Αφιέρωμα στη Βενεζουέλα , από το περιοδικό Σήματα Καπνού, τεύχος 12 (Μαιος 2002)

Αφιέρωμα από το περιοδικό Σήματα Καπνού Τεύχος 12, 2002 για τη Βενεζουέλα. Πληροφοριακό υλικό που με αφορμή το αυριανό δημοψήφισμα μπορεί να διαβαστεί για να κατανοηθεί καλύτερα η κατάσταση στη Βενεζουέλα.

Μερικά στοιχεία για τη Βενεζουέλα «Aυτή είναι μια ιστορική ημέρα αυτού του νέου αιώνα στη Λατινική Αμερική». Ήταν η δήλωση του Τσάβες όταν έφτασε στο προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρες για να αναλάβει εκ νέου την προεδρία της Βενεζουέλας. Εκείνοι που επιχείρησαν το πολιτικο-στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον του δεν είχαν αντέξει παραπάνω από 24 ώρες. Ο Τσάβες έχει δίκιο όταν λέει ότι είναι ιστορικά ανέκδοτη η ανατροπή ενός πραξικοπήματος σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα με την πίεση των λαϊκών κινητοποιήσεων και την παρέμβαση του μεγαλύτερου μέρους του στρατού. «Μεγάλη λαϊκή νίκη: ο Τσάβες επανέρχεται και οι φιλοϊμπεριαλιστές φεύγουν» μετέδιδαν ορισμένοι κόμβοι ενημέρωσης στη Λατινική Αμερική. Πράγματι, ο Καρμόνα και όσοι των υποστήριξαν είναι φιλοϊμπεριαλιστές, άλλωστε χωρίς την υποστήριξη των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ δεν θα είχαν κάνει ούτε αυτό το βήμα. Πράγματι, η επαναφορά του Τσάβες είναι μεγάλη νίκη, γιατί ακυρώνει ορισμένα από τα σχέδια των Βορειοαμε-ρικανών για τη Λατινική Αμερική, τουλάχιστον για την ώρα. Το πραξικόπημα δεν ήταν έκπληξη, ήταν αναμενόμενο. Έκπληξη ήταν η ανατροπή των πραξικοπηματιών σε 48 ώρες. Η νίκη του Τσάβες για να γίνει μεγάλη λαϊκή νίκη θα χρειαστεί νέα αποφασιστικά βήματα αλλαγών στο εσωτερικό της Βενεζουέλας και μια ευνοϊκή συγκυρία στην περιφέρεια της χώρας. Όπως και να 'χει, από τη Λατινική Αμερική πήραμε για πολλοστή φορά, τα τελευταία χρόνια, ένα μήνυμα ελπίδας: Υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί που δεν είναι διατεθειμένοι να σηκώσουν τα χέρια ψηλά, επειδή έτσι προστάζει ο Μπους και η τοπική οικονομική ολιγαρχία. Από την Αργεντινή στη Βραζιλία, από τη Βολιβία, στην Κολομβία και τη Βενεζουέλα μέχρι το Εκουαδόρ και το Μεξικό - ο χάρτης αποκτά ολοένα και περισσότερα σημεία κοινωνικών αντιστάσεων και εξεγέρσεων ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και την ιμπεριαλιστική πολιτική. Όπως έδειξε και το πραξικόπημα στη Βενεζουέλα, ο αντίπαλος δεν αρκείται στα παραδοσιακά μέσα εξουδετέρωσης των κινημάτων. Σήμερα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παίζουν έναν από τους πρώτους ρόλους στην παραπληροφόρηση και την αποσταθεροποίηση. Στο Καράκας τα ιδιωτικά ραδιόφωνα και κανάλια μετέδιδαν στις 11 και 12 Απριλίου ότι ο Τσάβες παραιτήθηκε οικειοθελώς για να εξουδετερώσουν την αντίδραση των υποστηρικτών του. Ουσιαστικά μετείχαν στη διοργάνωση του πραξικοπήματος. Αλλά και στη χώρα μας, η μεταφορά της αλήθειας για γεγονότα τέτοιας εξαιρετικής σημασίας δεν είναι συχνά καλύτερη. Τα παραδείγματα, και σ' αυτή την περίπτωση, δυστυχώς είναι άφθονα. Για όλα αυτά, για τις αιτίες του πραξικοπήματος και το μέλλον της νίκης του Τσάβες, τα ΣΗΜΑΤΑ ΚΑΠΝΟΥ προσπαθούν με αυτό το αφιέρωμα στη Βενεζουέλα να δώσουν πληροφορίες και υλικό που σκόπιμα «χάνεται» στους λαβύρινθους της ενημέρωσης. H Βενεζουέλα μαζί με την Κολομβία καλύπτουν το βόρειο άκρο της Νότιας Αμερικής. Με έκταση 912.000 τ.χλμ. (σχεδόν 7 φορές το μέγεθος της Ελλάδας) θεωρείται από άποψη μεγέθους μια «μεσαία» χώρα της αμερικάνικης ηπείρου. Ο πληθυσμός της υπολογίζεται στα 24.000.000 και αν τον συγκρίνει κανείς με τα 11.000.000 που ήταν το 1972, εύκολα θα διαπιστώσει την πληθυσμιακή έκρηξη που σημειώνεται στις λατινοαμερικάνικες χώρες. Η Κολομβία, η Βραζιλία και η Γουιάνα είναι τα όμορα κράτη με τη Βενεζουέλα και τα περισσότερα σημεία των συνόρων καλύπτονται από τροπικά δάση. Η βορεινή της πλευρά αντικρίζει τη θάλασσα των Αντιλλών και στις ακτές της καταλήγει το τόξο που σχηματίζουν τα νησιωτικά κράτη των Μικρών Αντιλλών. Ορεινοί όγκοι που θεωρούνται προεκτάσεις των Άνδεων και φτάνουν μέχρι και τα 4.500 μέτρα ύφος, διακόπτουν το κατεξοχήν πεδινό της έδαφος, που διασχίζει ο μεγάλος ποταμός Ορινόκο. Από τους μεγαλύτερους ποταμούς της αμερικανικής ηπείρου, ο Ορινόκο ρέει σε μήκος 2.400 χλμ. και σχηματίζει ένα τεράστιο Δέλτα, που το άνοιγμα του φτάνει τα 300 χιλιόμετρα και δημιουργεί 20 στόμια, από τα οποία τα 6 είναι πλωτά. Το κλίμα της, τροπικό στις πεδιάδες, μεταβάλλεται σε εύκρατο στα ορεινά. Η πρωτεύουσα Καράκας βρίσκεται σε υψόμετρο 950 μέτρων. Ο πληθυσμός της αποτελείται από 20% λευκούς, 10% μαύρους, 7% ίντιος και πάνω από 60% μιγάδες. Αναζητώντας το Ελντοράδο Ο Χριστόφορος Κολόμβος προσέγγισε τις ακτές της Βενεζουέλας κατά τη διάρκεια του τρίτου ταξιδιού του προς τις Δυτικές Ινδίες, το 1498. Ένα χρόνο αργότερα, ο Αλόνσο ντε Οχέδα ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που περιέπλευσε όλη την ακτογραμμή της Βενεζουέλας. Αναζητώντας κι αυτός τον πλούτο του Ελντοράδο, προσέγγισε με την καραβέλα του τη λιμνοθάλασσα του Μαρακαΐμπο. Η λιμνοθάλασσα αυτή καλύπτει μια έκταση 16.400 τετρ. χλμ. και επικοινωνεί με τη θάλασσα των Αντιλλών με ένα πολύ στενό και αβαθή δίαυλο. Στα παράλια της λιμνοθάλασσας ιθαγενείς είχαν στήσει τους οικισμούς τους και πολλές φορές οι οικισμοί αυτοί προεκτείνονταν μέσα στα αβαθή και λασπώδη νερά. Οι στηριγμένες σε πασσάλους καλύβες θύμισαν στον Οχέδα τη Βενετία και έτσι αποκάλεσε τους οικισμούς αυτούς Βενεζουέλα (μικρή Βενετία). Οι αποικιοκράτες έχουν συνήθως την εντύπωση πως η ιστορία μιας χώρας ξεκινάει από τη στιγμή της κατάκτησης της... Ο Οχέδα συνέχισε την αναζήτηση του Ελντοράδο, χωρίς ποτέ να το συναντήσει. Μερικούς αιώνες αργότερα, το 1922, οι τεχνικοί της ολλανδικής εταιρείας πετρελαίων «Ρόγιαλ Ντατς» ανακάλυπταν στη λιμνοθάλασσα ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου στον κόσμο. Οι εταιρείες πετρελαίου πρόσθεταν ένα ακόμη κρίκο στο δικό τους Ελντοράδο. Το δάσος των εγκαταστάσεων για την εξόρυξη του πετρελαίου καλύπτει ολόκληρη σχεδόν τη λιμνοθάλασσα. Οι ιθαγενείς, αφού αρχικά προσπάθησαν να καταστρέψουν τις εγκαταστάσεις, μια και γι1 αυτούς αντιπροσώπευαν το πνεύμα του κακού, συνέχισαν να ζουν στις καλύβες της μικρής Βενετίας. Άλλωστε δεν επεδίωξαν ποτέ να την κάνουν μεγάλη. Πολύ γρήγορα οι Ισπανοί αποικιοκράτες δημιούργησαν αρκετές πόλεις στην καινούργια τους κτήση. Το 1567 άρχισε να κτίζεται το Καράκας και το 1578 ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της χώρας. Οι θάλασσες της Βενεζουέλας έγιναν πεδίο δράσης των πειρατών που αλώνιζαν για αιώνες στο αρχιπέλαγος των Αντιλλών. Το 1595 ακόμη και το Καράκας θα πέσει στα χέρια τους. Η πρώτη απόπειρα ανεξαρτητοποίησης της Βενεζουέλας από την Ισπανία έγινε το 1724, αλλά η εξέγερση απέτυχε. Το 1810 ο Σιμόν Μπολίβαρ ηγείται μαζί με τον Φρανσίσκο ντε Μιράντα της εξέγερσης που καταλήγει, ένα χρόνο αργότερα, στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βενεζουέλας. Οι διενέξεις ανάμεσα στους δύο ηγέτες οδήγησαν τον Μπολίβαρ στη γειτονική Νουέβα Γκρανάδα, τη σημερινή Κολομβία. Εκεί συνέταξε το «Μανιφέστο της Καρταχένα» όπου εκθέτει για πρώτη φορά συγκροτημένα τις απόψεις του, οι οποίες θα παρουσιαστούν ακόμη πιο ολοκληρωμένες δυο χρόνια αργότερα, με την «Επιστολή της Τζαμάικα», που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτοεξορίας του. Στην Επιστολή-Διακήρυξη ο Μπολίβαρ για πρώτη φορά διατυπώνει την ανάγκη κοινής πορείας όλων των λατινοαμερικάνικων νεοσύστατων κρατών. Η ανεξαρτησία Τα επόμενα χρόνια ο «Ελευθερωτής» Μπολίβαρ ηγείται και πάλι του αγώνα για ανεξαρτησία. Ύστερα από τις νίκες του επί των Ισπανών συγκροτεί τη Δημοκρατία της Μεγάλης Κολομβίας, που περιλάμβανε τα εδάφη της Βενεζουέλας, της Κολομβίας και του Παναμά. Αργότερα και με τη βοήθεια άλλων σημαντικών μορφών που ανέδειξαν οι αγώνες της ανεξαρτησίας, όπως ο Αντόνιο ντε Σούκρε και ο Φρανσίσκο Σανταντέρ, θα απελευθερώσει το Εκουαδόρ, το Περού και τη Βολιβία. Η προσπάθεια του να διαμορφωθεί μια συνομοσπονδία που θα περιλάμβανε και τις άλλες πρόσφατα απελευθερωμένες από τους Ισπανούς χώρες, όπως η Αργεντινή, η Χιλή και η Ουρουγουάη, απέτυχε. Οι πιέσεις που ασκούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και τα επιμέρους συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων στις πρώην ισπανικές αποικίες απέτρεψαν τη συγκρότηση της Συνομοσπονδίας. Το 1929 ο στρατηγός Παές ανακήρυξε τη Βενεζουέλα ανεξάρτητη δημοκρατία και την απέσπασε από τη Μεγάλη Κολομβία. Ένα χρόνο αργότερα ο Μπολίβαρ πέθανε από φυματίωση, αποτραβηγμένος στο κτήμα ενός Ισπανού(!) φίλου του, στη Σάντα Μάρτα της Κολομβίας. Ο στρατηγός Παές επέβαλε στρατιωτική δικτατορία. Οι αλλεπάλληλες αυταρχικές