Δίκη ΕΛΑ

Να μη σταματήσει η ενημέρωση για τη δίκη στο ίντυ.

9/9/04 Οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης του Κ. Αγαπίου άρχισαν με πρώτο τον Νίκο Δαμασκόπουλο, ο οποίος ξεκίνησε την αγόρευσή του με μια εκτεταμένη αναφορά στον τρόπο με τον οποίο φτάσαμε σ’ αυτή τη δίκη. Το κλίμα τρομολαγνείας που δημιουργήθηκε και την επικοινωνιακή διαχείριση των συλλήψεων των κατηγορούμενων και της απαγγελίας των κατηγοριών σε βάρος τους, με τρόπο ώστε να δημιουργηθεί η πεποίθηση πως συνελήφθησαν μέλη του ΕΛΑ και οδηγούμαστε σε μια δίκη του ΕΛΑ. Κατά τον συνήγορο δεν υπάρχει δίκη του ΕΛΑ, όχι μόνο γιατί οι κατηγορούμενοι, πλην του Χρ. Τσιγαρίδα, αρνούνται ότι υπήρξαν ποτέ μέλη του ΕΛΑ, αλλά και γιατί –σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο- δεν δικάζονται πολιτικές οργανώσεις. Δικάζονται άτομα ελεγχόμενα για παράνομες πράξεις που ενδεχομένως έχουν διαπράξει. Στη δημιουργία αυτού του κλίματος εντάσσεται και το ένταλμα για την προφυλάκιση του εντολέα του, που τον περιέγραφε ως «αδίστακτη εγκληματική προσωπικότητα», μολονότι σε βάρος του υπήρχε μόνο η κατηγορία της ένταξης και συμμετοχής στην οργάνωση. Ο ίδιος ισχυρισμός υπήρξε και από πλευράς ανακριτή στον οποίο προσέφυγε η υπεράσπιση Αγαπίου ζητώντας την αποφυλάκισή του. Ο Ν. Δαμασκόπουλος σημείωσε σ’ αυτό το σημείο και κάτι ακόμα, πέρα από την προφανή παραβίαση του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ στην αντιμετώπιση του εντολέα του. Σημείωσε ότι σε εκείνη τη φάση τόσο ο εισαγγελέας όσο και ο ανακριτής απέφυγαν οποιαδήποτε αναφορά στα αρχεία της Στάζι. Αρνήθηκαν, δηλαδή, να τα θεωρήσουν αποδεικτικό υλικό. Περνώντας σ’ αυτά που εμφανίστηκαν ως αποδεικτικά μέσα, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην απόλυτη αοριστία του βουλεύματος (η υπεράσπιση Αγαπίου είχε υποβάλλει σχετική ένσταση στην αρχή της δίκης, η οποία απορρίφθηκε) και στάθηκε στο γεγονός ότι το ίδιο το βούλευμα δεν αναφέρεται στον Αγαπίου ως «Γιάννη», σύμφωνα με τις προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις της Κυριακίδου. Αμέσως μετά, ο Ν. Δαμασκόπουλος έθεσε το νομικό πρόβλημα της παραγραφής του διαρκούς αδικήματος της «ένταξης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση», στενοχωρώντας –όπως είπε- τον εντολέα του που θέλει ευθεία αντίκρουση της κατηγορίας, υποχρεωμένος όμως να το κάνει ως νομικός συμπαραστάτης του. Αναλύοντας το νόμο ο συνήγορος είπε πως η συμμετοχή απαιτεί διαρκή δράση μιας ομάδας, που να τείνει στην επιδίωξη των εγκληματικών σκοπών και στη διακινδύνευση της δημόσιας τάξης. Μιλώντας αυστηρά νομικά προσδιόρισε τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει