγορά.

Σήμερα στην περιοχή του Κεραμεικού και του Μεταξουργείου διαμορφώνεται ένα νέο πολεοδομικό μέτωπο. Η πρακτική του μετώπου επιβεβαιώνει και μια σειρά από συγκεκριμένους φυλετικούς και κοινωνικούς όρους. Οι εξευγενισμένες περιοχές, πρέπει να γίνουν αντιληπτές ως συνδυασμοί μιας «αστικής-πολιτισμένης τάξης» που αναγνωρίζει ότι «η καλή γειτονιά» αναβαθμίζεται υποβαλλόμενη στους κοινωνικούς κανόνες» και μιας «μη πολιτισμένης τάξης» της οποίας οι συμπεριφορές και συνήθειες αντανακλούν μη αποδοχή των κανόνων αυτών. Τότε οι γειτονιές μπορούν να ταξινομηθούν σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή σε αναβαθμισμένες ή υποβαθμισμένες γειτονιές. Το περιεχόμενο του μετώπου είναι να εξημερωθεί η «άγρια πόλη» και να οικοδομηθεί ένα ολοκληρωμένο και παράλληλα προκλητικό σχέδιο διαδικασιών σε ένα ασφαλές ιδεολογικό πλαίσιο, ούτως ώστε η ιδεολογία του μετώπου να δικαιολογεί τις ωμές πράξεις στην καρδιά της πόλης.

Μέσα στο μέτωπο αυτό αναπτύσσονται επιμέρους μέτωπα, οι λεγόμενες αστικές συγκρούσεις. Οι φορείς-κοινωνικά υποκείμενα αυτών των συγκρούσεων είναι οι εξής:
 οι παλιοί κάτοικοι που υπερασπίζονται το τοπικό περιβάλλον,
 οι νέοι κάτοικοι. Ένα νέο ενδιαφέρον στρώμα που διαμορφώνει ακούσια τη νέα κατάσταση.
 οι νέοι ιδιοκτήτες των νεομποέμ χρήσεων. «Ψαγμένοι» επιχειρηματίες με τους δικούς τους προβληματισμούς γύρω από τη φυσιογνωμία της περιοχής σε συνδυασμό με τη βιωσιμότητα της επιχείρησής τους.
 οι επιχειρηματίες της νυχτερινής διασκέδασης, οι οποίοι δρουν παράνομα υπό την ανοχή και συχνά την ενθάρρυνση του κράτους
 η βιομηχανία του Real Estate,
 οι ευπαθείς ομάδες όπως των μεταναστών και των πολύ φτωχών στρωμάτων, που μπορούν να χαρακτηριστούν και ως «οι χωρίς φωνή»,

Οι παλιοί κάτοικοι
Οι προσδοκίες ανάπτυξης και ευκαιριών, ή πλουτισμού για τους κατοίκους του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού, η άγνοια και η απουσία εκτεταμένου δημόσιου διαλόγου για τα υπέρ και τα κατά του εξωραϊσμού, η απουσία εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου για την Αθήνα από αναγνωρισμένους πολιτικούς φορείς, όλα οδήγησαν σε μια γενικευμένη συναίνεση. Έτσι, οι κάτοχοι ιδιοκτησίας στην περιοχή μπορούν να ταξινομηθούν χοντρικά σε δύο κατηγορίες. Στους παλιούς κατοίκους και χρήστες που ακόμη κατοικούν ή εργάζονται στη περιοχή και σε εκείνους που σε κάποια ιστορική περίοδο υποτίμησης της, έφυγαν για να εγκατασταθούν σε «καλύτερες» περιοχές της Αθήνας, κυρίως στα προάστια. Οι πρώτοι είναι συνήθως αυτοί που δραστηριοποιούνται στη περιοχή, αναδεικνύουν τα καθημερινά της προβλήματα και αντιστέκονται σε μεγάλο βαθμό στο μέτωπο του εξευγενισμού. Οι παλιοί ιδιοκτήτες που δεν κατοικούν πλέον στη περιοχή, και κάποιοι λίγοι που τη κατοικούν ακόμα, είναι συνήθως και αυτοί που τώρα καρπώνονται την αύξηση της τιμής της γης, όσοι δεν πούλησαν περιουσίες πολύ φτηνά εν μέσω υποτίμησης σε ιδιώτες ή στο Real Estate.