διακυβερνήσεις κυριάρχησαν στην πολιτική ζωή της Βενεζουέλας. Οι πρώτες ελεύθερες εκλογές διεξήχθησαν μόλις το 1947, και αφού προηγουμένως μια πολιτικο-στρατιωτική εξέγερση είχε καταλύσει, το 1945, τη στρατιωτική δικτατορία της εποχής. Ο συγγραφέας Ρόμούλο Γκαγιέγος, του κόμματος της Δημοκρατικής Δράσης, ανέλαβε τη διακυβέρνηση με προεκλογικό πρόγραμμα τον βαθύ εκδημοκρατισμό των δομών της χώρας και την προστασία του πλούτου της από την καταλήστευση των ξένων επιχειρήσεων, ιδίως του πετρελαϊκού τομέα. Τον επόμενο χρόνο ο Γκαγιέγος ανετράπη με νέο πραξικόπημα. Η δικτατορία του Μάρκος Περες Χιμένες που θα ακολουθήσει, θα αναδειχθεί από τις σκληρότερες στην ιστορία της Βενεζουέλας και θα διαρκέσει δέκα χρόνια. Το κύριο βάρος της αντίστασης στη δικτατορία σήκωσαν τρεις πολιτικοί σχηματισμοί: η Δημοκρατική Δράση (λαϊκίστικο κόμμα του οποίου την πορεία θα παρακολουθήσουμε σε όλη τη διαδρομή της σύγχρονης ιστορίας της Βενεζουέλας), η Λαϊκή Δημοκρατική Ένωση (αστικό κόμμα με ριζοσπαστική πολιτική κατεύθυνση) και το ΚΚ (κλασικό κομμουνιστικό κόμμα φιλοσοβιετικών τάσεων). Τελικά ο Χιμένες θα ανατραπεί από συνδυασμένη στρατιωτική και λαϊκή εξέγερση. Η ανατροπή της δικτατορίας Χιμένες σχεδόν συνέπεσε με την κατάρρευση του καθεστώτος Μπατίστα στην Κούβα και την επικράτηση της καστρικής επανάστασης. Ενώ όμως η επανάσταση στην Κούβα πολύ γρήγορα ριζοσπαστικοποίησε το περιεχόμενο της, η επανάσταση στη Βενεζουέλα έδειχνε τάσεις ταλάντευσης. Τις εκλογές που ακολούθησαν την ανατροπή της δικτατορίας Χιμένες τις κέρδισε ο Ρόμουλο Μπετανκοΰρ, ηγέτης της Δημοκρατικής Δράσης. Η Δημοκρατική Δράση δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1930 και αποτέλεσε μαζί με την APRA (Αμερικανική Επαναστατική Λαϊκή Συμμαχία) του Περού τις πρώτες οργανωμένες εκφράσεις στη Λατινική Αμερική του πολιτικού ρεύματος του λαϊκισμού. Αυτοχαρακτηριζόμενα σαν αντιι-μπεριαλιστικά και αντιολιγαρχικά κινήματα, είχαν ηγετικές φυσιογνωμίες τον Ρόμουλο Μπε τανκούρ και τον Βίκτορ Ραουλ Χάγια ντε λα Τόρε αντίστοιχα. Η προηγούμενη αποτυχημένη απόπειρα διακυβέρνησης, το 1947, οδήγησε τη Δημοκρατική Δράση σε συντηρητικοποίηση των θέσεων της και απομάκρυνση από τις αντιιμπεριαλιστικές και αντιολιγαρχικές θέσεις που είχε αρχικά διακηρύξει. Ωστόσο, η πίεση ενός μεγάλου αριστερού ρεύματος που είχε διαμορφωθεί μέσα κι έξω από τη Δημοκρατική Δράση και ο ενθουσιασμός που διαπερνούσε τη βενεζουελάνικη κοινωνία τον πρώτο καιρό ύστερα από την ανατροπή της δικτατορίας, έδιναν την εντύπωση ενός πολιτικού παιχνιδιού που άφηνε όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά. Ο Φιντέλ Κάστρο ταξιδεύει στο Καράκας επιδιώκοντας μια στενότερη συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι προσδοκίες διαψεύδονται. Ο Μπετανκούρ έχει διαλέξει στρατόπεδο. Σε λιγότερο από ένα χρόνο η Βενεζουέλα ηγείται του αντικαστρικού αγώνα στη Λατινική Αμερική. Για τις ΗΠΑ η Βενεζουέλα αποτελούσε το ιδεώδες αντίβαρο στην κουβανική επανάσταση και της προσέφεραν αφειδώς την υποστήριξη τους, με το αζημίωτο φυσικά, αφού για δεκαετίες λεηλατούν τον φυσικό της πλούτο. Προς το αντάρτικο Η αριστερά της Δημοκρατικής Δράσης, αποχώρησε από το κόμμα και σχημάτισε το Μ IR (Κίνημα Επαναστατικής Αριστεράς) και συνεργάζεται με το ΚΚ. Οι λαϊκές κινητοποιήσεις που σημειώνονται στους δρόμους του Καράκας σύντομα εξελίσσονται σε ένοπλες συγκρούσεις. Η αριστερά, έντονα επηρεασμένη από το κουβανέζικο προηγούμενο, θεωρεί πως και εδώ είναι δυνατή μια επικράτηση σε σύντομο διάστημα. Η αρχική επιλογή του ένοπλου αγώνα είναι το Καράκας. Γειτονιές του Καράκας βρίσκονται κάτω από τον απόλυτο έλεγχο των ένοπλων ομάδων του ΚΚ και του MIR. Σε λιγότερο από ένα χρόνο το αδιέξοδο είναι εμφανές. Οι ένοπλες αριστερές ομάδες αποσύρονται από το Καράκας και σχηματίζουν αντάρτικα μέτωπα σε διάφορες επαρχίες της χώρας. Η δοκιμασμένη συνταγή του ανταρτοπόλεμου στην ύπαιθρο γίνεται το πρακτικό και θεωρητικό καταφύγιο της αριστεράς. Και το γεγονός ότι μπορούσε να επανδρώσει με μεγάλο αριθμό μαχητών τα αντάρτικα μέτωπα της, έδινε την εντύπωση πως ξεκινούσε από καλύτερες προϋποθέσεις από ότι ο Κάστρο και το κίνημα του στην Κούβα. Η αισιοδοξία αυτή τους ώθησε να ανοίξουν ένα μεγάλο αριθμό μετώπων και να διασπάσουν τις δυνάμεις τους. Πολύ σύντομα κάποια από τα μέτωπα αδρανοποιήθηκαν.. Το γεγονός που βάρυνε πολύ στη μετέπειτα πορεία ήταν η αποτυχημένη στρατιωτική εξέγερση που έγινε το 1962 και πνίγηκε στο αίμα. Κάθε έρεισμα της αριστεράς μέσα στις ένοπλες δυνάμεις χάθηκε, ενώ παράλληλα η κυβέρνηση Μπετανκούρ αποκτούσε ένα πλεονέκτημα ηθικού. Απέναντι στην ολομέτωπη επίθεση και την καταστολή, ολόκληρη σχεδόν η αριστερά, ακόμα και τα μετριοπαθή τμήματα της συνέπραξαν με το αντάρτικο. Το μέτωπο που σχηματίσθηκε πήρε την ονομασία FALN (Ένοπλες Δυνάμεις Λαϊκής Απελευθέρωσης). Ο Ντούγκλας Μπράβο, μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΒ, και ο Φαμπρίσιο Οχέδα, ηγέτης της Λαϊκής Δημοκρατικής Ένωσης, που διαδραμάτισε ένα σημαντικό ρόλο στην πτώση της δικτατορίας και το πρώτο διάστημα της δημοκρατικής διακυβέρνησης, αναδείχθηκαν ως οι κύριες μορφές των FALN, Οι FALN, μαζί με τον ELN της Κολομβίας και τις FAR της Γουατεμάλας, θα δεχτούν την αμέριστη υποστήριξη, όχι μόνον πολιτική, της Κούβας. Πάνω τους θα στη ριχθεί για να αποδείξει πως η νίκη της κουβανικής επανάστασης δεν αποτελεί μια απλή εξαίρεση. Και επίσης με κύρια στηρίγματα τα αντάρτικα κινήματα επιχειρεί να συγκροτήσει ένα διεθνές επαναστατικό κίνημα έξω από την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας, ενώ αντιμετωπίζει την ανάγκη να σπάσει την απομόνωση της μέσα από το ενδεχόμενο της επικράτησης τους. Στην ίδια τη Βενεζουέλα οι αρχικές αισιοδοξίες δεν επιβεβαιώνονται. Το αντάρτικο δεν σημειώνει τους αναμενόμενους ρυθμούς ανάπτυξης, το καθεστώς εμφανίζεται πολύ ισχυρό και οι εσωτερικές διαφωνίες αρχίζουν να βγαίνουν στο προσκήνιο. Το ΚΚ επιχειρεί σιγά σιγά να χαμηλώσει τους τόνους, κλείνει ένα ένα τα μέτωπα του και αποσύρει τους άντρες του. Πολιτική ωριμότητα ή προσπάθεια απεγκλωβισμού από την κουβανική επιρροή; Ήδη η Κούβα βρίσκεται σε αντίθεση με τα λατινοαμερικάνικα ΚΚ., μια αντίθεση που θα πάρει χαρακτήρα ανοιχτής και δημόσιας διαμάχης. Το ΚΚ Βενεζουέλας θα γίνει ό αποδέκτης της σκληρότερης κριτικής από την πλευρά του Φιντέλ Κάστρο, για εγκατάλειψη και προδοσία του αντάρτικου κινήματος. Και λίγο καιρό αργότερα στην κατηγορία αυτή θα προστεθεί και το βολιβιανό ΚΚ, ύστερα από την αρνησή του για συμπαράταξη με τον Τσε Γκεβάρα. Ο Ντούγκλας Μπράβο θα διαγραφεί από το ΚΚ και θα ακολουθήσει τη μοναχική του πορεία που θα τον αναδείξει σε κορυφαία μορφή του λατινοαμερικάνικου κινήματος. Λίγα χρόνια αργότερα όμως το αντάρτικο έχει τελματώσει. Οι δυνάμεις του έχουν περιορισθεί πολύ. Η Κούβα αποστασιοποιείται και ο Ντούγκλας Μπράβο θα κατηγορήσει ανοιχτά τον Φιντέλ Κάστρο για εγκατάλειψη του αντάρτικου της Βενεζουέλας. Ωστόσο, όλοι πια έχουν συνειδητοποιήσει πως ο καθοριστικός παράγοντας στην εξέλιξη ενός κινήματος είναι η ικανότητα των εσωτερικών δυνάμεων μιας χώρας. Και η πλειοψηφία των επαναστατών της Βενεζουέλας είναι «αποστρατευμένοι», φυλακισμένοι ή νεκροί... Χρόνια ευημερίας Βρισκόμαστε ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 70. Το ενδιαφέρον πια αποσπά το εγχείρημα Αλιέντε στη Χιλή και η εντυπωσιακή εμφάνιση του αντάρτικου πόλης στην Ουρουγουάη και την Αργεντινή. Το κίνημα της Λατινικής Αμερικής αναζητά μέσα από άλλους δρόμους την επιτυχία. Στη Βενεζουέλα η απουσία της αριστερής απειλής και η θεαματική άνοδος των τιμών του πετρελαίου δίνουν τη δυνατότητα να ξεκινήσει μια περίοδος εκδημοκρατισμού της πολιτικής ζωής με παράλληλο «εκσυγχρονισμό» της κοινωνικής ζωής, καθώς αυξάνονται οι κοινωνικές παροχές και παρατηρείται αισθητή ανάπτυξη των μεσαίων στρωμάτων. Πρωτεργάτης της πολιτικής αυτής είναι ο Κάρλος Αντρες Πέρες, νέος ηγέτης του κόμματος Δημοκρατικής Δράσης. Ο Πέρες εθνικοποιεί τη βιομηχανία πετρελαίου, αποκαθιστά τις διπλωματικές σχέσεις με την Κούβα, στηρίζει τους Σαντινίστας στον αγώνα τους, παίζει ενεργό ρόλο στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Στην πορεία θα συντηρητικοποιηθεί και θα ευθυγραμμισθεί με τις επιταγές, των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών και των ΗΠΑ. Το όνομα του θα εμπλακεί σε μια σειρά από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα που συγκλόνισαν τη Βενεζουέλα. Στο ξεκίνημα της δεύτερης προεδρικής του θητείας εκ δηλώθηκε στα 1992 το στρατιωτικό πραξικόπημα του Ούγο Τσάβες που απέτυχε, αλλά έτυχε μιας εντυπωσιακής αποδοχής από μέρους των λαϊκών στρωμάτων. Σήμερα ο Πέρες είναι από τους αρχιτέκτονες του αγώνα για την ανατροπή του Τσάβες. Μέσα στην αριστερά, η ήττα του αντάρτικου έφερε τον κατακερματισμό της σε πολλά μικρά κόμματα και οργανώσεις. Οι προσπάθειες συντονισμού και ενοποίησης συνήθως οδηγούσαν σε ευκαιριακές συγκολλήσεις. Το 1971 δημιουργήθηκε το Κίνημα προς τον Σοσιαλισμό (MAS), στο οποίο συμμετείχαν μερικές από τις σημαντικότερες προσωπικότητες που ανέδειξε το αντάρτικο. Το MAS αυτοπροσδιορίστηκε σαν μαρξιστικό κίνημα, αποποιήθηκε τις λενινιστικές αρχές, τάχθηκε κατά του σοβιετικού μοντέλου άσκησε κριτική στην Κούβα και θέσπισε την ύπαρξη διαφορετικών τάσεων στο εσωτερικό του. Το MAS αναδείχτηκε γρήγορα ως η μεγαλύτερη δύναμη της αριστεράς. Η συμμετοχή του στην κυβερνητική προσπάθεια του Καλντέρα έφθειρε την εικόνα του και δημιούργησε ένα χάσμα στο εσωτερικό του, που θα εκδηλωθεί ανοιχτά κατά τη διάρκεια της προεδρίας Τσάβες καθώς η πλειοψηφία της οργάνωμένης του βάσης στήριζε τον Τσάβες ενώ η κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση ήταν εναντίον του. Στο τέλος της δεκαετίας του '80 ένας νέος σχηματισμός έκανε την εμφάνιση του: Η CAUSA R (Υπόθεση R). Το γεγονός πως η Causa R στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στα μαχητικά συνδικάτα, της έδινε πολλές ομοιότητες με το Κόμμα των Εργαζομένων της Βραζιλίας. Ενώ, όμως, τα θεαματικά αποτελέσματα που σημείωσε στις πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις από την εμφάνιση της προοιώνιζαν ένα ελπιδοφόρο πολιτικό μέλλον, οι εσωτερικές διαφωνίες πολύ γρήγορα έκαναν την εμφάνιση τους με επακόλουθο τις διασπάσεις. Κρίση και εμφάνιση του Τσάβες Εν τω μεταξύ, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση συνεχώς επιδεινώνεται. Η πτώση της τιμής του πετρελαίου μειώνει τις δυνατότητες αντιμετώπισης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η μεγάλη πλειονότητα του λαού. Η αποϊδεολογικοποίηση που συντελείται από τα τέλη της δεκαετίας του '80 στο παγκόσμιο πολιτικό τοπίο εντείνει τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Στη Βενεζουέλα, τα φαινόμενα αυτά παίρνουν εκπληκτικές διαστάσεις, την ίδια στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού οδηγείται στην εξαθλίωση. Το 1981 κάτω από το όριο της φτώχειας ζούσε το 22% του πληθυσμού. Έξι χρόνια μετά, το 1987, το ποσοστό αυτό έχει ανέλθει στο 54% και σήμερα υπολογίζεται στο 80%. Το 1989, δώδεκα χρόνια πριν από το «Argentinazo», κι ενώ τα μάτια του κόσμου είναι στραμμένα προς τα διαδραματιζόμενα στην ανατολική Ευρώπη, σημειώνεται το «Caracazo», η εξέγερση των φτωχών του Καράκας. Το «Caracazo» πνίγεται στο αίμα από τις δυνάμεις καταστολής και τον στρατό. Οι νεκροί ανέρχονται επισήμως στους 300, αλλά πιο αξιόπιστες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό στους 2000... Άγνωστος ο αριθμός των τραυματιών και των συλληφθέντων. Τρία χρόνια αργότερα, στο όνομα αυτών των θυμάτων και των περιθωριοποιημένων στρωμάτων του λαού, ο Ούγο Τσάβες θα επιχειρήσει το αποτυχημένο πραξικόπημα του. Με συσσωρευμένα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, με απαξιωμένο και εξευτελισμένο ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο, με την αδυναμία της παραδοσιακής αλλά και της σύγχρονης αριστεράς να παίξει έναν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις, η εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο του Ούγο Τσάβες άνοιξε μια προοπτική ελπίδας για τον λαό της Βενεζουέλας και ιδιαίτερα μέσα στα πιο φτωχά και περιθωριοποιημένα στρώματα. Η ηρωοποίησή του, ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημα και τη δίχρονη φυλάκιση του, ανέβασε ακόμη περισσότερο τη δημοτικότητα του. Τα πρωτοφανή ποσοστά που πήρε στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις άνοιξαν ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της Βενεζουέλας. Σ.Γ. ΟΥΓΟ ΤΣΑΒΕΣ: «Nα με κρίνετε από τις πράξεις μου» Eπικεφαλής μιας επαναστατικής διαδικασίας ή λαϊκιστής δημαγωγός; Όποια από τις ακραίες εκδοχές και αν υιοθετεί κανείς για τον Ούγο Τσάβες, το βέβαιο είναι ότι ο πρόεδρος της Βενεζουέλας ήταν ήδη ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της πολιτικής σκηνής της Λατινικής Αμερικής, πριν εκδηλωθεί το πραξικόπημα εναντίον του. Η ανατροπή των πραξικοπηματιών, κάτω από την πίεση των λαϊκών κινητοποιήσεων αλλά και της ισχυρής παρέμβασης του μεγαλύτερου μέρους των ενόπλων δυνάμεων, επιβεβαίωσε την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των Βενεζουελάνων στο πρόσωπο του. Επιπλέον, φαίνεται ότι οι ακραίες εκδοχές δεν προσφέρονται σε όποιον θα ήθελε να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του Τσάβες και τον ρόλο του στο παρόν και το μέλλον της χώρας του. Φίλος του Κάστρο αλλά και του Ζακ Σιράκ Eίναι ο ηγέτης που έβγαλε τη Βενεζουέλα από το περιθώριο των εξελίξεων, δημιουργώντας ένα δίκτυο διεθνών σχέσεων που εκτείνονται από τις αραβικές χώρες του ΟΠΕΚ μέχρι τον Φιντέλ Κάστρο αλλά και τον Ζακ Σιράκ. Πληθωρική προσωπικότητα, που πρωταγωνιστεί στις εσωτερικές εξελίξεις στη χώρα του με αντιφάσεις, που απορρέουν άλλες από αντικειμενικές αιτίες και άλλες από τη διφορούμενη ορισμένες φορές δική του πολιτική στάση. Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το σύνθετο φαινόμενο που ακούει στο όνομα Τσάβες, ανατρέξαμε στην ιστορία του και στις αποτιμήσεις που κάνει ο ίδιος. Όπως είναι γνωστό, υπήρξε αξιωματικός του στρατού της Βενεζουέλας και αρχηγός του Κινήματος των μπολιβαριάνών στρατιωτικών (ΜBR200). το οποίο ιδρύθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 1982, με στρατηγικό σκοπό να πάρει την εξουσία και να οικοδομήσει ένα νέο κοινωνικό μοντέλο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1992 τέθηκε επικεφαλής ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος που επιχείρησε να ανατρέψει τη διεφθαρμένη κυβέρνηση του Κάρλος Αντρες Πέρες. Το πραξικόπημα απέτυχε και του στοίχισε τη φυλάκιση του, απέτυχε και μια προσπάθεια επανάληψης του (27 Νοεμβρίου 1992) όσο ο Τσάβες ήταν ακόμη στη φυλακή. Όπως διηγείται ο ίδιος, μέχρι την εποχή εκείνη η ιδεολογικοπολιτική του συγκρότηση στηριζόταν στη μελέτη και την έμπνευση που αντλούσε από το επαναστατικό εγχείρημα του Σιμόν Μπολίβαρ, ένα ιστορικό κίνημα που σφράγισε την εξέλιξη της Λατινικής Αμερικής με το σύνθημα της «Μεγάλης Πατρίδας» και έδωσε πνοή σε αρκετούς εθνικοπαλευθερωτικούς αγώνες που μαζί με άλλους παράγοντες διαμόρφωσαν τον σύγχρονο χάρτη της περιοχής. Πάντα σύμφωνα με τον ίδιον τον Τσάβες, τον πρώτο καιρό της φυλάκισης του δεν είχε κατά νου να σχεδιάσει κάποια πολιτική σταδιοδρομία. Εκεί, όμως, στη φυλακή, ωρίμασε μέσα του η ιδέα ενός νέου πολιτικού ρόλου για τον εαυτό του, στην οποία δίνει και μια διάσταση «λαϊκής εντολής» όταν αφηγείται την ιστορία του ιερωμένου που τον πλησίασε στο κελί του για να του πει: «Ύψωσε το ανάστημα σου. Στους δρόμους σε θεωρούν λαϊκό ηγέτη». Στη διάρκεια της παραμονής του στη φυλακή μελέτησε πολύ, ανάμεσα σε άλλα και μαρξισμό, όμως σε όσους τον χαρακτηρίζουν σήμερα μαρξιστή απαντά ότι δεν είναι ούτε μαρξιστής ούτε αντιμαρξιστής. Ό ιδεολογικός και πολιτικός λόγος του έχει στοιχεία μπολιβαριανά, αντιιμπεριαλιστικά, αναφορές στο έθνος και την εθνική ταυτότητα, αλλά και υποστήριξης του λαού σε αντίθεση με την οικονομική ολιγαρχία. Είναι χαρακτηριστικές οι ιδέες του για το πολιτικό σύστημα, που δοκίμασε να τις εφαρμόσει και στην αναθεώρηση του Συντάγματος που έκανε αφού ανέλαβε την προεδρία το 1998. Η αναθεώρηση επικυρώθηκε με δημοψήφισμα το 1999 στο οποίο το 70% των ψηφοφόρων ψήφισαν υπέρ. Έχει, λοιπόν, μιλήσει για ένα ολοκληρωμένο πρότυπο με ολιστική οπτική «που δεν είναι απόλυτα πρωτότυπο, αλλά προήλθε από πολλές εμπειρίες και από μια μεγάλη συζήτηση που διεξήχθη στη Βενεζουέλα από το 1998, ένα μεικτό πρότυπο, το αποκαλέσαμε ουμανιστικό, αυτοδιαχειριστικό, ένα πρότυπο που εδράζεται στο πνεύμα των νόμων. Στοχεύει σε μια δημοκρατία συμμετοχική. Μιλάμε για μια νέα δημοκρατική αντίληψη, συμμετοχής και λαϊκού πρωταγωνιστισμού. Λαϊκιστής και δημαγωγός ; Είναι χειμαρρώδης και επικοινωνιακός, αρέσκεται να δίνει συνεντεύξεις, να μιλάει σε ακροατήρια, έχει δική του εκπομπή στο κρατικό ραδιόφωνο μέσα από την οποία επικοινωνεί άμεσα με τους ακροατές του. Ισχυρή προσωπικότητα, έχει σήμερα ακόμη μεγάλη δημοτικότητα μέσα στη χώρα και υποστήριξη από πολλούς σε όλη τη Λατινική Αμερική, αλλά και σφοδρούς επικριτές εντός και εκτός της Βενεζουέλας Οι επικριτές του, του έχουν απευθύνει πολλές κατηγορίες: φανατικός, αυταρχικός, δημαγωγός, καουντίγιο, επικίνδυνος, ως και τρελό τον χαρακτήρισαν. Όμως ένας χαρακτηρισμός έχει ειδικό περιεχόμενο και βαρύτητα, και αξίζει να τον εξετάσει κανείς περισσότερο. Είναι ο χαρακτηρισμός, λαϊκιστής. Γιατί ο λαϊκισμός έχει τη δική