δράση ή προπαρασκευή για δράση και κατέληξε στο πέραν κάθε αμφιβολίας συμπέρασμα ότι μετά το 1995 δεν υπάρχει καμιά δράση εκ μέρους του ΕΛΑ, ούτε υπάρχει κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι μετά το 1995 συνέβαιναν αλλαγές και ανακατατάξεις στο εσωτερικό της οργάνωσης που να προπαρασκεύαζαν τη συνέχιση της δράσης. Ο,τι αναφέρθηκε ως προς αυτό είναι εικασία και τίποτα παραπάνω. Αναφέρθηκε, για παράδειγμα, ότι διατηρούσε κρησφύγετα, χωρίς να υπάρχει κανένα στοιχείο γι’ αυτό. Το ίδιο ισχύει και για την κατοχή όπλων και εκρηκτικών. Πού είναι αυτά, ποιος τα είδε; Ούτε η Κυριακίδου ανέφερε κάτι σχετικό. Για να υπάρχει αυτό που αποτελεί αξίωμα για το ποινικό δίκαιο, η εμμονή στο γράμμα του νόμου –κατέληξε ο Ν. Δαμασκόπουλος- θα πρέπει να υπάρχει μία έστω απόδειξη. Και δεν υπάρχει. Μόνο κατασκευές μπορούν να γίνουν, που δεν αντέχουν όχι στη νομική παιδεία, αλλά ούτε στην απλή λογική. Αν δεχτούμε την Κυριακίδου, φτάνουμε στο 1994, αν δεχτούμε τη Στάζι, φτάνουμε στο 1983, αν δεχτούμε τον Νηστικάκη και τη Μπόση, φτάνουμε στο 1995, αν δεχτούμε την άποψη του εισαγγελέα έχουμε το «άλλος για Χίο τράβηξε, πήγε κι άλλος για Μυτιλήνη». Τι θα πούμε, λοιπόν, ότι η οργάνωση λειτουργούσε με τηλεδιάσκεψη; Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει το ζήτημα της παραγραφής και να αποφανθεί ότι το αδίκημα της συμμετοχής έχει παραγραφεί, γιατί από τη δικογραφία και την ακροαματική διαδικασία δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να πιστοποιεί ότι υπήρχε δομημένη και με συνεχή δράση οργάνωση μέχρι τη στιγμή της σύλληψης των κατηγορούμενων. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει πραγματική συμμετοχή κατηγορούμενου, θα πρέπει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Αλλιώς, θα πρέπει η δικαστική απόφαση να γράψει ένα μυθιστορηματάκι ως αιτιολογία. Τα δικαστήρια δεν μπορούν και δεν πρέπει να γράφουν Ιστορία. Ειδικά για τον Αγαπίου, όχι μόνο δεν αποδεικνύεται η διάπραξη του αδικήματος, αλλά δεν αποδεικνύεται και η ύπαρξη οργάνωσης μετά το 1995. Αμέσως μετά, ο Ν. Δαμασκόπουλος αναφέρθηκε στην πρωτοφανή νομική κατασκευή της απαγγελίας κατηγοριών για συμμετοχή σε πράξεις, χωρίς να υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αν γίνει δεκτή αυτή η λογική –είπε- τότε αυτόματα το άρθρο 187 του ΠΚ («συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση») μετατρέπεται σε απόδειξη για ψυχική συνδρομή σε όλες τις ενέργειες που έχει κάνει αυτή η οργάνωση. Θα ήταν αστείο, λοιπόν, να ασχοληθεί ο υπερασπιστής με τις επιμέρους πράξεις, αφού δεν έχει εισφερθεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Καθήκον