Νέοι κάτοικοι
Το νέο στρώμα που κατοικεί τα τελευταία χρόνια στις γειτονιές της περιοχής αποτελείται κυρίως από ανθρώπους με κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά, όχι απαραίτητα όμοιας ταξικής διάρθρωσης, ξένη ωστόσο με την λαϊκή διαστρωμάτωση της γειτονιάς. Η νέα αυτή ομάδα υπαγορεύεται συνήθως από τα χαρακτηριστικά της κουλτούρας και της αισθητικής καθώς πρόκειται για άτομα της τέχνης και της διανόησης. Η γοητεία που εξέπεμπε η περιοχή, η κεντρική της θέση, η σχετική ασφάλεια του τότε ότι η περιοχή σιγά-σιγά θα αναβαθμιστεί όπως έγινε παγκόσμια, προσέλκυσαν το νέο αυτό στρώμα που με τη σειρά του προσελκύει τώρα τις δυνάμεις της αγοράς, το εναλλακτικό που τώρα μετασχηματίζεται σε καπιταλιστικό τρόπος ζωής. Αποδείχτηκε ότι αυτό το νέο στρώμα δεν οχύρωσε τον χαρακτήρα της περιοχής που για ένα χρονικό διάστημα θα αποτελείται από «μείξεις» αντιθέσεων, μέχρι να εξευγενιστεί πλήρως, αντίθετα «ηλέκτρισε» μια καινούρια αγορά αρχικά πολιτισμού και στη συνέχεια κατοικίας με τεράστιες επιπτώσεις.

Νεομποέμ χρήσεις
Η συνθήκη που προσέλκυσε τις λεγόμενες νεομποεμ χρήσεις είναι παρόμοια με αυτή που προσέλκυσε και τους νέους κατοίκους. Αφορούσε αρχικά ένα νέο νυχτερινό τοπόσημο εναλλακτικής διασκέδασης καθοδηγούμενο από το παράδειγμα άλλων κεντρικών περιοχών της Ευρώπης. Έτσι, η αύρα της Βερολινέζικης πειραματικής σκηνής και της νέας καλλιτεχνικής πρωτοπορίας στις πρώην εργατικές συνοικίες του Λονδίνου, μεταφέρθηκε διασκευασμένη στις γειτονιές του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού. Συγκεντρώθηκαν πολλά θέατρα σε σκοτεινούς πεζοδρόμους, η πελατεία των οποίων μετά επισκεπτόταν τα λαϊκά οινομαγειρεία της περιοχής, και τα πρώτα δειλά πρωτοεμφανιζόμενα εναλλακτικά μπαρ. Μαζί με αυτά ανοίγουν και τα πρώτα μαζικά στέκια ομοφυλόφιλων. Η «τοποθέτηση» των χρήσεων αυτών, εντάθηκε βασικά από τη δημόσια χωροθέτηση των πολιτιστικών χρήσεων στη περιοχή περί της τρίτης πλατείας που αργότερα προσέλκυσε και ιδιωτικές πρωτοβουλίες κατανάλωσης πολιτισμού. Οι γκαλερί τέχνης που τώρα μεταφέρονται στο Μεταξουργείο και τον Κεραμεικό, πριν λίγο καιρό συναθροίζονταν στον Ψυρρή που πλέον έχασε τον underground χαρακτήρα του και έγινε τόπος παραγωγής μαζικής κουλτούρας και κυρίως χρήσεων διασκέδασης που υπαγορεύονται από αυτή. Αυτή η νεομποέμ ατμόσφαιρα στον Κεραμεικό και στο Μεταξουργείο, προσέλκυσε και μια τεράστια επανεπένδυση που δημιούργησε μια σύνθεση παλιού και νέου, όπου εξεζητημένα μαγαζιά της μεσοαστικής κουλτούρας εγκαθίστανται στα παλιά κελύφη της παραγωγής ή σε ανακαινισμένα νεοκλασικά που συναθροίζουν κόσμο της αντίστοιχης κοινωνικής τάξης. Η περιοχή μεταμορφώνεται έτσι, σε ένα μείγμα φτώχιας, εναλλακτικής κουλτούρας, των λεγόμενων queers της πόλης, της ελιτίστικης αισθητικής και των γιάπηδων. Σήμερα, στην περιοχή του Μεταξουργείου η τιμή της γης ”κατασκευάζεται”. Οι γειτονιές έχουν μεταμορφωθεί σε ένα απέραντο εργοτάξιο από νέες κατασκευές κατοικίας, εστιατορίων και γραφείων, ή αναπαλαιώσεις παλιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη στιγμή της εγκατάστασης των πρώτων elenit για να αρχίσουν οι οικοδομικές εργασίες αρχικά του διαγωνισμού της Γ.Ε.Κ και μετά του Δήμου για το κτίριο του μεταξουργείου, ότι ταμπέλες με την επιγραφή «πωλείται» ανεγέρθηκαν σε όλα ανεξαιρέτως τα κτίρια μετωπικά και όπισθεν της Μυλλέρου. Μιλάμε προφανώς για το “πείραμα “της κατασκευαστικής εταιρίας ΓΕΚ. Α. Ε., της πιο οργανωμένης οικιστικής προσπάθειας Real Estate στην περιοχή του Μεταξουργείου, απέναντι από το παλιό εργοστάσιο του μεταξουργείου Δουρούτη, η οποία ακολούθησε το παράδειγμα τριών άλλων συγκροτημάτων loft στο Γκάζι στην οδό Βίτωνος.

Το real estate
Για τη βιομηχανία του Real Estate, η τέχνη εξημέρωσε τη γειτονιά, διαθλώντας μια κοροϊδία ενός δήθεν εξωτικού αλλά κατά τʼ άλλα ήπιου κινδύνου. Η τέχνη ʽδώρισεʼ μια ʽπρος πώληση προσωπικότηταʼ στη γειτονιά, προσφέροντας την περιοχή σαν εμπόρευμα και απαίτηση του Real Estate. Μαζί με την οικιστική αναμόρφωση, ήρθε και η εμπορική αναζωογόνηση «μια μπουτικοποίηση της γειτονιάς», η δραματική εξάπλωση της υπερπληθώρας των ψυχαγωγικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων, όπως και τα δημόσια θεαματικά σχέδια σε αντίθεση με την ανυπαρξία καθημερινών υποδομών.
Η παρακμή των γειτονιών είναι το αποτέλεσμα της αναγνώρισης ιδιωτικών και δημόσιων επενδυτικών αποφάσεων. Η βιομηχανία του Real Estate, στόχος της οποίας είναι η συσσώρευση από την κεφαλαιοποιημένη αξία της γης που τώρα απεγκλωβίζεται και αποσπάται με τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη, δρα ως νόμιμος εκφραστής του εξευγενισμού. Προφανώς αυτή η συσσώρευση κεφαλαίου δεν θα εκφραζόταν αν δεν υπήρχε και καταναλωτική πρόθεση. Έχοντας δημιουργήσει απόθεμα κεφαλαίου στο όνομα του κέρδους τώρα κατακλύζουν τη γειτονιά για τον ίδιο λόγο, παρουσιάζοντας εαυτούς ως πρωτοπόρους ήρωες, μηχανικούς(τεχνοκράτες) που ρισκάρουν όπου κανείς άλλος πριν δεν τόλμησε, κτίστες μιας νέας πόλης για όλο τον πληθυσμό. Μʼ αυτό τον τρόπο η οικονομική γεωγραφία χαρτογραφείται απʼ τη στρατηγική της ʽπολεοδομικής αυτής πρωτοπορίαςʼ.