του παράδοση κατεξοχήν στη Λατινική Αμερική, όπου έχει δώσει σημαντικά ιστορικά πρότυπα, όπως ο πρόεδρος της Αργεντινής Χουάν Περόν. Ίσως την πιο συγκροτημένη κατηγορία για λαϊκισμό στον Τσάβες, όταν έγινε για πρώτη φορά πρόεδρος το 1998, την έκανε ο κατά τα άλλα εξαιρετικά αμφιλεγόμενος για τις πολιτικές πεποιθήσεις του Βάργκα Γιόσα. Είπε τότε ο Πόσα: «Ένας πολύ μεγάλος αριθμός Βενεζουελάνων υποστηρίζει το λαϊκίστικο και αυταρχικό ντελίριο του Τσάβες, αλλά αυτό δεν τον αναδεικνύει σε δημοκράτη. Αυτό απλά αποκαλύπτει την ακραία απελπισία, τη διάψευση και την ανυπαρξία πολιτικής κουλτούρας της βενεζουελανής κοινωνίας». Τέσσερα χρόνια μετά, η άποψη αυτή δεν μπορεί να στηριχθεί από τα αντικειμενικά δεδομένα. Αν ο λαϊκισμός, οποιασδήποτε απόχρωσης, δεξιάς ή αριστερής, χαρακτηρίζεται κυρίως από την εξαπάτηση των πλατιών λαϊκών στρωμάτων στη βάση μεγαλόστομων υποσχέσεων, με στόχο να συρθούν στην υποστήριξη μιας πολιτικής που στην ουσία στρέφεται εναντίον τους (είναι από αυτή την άποψη πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Περόν: την ώρα που η εργατική τάξη παραληρούσε στους δρόμους στο όνομα του, ο ίδιος έδινε διαβεβαιώσεις στους βιομηχάνους ότι μόνον αυτόν και τη διακυβέρνηση του δεν έπρεπε να φοβούνται) - τότε η κατηγορία για λαϊκισμό δεν αντιστοιχεί στην περίπτωση της πολιτείας του Τσάβες. Οι μεταρρυθμίσεις που έχει προωθήσει σε όλα τα επίπεδα [εξετάζονται σε σχετικό άρθρο του αφιερώματος] είναι σαφώς φιλολαϊκές ακόμη και αν τις κρίνει κανείς ανεπαρκείς ή προβληματικές, μη εφαρμόσιμες ή μη βιώσιμες στο μέλλον. Επίσης παρά τους ελιγμούς που κάνει, κυρίως στις διπλωματικές σχέσεις της Βενεζουέλας με τις Η ΠΑ, ο αντιιμπεριαλισμός του είναι μια σημαντική υπόθεση σήμερα που στη Λατινική Αμερική είναι σε εξέλιξη μια σειρά από βορειοαμερικανικά σχέδια υπονόμευσης των κοινωνικών αντιστάσεων και κινημάτων. Από την άλλη μεριά, όπως παρατηρεί ο γνωστός δημοσιογράφος και διανοούμενος του Εκουαδόρ Κίντο Λούκας, «Στο σημερινό πόλεμο των εικόνων, ο Τσάβες φαίνεται λαϊκιστής, ακόμη και αν το Σύνταγμα, οι νόμοι και η εξωτερική πολιτική του δεν έχουν καμία σχέση, θα μπορούσε να δεχτεί κανείς ότι το στυλ του Τσάβες προδιαθέτει για να χαρακτηριστεί λαϊκιστικό». Για να καταλάβουμε αυτό που ο Λούκας αποκαλεί το στυλ του Τσάβες, θα πρέπει να θυμηθούμε στο πλαίσιο της πολιτικής ρητορείας του, για παράδειγμα, την ευκολία με την οποία κάνει χρήση της θρησκείας για να μιλήσει πολιτικά. Βέβαια, προτείνει μια λαϊκή ερμηνεία της θρησκείας, όπου ο Ιησούς δεν είναι η βιβλική φιγούρα που δημιούργησε, όπως λέει ο Τσάβες, η εκκλησιαστική νομενκλατούρα, αλλά ο Παλαιστίνιος ξυλουργός που σταυρώθηκε επειδή ήταν επαναστάτης. Όμως ο Κίντο Λούκας κάνει μια πολύ σοβαρή παρατήρηση σε σχέση με τις κατηγορίες για λαϊκισμό που αφορούν τον Τσάβες αλλά, όπως επισημαίνει, αύριο μπορούν να τις απευθύνουν και σε άλλους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιδιώκουν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, π.χ. στον Λούλα, υποψήφιο του Κόμματος Εργαζομένων, που διεκδικεί την προεδρία της Βραζιλίας. Κύρια πηγή αυτών των κατηγοριών είναι η οικονομική ολιγαρχία. Ο Λούκας υποστηρίζει ότι οι κατηγορίες αυτές κινούνται στη βάση δύο ιδεών: «Η πρώτη ιδέα είναι ότι ο λαϊκισμός παρουσιάζεται σαν αιτία των πολιτικών και οικονομικών κακών που μαστίζουν τις λατινοαμερικάνικες χώρες. Η δεύτερη ιδέα είναι να παρουσιάσουν τις κυβερνήσεις που δεν είναι υπάκουες στις βορειοαμερικανικές πολιτικές σαν λαϊκίστικες. [...] Στη γλώσσα της εξουσίας αυτός ο "λαϊκισμός της αριστεράς"», θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ο "προθάλαμος της τρομοκρατίας"». Ας θυμηθούμε, εν προκειμένω, ότι η κατηγορία για σχέσεις με τους Κολομβιανούς αντάρτες που θεωρούνται από τις ΗΠΑ τρομοκράτες, έρχεται και επανέρχεται για τον Τσάβες. Στα τέλη του Δεκεμβρίου 2001, ο Πέτερ Ρομέρο, ειδικός του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για θέματα Λατινικής Αμερικής κατηγόρησε ευθέως την κυβέρνηση Τσάβες ότι υποστηρίζει την τρομοκρατία στην Κολομβία, στη Βολιβία και το Εκουαδόρ. Για ποια επανάσταση μιλάει ο Τσάβες; Αν όμως o Tσάβες δεν είναι λαϊκιστής, υπάρχει το ερώτημα, κατά πόσον είναι επαναστάτης. Ο ίδιος υπονοεί σαφώς κάτι τέτοιο. Χαρακτηρίζει την πολιτική του επαναστατικό κίνημα, υποστηρίζει ότι στη Βενεζουέλα είναι σε εξέλιξη μια μπολιβαριανή επανάσταση. Μάλιστα, αναφερόμενος στη λαϊκή εξέγερση της 27ης Φεβρουαρίου 1989 και το δικό του πραξικόπημα του 1992, υποστηρίζει ότι η Βενεζουέλα προηγήθηκε στην κατανόηση του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης και αντέδρασε πριν ακόμη και από την εξέγερση των Ζαπατίστας του 1994. Πώς μπορούμε να κρίνουμε αυτές τις δηλώσεις; Προφανώς εξετάζοντας τους πραγματικούς όρους κίνησης της κοινωνίας στη Βενεζουέλα σήμερα. Τα φτωχά στρώματα, που έφεραν τον Τσάβες στην προεδρική εξουσία με την ψήφο τους, είχαν εκφράσει κατ' επανάληψη με μαζικότατες διαδηλώσεις την υποστήριξη τους στο πρόγραμμα του. Όμως μέχρι το πραξικόπημα της 11ης Απριλίου η πλειονότητα της κοινωνίας ακολουθούσε τον Τσάβες, αλλά δεν ήταν αυτή το υποκείμενο των αλλαγών. Από την άλλη μεριά, έγκυροι κοινωνιολόνοι της Βενεζουέλας, όπως ο Εντγκάρντο Λάντερ ντε Φλάσκο, είχαν επισημάνει ότι υπάρχει συγκέντρωση εξουσίας στη φιγούρα του Τσάβες. θυμόμαστε όλοι την απόφαση της Εθνικής Συνέλευσης να παραχωρήσει στον Πρόεδρο το δικαίωμα να κυβερνάει με διατάγματα, μια απόφαση που σχολιάστηκε αρνητικά, παρόλο που χρησιμοποιήθηκε για να προωθηθούν φιλολαϊκοί νόμοι. Ο Κίντο Λούκας στις 12.12.2001, δυο μέρες μετά την απεργία που υποκίνησε η ολιγαρχία και οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές, παρατηρούσε: «Σίγουρα το μεγαλύτερο λάθος του Τσάβες είναι ότι δεν κατάφερε ακόμη να οργανώσει στην κοινωνία ένα συμμετοχικό μοντέλο». Απομένει να δούμε πώς θα μεταφραστεί ο ενεργός ρόλος των πλατιών λαϊκών στρωμάτων στην ανατροπή των πραξικοπηματιών, αν δηλαδή στο μέλλον θα υπάρξει πιο ενεργή και καθοριστική συμμετοχή τους στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής. Σε κάθε περίπτωση η οργάνωση ή καλύτερα η αυτοοργάνωση των μαζών προϋποθέτουν όραμα και ιδέες που να εμπνέουν και να συσπειρώνουν. Το ερώτημα είναι αν το μπολιβαριανό όραμα του Τσάβες είναι αρκετό ως προωθητική" δύναμη. Το πρόταγμα της νέας εθνικής συνεί-δησης και ταυτότητας που έχει κυριαρχήσει ως τώρα, αφού ο ίδιος ο Τσάβες στην αναθεώρηση του Συντάγματος χρησιμοποιούσε το σύνθημα «Refundar la nación» (Να επαναθεμελιώσουμε το έθνος), αφήνει αναπάντητα σειρά ερωτημάτων, που το πραξικόπημα ανέδειξε με σκληρό τρόπο. Για παράδειγμα σε αυτή την έννοια του έθνους ποια είναι η θέση των μεγαλογαιοκτημόνων ή εκείνων των τμημάτων της τοπικής ολιγαρχίας που συνδέονται με το πολυεθνικό κεφάλαιο και με τις ΗΠΑ; Τελικά σε αυτές τις πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις, πολύ περισσότερο τώρα μετά το πραξικόπημα, βρίσκονται τα σπέρματα μελλοντικών αντιπαραθέσεων που θα ωριμάσουν την κοινωνική συνείδηση. Ποιος θα είναι τότε ο ρόλος του Ούγο Τσάβες; Το μέλλον θα δείξει πόσο μπορεί να χειριστεί αυτό που εκτιμούσε ο Ντίτριχ Στέφαν ως χάρισμα του, τη διαλεκτική σκέψη, επειδή προέκτεινε τη ρήση του Κλαούζεβιτς «Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», λέγοντας ότι και η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Εννοείται ότι μιλάμε εδώ για τον κοινωνικό «πόλεμο» ενάντια στο κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Το πραξικόπημα στη Βενεζουέλα και η κρίσιμη γενικά κατάσταση στη Λατινική Αμερική απαιτεί πλατιά συσπείρωση δυνάμεων για να αντιμετωπισθεί. Αυτό δικαιώνει τον Κίντο Λούκας που επιμένει ότι η Αριστερά δεν θα πρέπει να γυρίσει τις πλάτες στον Τσάβες, αν δεν θέλει έτσι να επαναλάβει λάθη του παρελθόντος που αυτή τη φορά θα αποδειχθούν ακόμη πιο βαριά. (Το κείμενο αυτό στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στην παρακάτω αρθρογραφία: La transformación de Venezouela, una utopia possible? - Opiniones de James Petras, Ignacio Ramonet, Viviane Forrester y Richard Gott Kintto Lucas, Hugo Chavez en el laberinto del lenguaje Heinz Dieterich Steffan, Hugo Chavez, con Bolivar y el pueblo Heinz Dieterich Steffan (entrevista a Hugo Chavez), «El gobierno no esta aislado, la Revolución avanza y se profundiza» Luis Bilbao, Chavez por Chavez) Α.