του είναι να ασχοληθεί μόνο με τη συμμετοχή, αφού και η εισαγγελική πρόταση τη συμμετοχή θεώρησε ως αποδεικτικό στοιχείο για να ζητήσει την ενοχή για απλή συνέργεια σε όλες τις επιμέρους πράξεις. Ετσι, ο Ν. Δαμασκόπουλος πέρασε στην εξέταση αυτών που εμφανίστηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία για τη συμμετοχή του Κ. Αγαπίου στον ΕΛΑ. Το πρώτο που εμφανίστηκε ήταν τα αποτυπώματα. Εγινε ένας απίστευτος επικοινωνιακός θόρυβος. «Τους έχουμε δεμένους», διοχέτευε η Αντιτρομοκρατική στα ΜΜΕ. Στον Κ. Αγαπίου ουδέποτε επιδείχτηκε το πρωτότυπο της υποτιθέμενης προκήρυξης στην οποία υποτίθεται ότι βρέθηκαν αποτυπώματά του. Η θέση του Αγαπίου ήταν από την πρώτη στιγμή μέχρι το τέλος: Αποτυπώματα δεν υπάρχουν. Δεν κάμφθηκε, ούτε ταλαντεύτηκε σε καμία περίπτωση. Αποτυπώματα τελικά δεν προσκομίστηκαν στο δικαστήριο. Τα περίφημα πειστήρια αποδείχτηκαν φαντάσματα. Απλώς κατασκευάστηκε ένα έγγραφο περί αποτυπωμάτων, μόνο και μόνο για την καλλιέργεια εντυπώσεων περί ατράνταχτων αποδεικτικών στοιχείων. Το δεύτερο αποδεικτικό μέσο που εμφανίστηκε είναι η Κυριακίδου. Από τις αντιφατικές και αόριστες καταθέσεις της στην προδικασία, όπου «αναγνώρισε» μια φωτογραφία του Αγαπίου, φτάσαμε στη μη αναγνώρισή του στο ακροατήριο. Στις παλινωδίες της Κυριακίδου, μέχρι τη μη αναγνώριση Αγαπίου ο συνήγορος στάθηκε ιδιαίτερα, θυμίζοντας όλα τα σχετικά σημεία από την ακροαματική διαδικασία. Το τρίτο αποδεικτικό μέσο είναι οι καταθέσεις των Ντε Μαρσέλους, ανθρώπων που συνεργάστηκαν με τις ελβετικές αρχές για να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Και το τέταρτο είναι τα αρχεία της Στάζι, που δεν αναφέρουν τίποτα για τον Αγαπίου, αλλά αναφέρονται σε κάποιον Φιλίπ. Το συσχετισμό έκανε ο Ζήσης, ο άνθρωπος που είναι διατεθειμένος για όλα, όπως κατέθεσε ο πρώην διευθυντής του Δ. Ρίζος. Ο Ζήσης προσπάθησε να εξαπατήσει το δικαστήριο, εμφανιζόμενος ως εξπέρ, ενώ είναι απλά ένας άνθρωπος ειδικών αποστολών σε διάφορες δίκες με πολιτικό υπόστρωμα. Αλλωστε, δεν κατέθεσε τίποτα που να στηρίζεται σε αποδείξεις, αλλά μόνο ισχυρισμούς και σενάρια. Ετσι, όλα τα παλιά αποδεικτικά μέσα, αυτά που ήταν γνωστά πριν ξεκινήσει το δικαστήριο, είναι είτε παράνομα, είτε άκυρα. Τα νέα αποδεικτικά μέσα είναι οι καταθέσεις των Νηστικάκη και Μπόση, που μόνο θετικά για τους κατηγορούμενους εισέφεραν. Στη συνέχεια, ο Ν. Δαμασκόπουλος μπήκε στο κεφάλαιο της νομικής διερεύνησης της εισαγγελικής πρότασης για την απλή συνέργεια στις επιμέρους πράξεις, λόγω ψυχικής συνδρομής, και ζήτησε διακοπή για την επόμενη μέρα, επειδή είχε κουραστεί.

από 10/9 11/09/2004 12:26 μμ.


