3 Σεπτεμβρίου

Επέτειος της λαικής εξέγερσης

Σήμερα είναι η επέτειος από τον ξεσηκωμό κατά της βασιλείας του Οθωνα και της λαικής απαίτησης για το Α Ελληνικό σύνταγμα. Δεν νοιώθω ιδιαιτερα περήφανος για αυτό μια και κυτώντας προς τα πίσω το μόνο που διακρίνω είναι μιζέρια και ψωροκώσταινα. Πιστεύω όμως οτι κάποιοι άνθρωποι εκείνο το βράδυ είχαν κάποιες ωραίες και μεγάλες ιδέες στο κεφαλι τους. Δυστυχώς μια από τα ίδια το μεχρι τώρα αποτέλεσμα.

Τ' ασκέρια της εξουσίας με βρισές άσκημες μο' 'λεγαν σε ολίγον με τελειώνουν εμένα και τους οπαδούς μου. Τότε θύμωσα από τις άτιμες βρισές οπού μου κάναν κι' άνοιξα την πόρτα και βήκα εις το φώρο και τους είπα• Γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας, οπαδοί της αδικίας κι' ατιμίας! Τότε αυτείνοι με διατίμησαν περισσότερον. Θύμωσα εις αυτό κι' ανοίγω την αυλόπορτα και σηκώνω το ντουφέκι να ρίξω εις το σωρό• το 'χα με κομμάτια γιομίση κι' αν έπαιρνε φωτιά, εκείνο ήταν ο θάνατός μας κι' ο χαμός ολουνώνε μας μέσα-εις το σπίτι• ότ' ήταν οδηγημένοι να πρωτορρίξωμεν εμείς, και τότε ως αδύνατους μας κυριεύαν και χανόμαστε. Τραβώντας το σκάνταλο του ντουφεκιού εις το σωρό, ένα χέρι πιάνει την ταμπάτζα. Τότε έκλεισα την πόρτα και μπήκα μέσα. Μου λέγει η φαμελιά "μου• ""Τι να σου ειπώ, αδελφέ, ό,τι να μιλήση κανένας, παίρνεις τα χέρια " σου σαν τη γάτα με τα νύχια και του ρίχνεσαι απάνου και του βγάζεις τα μάτια• και δεν ακούς κανέναν. Το έκαμες αυτό εις τ' 'Αργος με τον Αγουστίνο, όμως είχες το σπίτι σου γιομάτο ανθρώπους κι' όλον το μαχαλά. Το-ίδιον κ' εδώ με τον Αρμασπέρη, οπού σε είχε τόσες ημέρες κλεισμένον όσο-οπού 'ρθε ο Βασιλέας. Τώρα, χωρίς ανθρώπους, τι 'ναι αυτό "οπού έκαμες; Κ' εσύ τώρα χάνεσαι κ' εμείς όλοι• να σε αναθεματίσουμεν " "δεν βγαίνει τίποτας. Ο Θεός σχωρέση εσέναν κ' εμάς"". Τότε βλέποντας " αυτείνη την δυστυχία του σπιτιού μου και με τα λόγια αυτά και τις φωνές και δαρμούς τους, μου 'ρθε από αυτά όλα μια πικρή λύπη και μου είπε ο λογισμός μου πήρα αθώους ανθρώπους εις το λαιμό μου κ' έγινα εις την φαμελιά μου Κάις. Τότε χάνεται όλως-διόλου ο λογισμός μου• και 'σ το μυαλό "μου τι στοχάστηκα; Μόνον παρηγοριά 'σ αυτείνη την κατάστασιν οπού " έγινα. Σηκώθηκα και πήγα εις τις εικόνες και κάνω την προσευκή μου και "λέγω• ""Κύριε, βλέπεις σε τι κατάστασιν έφτασα. Ο μόνος σωτήρας είναι " η παντοδυναμία σου και η εσπλαχνία σου 'σ εμάς οπού κιντυνεύομεν και "εις την ματοκυλισμένη μας πατρίδα"". Τότε η άπειρη εσπλαχνία του Θεού " και η αγαθότης του μου 'δωσε φώτισιν και θάρρος. Πιάνω και φκειάνω μίαν "σημαία και γράφω• ""Εθνική Συνέλεψη, Σύνταμα"". Λέγω• ""Εις το όνομα " "του Θεού και της βασιλείας του σηκώνεται η σημαία της πατρίδος!"" Και " την είχα έτοιμη. Τελειώνοντας αυτό, έφκειασα την διαθήκη μου (ότι άλλαξα ιδέα το να καγούμεν όλοι• είπα μπορώ να βγω έξω να σκοτωθώ. Το-λοιπόν σκοτώνομαι εγώ και μένουν αυτείνοι οι αδύνατοι. 'Ολοι οι 'Ελληνες δεν θα είναι θερία). Φκειάνω την διαθήκη μου κ' έβαλα και κηδεμόνας τίμιους ανθρώπους. Τότε την διαθήκη την δίνω της γυναικός μου και της "λέγω• ""Πάρ' το αυτό το χαρτί και βάλ' το σε μίαν πέτρα από-κάτου να " είναι σίγουρο, να-μην κάψουν το σπίτι και καγή• κι' αν πάθω εγώ, να το "'χετε εσείς και ν' ακολουθήσετε καθώς γράφω"". Με φωνές και δαρμούς το " πήρε η φαμελιά μου όλη και το έκρυψαν. Τότε ησύχασε η ψυχή μου και το σώμα μου έλαβε άλλη ψύχωσιν. 'Οτι μ' έτυπτε η συνείθησή μου δι' αυτούς τους αδύνατους και μ' αυτό μου φάνηκε ότι τους δίκιωσα. Τότε συγύρισα όλα μου τα όπλα, τα 'βαλα εις την θέσιν τους. Κατέβηκα με την σημαία κάτου-εις το σπίτι και είδα τι άνθρωποι μείναν• και μέτρησα όλους εφτά και "τέσσερα παιδιά. Τότε τους λέγω• ""Αδελφοί, έκαμα αυτό το κίνημα ότι " αδικέσασταν εσείς οι αγωνισταί κι' όλο το έθνος από τις Κυβέρνησές μας και είπα ίσως και μ' αυτό σώνονταν τα δεινά μας ολουνών των Ελλήνων. Δεν ήταν τυχερόν. 'Εχομεν ακόμα αμαρτίες να μας παιδέψουν. Εμείς, όσ' είμαστε εδώ, είμαστε τώρα αδύνατοι και οι άλλοι οπού μας έχουν κλεισμένους πολλοί• να μην χαθήτε κ' εσείς αδίκως ελάτε να σας ανοίξω την πόρτα να φύγετε. Δεν θέλω να σας έχω εις το λαιμό μου να χαθήτε κ' εσείς. Κ' εγώ μένω εις την βοήθεια του Θεού. Και σάβανον έχω την σημαία οπού 'φκειασα• και 'σ αυτείνη απάνου θέλω να πεθάνω υπέρ της πατρίδος μου και θρησκείας "μου"". Τότε, μά τ' όνομα του Θεού και της πατρίδας, με δάκρυα καυτερά" θυμώμαι εκείνη την βραδειά και την απάντησιν αυτεινών των γενναίων "αντρών και των αθώων παιδιών• ""Δεν ήρθαμεν εις τον γάμο σου να χαρούμεν, " ήρθαμεν να πεθάνωμεν εκεί οπού θα πεθάνης εσύ με την σημαίαν της πατρίδος μας και θρησκείας μας. Εσύ την θέλεις σάβανο και δεν την θέλομεν "εμείς; Θέλομεν να ζούμεν είλωτες των Μπαυαρέζων κι' αλλουνών όμοιών" "τους, οπού μας καταδικούνε; Δεν μετρηθήκαμεν να φύγωμεν όσοι μείναμεν, " μετρηθήκαμεν να πεθάνωμεν• και είμαστε έτοιμοι ό,τι οδηγίες θα μας πης "ν' ακολουθήσωμεν"". Τους αγκάλιασα και τους φίλησα, τους έδωσα κι' από 'να" κρασί. Δοξάσαμεν τον Θεό και την βασιλεία του και τους οδήγησα εις τις πόρτες κι' άλλες θέσες, όποτε μας ριχτούνε να πεθάνομεν. 