Ξ. Πως έφτασαν στο πολιτικο-στρατιωτικό πραξικόπημα Είχαν περάσει τρεις μήνες περίπου από τις 10 Δεκεμβρίου 2001, όταν η αντιπολίτευση και τα γραφειοκρατικά συνδικάτα δοκίμασαν με μια μεγάλη απεργία να προκαλέσουν πολιτική κρίση ενάντια στον Τσάβες που παρουσίαζε εκείνες τις ημέρες 49 νέους νόμους, ανάμεσα τους και τον νόμο για την αγροτική μεταρρύθμιση (κατάργηση λατιφούντιων). Στο διάστημα αυτό, 4 ανώτεροι αξιωματικοί του στρατού με διαδοχικές εμφανίσεις απαίτησαν την παραίτηση του Τσάβες και απείλησαν με ενδεχόμενες ανατρεπτικές κινήσεις του στρατού. Παράλληλα, συνέχισαν και κλιμάκωσαν την αντικυβερνητική τους δράση τα ιδιωτικά μαζικά μέσα ενημέρωσης, ραδιόφωνα, τηλεοπτικά κανάλια και τύπος, χωρίς να επιβληθεί καμία ποινή -την ώρα που ο Τσάβες χαρακτηριζόταν επικίνδυνος ή τρελός, ούτε κανένα μέτρο λογοκρισίας. Στα τέλη Μαρτίου, η αντιπολίτευση και τα συνδικάτα που ελέγχει εξαγγείλαν απεργίες στις πετρελαϊκές επιχειρήσεις και στους τομείς της υγείας και εκπαίδευσης. Απείλησαν μάλιστα με γενική απεργία που θα παρέλυε τη χώρα. Οι εργαζόμενοι στην πλειονότητα τους δεν έδειξαν να «ενθουσιάζονται» από αυτές τις εξαγγελίες. Η απεργία που επιχειρήθηκε τελικά στις 9 Απριλίου στις πετρελαϊκές επιχειρήσεις κατέληξε σε εκτεταμένες συγκρούσεις οπαδών και αντιπάλων της κυβέρνησης. Την επομένη και μεθεπομένη οι συγκρούσεις εντάθηκαν, ελεύθεροι σκοπευτές χτύπησαν εν ψυχρώ μες στο πλήθος, γενικά στήθηκε ένα σκηνικό ανατροπής που, με τη βοήθεια και ορισμένων τμημάτων του στρατού, επέβαλε ένα πολιτικο-στρατιωτικό πραξικόπημα που άντεξε 48 ώρες. Ο Τσάβες επανήλθε στη προεδρία της χώρας, αλλά τα ερωτήματα που τον συνόδευαν στις 10 Απριλίου, συνεχίζουν να αιωρούνται και σήμερα. Τελικά, τι συμβαίνει στη Βενεζουέλα; Ποιος απειλεί ποιον, με ποιον τρόπο, πώς; Τι προοπτικές έχει το μπολιβαριανό σχέδιο του Τσάβες και ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις της αντιπολίτευσης; Αλλαγές στη νομοθεσία και μέτρα ανακούφισης των φτωχών Από την αναθεώρηση του Συντάγματος και τον νόμο για την αγροτική μεταρρύθμιση, μέχρι τον νόμο για την αλιεία και τις απόπειρες πιο στενού ελέγχου στον τομέα του πετρελαίου προς όφελος του δημοσίου - κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η κυβέρνηση Τσάβες προώθησε τα τελευταία τέσσερα χρόνια μια σειρά αποφασιστικών μέτρων αλλαγής της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στη χώρα. Καθόλου απλή περίπτωση αν αναλογιστούμε ότι στη Βενεζουέλα το ποσοστό φτώχειας είναι 80%, ο πληθωρισμός μέχρι το 1998 ήταν εκτός ελέγχου, η οικονομική ανάπτυξη αρνητική. Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, επί Τσάβες, ο πληθωρισμός μειώθηκε και σημειώθηκαν θετικά ποσοστά ανάπτυξης. Η κυβέρνηση προώθησε σειρά επιμέρους μέτρων στον τομέα της εκπαίδευσης -1 εκατομμύριο παιδιά των εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων μπήκαν για πρώτη φορά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση- ή στον τραπεζικό τομέα, όπου ιδρύθηκε ειδική τράπεζα για να χρηματοδοτεί τις γυναίκες του λαού που θα ήθελαν να στήσουν επιχειρήσεις. Μέτρα πάρθηκαν για να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής, να πουληθούν π.χ. φτηνά τα προϊόντα διατροφής σε μεγάλες λαϊκές αγορές, σχεδόν στην τιμή κόστους, μια κίνηση στην οποία χρησιμοποιήθηκε και ο στρατός που μετέφερε τα αγροτικά προϊόντα από τους τόπους παραγωγής, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ο Τσάβες ότι έτσι στρατιωτικοποιεί τη δημόσια ζωή! Αυτά και άλλα μέτρα ανακούφισαν σε ένα βαθμό τους φτωχούς της χώρας, έδειξαν ότι το πολιτικό πρόγραμμα του Τσάβες δεν ήταν απλή ρητορεία, ούτε ένα καλό επικοινωνιακό πρόσχημα. Ωστόσο, τα μεγάλα μεγέθη στην οικονομία δεν τροποποιήθηκαν στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημά της τετραετίας Η ολιγαρχία του πλούτου δεν έχασε κανένα από τα προνόμια της, δεν άλλαξε ουσιαστικά το καθεστώς των πολυεθνικών που επενδύουν στη χώρα, δεν έγινε κάποια ριζική αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων είτε μέσω της αλλαγής της φορολογίας είτε με ριζική αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Ακόμη πιο κρίσιμο, λίγα πράγματα επιτεύχθηκαν όσον αφορά τη διαφοροποίηση των αγορών στις οποίες η Βενεζουέλα πουλάει τον μαύρο χρυσό της, το πετρέλαιο. Εξακολουθεί και είναι η τρίτη σε σειρά προμηθεύτρια των ΗΠΑ, άρα η οικονομία της εξαρτιέται από την αγορά των ΗΠΑ ουσιαστικά, ενώ οι κινήσεις του Τσάβες μέσα στον ΟΠΕΚ για μια ενδεχόμενη αύξηση της τιμής του πετρελαίου που θα έφερνε περισσότερα έσοδα στο Δημόσιο της Βενεζουέλας, δεν βρήκαν ανταπόκριση στις αραβικές χώρες. Τα όρια των μεταρρυθμίσεων Αν συμφωνήσουμε ότι η αγροτική μεταρρύθμιση που καταργεί το λατιφούντιο, είναι η πιο σοβαρή μεταρρύθμιση που πήρε τη μορφή νόμου, χρειάζεται να δούμε τους αντικειμενικούς περιορισμούς και αυτού του μέτρου. Υπάρχουν οι κριτικές φωνές που είχαν επισημάνει εξαρχής ότι μια ριζική αγροτική μεταρρύθμιση με τις συνθήκες που υπήρχαν στη Βενεζουέλα ήταν ανέφικτη. «Σε όλη τη λατινοαμερικάνικη ιστορία καμιά συνταγματική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να φέρει σε πέρας μια σοβαρή αγροτική μεταρρύθμιση, χωρίς να ανατραπεί από την εθνική ολιγαρχία. Οι μοναδικές αγροτικές μεταρρυθμίσεις άξιες του ονόματος τους* έγιναν στη διάρκεια επαναστατικών διαδικασιών, όπως στο Μεξικό, στην Κούβα, στη Νικαράγουα. Η Βενεζουέλα δεν ξεφεύγει από αυτή τη λατινοαμερικάνικη λογική» (Χάινς Ντίτριχ Στέφαν, 31.12.2001). Ανεξάρτητα από τις προθέσεις άλλωστε του Τσάβες και της κυβέρνησης του, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι τα όρια της «εθνικής» οικονομικής ανάπτυξης έχουν πια αλλάξει δραματικά στη Λατινική Αμερική και όχι μόνο. Η οικονομική ολοκλήρωση που προωθούν οι Η ΠΑ με την ALCA δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αυτονομία στα σχέδια οικονομικής ανάπτυξης. Είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστικές οι αντιφάσεις του ίδιου του Τσάβες και οι παλινωδίες του όσον αφορά την ALCA, ακριβώς επειδή αντανακλούν την αντικειμενική πίεση. Έτσι, αρχικά αμφισβήτησε τη δυνατότητα οικονομικής ολοκλήρωσης χωρών με εξαιρετικά διαφορετικά οικονομικά επίπεδα ανάπτυξης. Στις αρχές του 2001 είπε ότι θα έκανε δημοψήφισμα στη Βενεζουέλα για το θέμα της ALCA. Στη Σύσκεψη Κορυφής των χωρών της Αμερικής (εκτός της Κούβας) που τέθηκε υπό ψήφιση η ALCA, ψήφισε υπέρ με επιφυλάξεις κυρίως για την ημερομηνία εφαρμογής της, δηλαδή το 2005. Πρότεινε μάλιστα να ενσωματωθεί ο όρος της «συμμετοχικής δημοκρατίας», ως δημοκρατική ρήτρα για τις χώρες της ALCA, κάτι που έμεινε στο επίπεδο της ευχής. Πριν μερικούς μήνες, δήλωσε ότι η ALCA δεν αποτελεί λύση για τη Λατινική Αμερική, ότι η Λατινική Αμερική πρέπει να αναζητήσει δικούς της δρόμους περιφερειακής ολοκλήρωσης και συνεργασίας. Γεγονός που ενέτεινε τις ανησυχίες στις Η ΠΑ για πιθανό άξονα Βραζιλίας-Βενεζουέλας κατά της ALCA (με το σοβαρό ενδεχόμενο να πάρει τις προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία το Κόμμα των Εργαζομένων-ΡΤ). Παρ' όλ' αυτά, και μια περιφερειακή οικονομική συνεργασία στη νότιο Αμερική θέτει εξίσου σοβαρά ερωτήματα: ποιες θα ήταν οι κινητήριες δυνάμεις της σε επίπεδο οικονομίας (τα μικρά τοπικά κεφάλαια ενάντια στις πολυεθνικές;), τι δυναμική θα είχε, ποιο όφελος για τους λαούς και εν τέλει ποιες πολιτικές δυνάμεις θα την επιχειρούσαν. Ειδικά μετά την κατάρρευση της Αργεντινής, είναι φανερό ότι τα προβλήματα έχουν πολλαπλασιαστεί, και οι σκέψεις για περιφερειακές ολοκληρώσεις είναι έτσι κι αλλιώς αντιμέτωπες με την πραγματικότητα της δολαριοποίησης και των σκληρών μέτρων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Έχοντας όλα αυτά τα δεδομένα μάλλον υπόψη του, ο Τζέιμς Πέτρας έκανε στο φετινό Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε την εκτίμηση ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν από μόνες τους να αποτελέσουν δρόμο σωτηρίας για τις κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής που βουλιάζουν κάτω από το βάρος δραματικών κοινωνικών προβλημάτων. Πολιτική εξουσία: το μεγάλο διακύβευμα Σε κάθε περίπτωση, πάντως, στη Βενεζουέλα, βλέπουμε ότι και μόνον αυτές οι περιορισμένες μεταρρυθμίσεις και μόνο η ψήφιση του νόμου για την κατάργηση του λατιφούντιου ή η προσπάθεια να αλλάξει η διοίκηση της εθνικο-ποιημένης από το 1976 εταιρείας πετρελαίου -προκαλούν τη λυσσασμένη αντίδραση της ολιγαρχίας. Τις παραμονές του πραξικοπήματος η ολιγαρχία, όπως αποδεικνύεται, έκανε εντατικές προσπάθειες για να επανακτήσει το κρίσιμο πεδίο: την πολιτική εξουσία της χώρας. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης προσπάθησαν να ανασυγκροτηθούν και να οργανώσουν τις κοινωνικές βάσεις στήριξής τους. Έγιναν προσπάθειες συντονισμού με αποσταθεροποιητικές δυνάμεις των ΗΠΑ, του Μαϊάμι. Γενικά υπήρχε η αίσθηση ότι οι ΗΠΑ ζητούσαν πειστικές αποδείξεις για να παρέχουν μια πιο αποφασιστική υποστήριξη. Ο Τσάβες τους είναι ανεπιθύμητος αλλά έχει κερδίσει και δυο προεδρικές εκλογές. Αλλά και στα κόμματα της αντιπολίτευσης, στα ιδιωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα επίσημα συνδικάτα που ακολουθούν την αντιπολίτευση αλλά και στην ηγεσία της καθολικής εκκλησίας, φαίνεται ότι τον τόνο τον έδιναν εκείνοι που ήθελαν την ανατροπή του Τσάβες αλλά δεν ήθελαν, όπως έλεγαν οι ίδιοι, να φτιάξουν έναν ακόμη «μάρτυρα», όπως στην περίπτωση Αλιέντε. Η αποτυχία του πραξικοπήματος είναι βέβαιο ότι θα γεννήσει δεύτερες σκέψεις και στις δύο πλευρές. Σε εκείνους που το επιχείρησαν και στους υποστηρικτές του Τσάβες. Ανεξάρτητα από τις τακτικές που θα χαράξουν οι μεν και οι δε για το μέλλον τους, πρέπει να έχουμε υπόψη ορισμένες αντικειμενικές παραμέτρους που καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το παιχνίδι της εξουσίας. Ένα πρώτο ζήτημα είναι ο κρατικός διοικητικός μηχανισμός της χώρας, όπου στα τέσσερα χρόνια της προεδρίας του Τσάβες έγιναν ελάχιστες αλλαγές ακόμη και στο επίπεδο των προσώπων που τον στελεχώνουν. Έγκυροι αναλυτές, όπως η Μάρτα Χάνεκερ, επισημαίνουν ότι αντικειμενικό εμπόδιο είναι η ίδια η διοικητική δομή της Βενεζουέλας. Η κεντρική κυβέρνηση εξαιτίας της αποκέντρωσης που ισχύει στη χώρα, δεν έχει δικούς της κάθετους μηχανισμούς ελέγχου. Κάθε επαρχία είναι σαν ένα μικρό φέουδο που λειτουργεί χωρίς συνοχή σε σχέση με τις άλλες, ακόμη και αν οι τοπικές αρχές ανήκουν στο ίδιο κόμμα. Υπάρχουν συνολικά 17 κυβερνήτες που ανήκουν στο Κίνημα της Πέμπτης Δημοκρατίας του Τσάβες, αλλά αρκετές φορές ενεργούν για λογαριασμό τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους τσαβικούς δημάρχους. Το κράτος λειτουργεί κάθετα κυρίως μέσω των στρατιωτικών δομών. Αυτό το αξιοποίησε και ο Τσάβες με το Proyecto Bolívar 2000 (σχέδιο μεταφοράς φτηνών αγροτικών προϊόντων στις αγορές, που στην υλοποίηση του χρησιμοποιήθηκαν στρατιωτικές δυνάμεις). Ανασυγκρότηση πριν την τελική σύγκρουση Αντιμέτωποι με αυτά τα προβλήματα, ο Τσάβες και οι δυνάμεις του Πατριωτικού Πόλου (ο συνασπισμός που τον έφερε στην προεδρία) είχαν προχωρήσει το τελευταίο χρονικό διάστημα σε κινήσεις που αποβλέπανε στην εξασφάλιση πολιτικής υπεροχής. Στις 7 Μαΐου 2001, ο Τσάβες έθεσε δημόσια την ανάγκη επανίδρυσης του Movimiento Revolucionario Bolivariano (MBR-200) και κάλεσε αναγνωρισμένους αγωνιστές των κομμάτων της Αριστεράς όπως τον Πάμπλο Μεδίνα, γενικό γραμματέα του Patria Para Todos (ΡΡΤ), ή τον Γκιγιέρμο Γκαρσία Πόνσε, πρώην κομουνιστή ηγέτη, να συμβάλουν στη δημιουργία μαζικού κινήματος. Έγιναν αλλαγές υπουργών, τυπικά συγκροτήθηκαν οι μπολιβαριανοί κύκλοι (μορφή οργάνωσης της κοινωνικής βάσης της κυβερνητικής πλειοψηφίας), και σχηματίστηκε ένα πολιτικό κέντρο, η Πολιτική Διοίκηση της Επανάστασης, στην οποία συμμετέχουν όλα τα κόμματα και οι οργανώσεις που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, κυβερνήτες και δήμαρχοι της συμπολίτευσης και ο ίδιος ο Τσάβες. Ωστόσο η απόπειρα πραξικοπήματος έδειξε ότι η αναμέτρηση αντιπολίτευσης-Τσάβες για την πολιτική εξουσία βάζει στο επίκεντρο τους εργαζόμενους των πιο προωθημένων τομέων της παραγωγής: πετρέλαιο, ατσάλι, ηλεκτρισμός. Όπως είναι γνωστό, το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα που είναι αντίθετο με τον Τσάβες μόλις συσπειρώνει το 12% των μισθωτών της χώρας. Όμως και ο Τσάβες δεν έχει μεγαλύτερη οργανωμένη βάση στους εργαζόμενους. Είναι χαρακτηριστικό ότι έκανε δημοψήφισμα για να αλλάξει το καθεστώς των γραφειοκρατικών συνδικάτων, και το κέρδισε μόνο επειδή στη Βενεζουέλα δεν υπάρχει προς τα κάτω όριο συμμετοχής για την εγκυρότητα ενός δημοψηφίσματος. Η αποχή ήταν τεράστια, άγγιζε το 70%. Σήμερα, μετά και το πραξικόπημα, έγινε ολοφάνερο ότι με τέτοιες καθυστερήσεις και ελλείμματα, τα βήματα του Τσάβες και του πολιτικού σχεδίου του θα είναι πάντα αβέβαια. Η ιστορική στιγμή είναι κρίσιμη. Ο Ντίτριχ Στέφαν, ήδη στις 10 Δεκεμβρίου του 2001, μίλησε για τέλος της ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα στο μπολιβαριανό σχέδιο και το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Χωρίς αποφασιστική στήριξη σε ένα οργανωμένο κοινωνικό "κίνημα με σαφή μέτωπα ενάντια στις επεμβάσεις των ΗΠΑ και τη ληστεία της τοπικής ολιγαρχίας και των πολυεθνικών, η κυβέρνηση του Τσάβες δεν θα μπορέσει να κρατήσει τις ισορροπίες για πολύ καιρό. Αλλά γι' αυτό χρειάζεται και αντίστοιχη κοινωνική πολιτική πιο ριζικών μεταρρυθμίσεων και ανατροπών, που δεν είναι βέβαιο ότι χωράει σε εξαγγελίες για «εθνικό διάλογο» και «ενότητα και συμφιλίωση στη Βενεζουέλα». Α.Ξ. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ Σάββατο 6 Απριλίου • Η Γενική Συνομοσπονδία Εργαζομένων καλεί γενική απεργία υποτίθεται με μισθολογικά αιτήματα για την Τρίτη 9 Απριλίου. Την απεργία υποστηρίζει και η Ένωση Επιχειρηματιών της χώρας. Κυριακή 7 Απριλίου • Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Ούγο Τσάβες ανακοινώνει την αντικατάσταση επτά υψηλόβαθμων στελεχών της Κρατικής Εταιρείας Πετρελαίου της χώρας επειδή είχαν έρθει σε σύγκρουση με τη διοίκηση που είχε ορίσει η κυβέρνηση από τις 16 Μαρτίου. • Την ίδια ημέρα ο Τσάβες αποφασίζει αύξηση 20% στους κατώτερους μισθούς που θα ίσχυε από την 1η Μαΐου. Η Ένωση Επιχειρηματιών δηλώνει ότι συγκατατίθεται με την απόφαση. Δευτέρα 8 Απριλίου • Στρατιωτικοί εγγυώνται την ασφάλεια της απεργίας στην Κρατική Εταιρεία Πετρελαίου και εμφανίζονται σε κέντρα παραγωγής για να υποστηρίξουν τα διοικητικά στελέχη που απεργούν. • Η κυβέρνηση αρχίζει τη μετάδοση εκπομπών από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση για να αντιμετωπίσει τις εντυπώσεις από την απεργία. Τρίτη 9 Απριλίου • Η κυβέρνηση μεταδίδει 16 διαφορετικές εκπομπές στο ραδιόφωνο που εμποδίζουν τα ιδιωτικά μέσα να προπαγανδίζουν την απεργία. • Αρχίζει η γενική απεργία με μια σημαντική μείωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Η κυβέρνηση λέει ότι η απεργία απέτυχε. • Η Γενική Συνομοσπονδία Εργαζομένων παρατείνει για 24 ώρες τη γενική απεργία Τετάρτη 10 Απριλίου • Η κυβέρνηση θέτει σε επιφυλακή τις στρατιωτικές φρουρές. • Η Γενική Συνομοσπονδία Εργαζομένων απειλεί με κήρυξη απεργίας διαρκείας. • Ο αρχηγός της Εθνοφρουράς, Ραφαέλ Μπουστίγιο, παρακαλεί τους στρατιωτικούς να μη χρησιμοποιήσουν βίακατά των απεργών. • Η Γενική Συνομοσπονδία Εργαζομένων και η Ένωση Επιχειρηματιών κηρύσσουν γενική απεργία διαρκείας με στόχο την εκδίωξη του Τσάβες από την εξουσία. Πέμπτη 11 Απριλίου 10.00 Αρχίζει μεγάλη συγκέντρωση στην έδρα της Κρατικής Εταιρείας Πετρελαίου στο Καράκας. 12.30 Η Γενική Συνομοσπονδία Εργαζομένων και ο πρόεδρος της Ένωσης Επιχειρηματιών, Πέδρο Καρμόνα, βαδίζουν επικεφαλής μιας διαδήλωσης προς το προεδρικό μέγαρο του Μιραφλόρες για να ζητήσουν την παραίτηση του Τσάβες. 14.30-18.00 Γύρω από το Μιραφλόρες εξελίσσονται συγκρούσεις μεταξύ υπερασπιστών και αντιπάλων του Τσάβες, ανταλλάσσονται πυροβολισμοί. Οι νεκροί ανέρχονται σύμφωνα με ορισμένους στους 12 και σύμφωνα με άλλους στους 24, υπάρχουν και 110 τραυματίες. 15,45-17.15 Τελευταίο προεδρικό μήνυμα του Τσάβες, στο οποίο υποστηρίζει τον διάλογο και χαρακτηρίζει «ανεύθυνους» εκείνους που κήρυξαν την απεργία. 17.30 Δυνάμεις από το στρατόπεδο Τιούνα του Καράκας καταλαμβάνουν τη γύρω περιοχή του στρατοπέδου, τοποθετούν τανκς στην είσοδο και αποκλείουν τον νότιο περιφερειακό αυτοκινητόδρομο, απομονώνοντας έτσι το Καράκας από αυτή την πλευρά. 19.00 Μια δεκάδα στρατηγών της Εθνοφρουράς με επικεφαλής τον στρατηγό Έκτορ Ραμίρες ζητούν από τη στρατιωτική ηγεσία να μη συνεχίσει να αναγνωρίζει ως πρόεδρο τον Τσάβες. 21.20 Ένα κονβόι από τανκς και καμιόνια με 200 άντρες κατευθύνεται από το στρατόπεδο Τιούνα προς το Μιρα-φλόρες για να υποστηρίξει τον Τσάβες. 21.27 Η ανώτατη διοίκηση του στρατού καταγγέλλει τον Τσάβες για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά των πολιτών. 21.50 Από την επίσημη κυβέρνηση οι δολοφονίες αποδίδονται στην οργάνωση Κόκκινη Σημαία που είναι εχθρός του τσαβισμού. 22.00 Η κρατική τηλεόραση καταλαμβάνεται από αντιπάλους του Τσάβες και σταματάει τις εκπομπές της. 23.50 Η πολιτική αστυνομία δεν αναγνωρίζει ως πρόεδρο τον Τσάβες. Παρασκευή 12 Απριλίου 1.10 Τα μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν ότι ο Τσάβες παραδόθηκε στους πραξικοπηματίες στρατιωτικούς. 3.10 Το ναυτικό προσχωρεί στη στρατιωτική εξέγερση. 4.00 Ο Τσάβες κρατείται στο στρατόπεδο Τιούνα για να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη για τη σφαγή της Πέμπτης. 4.51 Ο πρόεδρος της Ένωσης Επιχειρηματιών Καρμόνα ορκίζεται πρόεδρος μιας μεταβατικής πολιτικο-στρατιωτι-κής κυβέρνησης. Αναγγέλλει εκλογές σε ένα χρόνο και αντικαθιστά όλους τους επικεφαλής των κρατικών θεσμών. Σάββατο 13 Απριλίου 12.30 Υποστηρικτές του Τσάβες διαδηλώνουν στο Καράκας. Οι διαδηλώσεις και συγκρούσεις γενικεύονται στη διάρκεια της ημέρας στο Καράκας και σε άλλες πόλεις της Βενεζουέλας. 