10/9/04 Ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του ο Ν. Δαμασκόπουλος ασχολήθηκε με την εισαγγελική πρόταση περί καταδίκης των κατηγορούμενων (πλην Μ. Κασίμη) για απλή συνέργεια λόγω ψυχικής συνδρομής για όλες τις πράξεις του κατηγορητήριου. Η εισαγγελική πρόταση –είπε- στηρίζεται στην παραδοχή ότι η οργάνωση διατηρούσε κρυσφήγετα με όπλα. Αυτό χρησιμοποιείται ως ένδειξη και ως μόνη απόδειξη για συνέργεια σε όλες τις πράξεις. Για να υπάρχει, όμως, συνέργεια θα πρέπει να γίνει σαφής η πράξη που υποβοήθησε σε κάθε ενέργεια τον φυσικό αυτουργό. Να βρεθεί τουλάχιστον το κρυσφήγετο με τα όπλα. Αλλιώς, δεν προκύπτει συνέργεια. Η πράξη συμβολής στην εγκληματική ενέργεια πρέπει να προκύπτει αυτοτελώς. Αυτό προβλέπει και η θεωρία και η νομολογία. Στην περίπτωσή μας, λοιπόν, πρέπει να αποδειχτεί ότι ο αυτουργός μιας ενέργειας γνωρίζει την ύπαρξη των κρυσφηγέτων και παίρνει τα όπλα και ότι ο συνεργός γνωρίζει ότι θα γίνει ενέργεια και του παρέχει αυτή τη δυνατότητα. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι υπήρχαν τα κρυσφήγετα, πώς θα αποδείξουμε ότι εκεί υπήρχαν όπλα; Ακόμα και η Κυριακίδου μόνο για πολύγραφο και έντυπο υλικό μίλησε. Κι ακόμα για ρολόγια και καλώδια και μάλιστα χωρίς να μπορεί να βεβαιώσει ότι αυτό γινόταν και μετά το 1982. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να αποδείξουμε ότι κάθε φορά πήγαιναν και έπαιρναν από εκεί όπλα. Αν το δεχτούμε, θα είναι σαν να παίρνουμε ως δεδομένο το ζητούμενο. Είναι εντυπωσιακό πως εκείνη που εμφανίζεται ως μέλος πυρήνα με ενέργειες δεν λέει τίποτα για την προετοιμασία τους. Μ’ αυτή την προσέγγιση η ψυχική συνέργεια γίνεται ακόμα πιο νεφελώδης. Δεν έχει βγει καμιά δικαστική απόφαση που να μην περιλαμβάνει και φυσική παρουσία του ψυχικού συνεργού. Και στη δίκη για την υπόθεση της 17Ν, ακόμα κι αν μέλη είχαν κλειδιά, δεν καταδικάστηκαν για ψυχική συνδρομή σε ενέργειες, αν δεν ήταν παρόντα. Η αιτιώδης σύνδεση πρέπει να είναι πραγματική και όχι υποθετική. Αλλιώς, φεύγουμε εντελώς από τη σφαίρα του ποινικού δικαίου. Εχω την αίσθηση –κατέληξε ο Ν. Δαμασκόπουλος- ότι πρόκειται για μια εξωδικαστική σολομώντεια λύση, αφού ούτε αυτό το κατηγορητήριο μπορούμε να δεχτούμε ούτε και να τους αθωώσουμε. Σολομώντεια, όμως, λύση εκτός δικαίου και λογικής δεν ισχύει. Επιπλέον, αυτή η πρόταση δικαιώνει εκείνους που με διορατικότητα και γνώση έκαναν λόγο για μερικές «εικοσάρες». Εγκυροι δημοσιογράφοι μίλησαν εδώ και καιρό γι’ αυτό. Δηλαδή, προσαρμόζεται η ενοχή στην ποινή. Ο συνήγορος κάλεσε το δικαστήριο να μην κάνει αυτό το λάθος. Να προτιμήσει τα 49 ισόβια της ηθικής αυτουργίας, παρά το τερατούργημα της ψυχικής συνέργειας. Κλείνοντας, αναφέρθηκε στην αντιστασιακή