Ένα ενδιαφέρον κείμενο για την αριστερά και το αντικαπιταλιστικό κίνημα

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΣΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 19-20/06

ΝΑ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ Η πρόσκληση με την οποία ξεκίνησε η παρούσα διαδικασία, μας καλεί να συζητήσουμε «για την ενότητα δράσης της αριστεράς». Στη συζήτηση αυτή μετέχω με ενθουσιασμό, έστω και γραπτώς, διότι θεωρώ ότι είναι πολύ θετικό και χρήσιμο να δοθεί το μήνυμα πως υπάρχει κόσμος με διαθεσιμότητα και ενδιαφέρον για ό,τι πήγε να γίνει με τη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα φαίνεται να έχει (προσωρινά;) εγκαταλειφθεί. Σπεύδω όμως να διευκρινίσω ότι έχω ενστάσεις και για τις δύο αυτές λέξεις που ορίζουν το πλαίσιο. Καταρχάς, πιστεύω ότι ο όρος «αριστερά» αρχίζει να μην είναι πλέον ικανοποιητικός για να εκφράσει το πολιτικό μου στίγμα, διότι αν αυτοπροσδιοριστώ έτσι αυτομάτως βρίσκομαι στην ίδια κατηγορία με αρκετούς ακόμα με τους οποίους νιώθω όλο και περισσότερο ξένος. Θα αντιπρότεινα τον όρο κομμουνισμός, αλλά αναγνωρίζω ότι και αυτός επίσης δεν είναι μονοσήμαντος. Ίσως ο γενικότερος προσδιορισμός «αντικαπιταλιστικό κίνημα» να μας κάλυπτε καλύτερα. Κατά δεύτερον, πιστεύω ότι εκτός από την ενότητα, θα πρέπει εξίσου να αρχίσει να μας ενδιαφέρει και η πολλαπλότητα δράσης. Όλα αυτά θα προσπαθήσω να τα αναπτύξω στη συνέχεια. Ασχέτως των παραπάνω ενστάσεων, το βασικό ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε νομίζω ότι είναι: ποια πολιτική είναι η κατάλληλη για το αντικαπιταλιστικό κίνημα στον 21ο αιώνα; Στο ερώτημα αυτό δυστυχώς δεν έχω την απάντηση. Νομίζω όμως ότι ούτε κανείς άλλος την έχει αυτή τη στιγμή. Πρόκειται για ένα ερώτημα ανοικτό, το οποίο, με διάφορες μορφές, απασχολεί το παγκόσμιο κίνημα, διότι στη φάση που βρισκόμαστε όλα σχεδόν τα μέσα και οι μορφές πάλης που ξέραμε μέχρι τώρα (κόμμα, συνδικάτο, διαδήλωση, απεργία κ.ο.κ.) έχουν χάσει τη παλιά σημασία τους, δεν είναι πια αυτό που ήταν, και βρισκόμαστε μπροστά στο καθήκον να επινοήσουμε νέες μεθόδους πάλης ή να δώσουμε νέο νόημα στις παλιές. Σε σχέση με αυτό το ερώτημα, πάντως, θα διατυπώσω παρακάτω κάποιες σκέψεις, με την ελπίδα οι σκέψεις αυτές να συναντηθούν κάπου με αντίστοιχες σκέψεις κάποιων από όσους και όσες μετέχουν στη διαδικασία και να τους χρησιμεύσουν. · Στο δεύτερο μισό τουλάχιστον του 20ού αιώνα, η πολιτική παρέμβαση της αριστεράς, όπως την ξέραμε διεθνώς και στην Ελλάδα ειδικότερα, βασιζόταν σε δύο άξονες: - οργανωτικά, τη μορφή κόμμα-πρωτοπορία της εργατικής τάξης (η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο της εκπροσώπησης και του κράτους-έθνους). - Ιδεολογικά, τη μορφή του «παράπονου-καταγγελίας-καταστροφισμού», της θυματοποίησης, της προβολής μιας απώλειας-στέρησης-αδικίας και τη διάθεση επανόρθωσής της. Αυτά τα δύο συνδέονται λογικά μεταξύ τους. Σκιαγραφώντας με μελανά χρώματα την πραγματικότητα, ελπίζαμε ότι θα συγκινήσουμε όσους δεν είναι ικανοποιημένοι με αυτήν και αισθάνονται θύματα εκμετάλλευσης, θα τους πάρουμε μαζί μας, θα τους διαπαιδαγωγήσουμε και θα τους εντάξουμε στο κόμμα-στράτευμα που κάποτε θα κάνει την επανάσταση, θα καταλάβει το κράτος και θα ασκήσει την εξουσία προς όφελος του λαού, οπότε θα έρθει ο σοσιαλισμός και θα αποκατασταθεί η αδικία-απώλεια. Η αντίληψη αυτή –ορθά ή λανθασμένα, λίγο ενδιαφέρει εδώ- συνδέεται με τον Λένιν, γι’ αυτό για ευκολία αποκαλείται συνήθως «λενινιστική αντίληψη της πολιτικής». Πρόκειται για μια αντίληψη κληρονομημένη απευθείας από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, καθόσον προϋποθέτει την εισαγωγή της γνώσης στις μάζες εκ των έξω, από ένα σώμα ειδημόνων οι οποίοι μπορούν να δώσουν στα υποκείμενα της εκμετάλλευσης τη συνείδηση της δυσμενούς κατάστασής τους, την οποία αυτά στερούνται, και τον τρόπο να απαλλαγούν από αυτή. Πιστεύω ότι η μέθοδος αυτή έχει πλέον χρεωκοπήσει και δεν έχει καμία απολύτως χρησιμότητα σήμερα. Ίσως και να μην είχε ποτέ. Βασίζεται σε ένα δυισμό (απ’ τη μια ο λαός, οι μάζες κ.λπ. και από την άλλη οι διανοούμενοι, οι επαγγελματίες επαναστάτες, οι τεχνικοί κ.λπ.). Και ο δυισμός οδηγεί αναπόφευκτα στον ιδεαλισμό. Από μια εμμενή-υλιστική οπτική, είναι λάθος να θεωρούμε ότι μπορεί να εισαχθεί οτιδήποτε εκ των έξω στις μάζες, διότι απλούστατα δεν υπάρχει έξω: η κοινωνία, όπως και η φύση, είναι ενιαία και δεν έχει κενά, ούτε ανώτερα και κατώτερα επίπεδα· σε αυτήν μετέχουν τόσο οι «αδαείς» όσο και οι «ειδήμονες» και καθορίζονται από τις ίδιες αιτιώδεις σχέσεις. Οι λόγοι όμως για τους οποίους το μοντέλο του διαφωτισμού-μπολσεβικισμού μάς είναι πλέον άχρηστο, δεν είναι πρωτίστως επιστημολογικοί αλλά πολιτικοί. Το μοντέλο αυτό επικεντρώνεται γύρω από την κεντρική αφήγηση της επανάστασης ως καθοριστικής στιγμής για την πολιτική μεταβολή. Η επανάσταση θεωρείται η στιγμή κατά την οποία το διαπαιδαγωγημένο στράτευμα θα συντρίψει τις δυνάμεις του αντιπάλου σε μία τελειωτική αναμέτρηση και θα κατακτήσει την εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι βλέπουμε την πολιτική αποκλειστικά ως σύγκρουση για την κατάκτηση και τη διατήρηση της κρατικής εξουσίας, και μάλιστα ως σύγκρουση δύο σαφώς καθορισμένων και ευδιάκριτων στρατοπέδων, περίπου όπως οι ομάδες του ράγκμπυ που είναι η κάθε μια στην περιοχή της, με τις στολές, τη διάταξη, την αρίθμησή τους κ.