Έτσι, το πολεοδομικό μέτωπο γίνεται μέτωπο κέρδους. Ιδεολογήματα αναπτυξιακών προτύπων και της νέας αστικής κουλτούρας που θα φέρει μια νέα γκάμα πελατών κατοικίας είναι οι αρχές των επενδυτών. Το κράτος αφού έχει ήδη διαμορφώσει τις συνθήκες για την εισροή του ιδιωτικού κεφαλαίου, εξαφανίζει την παλιά προστασία του απέναντι στο δικαίωμα στη κατοικία, όπως κι αν ίσχυσε αυτό στην Ελλάδα, αφήνοντας το πεδίο ολοκληρωτικά στους εργολάβους- ευεργέτες της περιοχής.

Οι «χωρίς φωνή»
Εξωθούμενοι απʼ τους δημόσιους όπως και απʼ τους ιδιωτικούς χώρους που γρήγορα γίνονται κεντρικές εστίες της μπουρζουαζίας, οι μειονότητες, οι άνεργοι και τα φτωχά στρώματα των εργαζόμενων και εργατών είναι καταδικασμένοι σε μεγάλης κλίμακας εκτοπίσεις. Μέχρι τώρα απομονωμένοι σε κεντρικά γκέτο και τώρα βιαίως εξωθούμενοι σε άλλα αστικά στρατόπεδα πάρα έξω. Μαζί με τις τιμές και τη κερδοσκοπία αυξάνονται και τα νούμερα των εξώσεων σε έναν όλο και μεγαλύτερο πληθωρισμό για την αγορά ακινήτων. Μετά την εκδίωξη της παραγωγής και την ακολουθούμενη εκδίωξη μεγάλου πληθυσμού από τις επαγγελματικές τους εστίες, οι μετανάστες και τα φτωχά στρώματα έχουν σειρά. Τα στρώματα αυτά, που νοικιάζουν φτηνές κατοικίες από ανάγκη και όχι από επιλογή εκδιώκονται σταδιακά υπό την επέλαση μιας νέας ταξικής τρομοκρατίας και υπό τους όρους μιας νέας αστικής αισιοδοξίας. Το οικιστικό απόθεμα, εγκαταλελειμμένο για χρόνια στέγαζε ανθρώπους χωρίς αστική αναγνώριση, σε αφανείς τρύπες της πόλης, μιας πόλης που τώρα αποτελεί μια πολιτιστική και οικιστική βιομηχανία την οποία καταλαμβάνει η ζήτηση νέων εξευγενισμένων στρωμάτων. Οι τρώγλες ξαναφτιάχνονται, πωλούνται πανάκριβα και προφανώς διώχνουν το βιωμένο παρελθόν τους. Την πραγματικότητα της ανεργίας, τον αποδεκατισμό των κοινωνικών υπηρεσιών και την εμφάνιση των μειονοτήτων και των μεταναστών, όπως και των γυναικών ως αστικών δραστών. Διεκπεραιώνεται μια άγρια αντίδραση εναντίον των μειονοτήτων, της εργατικής τάξης, των αστέγων, των ανέργων, των γυναικών, των gay, των λεσβιών και των μεταναστών.

Αυτό θα οδηγήσει σε μια συγκέντρωση των εθνικών μειονοτήτων και συγκριτικά ασθενέστερων οικονομικά κατηγοριών πολιτών, στο περιθώριο της πόλης και πέρα. Το αποτέλεσμα θα είναι ότι τα προάστια της περιφέρειας δείχνουν να προορίζονται για κοινωνικά προς τα κάτω διαχωρισμούς στο μέλλον.