δράση του Κ. Αγαπίου και στις λοιδορίες που δέχτηκε από την εισαγγελική έδρα και τμήμα της πολιτικής αγωγής. Στην καρδιά του πραγματικού διλήμματος αυτής της δίκης έθεσε τους δικαστές η Τασία Χριστοδουλοπούλου, συνήγορος υπεράσπισης του Κ. Αγαπίου, από τις πρώτες λέξεις της αγόρευσής της: Από τον τρόπο που συγκροτήθηκε η υπόθεση διαμορφώθηκε ένα δίλημμα: σκοπιμότητα ή νομιμότητα; Υπάρχουν πολλοί που λένε ότι σκοπός μιας ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Αυτό είναι ένα μεγάλο ιστορικό, δικαιικό και φιλοσοφικό ψέμα. Σκοπός της ποινικής δίκης είναι η απόδοση της δικαιοσύνης. Η δίκη είναι η τιμωρία του εγκλήματος και η προστασία του κατηγορούμενου από την κρατική αυθαιρεσία. Μόνο τα τυραννικά καθεστώτα προωθούσαν την αντίληψη της αναζήτησης της αλήθειας σε μια δίκη. Πώς θα δικάσετε, λοιπόν, είπε η συνήγορος απευθυνόμενη στους δικαστές. Με βάση την αλήθεια των μυστικών υπηρεσιών ή με την αλήθεια που αποκαλύφθηκε εδώ στο δικαστήριο; Θα δικάσετε με βάση τις προσωπικές σας πολιτικές, ιδεολογικές, θρησκευτικές και άλλες πεποιθήσεις ή με βάση την υποχρέωση του δικαστή να αίρεται πέρα και πάνω από οποιαδήποτε υποκειμενικότητα; Αμέσως μετά αναφέρθηκε διεξοδικά στην επικοινωνιακή διαχείριση αυτής της υπόθεσης. Επί 19 μήνες υποστήκαμε τη συστηματική προπαγάνδιση της αλήθειας των διωκτικών μηχανισμών. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη πήρε ο δικαστικός μηχανισμός. Το βούλευμα του Εφετείου αποτελεί μνημείο παραδείγματος προς αποφυγή, που κάποτε θα διδάσκεται στη Νομική. Και μετά ήρθε νέο βούλευμα με αδικήματα για τα οποία δεν έχουν καν απολογηθεί. Στη συνέχεια, μέχρι και παράσημα δόθηκαν για την εξάρθρωση του ΕΛΑ. Ετσι, παράγεται η βεβαιότητα στο δικαστήριό σας, ότι αυτοί είναι ένοχοι. Ολη αυτή η προπαγάνδιση της ενοχής εμπόδισε την αίσθηση ασφάλειας ότι η δίκη θα ήταν δίκαιη. Γι’ αυτό και η δίκη ήταν δύσκολη, γιατί αυτά που έβγαιναν στη διαδικασία ήταν ευθέως αντίθετα με την αλήθεια των διωκτικών μηχανισμών. Πώς, λοιπόν, θα απαντήσει το δικαστήριο στο δίλημμα; Το δικαιικό μας σύστημα του παρέχει τα εργαλεία. Στις δικαστικές αποφάσεις δεν αποτυπώνονται ούτε οι ιδεολογίες, ούτε οι προκαταλήψεις, ούτε οι φόβοι, ούτε οι πεποιθήσεις των δικαστών. Αποτυπώνεται η δικαστική συνείδηση. Αλλιώς, οι δικαστές γίνονται επιμετρητές ποινών. Αυτό καλούν οι διωκτικές αρχές να γίνει και αυτό το δικαστήριο. Οταν ήρθατε –είπε η συνήγορος στους δικαστές- ξέρατε ότι υπήρχε βεβαιότητα ενοχής για τους κατηγορούμενους. Μετά ακολούθησε έκπληξη με αυτά που προέκυπταν. Μετά ήρθε η αμηχανία μπροστά στα στοιχεία που ήρθαν στο δικαστήριο. Ελπίζω ότι τώρα ακολουθεί η αμφιβολία για τις βεβαιότητες ενοχής. Το ζήτημα δεν είναι να εφαρμόσετε