Δίκη για ΕΛΑ. Αγόρευση Αρη Κωνσταντάκη

Για να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και το Εκτακτο Στρατοδικείο Νο2. Το κείμενο είναι της Εξέγερσης, οι υπογραμίσεις δικές μου.

Το σημερινό ρεπορτάζ της Εξέγερσης

13/9/04

Ο Αρης Κωνσταντάκης άνοιξε τον κύκλο των αγορεύσεων των συνηγόρων υπεράσπισης της Ειρ. Αθανασάκη με μια αναλυτική τοποθέτηση για τον πολιτικό χαρακτήρα της δίκης. Οχι με την στενή νομική έννοια του «πολιτικού εγκλήματος», αλλά με την ουσιαστική σημασία του όρου. Διότι –όπως είπε ο συνήγορος- σε αυτή τη δίκη όλα έχουν γίνει με πολιτικό τρόπο και εκτός των άλλων, δεν διερευνάται μόνο η σχέση των κατηγορούμενων με τις κατηγορίες, αλλά δικάζεται και με πολιτική οργάνωση. Πρέπει, λοιπόν, να διερευνηθεί κατ’ αρχάς το πολιτικό πλαίσιο αυτής της δίκης.

Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’40, από την περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης, όταν πρωτοτέθηκε το θέμα της επαναστατικής αλλαγής της ίδιας της κοινωνίας και χαράχτηκε μια νέα διαχωριστική γραμμή, πέρα από την παλιά διαχωριστική γραμμή «μοναρχικοί – αντιμοναρχικοί» και φτάνοντας στην περίοδο της χούντας, ο συνήγορος αναφέρθηκε αναλυτικά στο διεθνές και εσωτερικό πλαίσιο δημιουργίας των οργανώσεων που επέλεξαν τον ένοπλο αγώνα ως μέθοδο πάλης. Στηλίτευσε την υποκρισία των οπαδών της αστικής δημοκρατίας απέναντι στην ένοπλη πολιτική βία και ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους η ένοπλη πολιτική βία για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας είναι πολιτικά και κοινωνικά νομιμοποιημένη.

Κατά τον Α. Κωνσταντάκη το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και αυτό είναι που νομιμοποιεί πολιτικά την ένοπλη πολιτική βία, δεδομένου ότι και τα αστικά κοινοβουλευτικά καθεστώτα βαρύνονται με εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Στο πλαίσιο ης μεταπολίτευσης, λοιπόν, γεννήθηκαν και στην Ελλάδα οργανώσεις ένοπλης πολιτικής βίας, γιατί οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες νομοτελειακά οδηγούσαν στη δημιουργία και τέτοιων πολιτικών μορφωμάτων. Οι οργανώσεις αυτές αντιμετωπίστηκαν αρχικά ως πολιτικό φαινόμενο, εκτός των άλλων και επειδή στην πρώτη φάση τους είχαν και ένα σχετικά ψηλό λαϊκό έρεισμα.

Στο ψευτοδίλημμα «ασφάλεια ή δημοκρατία» η απάντηση των σοβαρών οπαδών της αστικής δημοκρατίας ήταν «δημοκρατία», γιατί η «ασφάλεια» αποτελεί ένα μύθευμα, ένα ιδεολόγημα των οπαδών μιας συγκεκριμένης πολιτικής, που οδηγεί στο σάρωμα όλων των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Στόχος αυτής της πολιτικής δεν είναι μόνο ούτε κυρίως οι οργανώσεις ένοπλης πολιτικής βίας, αλλά το σύνολο του λαού. Στόχος είναι οποιαδήποτε μορφή αντίστασης. Γι’ αυτό, άλλωστε, με το νέο νομοθετικό πλαίσιο καθένας που αντιστέκεται καθίσταται οιονεί ύποπτος για τρομοκρατική δράση.
Ο συνήγορος αναφέρθηκε αναλυτικά στο διεθνές πλαίσιο του «αγώνα κατά ης τρομοκρατίας» και στην αμερικάνικη στρατηγική, η οποία έχει καταστεί πλέον και επίσημη πολιτική του ελληνικού κράτους, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στη σημερινή έννομη τάξη δεν αρκεί η ιδεολογική ήττα και ο παροπλισμός των οργανώσεων πολιτικής βίας, πλην ίσως της 17Ν, αλλά προσπαθεί να στήνει υποθέσεις, με οποιουσδήποτε κατηγορούμενους, για να λειτουργήσουν αυτές οι υποθέσεις παραδειγματικά.