Παράδειγμα αμφισβήτησης στην κυρίαρχη τάση που επιβάλλεται στη γειτονιά έδινε από τον περασμένο Αύγουστο, η κατάληψη Μυλλέρου και Γερμανικού , ένας αυτοδιαχειριζόμενος κοινωνικός χώρος στο παλιό κέλυφος τμήματος του εργοστασίου του μεταξουργείου Δουρούτη που λειτουργούσε με εβδομαδιαίες συνελεύσεις, προβολές στην αυλή του κτιρίου, ως δανειστική βιβλιοθήκη για τους κατοίκους της γειτονιάς, στέγαζε εργαστήριο μεταξοτυπίας, ενώ μέσα στον Μάρτη διοργάνωσε γλέντι για τα παιδιά της γειτονιάς με λουκουμάδες και καλλιτεχνικά δρώμενα. Με το εγχείρημα της κατάληψης του κτιρίου και της πρότασης για έναν αυτόνομο-αυτοδιαχειριζόμενο χώρο και με σύνθημα «Δεν είμαστε νοικάρηδες, ούτε ιδιοκτήτες», οι κάτοικοι της κατάληψης προσπάθησαν προτάξουν ένα συλλογικό τρόπο ζωής απελευθερωμένο από την εμπορευματοποίηση και την ιδιώτευση της κατοικίας. Την τρίτη 29 Μαΐου ο Δήμος με την βοήθεια της αστυνομίας, που εκκένωσε το κτίριο, συνέλαβε τους καταληψίες, και περιέφραξε σχεδόν όλη τη πλατεία Αυδή προκειμένου να «αποκαταστήσει» το κτίριο. Μέχρι σήμερα πάντως δεν έχει προχωρήσει σε καμία επέμβαση που θα δικαιολογούσε αυτή του τη βιασύνη.

Στη πόλη που υπό το πρόσχημα ενός δυναμικού εξωραϊσμού, προτείνεται ο «εξορκισμός» των παλιών της χρήσεων που θυμίζουν την παλιά της υποβάθμιση, ακυρώνεται η μνήμη της και ουσιαστικά χαρίζεται στις δυνάμεις της αγοράς η ανεξέλεγκτη διαμόρφωση της. Απάντηση στη διαχωριστική γραμμή του «μετώπου», είναι το στοιχείο της πολιτικής που συγκροτεί τη σχεδιαστική ταυτότητα του «εμείς». Έτσι η διάκριση του «αυτοί-εμείς» γίνεται τόπος ανταγωνισμού. Ένα «συγκροτητικό καταστατικό»που οδηγεί σε πολιτική πάλη και οφείλεται σε αποκλεισμούς. Οι επιπτώσεις του εξευγενισμού των κέντρων των πόλεων σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο δημιούργησαν στον αντίποδα την επιστημονική και κοινωνική αμφισβήτηση ή την υπεράσπιση των αστικών δημόσιων υπηρεσιών και τη προστασία του τοπικού περιβάλλοντος. Σήμερα στην ατζέντα των κινημάτων, των πολιτών και των οργανωμένων συλλογικοτήτων υπάρχει αυτό που λέει ο Castells στο έργο του «Η πόλη των αποκάτω» (Castells, 1983): Ή εξασφάλιση μιας πόλης που οργανώνεται γύρω από την αξία χρήσης, την αναζήτηση πολιτιστικής ταυτότητας, την προβολή της αποκέντρωσης και της αυτοδιαχείρισης για μια ελεύθερη πόλη.

Όπως το τοποθέτησε ο Peter Marcuse (1991): «Το αντίθετο του εξευγενισμού δεν είναι η κατάρρευση και η εγκατάλειψη – από-εξευγενισμός – αλλά ο εκδημοκρατισμός της κατοικίας». Και εκδημοκρατισμός της κατοικίας δεν είναι οι αναπλάσεις χρήσιμες για το Real Estate και τη μαφία, αλλά οι κοινωνικά χρήσιμες αναπλάσεις για τους κατοίκους της πόλης. Η αρχιτεκτονική δυστυχώς, χάριν της μορφής, συχνά αγνοεί και τους χρήστες και τον τρόπο που εγγράφεται η όποια επέμβαση στο τοπίο με αποτέλεσμα να προκύπτουν συχνά προτάσεις τύπου επιβολής με μοιραία αποτελέσματα στη ζωή των ανθρώπων και μάλιστα των φτωχών. Τα πεδία της επιστημονικής μελέτης του χώρου, της αρχιτεκτονική και της πολεοδομίας, υπηρετούν συχνά τις κυρίαρχες απόψεις για τον σχεδιασμό τον πόλεων, την κατοικία των ανθρώπων, τον δημόσιο χώρο και το περιβάλλον. Μʼ αυτή την έννοια, γινόμαστε, τις περισσότερες φορές, κοινωνοί ενός «ορθολογικού», «τεχνοκρατικού» σχεδιασμού, αποφορτισμένου από τις διαδικασίες των κοινωνικών συγκρούσεων. Έξω όμως από εκεί όμως, τα ζητήματα παραγωγής και λειτουργίας του χώρου εξακολουθούν να αποτελούν κοινωνικά και πολιτικά επίδικα. Η πόλη ως κοινωνικός πυκνωτής, αναπαρίσταται και καταγράφεται γεωγραφικά με ορισμένα κάθε φορά κοινωνικά χαρακτηριστικά ανάλογα των συγκεκριμένων ιστορικών τάσεων στο χώρο.