τον αντιτρομοκρατικό νόμο που έτσι κι αλλιώς αντιβαίνει στο Σύνταγμα. Με το βούλευμα σας ζητούν να καταργήσετε όλες τις αρχές του κράτους δικαίου: Δεν υπάρχει έγκλημα χωρίς πράξη. Δεν υπάρχει έγκλημα χωρίς χρονικό προσδιορισμό. Δεν υπάρχει αναδρομικότητα. Δεν έχει καταργηθεί η παραγραφή. Με το βούλευμα σας καλούν να κάνετε κατάχρηση εξουσίας και δικαστικό πραξικόπημα. Σε αυτό έγκειται το έκτακτο. Αλλού έγιναν πρώτα οι τροποποιήσεις και μετά δίκασαν, ενώ στην Ελλάδα δεν τόλμησαν να το κάνουν και τώρα καλούν τη δικαστική εξουσία να κάνει αυτές τις υπερβάσεις. Αν γίνει αυτό, τότε θα έχουμε την απόλυτη κρατική βία απέναντι στον πολίτη. Από την ασφάλεια του δικαίου φτάνουμε στο δίκαιο της ασφάλειας. Να πάνε στη Βουλή να τα ψηφίσουν αν θέλουν, όχι να καλούν εσάς. Πρέπει, λοιπόν, να αποφασίσετε ότι δεν μπορεί να δικάζεται κανείς ούτε για τις ιδέες του, ούτε για οτιδήποτε άλλο πέρα από ποινικές παραβάσεις. Στη συνέχεια, η Τ. Χριστοδουλοπούλου αναφέρθηκε στην απόλυτη αοριστία του βουλεύματος που δεν περιγράφει καμιά πράξη που να μπορεί να υπαχθεί στις ανάλογες ποινικές διατάξεις. Λέει το βούλευμα: συμμετείχες από τότε μέχρι τότε. Πώς συμμετείχες; Με ποιες πράξεις; Τίποτα. Μετά λέει: ηθική αυτουργία σε άλλους άλλης οργάνωσης. Και οι εισαγγελείς έκαναν ένα τεράστιο άλμα μετατρέποντάς την σε συνέργεια. Πώς έγιναν οι συνέργειες; Εκεί είναι που χρειάζεται συγκεκριμένη περιγραφή. Είναι σαν να λέμε σε κάποιον ότι έκλεβε από το 1975. Ετσι γενικά. Η αλαζονεία των μηχανισμών είναι μια εξήγηση γι’ αυτό το τερατούργημα. Γιατί, όμως, η Δικαιοσύνη έπρεπε να υπηρετήσει αυτή την αλαζονεία και εξέδωσε αυτό το βούλευμα; Πώς θα δικάσει το δικαστήριο μ’ αυτό το βούλευμα; Είναι το Βατερλό, η απόλυτη ένδεια. Δέκα χρόνια η Δικαιοσύνη δεν ήθελε να ακουμπήσει τα αρχεία της Στάζι, ο δε Ζερβομπεάκος δεν τα ανέφερε καν και με εξύβρισε όταν είχα γράψει εγώ κάτι για τα αρχεία αυτά. Και μετά, ένα εισαγγελικό χέρι τα βάζει στη δικογραφία. Ούτε στα στρατοδικεία δεν γίνεται αυτό. Μετά από αυτή την εκτεταμένη εισαγωγή, που έθεσε με σαφή, εναργή και ολοκληρωμένο τρόπο το νομικό και το πολιτικό πλαίσιο, η Τ. Χριστοδουλοπούλου έθεσε τρία ερωτήματα που είναι αυτά που πρέπει να απασχολήσουν όποιον θέλει να εκφέρει ορθή δικαστική κρίση γι’ αυτή την υπόθεση: Υπήρχε ΕΛΑ μετά το 2001 που ψηφίστηκε ο τρομονόμος; Οι κατηγορούμενοι ήταν μέλη του ΕΛΑ; Αν ήταν μέλη του ΕΛΑ, έκαναν αυτές τις πράξεις; Αν σε μια ερώτηση η απάντηση είναι αρνητική, τότε οι κατηγορούμενοι πρέπει να απαλλαγούν. Ηδη, αρνητική είναι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον τρομονόμο και τη σαφή περιγραφή της «εγκληματικής οργάνωσης» και περνώντας από τα πραγματικά δεδομένα, η συνήγορος απέδειξε