Μετά από αυτή την εκτεταμένη εισαγωγή, που έθεσε το πολιτικό πλαίσιο, ο Α. Κωνσταντάκης πέρασε στην ανάλυση των διαδικασιών με τις οποίες στήθηκε αυτή η δίκη. Αναφέρθηκε κατ’ αρχάς στον επικοινωνιακό χειρισμό αυτής της υπόθεσης, με τα τεκμήρια που δεν υπήρχαν, με τα αποτυπώματα που ουδέποτε ήρθαν στο δικαστήριο, με τα αρχεία της Στάζι που αρχικά δεν χρησιμοποιούνταν και στη συνέχεια εμφανίστηκαν στο δικαστήριο κ.λπ. 

Αναφερόμενος στα όσα προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, κατέληξε στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η εμφάνιση και εμπλοκή της Κυριακίδου στην υπόθεση δεν έγινε όπως περιγράφεται στην προανάκριση. Οποια εκδοχή και να πάρουμε, σημείωσε ο συνήγορος, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι μας λένε ψέματα, δεδομένου ότι ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος της Αμορίου κατέθεσε ότι η Ασφάλεια έψαχνε τον Κανά τουλάχιστον τρεις μήνες πριν την υποτιθέμενη εμφάνιση της Κυριακίδου στον Διώτη. Γιατί λένε ψέματα στο δικαστήριο; Ψέματα η Ασφάλεια λέει όταν θέλει να κατασκευάσει μια υπόθεση.

Αναφερόμενος στην υποτιθέμενη γιάφκα της Πολέμωνος ο Α. Κωνσταντάκης σημείωσε πως είναι εντυπωσιακό ότι το σύνολο των μαρτύρων-ενοίκων αυτής της πολυκατοικίας δεν αναγνωρίζει όχι την Αθανασάκη, αλλά την Κυριακίδου. Από όλους αυτούς, όμως, δεν έφεραν κανένα να καταθέσει στο δικαστήριο. Εφεραν μόνο την Τόγκα, που ήταν πρόθυμη να αναγνωρίσει αυτούς που της υπέδειξαν από την προηγούμενη μέρα σε φωτογραφίες.
Συνεχίζοντας στο ίδιο θέμα, θύμισε όλα τα κενά που παρουσιάζει. Από την αδυναμία της Κυριακίδου να περιγράψει πώς πήγαινε σε αυτή τη διεύθυνση, μέχρι την αποφυγή οποιασδήποτε έρευνας στους ιδιοκτήτες του διαμερίσματος, στο ταχυδρομείο μέσω του οποίου έφτανε το ενοίκιο στους ιδιοκτήτες και στο αν υπήρχε ή όχι στην Ελλάδα άτομο με το όνομα Σκουτουδάκη. Κατά τον συνήγορο, επειδή σε κανέναν επίσημο κατάλογο δεν εμφανίζεται αυτό το όνομα, θα πρέπει να είναι ένα από τα ονόματα που χρησιμοποιούσε η ΚΥΠ για τις δουλειές της.