13.34 Ο στρατηγός Ραούλ Μποντέλ στασιάζει με μια ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών στο Μαρακαΐ υπέρ του Τσάβες. 16.37 Ο στρατηγός Εφρέν Βάσκες, αρχηγός του Στρατού Ξηράς, δηλώνει ότι η προσωρινή κυβέρνηση έχει κάνει λάθη και θέτει όρους για να συνεχίσει την υποστήριξη της. 17.11 Ο Καρμόνα ανακοινώνει διορθωτικές κινήσεις στις αποφάσεις της Παρασκευής και αποκαθιστά τις κρατικές εξουσίες. 17.53 0 πρώην πρόεδρος της Βουλής στο όνομα του κοινοβουλίου χαρακτηρίζει μη νόμιμη την προσωρινή κυβέρνηση. 20.12 Στελέχη της κυβέρνησης του Τσάβες μεταδίδουν μέσω της κρατικής Τηλεόρασης ότι ελέγχουν το προεδρικό μέγαρο. 22.11 0 αντιπρόεδρος του Τσάβες, Ντιοσντάτο Καμπέγιο, αναλαμβάνει την προεδρία ενώπιον του προέδρου της Βουλής. 22.12 0 Καρμόνα παραιτείται και αναγνωρίζει τον Καμπέγιο. 2.50 Ο Τσάβες μεταφέρεται με ελικόπτερο στο Μιραφλόρες όπου ο Καμπέγιο του παραδίδει την προεδρία της Βενεζουέλας. Αυτοί ανέτρεψαν τον Τσάβες... Αντιπροσώπευε την κυβέρνηση που περισσότερο από οποιανδήποτε άλλη σε όλο τον κόσμο είχε επιδοκιμασθεί εκλογικά Σε οκτώ περιπτώσεις, ο λαός της Βενεζουέλας είπε «ναι» στον Ούγο Τσάβες. «Οι ινδιάνικες πατούσες», όπως του αρέσει να αποκαλεί τους «μικρούς» των ανώτερων τάξεων του Καράκας, δεν είχαν καμιά αμφιβολία ότι τον Δεκέμβριο του 1998 είχε φτάσει η ώρα των από κάτω, αυτών που δεν ψηφίζουν μόνο αλλά και εκλέγουν. Στο σημείο αυτό βρισκόταν ακριβώς η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια δημοκρατία περιορισμένη και υπό έλεγχο (όπως ήταν η δημοκρατία του Κάρλος Αντρες Πέρες και του Καλντέρα) και σε εκείνη την άλλη που διακήρυσσε ότι ήταν συμμετοχική, λαϊκή, ότι είχε αναδυθεί από τους δρόμους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα κόμματα της ολιγαρχίας, η Δημοκρατική Δράση (AD) η το COPEI, ή οι δεξιοί σοσιαλχριστιανοί, από την ίδια ημέρα που ηττήθηκαν στις εκλογές, άρχισαν να συνωμοτούν για να προκαλέσουν αυτό που συνέβη. ΤΟΝ ΤΣΑΒΕΣ ΤΟΝ ΑΝΕΤΡΕΨΑΝ πρώτα και κύρια οι πολυεθνικές εταιρείες του πετρελαίου που είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η βορειοαμερικανική διοίκηση είχε, λίγο πριν από τον Δεκέμβριο του 1998, την πεποίθηση ότι ο μπολιβαριανός ηγέτης δεν θα μπορούσε να νικήσει στις εκλογές και υπολόγιζαν ότι ο μοναδικός υποψήφιος της ολιγαρχίας (ο Ουμπέρτο Σάλας Ρομέρ) θα τους εξασφάλιζε θεμελιώδεις παροχές για τα συμφέροντα τους: την ιδιωτικοποίηση της Κρατικής Εταιρείας Πετρελαίου της Βενεζουέλας, η οποία μεταξύ των άλλων είναι ο τρίτος σε σειρά προμηθευτής σε «μαύρο χρυσό» των Βορειοαμερικανών. Το δίχως άλλο, ο εκλογικός θρίαμβος του Τσάβες κατακρήμνισε τις μονοπωλιακές επιθυμίες. Ο Τσάβες όχι μόνο δεν υποχώρησε στις πιέσεις εκείνων που ήθελαν ιδιωτικοποιήσεις, αλλά υπεράσπισε για τη Βενεζουέλα την τιμή του πετρελαίου, ξανάδωσε σφρίγος στον ΟΠΕΚ και μετέτρεψε αυτόν τον οργανισμό σε ένα ισχυρό όργανο αυτοάμυνας των χωρών που δεν ευθυγραμμίζονται με την ιμπεριαλιστική στρατηγική που κατευθύνεται από την Ουάσιγκτον. Το βενεζουελάνικο πετρέλαιο χρησιμοποιήθηκε τα τρία τελευταία χρόνια με επαναστατικό τρόπο για να διευκολύνει την οικονομική ανάπτυξη των πιο αδύναμων τομέων της χώρας (ξανάνοιξαν σχολεία που είχαν κλείσει από τις προηγούμενες κυβερνήσεις λόγω των «ελλειμμάτων του προϋπολογισμού», κατασκευάστηκαν λαϊκά σπίτια που δόθηκαν σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή, επισκευάστηκαν νοσοκομεία που είχαν εγκαταλειφθεί από τους εντολοδόχους της Δημοκρατικής Δράσης και του COPEI, θεσπίστηκαν πιστώσεις για να ενθαρρυνθούν στόχοι στον αγροτικό τομέα). Επίσης, όμως, με αυτό το πετρέλαιο στα χέρια του λαού και όχι της Σελ, της Έξον, της Έσο και της ΓΙΟΥΝΟΚΑΛ, όπως θα γίνει σίγουρα από αυτή τη στιγμή, δόθηκε βοήθεια σε χώρες που δεν το έχουν ή σε οικονομίες που αδυνατούν να το αποκτήσουν. Από αυτή την ίδια στιγμή, η αντιμπολιβαριανή συνωμοσία άρχισε να επηρεάζει τα εκτελεστικά στελέχη της Κρατικής Εταιρείας Πετρελαίου της Βενεζουέλας (ειδικά αυτούς που είχαν τις μεγαλύτερες αποδοχές στην επιχείρηση) και πέτυχε σε λίγο χρόνο να αναδυθεί από εκεί η υπονομευτική και πραξικοπηματική θρυαλλίδα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα σημερινά γεγονότα ξεκίνησαν ακριβώς στην κρατική επιχείρηση, με μια γενική απεργία των διευθυντών, με σαμποτάζ στην παραγωγή, με εκκλήσεις - που μεταδόθηκαν από όλα τα μέσα ενημέρωσης- για μποϊκοτάρισμα της ελεύθερης αγοράς μιας τόσο θεμελιακής για τη χώρα υπόθεσης. Και τα κατάφεραν. ΤΟΝ ΤΣΑΒΕΣ ΤΟΝ ΑΝΕΤΡΕΨΑΝ οι μεγάλες τράπεζες, ακριβώς εκείνες που μια «μαύρη Παρασκευή» που όλοι θυμούνται, εδώ και πολλά χρόνια, σήκωσαν όλα τα λεφτά από τα χρηματοκιβώτια τους -όπως έκαναν τώρα στην Αργεντινή - και κατέστρεψαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Βενεζουέλας ατιμωρητί. Είναι οργανισμοί που στη διάρκεια της τσαβικής προεδρίας έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν για να ακρωτηριάσουν μια πολιτική ανεξάρτητης βιομηχανικής ανάπτυξης και συνωμότησαν με τις μεγάλες χρηματιστικές πολυεθνικές για να πνίξουν τις προσπάθειες της κυβέρνησης να ξεμπλοκάρει το εξωτερικό χρέος. ΤΟΝ ΤΣΑΒΕΣ ΤΟΝ ΑΝΕΤΡΕΨΑΝ τα αντικουβανικά «σκουλήκια» του Μαϊάμι, κυρίως, οι άνθρωποι του Αμερικανοκουβανικού Εθνικού Ιδρύματος, που διευθύνει ο γιος του μακαρίτη Μας Κανόσα, που δεν προμήθευσαν μόνο δολάρια για την εκλογική καμπάνια του Σάλας Ρομέρ, αλλά από μακριά ενίσχυσαν με τα εκατομμύρια τους τους αντιτσαβικούς κύκλους στα μέσα ενημέρωσης για να γενικεύσουν μια δόλια καμπάνια στηριγμένη στο ψέμα ενάντια στην μπολιβαριανή κυβέρνηση. Στρατηγική στην οποία εντάχθηκαν πρόσωπα ενός πεισματώδους αντικομουνισμού, όπως ο Κουβανός Σαλβαδόρ Ρομανί και ο Βορειοαμερικανός ρατσιστής Λίντον Λαρούς, όταν πριν από δυο μήνες συναντήθηκαν στη Δομινικανή Δημοκρατία με τον πρώην πρόεδρο Κάρλος Αντρες Πέρες και με τα στελέχη της Ένωσης Επιχειρηματιών και της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργαζομένων της Βενεζουέλας, τον Πέδρο Καρμόνα και τον Κάρλος Ορτέγκα, αντίστοιχα. Εκεί αποφάσισαν «το πότε και το πώς» των αποσταθεροποιητικών και πραξικοπηματικών ενεργειών, και εκεί καθορίστηκε ότι «ο νέος πρόεδρος μιας μεταβατικής κυβέρνησης» θα ήταν ο επικεφαλής της Ενώσεως Επιχειρηματιών, όπως και έγινε τελικά. Σε αυτή τη συνάντηση συμμετείχαν και διάφοροι βουλευτές του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ και ο πρώην σύμβουλος του υπουργείου Εσωτερικών, ο θορ Χάλβορσεν. Ό,τι είχε συμβεί από καιρό δεν άφηνε περιθώριο για αμφιβολίες: εργοδοτική απεργία στις 10 του περασμένου Δεκεμβρίου την οποία οργάνωσε η Ένωση Επιχειρηματιών και μια σταθερή και κλιμακούμενη επίθεση από τους διεφθαρμένους συνδικαλιστές της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργαζομένων που κατέληξαν στο τωρινό πραξικόπημα. ΤΟΝ ΤΣΑΒΕΣ ΤΟΝ ΑΝΕΤΡΕΨΑΝ τα μέσα ενημέρωσης. Όχι μόνο οι εφημερίδες «Ελ Ουνιβερσάλ» και «Ελ Νάσιοναλ» και τα ραδιόφωνα και τα τηλεοπτικά κανάλια με τις καθημερινές αποσταθεροποιητικές εκπομπές τους, αλλά επίσης ο «μεγάλος διεθνής τύπος» που κατευθύνεται από τις ΗΠΑ. Το έκαναν στη διάρκεια αυτών των τριών χρόνων αλλά με επιτάχυνση τους τελευταίους μήνες στηριγμένα στην παντοδυναμία της εξουσίας τους. Έτσι η επίθεση απόκτησε απίστευτα χαρακτηριστικά εχθρικής επιδρομής και χειραγώγησης. Αυτά τα «γεράκια» της ενημέρωσης αξιοποίησαν με τη σειρά τους την αδυναμία που προκύπτει όταν η διακυβέρνηση γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της ευλογημένης δημοκρατίας, και έτσι μπόρεσαν να δυσφημούν, να παρερμηνεύουν και να αποσιωπούν τις θετικές πράξεις της κυβέρνησης και να απαιτούν κατά παράδοξο τρόπο την ελευθερία της έκφρασης «που καταστρατηγούσε ο τσαβικός αυταρχισμός». Αυτά τα μέσα ενημέρωσης ήταν -όπως το κατήγγειλε ο Τσάβες στον τελευταίο λόγο του- ο χειρότερος εχθρός. Όπως και το κλίμα του μίσους που γενίκευσε με τις ίντριγκες της η πρεσβεία των ΗΠΑ. Σημ.: Το άρθρο αυτό, που απόσπασμα του παρουσιάζουμε, γράφτηκε λίγες ώρες μετά το πραξικόπημα. (μετάφραση: Α.