ότι ΕΛΑ δεν υπήρχε μετά το 1995. Από τη διαδικασία δεν προέκυψε ούτε πληροφορία, ούτε εύρημα, ούτε μαρτυρία που να αποδεικνύει το αντίθετο. Από την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα –κατέληξε η συνήγορος- κανονικά θα πρέπει να φύγουμε τώρα από το δικαστήριο και να κηρυχτεί άκυρη η προδικασία. Δυστυχώς, όμως, πρέπει να συνεχίσουμε. Αναγκασμένη να το κάνει, αναφέρθηκε αναλυτικά και στα αρχεία της Στάζι και στη Ντε Μαρσέλους και στην Κυριακίδου, που δεν λένε απολύτως τίποτα για ΕΛΑ μετά το 1982-83. Αντε να πάμε την Κυριακίδου μέχρι το 1990. Ούτε η Ασφάλεια λέει τίποτα σχετικά. Δεν έστειλε ούτε ένα έγγραφο, δεν ήρθε ούτε ένας μάρτυρας, ακριβώς για να μη ρωτηθεί για τη διάλυση του ΕΛΑ. Φτάσαμε έτσι στην πρόταση των εισαγγελέων που θεωρούν ότι υπάρχει οργάνωση, επειδή έγιναν αφισοκολλήσεις για την Κυριακίδου και εκδόθηκαν οι τόμοι της Αντιπληροφόρησης!!! Αρα, ο ΕΛΑ συνεχίζει και ίσως ο εισαγγελέας πρέπει να τους πει να δώσουν πίσω τα παράσημα. Ακόμα και οι συγγραφείς που επικαλείται ο εισαγγελέας λένε ότι ο ΕΛΑ διαλύθηκε. Ακόμα και το Στέιτ Ντιπάρμεντ λέει ότι αν μια οργάνωση δεν δρα δυο χρόνια, τότε σβήνει. Κι εδώ έχουμε δέκα χρόνια χωρίς δράση. Με τον ίδιο τρόπο, αναλυτικά, με σαφήνεια, θέτοντας συνεχώς επιμέρους ερωτήματα και δίνοντας ολοκληρωμένες και μη επιδεχόμενες αμφισβήτησης απαντήσεις, η Τ. Χριστοδουλοπούλου έδωσε αρνητικές απαντήσεις και στα άλλα δύο ερωτήματα Απαντήσεις μέσα από τα δεδομένα της δίκης, μέσα από αυτά που χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικά μέσα. Αρχεία Στάζι: Είναι κατ’ αρχάς παράνομα αποδεικτικά μέσα, διότι συγκεντρώθηκαν με παραβιάσεις όλων των δικαιωμάτων και της προσωπικής ζωής των ατόμων. Οι ίδιες οι ελληνικές διωκτικές αρχές δεν τα χρησιμοποίησαν επί δεκαετία και επιστρατεύτηκαν τώρα, για να καλύψουν την έλλειψη πραγματικών αποδεικτικών μέσων. Και όταν διαβάστηκαν, όμως, τί εισέφεραν; Τίποτα απολύτως. Ηταν τουλάχιστον άσκοπη η απόφαση για την ανάγνωσή τους, με την οποία άνοιξε ένας επικίνδυνος δρόμος. Κατάθεση Ντε Μαρσέλους: Είναι μια κατάθεση – προϊόν διαπραγμάτευσης. Χρόνια την είχε στο συρτάρι του ο Διώτης και δεν τη χρησιμοποιούσε. Γιατί άραγε; Γιατί ήξερε ότι δεν μπορούσε να αποτελέσει αποδεικτικό μέσο. Γι’ αυτό και η Ντε Μαρσέλουςσ δεν κλήθηκε να καταθέσει και προτιμήθηκε η λύση της ανάγνωσης της κατάθεσής της. Κατάθεση Κυριακίδου: Επικαλέστηκε για τη γνώση των πραγμάτων την ιδιότητά της ως μέλος του ΕΛΑ, που δεν μπορεί κανείς να διασταυρώσει. Τα μόνα που είπε είναι οι τρεις τρομερές γνωριμίες της, που είναι και οι τρεις νεκροί. Οι επόμενοι που θα μπορούσαν να την επιβεβαιώσουν είναι οι κατηγορούμενοι, αλλά αυτούς δεν τους ακούει κανείς. Ο νόμος απαγορεύει