Στο επόμενο κεφάλαιο της αγόρευσής του, ο Α. Κωνσταντάκης ασχολήθηκε με τα σοβαρά νομικά ζητήματα που σχετίζονται με αυτή τη δίκη, θέτοντας ως πρώτο το ζήτημα της παραγραφής.
Δεν υπάρχει –είπε- κανένα πραγματικό στοιχείο που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μετά το 1995 η οργάνωση ΕΛΑ συνέχισε να λειτουργεί. Δεδομένου, λοιπόν, ότι η παραγραφή δεν έχει καταργηθεί από το ελληνικό ποινικό δίκαιο, το πρώτο αδίκημα του κατηγορητήριου, το βασικό αδίκημα, έχει παραγραφεί. Το δικαστήριο δεν μπορεί να πει τίποτ’ άλλο, εκτός αν παρανομήσει. Δεν μπορεί το δικαστήριο στην απόφασή του να πει αυτό που είπε ο εισαγγελέας και μερίδα της πολιτικής αγωγής, ότι οι «Επαναστατικοί Πυρήνες» και η οργάνωση που έβαλε τη βόμβα στην Καλλιθέα είναι συνέχεια του ΕΛΑ.

Δεύτερο στη σειρά ζήτημα τα αποδεικτικά μέσα, οι μάρτυρες. Ο Α. Κωνσταντάκης ασχολήθηκε αναλυτικά με την περίπτωση της μάρτυρα Τόγκα, που «αναγνώρισε» την Αθανασάκη ως ένοικο στην Πολέμωνος στο Παγκράτι, την οποία υποτίθεται ότι είχε δει φευγαλέα, για ελάχιστα δευτερόλεπτα, πριν από 20 χρόνια.
Αναφερόμενος στα επιστημονικά συμπεράσματα της Εγκληματολογίας και της Ανακριτικής, ο συνήγορος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να θεωρηθεί αξιόπιστος ένας τέτοιος μάρτυρας. Απλά, η κ. Τόγκα είναι ένα άτομο με ειδική σχέση με τις αστυνομικές αρχές, πρόθυμο να βοηθήσει, από τη στιγμή που τη διαβεβαίωσαν ότι πρόκειται για κάποιους που τους έπιασαν και δεν πρόκειται να ξαναβγούν από τη φυλακή.
Ακόμα πιο αναλυτικά ασχολήθηκε με την περίπτωση της Κυριακίδου. Του υποτιθέμενου μέλους του ΕΛΑ που αγνοούσε στοιχειώδη πράγματα για τον ΕΛΑ και αναφερόταν μόνο σε νεκρούς (Τσουτσουβής, Κασίμης, τον οποίο μάλιστα περιέγραφε λάθος) και σε πράγματα γνωστά στην Ασφάλεια από παλιά, όπως το υπόγειο της λεωφόρου Ιωνίας όπου τυπωνόταν η «Αντιπληροφόρηση», που ήταν γνωστό από το 1977, μετά τη δολοφονία του Χρ. Κασίμη.
Ο Α. Κωνσταντάκης θύμισε όλα τα σημεία της κατάθεσης Κυριακίδου, ένα προς ένα, δείχνοντας όχι μόνο τις αντιφάσεις, αλλά και τον παραλογισμό των σοβαρότερων ισχυρισμών της.

Ηταν μια πραγματικά ολοκληρωμένη έκθεση για όλους τους ισχυρισμούς που επί τόσες μέρες είχε αραδιάσει η Κυριακίδου και που στην ολότητά τους δεν μπορούν να αντέξουν ούτε καν στην κοινή λογική.
Οπως εξήγησε ο συνήγορος, έκλανε όλη αυτή την ανάλυση, γιατί δεν ήθελε να μείνει στο νομικό δόγμα «εις μάρτυς ουδείς μάρτυς», αλλά να δείξει ότι η Κυριακίδου είναι κομμάτι μιας κατασκευής. Μιας κατασκευής που για συγκεκριμένους λόγους περιέλαβε και την Ειρ. Αθανασάκη.