'Ισως μου τους έστειλες εσύ, Λεωνίδα, ότι μείναν όταν σκοτώθης• ότι οι γενναίοι αυτοί καθαροί απογόνοι σου -κ' εσύ και οι συντρόφοι σου υπέρ της "πατρίδος σας σκοτωθήκετε και της θρησκείας σας -κ' εμείς 'σ αυτό ετοιμαζόμαστε""." Η αγαθότη του Θεού είναι άβυσσος της θαλάσσης, τους μωρούς κάνει σοφούς, τους σοφούς μωρούς, τους αντρείους δειλούς, τους δειλούς αντρείους, δια-να δοξάζεται ο πλάστης του παντός. Εκεί-οπού τελειώσαμεν αυτά κι' ετοιμαζόμαστε να πεθάνωμεν έντεκα, ο Θεός στέλνει και τον αγαθόν και γενναίον πατριώτη τον Γιάννη-Κώστα μ' άλλους πέντε• κι' από μέσα-από αυτούς -ο Θεός τους στραβώνει και δεν τους βλέπουν. Και τους ανοίγω και μπαίνουν αυτά τα έξι λιοντάρια. Σε ολίγον μο' 'ρχεται κι' ο γενναίος Κυργιάκος Αργυροκαστρίτης μ' άλλους οχτώ πατριώτες του από τον Περαία• ότι τον είχα εις τον όρκον και του παράγγειλα• και το-ίδιον στράβωσε τους απατεώνες ο Θεός -μπήκαν κ' αυτείνοι οι γενναίοι άντρες άβλαβοι, οι απόγονοι του Πύρρου. Σε κάνα δυο ώρες έρχονται και οι γενναίοι κι' αγαθοί πατριώτες ο Γιαννάκη Σούλιος με τον αδελφόν του Δημητράκη και γαμπρό του Γκίτζα κι' ο Μελέτης-Παπαδάμη Κουντουργιώτης με εικοσιπέντε ανθρώπους, και με μεγάλον κίντυνον της ζωής τους αυτείνοι όλοι σώθηκαν μέσα, ότι τους είδαν τα στρατέματα αυτούς• τότε άρχισε το ντουφέκι από τους αναντίους, κι' αυτείνοι οι γενναίοι κι' αγαθοί πατριώτες όλοι, οι εικοσιπέντε, από-μέσα απ' ούλους τους αναντίους ρίχτηκαν ως λιοντάργια• τους ρίχτηκαν απάνου τους οι αναντίοι όλοι. Ρίξαν και σκότωσαν μόνον έναν νωματάρχη. Αυτός μόνον εσκοτώθη εις το Σύνταμα• ότι όσα 'νεργάγει η Θεία Πρόνοια έτζι γένονται. Τότε μπήκαν όλοι μέσα κι' ανάψαμεν το ντουφέκι και οι μέσα και οι έξω. 'Ομως εμείς δεν θέλαμεν να ρίξωμεν εις το κρέας, ότι ήτον αδελφοί μας κι' εκείνοι. Τότε ντουφεκισμούς εμείς κι' εκείνοι, "κι' αρχίσαμεν εμείς• ""Ζήτω το Σύνταμα κ' η Εθνική Συνέλεψη!"" " 'Αρχισαν από το κάστρο εκείνοι οπού 'χα οδηγήση και οι φωτιές από τα βουνά. ... http://www.makriyannis.gr/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License