να λαμβάνεται υπόψη κατάθεση συγκατηγορούμενου, αλλά ο εισαγγελέας είπε ότι αυτό ισχύει για το ακροατήριο, όχι για την ανάκριση. Η Κυριακίδου είπε ότι την αμφιβολία της για την αναγνώριση του Αγαπίου την είπε και στον Διώτη, αλλά αυτός δεν την κατέγραψε. Ο αναπληρωτής εισαγγελέας, όμως, έφτασε να πει ότι δεν θα πάρουμε υπόψη τι είπε η Κυριακίδου στο ακροατήριο, αλλά τι είπε στον Διώτη. Τελικά, ακόμα και η Κυριακίδου δεν εισέφερε απολύτως τίποτα για τις ενέργειες του ΕΛΑ. Κάτι είπε για μια ενέργεια, αλλά ήταν τόσο αόριστο που δεν λέει απολύτως τίποτα. Κατάθεση Σιώζου: Λέει ότι συνάντησε τον Αγαπίου μια φορά πριν 15 χρόνια, ότι τον είδε για λίγα δευτερόλεπτα και ενώ δεν θα είχε κανένα λόγο να τον θυμάται, επιμένει να τον ταυτοποιεί. Ακόμα και αν κάτι λέει η ανάμνηση, η ταυτοποίηση είναι πολύ δύσκολη έως αδύνατη. Κι όμως, τον ταυτοποίησε στην πρώτη φωτογραφία που της έδειξαν. Αυτό είναι το μυστήριο. Είδαμε εδώ μια κυρία φοβισμένη, να θέλει να διαβάσει την πρώτη της κατάθεση στον ανακριτή, για να την θυμηθεί, μη τυχόν και δεν τα πει καλά στο ακροατήριο, όπως στον ανακριτή. Κατάθεση που είχε δώσει πρόσφατα, πριν από δυο χρόνια Δείχνει αυτό καλή μνήμη; Πώς θα δεχτούμε, λοιπόν, ότι μπορεί και θυμάται και ταυτοποιεί κάποιον που είδε για λίγα δευτερόλεπτα πριν 15 χρόνια; Εσείς θυμάστε κάποιους από τους μάρτυρες που ήρθαν εδώ; Μπορείτε να τους ταυτοποιήσετε; Γιατί τελικά δόθηκε τόση σημασία στην κατάθεση αυτής της κυρίας; Συνοψίζοντας την αγόρευσή της η Τ. Χριστοδουλοπούλου σημείωσε πως η πολιτική της καταστολής βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ζήτησε δε από το δικαστήριο να αξιολογήσει όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης. Οχι μόνο για τον εντολέα της, αλλά για όλους τους κατηγορούμενους. Να μην απαξιώσει αυτούς τους μάρτυρες, που ήταν όλοι τους αξιόλογοι άνθρωποι. Και κατέληξε με την πρόταση να κηρυχθεί ο Κ. Αγαπίου αθώος για όλες τις κατηγορίες, επειδή δεν προέκυψε τίποτα που να τον συνδέει μ’ αυτές.

από καποιοι χαζοί που έχουν συνεχώς " ΤΗΝ ΑΠΟΡΙΑ 12/09/2004 3:02 μμ.


Γιατί ρε «παιδιά» εξακολουθείτε (δεκαεννιά μήνες τώρα ) να χαρακτηρίζετε και να αποκαλείτε αυτή την υπόθεση ΩΣ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΑ;; ακριβώς δηλαδή όπως το ισχυρίζεται , το προβάλει, το καλλιεργεί και προσπαθεί να το επιβάλλει από 2/2/2003 ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΉΡΙΟ;;

από ένας 12/09/2004 8:11 μμ.


Η διατύπωση του κύριου άρθρου σαν "Δίκη ΕΛΑ" είναι λάθος και οφείλετε στο παιδί που μετέφερε εδώ το ρεπορτάζ από την Εξέγερση. Η Εξέγερση την χαρακτηρίζει σαν "Δίκη για τον ΕΛΑ" που είναι και η σωστή διατύπωση.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License