Ξ.) Το πετρέλαιο στην οικονομία της Βενεζουέλας. Η Βενεζουέλα είναι από τα ιδρυτικά μέλη του ΟΠΕΚ και το πετρέλαιο είναι η βάση της βενεζουελάνικης οικονομίας, δεδομένου ότι πάνω από το 70% των εσόδων από εξαγωγές προ-έρχονται από τον πετρελαϊκό τομέα. Κατά τη διάρκεια του 1997 εξήχθησαν κάπου 1,2 δισ. βαρέλια, ενώ τα συνολικά αποθέματα της χώρας εκτιμώνται σχεδόν στα 65 δισ. βαρέλια. Αυτό σημαίνει ότι το πετρέλαιο θα εξακολουθήσει να αποτελεί σημαντική πηγή πλούτου για τις επόμενες δεκαετίες. Η εξαγωγή του πετρελαίου γίνεται κυρίως στις λεκάνες Μπαρίνας-Απούρε και Οριεντάλ και κατευθύνεται προς τις ΗΠΑ (70% των συνολικών εξαγωγών), τη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη. Οικονομικό ενδιαφέρον έχουν όμως και τα πετρέλαια της ζώνης του Ορινόκο, που τα προσεχή χρόνια προβλέπεται να αποτελέσουν αντικείμενο εντατικής εκμετάλλευσης. Το 1976 εθνικοποιήθηκε η πετρελαϊκή βιομηχανία και την αποκλειστική εκμετάλλευση των κοιτασμάτων την έχει η Ανώνυμη Εταιρεία Πετρελαίων της Βενεζουέλας (PDVSA)που δραστηριοποιείται τόσο στην εξόρυξη όσο και στη διύλιση και στην πετροχημική βιομηχανική δραστηριότητα. Η PDVSA έχει επίσης μονάδες επεξεργασίας και διάθέσης του πετρελαίου στις ΗΠΑ, στο Κουρασάο, στη Γερμανία, στο Βέλγιο και στην Ελβετία. Τις τελευταίες δεκαετίες, έγινε μια προσπάθεια να αναπτυχθούν και άλλοι εξαγωγικοί κλάδοι, πέρα από το αργό πετρέλαιο, όπως σίδηρος, άνθρακας, τσιμέντο, πετροχημικά και χαλυβουργικά προϊόντα. Ωστόσο, το αργό πετρέλαιο παραμένει η κύρια πηγή εσόδων, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει η εστίαση της οικονομικής δραστηριότητας στην εξαγωγή ακατέργαστων υλών. Από το 1940 ως το 1980, η Βενεζουέλα απολάμβανε μεγάλα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου και αυτό επέτρεπε στην πολιτεία να βρίσκει πόρους για τις δαπάνες της χωρίς να καταφεύγει στην υψηλή φορολογία. Αυτή η ευνοϊκή συγκυρία είχε ως αποτέλεσμα να ανυψωθεί το επίπεδο ζωής του πληθυσμού και να αναπτυχθούν οι τομείς της υγείας και της παιδείας. Επιπλέον, προχώρησε η εκβιομηχάνιση της χώρας με τάση υποκατάστασης των εισαγωγών και έγιναν έργα υποδομής (δρόμοι, αρδευτικά έργα, υδροηλεκτρικά εργοστάσια). Στην όλη αναπτυξιακή προσπάθεια, τον βασικό ρόλο τον είχαν οι κρατικές επιχειρήσεις, που δραστηριοποιήθηκαν σε διάφορους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Όπως όμως φαίνεται από τη γραφική παράσταση του σχήματος 1, από τη δεκαετία του '80 και μετά τα κατά κεφαλήν έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου μειώθηκαν δραματικά. Το τοπικό μέγιστο που εκδηλώνεται κατά την τελευταία περίοδο της πρόσκαιρης ανόδου της τιμής του πετρελαίου (1999-2001), δεν αλλάζει ουσιαστικά την κατάσταση. Η πτώση στα κατά κεφαλήν έσοδα από το πετρέλαιο οφείλεται τόσο στη μείωση, διεθνώς, της τιμής του πετρελαίου ανά βαρέλι, όσο και στο ότι ο όγκος των εξαγωγών δεν ακολούθησε τους ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης της χώρας, με αποτέλεσμα να μειωθεί, εξίσου δραματικά, και ο κατά κεφαλήν όγκος εξαγομένου πετρελαίου (βλ. σχ.2). Η πτώση των εσόδων από το πετρέλαιο επέφερε διόγκωση του εξωτερικού χρέους, που, σε συνδυασμό με τη διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, οδήγησε, το 1994, σε μια σοβαρή χρηματιστική κρίση και σε πτώση του βιοτικού επιπέδου. Εκείνη την περίοδο, υιοθετήθηκε μια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, με αποδέσμευση των συναλλαγματικών ισοτιμιών και άρση των συναλλαγματικών περιορισμών, εγκατάλειψη του ελέγχου στις τιμές, ελεύθερη διακύμανση των επιτοκίων, ιδιωτικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων και επαναδιαπραγμάτευση του εξωτερικού χρέους. Επιπλέον, επιχειρήθηκε η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων για επενδύσεις σε διάφορους τομείς της βιομηχανίας, των ορυχείων και του τουρισμού και περιορίστηκαν οι κοινωνικές παροχές. Είναι προφανές ότι η πολιτική που ακολουθήθηκε, έπληξε τα λαϊκά στρώματα και προκάλεσε δυσφορία και κοινωνικές εντάσεις, που ενισχύθηκαν και από την εκτεταμένη διαφθορά των κυβερνώντων. Απόρροια αυτής της δυσφορίας είναι η άνοδος του Τσάβες στην εξουσία, το 1998, ο οποίος επιχείρησε να ενισχύσει το βιοτικό επίπεδο των κατώτερων τάξεων και να στηρίξει την κοινωνική πρόνοια. Στην ουσία της, η οικονομική πολιτική του Τσάβες δεν διέφερε από αυτήν που ασκούσαν οι κυβερνώντες κατά τις δεκαετίες του '60 και του 70. Υπήρχε ίσως μια πιο ριζοσπαστική απόχρωση όσον αφορά στην πολιτική αναδιανομής του εθνικού εισοδήματος και στον βαθμό κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, που ενόχλησε σφόδρα το ιδιωτικό κεφάλαιο και τους ιδεολογικούς απολογητές του. Η βασική αρχή ήταν ότι τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου θα μπορούσαν να διοχετευθούν στην κοινωνική πολιτική και σε επενδύσεις εκτός του πετρελαϊκού τομέα. Σε ένα τέτοιο μοντέλο, το κράτος θα αναλάμβανε τη συγκέντρωση και κατανομή των πόρων. Για να τιθασευτεί ο πληθωρισμός και να προστατευτεί το λαϊκό εισόδημα, υιοθετήθηκε μια πολιτική σκληρού νομίσματος, με συναλλαγματικούς περιορισμούς και με μια αργή διολίσθηση σε σχέση με το δολάριο. Για να αποτραπεί η διαφυγή κεφαλαίων και να στηριχτεί το εθνικό νόμισμα (μπολίβαρ), οι κρατικά ελεγχόμενοι φορείς εξέδωσαν ομόλογα με υψηλά επιτόκια, διακινδυνεύοντας έτσι τη διόγκωση του εσωτερικού χρέους. Για να είναι βιώσιμη μια τέτοια πολιτική, θα πρέπει να είναι εξασφαλισμένο ότι τα έσοδα από το πετρέλαιο θα είναι υψηλά και σταθερά, ως προς τον χρόνο. Όμως, όπως είδαμε στις δυο γραφικές παραστάσεις, αυτές οι προϋποθέσεις έχουν πάψει να ισχύουν εδώ και είκοσι χρόνια περίπου. Από τα 1750 δολάρια κατά κεφαλήν κατά τα μέσα της δεκαετίας του 70, τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου έπεσαν στα 767 δολάρια κατά την περίοδο 2000-2001, παρά την άνοδο των τιμών του μαύρου χρυσού στη διάρκεια αυτής της διετίας. Εξάλλου, η ανοδική φάση των τιμών αποδείχτηκε πρόσκαιρη, παρά τις παρεμβάσεις των πετρελαιοπαραγωγών χωρών στην κατεύθυνση της μείωσης της παραγωγής. Η πολιτική ελέγχου της κατανάλωσης πετρελαίου που ακολούθησαν οι ανεπτυγμένες χώρες τα τελευταία_25_χρόνια σε συνδυασμό με την παγκόσμια οικονομική ύφεση της τελευταίας πενταετίας, έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να λειτουργήσει ο πετρελαϊκός τομέας ως η ατμομηχανή της ανάπτυξης και της κοινωνικής πολιτικής. Η υστέρηση στα έσοδα από το πετρέλαιο επέφερε ιδιαίτερα δυσάρεστες συνέπειες στην οικονομία της Βενεζουέλας, τον τελευταίο χρόνο. Το δημόσιο χρέος διογκώθηκε, η πολιτεία δυσκολεύεται να χρηματοδοτήσει την αναπτυξιακή προσπάθεια καθώς έχει να πληρώνει τοκοχρεωλύσια και η κατάσταση επιδεινώνεται από τη μαζική διαφυγή κεφαλαίων προς το εξωτερικό, καθότι οι έχοντες και κατέχοντες είδαν από την αρχή αρνητικά την κυβερνητική πολιτική και φοβήθηκαν περαιτέρω αρνητικές εξελίξεις. Η πολιτική του σκληρού νομίσματος είχε ως αποτέλεσμα την υπερτίμηση του μπολίβαρ και τη μείωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της Βενεζουέλας σε σχέση με τις γειτονικές χώρες (Βραζιλία και Κολομβία), με αποτέλεσμα να διευρύνεται το εμπορικό έλλειμμα και να αναπαράγεται ένας φαύλος κύκλος συρρίκνωσης των κρατικών εσόδων και αύξησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Τον περασμένο Φεβρουάριο, η κυβέρνηση εγκατέλειψε την πολιτική του σκληρού νομίσματος και άφησε να διαμορφωθεί η συναλλαγματική ισοτιμία του μπολίβαρ από τις δυνάμεις της αγοράς. Αυτό εκτιμάται ότι θα εκτινάξει τον πληθωρισμό, που είχε πρόσφατα μειωθεί χάρη στην πολιτική του σκληρού νομίσματος, οπότε διαγράφεται ο κίνδυνος να επιδεινωθεί η θέση των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων. Το ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσον η κυβέρνηση διαθέτει την πολιτική βούληση και την εφευρετικότητα για να προστατέψει το βιοτικό επίπεδο των κοινωνικών στρωμάτων που πίστεψαν στον Τσάβες και τον ανέβασαν στην εξουσία. Οι οικονομικοί αναλυτές, στα στοιχεία και στις εκτιμήσείς των οποίων βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό αυτό το άρθρο, είναι ιδιαίτερα επικριτικοί απέναντι στην πολιτική που ακολούθησε ως τώρα ο Τσάβες χαρακτηρίζοντας την ως "αντιμεταρρύθμιση». Αυτό που προτείνουν είναι μια επιστροφή στην πολιτική των προκατόχων του σημερινού προέδρου, ενδεχομένως με μια πιο ισχυρή δόση λιτότητας και νεοφιλελευθερισμού, ώστε να δο-θούν κίνητρα για επενδύσεις και να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα. Όμως, αυτή ή πολιτική δεν είναι που έπληξε τα λαϊκά στρώματα και που. τελικά έφερε τον «αντιμεταρρυθμιστή» Τσάβες στην εξουσία ; Είναι όμως γεγονός ότι το πετρέλαιο δεν μπορεί να φέρει πια στην οικονομία της Βενεζουέλας τα έσοδα που έφερνε παλιότερα. Προβάλλει λοιπόν επι:τακτικά η ανάγκη για μια νέα, πιο ισορροπημένη οικονομία, που θα αξιοποιεί τον καθόλου ευκαταφρόνητο φυσικό πλούτο της χώρας, θα αντιμετωπίζει στη ρίζα του το πρόβλημα της κοινωνικής ανισότητας και θα εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τα λαϊκά στρώματα. Το πώς μπορεί να γίν

Αρχεία:

από transporte 26/10/2004 3:01 μμ.


http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=9598

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License