Αντί λοιπόν για αναπλάσεις που στοχεύουν στην διαχείριση της εγκλωβισμένης υπεραξίας των κεντρικών γειτονιών από τους επενδυτές, ο πολεοδομικός σχεδιασμός μπορεί να ακολουθήσει τις αρχές της «ήπιας αστικής ανάπλασης», δηλαδή της διατήρησης μεγάλου τμήματος του κτιριακού αποθέματος, της βελτίωσης του υπάρχοντος αστικού ιστού και της χωροθέτησης εκείνων των δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τις ανάγκες των κατοίκων. Η ανάπτυξη των κεντρικών περιοχών για να είναι κοινωνικά χρήσιμη δεν μπορεί παρά να απαντάται μόνο στα συμφραζόμενα του δημόσιου ελέγχου και της πρόνοιας αυτού, με μέτρα προστασίας για τα φτωχά στρώματα, τον δημοκρατικό πολεοδομικό σχεδιασμό βασισμένο σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης και την υιοθέτηση μιας πολιτικής κατοικίας για τους άστεγους. Ο σχεδιασμός του αστικού χώρου πρέπει να είναι η έκφραση της ανθρώπινης δράσης, της τοπικότητας και ταυτότητας, η συνάντηση μέσα από τη καθημερινή πρακτική.


της Κατερίνας ΝασιώκαΕισήγηση στην ανοιχτή συζήτηση για την περιοχή Κεραμεικός-Μεταξουργείο, που διοργανώθηκε από το Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική την Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007 στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων future (Βίκτωρος Ουγκώ 15).

Ο Κεραμεικός αποτελεί μια από τις περιπτώσεις υποβαθμισμένων περιοχών πολύ κοντινών στο κέντρο της πόλης, που μετακύλησε σταδιακά από προνομιούχα περιοχή ιστορικής μνήμης -αρχαίο δημόσιο σήμα, εκεί επίσης σχεδιαζόταν να χτιστούν τα ανάκτορα του Όθωνα- σε σύγχρονη ζώνη ανέχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Ιστορικά, η ευρύτερη περιοχή λόγω της εγκατάστασης οχλουσών λειτουργιών (εργοστάσιο μεταξιού, εργοστάσιο φωταερίου) κατοικήθηκε κυρίως από μικροαστικό και εργατικό κόσμο και εξελίχθηκε σε μια ζωντανή λαϊκή γειτονιά με μικρές, μονώροφες ή διώροφες κατοικίες. Ο λαϊκός χαρακτήρας της γειτονιάς, τα μικρά μεγέθη οικοπέδων, τα στενά πλάτη των περισσότερων δρόμων αλλά και το ενδεχόμενο ανεύρεσης αρχαιολογικών λειψάνων, έδρασαν, όπως φαίνεται, αποθαρρυντικά στην περίπτωση του Κεραμεικού κατά την περίοδο της έντονης οικοδομικής δραστηριότητας στην Αθήνα με τη διαδικασία της αντιπαροχής (1950-1970). Από την άλλη πλευρά, οι περιοχές αυτές (Κεραμεικός-Μεταξουργείο) γρήγορα προσέλκυσαν χρήσεις ασυμβίβαστες με την κατοικία, προπάντων συνεργεία αυτοκινήτων και άλλες συναφείς βιοτεχνικές εγκαταστάσεις ή αποθήκες -λόγω της συγκοινωνιακής σημασίας των οδών που τις περιβάλλουν.