Στο σημείο αυτό ο Α. Κωνσταντάκης αναφέρεται στον τρόπο που στήθηκε αυτή η ιστορία. Στο σενάριο που «έτρεχε» στην Αντιτρομοκρατική, πριν γίνει η έκρηξη στα χέρια του Σάββα Ξηρού. Τότε που η κατάθεση της Κυριακίδου ήταν κρατημένη στο συρτάρι του Διώτη, γιατί δεν μπορούσαν να βγάλουν τίποτα απ’ αυτή. Τότε, λοιπόν, το σενάριο του «κεντρικού συμβούλιου της τρομοκρατίας» περιλάμβανε και τον Κ. Αγαπίου.
Ομως η έκρηξη στα χέρια του Σάββα άλλαξε τα δεδομένα. Από εκεί που δεν είχαν τίποτα στα χέρια τους, ξαφνικά είχαν «τα πάντα». Αφού, λοιπόν, τέλειωσαν εντελώς αναπάντεχα γι’ αυτούς με τη 17Ν, αποφάσισαν να προχωρήσουν και στην «εξάρθρωση του ΕΛΑ».
Σ’ αυτό το σενάριο χρειαζόταν και μια γυναίκα. Εψαχναν μια «Λένα» ή «Μαίρη» κι έφτασαν σε μια «Μυρτώ». Για μια «Λένα» ή «Μαίρη» ρωτούσε ο Διώτης τον Κάρλος και τους άλλους που ανέκρινε στο εξωτερικό. Ποια θα έπαιζε, λοιπόν, στο σενάριο; Εψαξαν ένα πρόσωπο που να έχει σχέση με κάποιον από τους κατηγορούμενους και έτσι έφτασαν στην Ειρ. Αθανασάκη, η οποία επιπλέον είχε αρνηθεί κατηγορηματικά να εμπλακεί σε μια ιστορία ψευδών καταθέσεων σε βάρος του Αγαπίου. Επιπρόσθετα, στερούσαν από τον Κ. Αγαπίου και έναν ουσιώδη μάρτυρα υπεράσπισης, καθιστώντας τον συγκατηγορούμενο.

Ολοκληρώνοντας αυτή τη μακρά ανάλυση, ο Α. Κωνσταντάκης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ακόμα και αν δεν εξεταστεί το θέμα της παραγραφής, από το αποδεικτικό υλικό, από τους μάρτυρες κατηγορίες, οι αμφιβολίες που προκύπτουν για το αν η Αθανασάκη τέλεσε το αδίκημα της «συμμετοχής» είναι τεράστιες. Εκτός αν έπαψε να ισχύει η αρχή «in dubio pro reo» («οι αμφιβολίες υπέρ του κατηγορούμενου»). Δυστυχώς, όμως, η εισαγγελική αρχή δεν ακολούθησε αυτή την αρχή. Αντίθετα, προχώρησε και σε εκτιμήσεις που προκαλούν θυμηδία, όπως ότι η Αθανασάκη, κυνηγημένη από τις Ερινύες, κατέφυγε στο ερημονήσι της… Μυκόνου.

Η δεύτερη κατηγορία για την Ειρ. Αθανασάκη είναι η κατοχή εκρηκτικών. Από πού προκύπτει αυτό; Ούτε καν από την Κυριακίδου, η οποία ανέφερε ότι κάποια στιγμή το 1984 είδε την Αθανασάκη με άλλους να φτιάχνουν μια βόμβα. Ακόμα και αν γίνει δεκτός ως αληθινός αυτός ο ισχυρισμός, νομικά είναι άχρηστος για τη θεμελίωση της κατηγορίας. Γιατί δεν υπάρχει κανένα εύρημα, κανένας μάρτυρας που να συνδέει την Αθανασάκη με κατοχή εκρηκτικών. Τι θα πούμε λοιπόν; Αφού ήταν μέλος του ΕΛΑ και αφού ο ΕΛΑ έβαζε βόμβες, άρα κατείχε εκρηκτικά; Ενας τέτοιος συλλογισμός είναι νομικά απαράδεκτος. Δεν μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης. Πώς θα συνταχθεί απόφαση περί ενοχής χωρίς ούτε ένα αποδεικτικό στοιχείο; Από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα θα θεμελιώσουμε απόφαση περί ενοχής; Από τον ισχυρισμό ότι ζήτησε κλειδιά από την Κυριακίδου, όταν –ακόμα και αν παραβλέψουμε όλα τα άλλα- έχουμε τη μαρτυρία του υπεύθυνου της ναυτιλιακής εταιρίας, που κατέθεσε ότι ούτε την Κυριακίδου είχε καθαρίστρια, ούτε κλειδικά είχαν οι καθαρίστριες;