Οι παράγοντες αυτοί οδήγησαν στην απομάκρυνση πολλών κατοίκων, στην εγκατάλειψη σημαντικού αριθμού παλαιών κατοικιών, στην περαιτέρω υποβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος, ενώ πλέον συναντούμε σε αυτές τις εγκαταλελειμμένες κατοικίες την εγκατάσταση εξωτερικών μεταναστών. Σήμερα στον Κεραμεικό το 29,4% του συνολικού μόνιμου πληθυσμού είναι μετανάστες (όταν το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο του Δήμου Αθηναίων είναι 17,4%)*. Σημαντικό στοιχείο της πληθυσμιακής και κοινωνικής σύνθεσης της περιοχής είναι ότι έχει γίνει τόπος κατοικίας μιας ομάδας εξωτερικών μεταναστών με συγκεκριμένη προέλευση (συνοικία εθνοτικής υπεροχής), καθώς συγκεντρώνονται εκεί μετανάστες από χώρες όπως η Αίγυπτος, το Ιράν, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Μπαγκλαντές, η Συρία, το Πακιστάν, η Τουρκία, ο Λίβανος κ.α. (σε ποσοστό 7,8% του συνόλου του πληθυσμού, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στο Δήμο Αθηναίων είναι μόλις 1,9%)**.

Η προσφορά κατοικιών με φτηνό ενοίκιο και η πληθώρα εγκαταλελειμμένων σπιτιών παρέχουν καταφύγιο σε παράνομους ή ημι-παράνομους μετανάστες και πρόσφυγες καθιστώντας τους μη ορατούς στο σύνολο της πόλης. Είναι κυρίως άνεργοι ή εργάζονται περιστασιακά ως χαμηλόμισθοι εργάτες, διαμένουν σε παλαιές και υποβαθμισμένες οικίες, που τις περισσότερες φορές δεν διαθέτουν τις απαραίτητες παροχές (φως, νερό, αποχέτευση, θέρμανση), σε οικίες που τις ενοικιάζουν με πολύ χαμηλό ενοίκιο ή τις καταπατούν εν αγνοία των ιδιοκτητών και διαβιούν σε κατάσταση παρανομίας ή ημιπαρανομίας, σε καθεστώς ανασφάλειας και σε συνθήκες υψηλής ανέχειας.

Η διαμονή τους σε πολυμελείς ομάδες μέσα σε χώρους που στερούνται τις βασικές συνθήκες υγιεινής αποτελεί μάλλον τον κανόνα παρά την εξαίρεση. Σε αυτό το πλαίσιο προσπαθούν να «ριζώσουν» εργασιακά και κοινωνικά στο νέο τόπο εγκατάστασης, μεταφέροντας μαζί τους ολόκληρη την πολιτιστική τους «σκευή». Καταλαμβάνουν χώρους τους οποίους οι γηγενείς αποφεύγουν και τους ξαναζωντανεύουν. Περιθωριοποιημένοι κοινωνικά και πολιτιστικά, οργανώνουν τις κοινότητές τους, τους χώρους λατρείας τους, δημιουργούν δίκτυα υποδοχής και διοχέτευσης των νέων μετακινούμενων και συμβιώνουν προσπαθώντας να δημιουργήσουν έναν ζωτικό χώρο. Στον Κεραμεικό, μέσα στην καρδιά της Αθήνας, σε ολόκληρες γειτονιές, σε στενά, σε κεντρικούς δρόμους, τα σπίτια, τα καφενεία, μπακάλικα και άλλα καταστήματα ανάστησαν την αίσθηση ενός χωριού ή μιας πόλης μέσα σε μια άλλη πόλη.

Υπάρχει διάχυτη η άποψη ότι οι πρόσφατες καλλιτεχνικές παρεμβάσεις στον Κεραμεικό μπορούν να οδηγήσουν σε κάποιου τύπου ανάπτυξη και αναβάθμιση της περιοχής. Είναι σημαντικό όμως να αναλογιστούμε με προσοχή για τι είδους ανάπτυξη μιλάμε και ποιος επωφελείται από αυτή. Όντως, υπάρχει αυτό το μοντέλο ανάπλασης, το λεγόμενο ευρωπαϊκό (Europeanization), που δίνει έμφαση στον πολιτιστικό σχεδιασμό, τα πολιτιστικά μνημεία, τα ιστορικά κέντρα, τους αρχαιολογικούς χώρους, τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις κ.α. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το αμερικανικό μοντέλο ανάπλασης (Americanization), που δίνει έμφαση στη δημιουργία χώρων θεάματος, στους λεγόμενους αστικούς «θαυμαστούς κόσμους» (festival marketplaces, fun parks, πολυκαταστήματα κ.λπ.), αναδεικνύοντας ένα βασικό παράδοξο: στο αίτημα να δημιουργηθούν χώροι και προορισμοί ελκυστικοί (στους τουρίστες, τους επισκέπτες, τους καταναλωτές και τους πιθανούς επενδυτές), η πόλη-«πανάκεια» κατασκευάζει και αναπαράγει (βιομηχανικά) την ομοιογένεια, το υποκατάστατο και την προσομοίωση.

Από την άλλη πλευρά, το ευρωπαϊκό μοντέλο δεν έχει αποδειχθεί πολύ καλύτερο. Οι στρατηγικές του πολιτιστικού σχεδιασμού βασίζονται πάρα πολύ στις εκδηλώσεις (events) αλλά αποτυγχάνουν να αναπτύξουν μια πολιτιστική υποδομή σε ολόκληρη την πόλη, στοιχείο που αναδεικνύει τα όρια αυτής της προσέγγισης. Επιπλέον, μπορεί η κουλτούρα να γίνεται ο νέος τρόπος προσέγγισης του αστικού σχεδίου, ωστόσο αυτού του είδους η ανάπτυξη και ο σχεδιασμός στην πραγματικότητα είναι ένα είδος αυταπάτης, μια μάσκα που σκιάζει το άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και καλύπτει την όξυνση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων μέσα στο υπάρχον σύστημα παραγωγής. Ο πολιτιστικός σχεδιασμός δεν είναι δυνατόν να επιτύχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αν δεν συνοδεύεται από την αλλαγή των κοινωνικών δομών που συνέχουν, καθορίζουν και υπογραμμίζουν τις κοινωνικές σχέσεις και τις συμπεριφορές των κοινωνικών υποκειμένων μέσα στην πόλη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αδιαφορία για το ανασχεδιασμό κεντρικών κοινωνικά διαχωρισμένων περιοχών, όπως ο Κεραμεικός, η πρόσκαιρη και αποσπασματική ανάπλαση -με κέντρο πολιτιστικές εκδηλώσεις- χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτεροι παράγοντες που συνθέτουν τη φυσιογνωμία της περιοχής (κοινωνική σύνθεση πληθυσμού, χρήσεις γης κ.α.) και οι επενδυτικές πρωτοβουλίες αποτελούν παράγοντες που δεν οδηγούν στην αναζωογόνηση των υποβαθμισμένων περιοχών αλλά εντείνουν την κοινωνική αποδιάρθρωση του πληθυσμού. Η αύξηση των αξιών γης μπορεί να οδηγήσει πολλούς μετανάστες, που βρίσκουν πρόχειρο καταφύγιο εκεί, στην προαστιοποίησή τους. Ωστόσο, όπως ακριβώς φαίνεται από τις εξεγέρσεις των «αθλίων» στα παρισινά προάστια το Νοέμβρη του 2005, η μετακίνηση των μεταναστών και γενικά των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων στα προάστια της πόλης δεν σημαίνει και την κατάργηση του διαχωρισμού, της περιθωριοποίησης και του αποκλεισμού, αντίθετα πολλές φορές συμβάλλει στην έντασή τους.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License