Το ίδιο ισχύει και για όλες τις επιμέρους κατηγορίες, που αφορούν τις ενέργειες του ΕΛΑ. Ουδείς μάρτυρας αναγνωρίζει την Αθανασάκη, ουδείς μιλάει για γυναίκα. Ακόμα και εκεί που υπάρχουν περιγραφές από αυτόπτες μάρτυρες, πουθενά δεν αναφέρεται γυναίκα. Γι’ αυτό και είναι εξοργιστικό το βούλευμα που μιλάει για σοβαρές υπόνοιες ενοχής ότι τέλεσε την πράξη. Γιατί έπρεπε να υποχωρήσει έτσι το σύστημα εγγυήσεων; Γιατί έπρεπε να καταρρακωθεί ο νομικός πολιτισμός; Επειδή κάποιοι από το κράτος θεωρούσαν ότι δικάζουν τον πολιτικό τους αντίπαλο; Πολιτικός αντίπαλος δεν είναι κανένας από τους κατηγορούμενους προσωπικά. Πολιτικός τους αντίπαλος είναι ο ΕΛΑ; Για ποιο πράγμα, λοιπόν, να αγορεύσει ο υπερασπιστής; Να αγορεύσει για κατηγορίες που δεν στηρίζονται πουθενά; Και όμως, υπήρξαν αυτές οι κατηγορίες.

Μιλάει το βούλευμα και για ηθική αυτουργία. Επαψε μήπως η ηθική αυτουργία να είναι πράξη; Ποιον έπεισε η Αθανασάκη και με ποιες πράξεις; Ακόμα και αν δεχτούμε ηθική αυτουργία σε άγνωστους δράστες, ποιες είναι οι πράξεις που έκανε η Αθανασάκη για να πείσει κάποιους άγνωστους; Μπορούμε να φτιάξουμε ωραία σενάρια, αλλά τα σενάρια δεν αποτελούν δικανική πεποίθηση.

Επειδή, όμως, δεν προκύπτει ούτε η φυσική ούτε η ηθική αυτουργία, φτάσαμε στην ψυχική συνδρομή. Τί είναι πάλι αυτό; Από πού συνάγεται; Από ποιες πράξεις; Από το αν χάρηκε κάποιος για κάποια ενέργεια; Από το αν ζήτησε συγνώμη για μια πράξη που δεν έχει κάνει; Θα ήταν πιο έντιμο να βγει το δικαστήριο και να πει «καταδικάζω πολιτικούς αντιπάλους της καθεστηκυίας τάξης», παρά να φτάσουμε σε τέτοιες νομικές κατασκευές. Υπάρχει ψυχική συνδρομή χωρίς πράξεις που να έχει αποδειχτεί η τέλεσή τους; Στη σφαίρα του ιδεατού θα την αναζητήσουμε; Ζητήθηκε από τους κατηγορούμενους να καταδικάσουν. Τί να καταδικάσουν; Αποτελεί αυτό ποινική ρύθμιση ή είναι ένα καθαρά φρονηματικό μέτρο. Σας είπε η Αθανασάκη πως ό,τι και να πει σε βάρος της θα χρησιμοποιηθεί. Γι’ αυτό προτίμησε να μην πει τίποτα επ’ αυτού.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License