λπ., και μετά σφυρίζει –ή σαλπίζει- κάποιος και αρχίζουν να αγωνίζονται. H αφήγηση αυτή παραβλέπει το γεγονός ότι η εξουσία δεν είναι ένα πράγμα που μπορεί κάποιο υποκείμενο να κατέχει, αλλά μια σχέση. Η σχέση αυτή δεν είναι εξωτερική προς τα υποκείμενα, αλλά είναι ακριβώς αυτό που τα διαμορφώνει. Ειδικότερα, η καπιταλιστική εξουσία δε στηρίζεται στη συντριβή, στην εξαθλίωση, στην αποστέρηση. Η καπιταλιστική εκμετάλλευση δεν συνιστά εφ’ άπαξ αφαίρεση, κλοπή, αλλά συνεχή παραγωγική διάπλαση. Ο καπιταλισμός ακολουθεί μια αρχή των ανατολικών πολεμικών τεχνών: ότι βασικός σου στόχος δεν είναι να εκμηδενίζεις τη δύναμη του αντιπάλου, αλλά να τη χρησιμοποιείς και να την εντάσσεις στο δικό σου σκοπό. Tην ίδια αρχή πρέπει να ακολουθήσει και το αντικαπιταλιστικό κίνημα. Μέχρι τώρα, η υιοθέτηση του μοντέλου των δύο στρατοπέδων και της προετοιμασίας της τελικής αναμέτρησης, είχε ως αποτέλεσμα η παρέμβαση της αριστεράς σε όλες τις εκδοχές της –αλλά εν πολλοίς και του αναρχικού κινήματος- να βασίζεται στο μίσος, τη μνησικακία, τη λύπη. Τα στοιχεία αυτά θεωρούνταν απαραίτητα για τη διατήρηση του «αγωνιστικού φρονήματος» του στρατοπέδου μας. Εφόσον η αριστερά οργάνωσε την ύπαρξή της γύρω από τη θέση του θύματος και έταξε ως σκοπό της τη διαμαρτυρία, μοιραία οδηγήθηκε στο σημείο να εχθρεύεται και να βλέπει καχύποπτα τη χαρά, από φόβο ότι, αν δημιουργηθεί η εντύπωση ότι στην κοινωνία μας κάτι πάει καλά, κάτι παράγεται, κάτι δημιουργείται, αυτό θα προκαλέσει εφησυχασμό και χαλάρωση της διάθεσης για εκδίκηση-αποκατάσταση της απώλειας. Αυτή η εμμονή στη μεμψιμοιρία και την κινδυνολογία χαρακτηρίζει με κάπως πιο έντονο τρόπο την ελληνική αριστερά, πιθανόν επειδή διαρκούν ακόμη οι επιπτώσεις από την στρατιωτική ήττα στον εμφύλιο και την επακόλουθη καταστολή. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαφοροποιήθηκε καθόλου από αυτόν τον αρνητισμό. Προκειμένου να «προστεθεί» λίγο περισσότερη «αριστεροσύνη» στον προηγουμένως ήπιο και μετριοπαθή ΣΥΝ, βρήκαμε την εύκολη λύση και προσθέσαμε απλώς περισσότερη καταγγελία, προφανώς επειδή όποιος προσπαθεί να μιλήσει θετικά για το εδώ και το τώρα ενσπείρει αυταπάτες, θέλει να μας αποκοιμίσει και να μας σύρει στην αγκαλιά του Γιωργάκη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αφίσα «ο νεοφιλελευθερισμός απειλεί το μέλλον», που έδινε μια ζοφερή εικόνα κόλασης, κλειστοφοβική· άνθρωποι γυμνοί και παγιδευμένοι, και εν συνεχεία η ξεκάρφωτη και κενή νοήματος φράση «Η αριστερά ξανά επίκαιρη» -χωρίς κανένα στοιχείο ως προς το τι ακριβώς είναι αυτό που είναι «ξανά επίκαιρο» και για ποιο λόγο. Για έναν άνθρωπο που είναι τώρα 25-30 χρονών, αυτή η καμπάνια δεν λέει τίποτα, δεν του δίνει κανέναν θετικό λόγο να έρθει στην αριστερά, του δημιουργεί την εντύπωση ότι αυτή η αριστερά είναι μια δύναμη νοσταλγίας –εφόσον θέλει να κάνει ξανά κάτι που προφανώς ήδη έκανε στο παρελθόν. Απέναντι λοιπόν στο ερώτημα «πώς κάνουμε πολιτική, πώς προσπαθούμε να γίνουμε ελκυστικοί, να πείσουμε τον κόσμο να έρθει με το μέρος μας», η ελληνική αριστερά έμπρακτα απαντά: προβάλλοντας τις απώλειες, τις απειλές, τις δυστυχίες, και όχι λέγοντάς του ότι θέλουμε να φτιάξουμε κάτι μαζί του. Αυτό είναι πρακτικά αναποτελεσματικό, διότι δεν προσελκύουμε κανέναν έτσι. Αλλά επιπλέον είναι και θεωρητικά εσφαλμένο. Η καπιταλιστική εξουσία, και η εξουσία γενικά, δεν είναι μόνο καθαρή αρνητικότητα, φόνοι, καταστροφή, φτώχεια. Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι «ληστεία», δεν είναι μόνο πόλεμοι και κατακτήσεις. Αυτά είναι τα πιο θεαματικά αποτελέσματα της δράσης του και ίσως προσφέρονται να προβληθούν στο πλαίσιο ενός ιδεολογικού αγώνα γιατί συγκρατούν περισσότερο την προσοχή. Αλλά η εξουσία ριζώνει ταυτόχρονα, και πιο μόνιμα, στην επιθυμία των υποκειμένων, διότι υπόσχεται –και ως ένα βαθμό παράγει- ηδονή, αυτοπραγμάτωση, επιβεβαίωση. Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί προωθητικά –για τον ίδιο- τις αντιστάσεις των ανθρώπων. Αυτό δεν σημαίνει ότι τις «διαφθείρει», τις «αλλοτριώνει» ή τις «ενσωματώνει», διότι ακόμα και αυτές οι διατυπώσεις είναι ουσιοκρατικές-δυιστικές, υπονοούν μια σχέση εξωτερικότητας. Κάτι που δεν ισχύει: οι αντιστάσεις και η εξουσία αλληλοδιαπλέκονται, βρίσκονται ήδη η μία μέσα στην άλλη. Οι διαφωτιστές διανοούμενοι της αριστερής ανανέωσης έχουν την τάση να απορρίπτουν και να καταγγέλλουν παρόμοιες συλλήψεις ως «μεταμοντέρνες», σχετικιστικές και «υπονομευτικές του χειραφετητικού εγχειρήματος». Ωστόσο, πρόκειται για μια ιδέα που υπάρχει ήδη στον Μαρξ, ο οποίος θεωρούσε ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μια ουτοπία, μια «ιδέα για το μέλλον», αλλά μια υλική τάση ενύπαρκτη στο τώρα –η τάση της κοινωνικής συνεργασίας. Η τάση αυτή όχι μόνο είναι παρούσα στον καπιταλισμό, αλλά αποτελεί και προϋπόθεσή του: ο καπιταλισμός είναι υποχρεωμένος να την αναπτύξει προκειμένου να υπάρξει ο ίδιος, αλλά ταυτόχρονα να την περιορίσει ώστε να μην αναπτυχθεί πέρα από το όριο όπου θα απειλεί να τον καταργήσει –περίπου όπως ο σέρφερ που καβαλάει πάνω στο κύμα και πηγαίνει μπροστά με μια ταχύτητα και με μία δύναμη η οποία δεν είναι η δική του, αλλά του κύματος. Η αριστερά δεν δείχνει να το καταλαβαίνει αυτό και νομίζει ότι το καθήκον της είναι να πάει κόντρα σε αυτή την κίνηση του σέρφερ, να τον γυρίσει προς τα πίσω. Στην πραγματικότητα πρέπει να κάνουμε το ακριβώς αντίθετο: να σπρώξουμε ακόμα περισσότερο, να επιταχύνουμε τόσο ώστε να μην μπορεί να ακολουθήσει ο σέρφερ, να τον πετάξουμε και να υπάρχουμε μόνοι μας ως κύμα χωρίς κανέναν να μας καβαλάει. Η δική μας δουλειά είναι να ωθήσουμε την τάση της κοινωνικής συνεργασίας πέρα από το όριο που αντέχει η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας, μέχρι το σημείο που οι άμεσοι παραγωγοί θα φτάσουν στο σημείο να θέσουν στον εαυτό τους το ερώτημα: «τι χρειαζόμαστε πλέον τα αφεντικά;», να συνειδητοποιήσουν ότι μπορούν να θέσουν σε κίνηση οι ίδιοι τη διαδικασία παραγωγής της κοινωνικής ζωής χωρίς να εξαρτώνται από τη διεύθυνση των εργοδοτών. - Αυτό σημαίνει ότι η αντικαπιταλιστική πολιτική δεν θα έχει απαραίτητα ως φορείς τους πιο καταπιεσμένους, αλλά αυτούς που λόγω της θέσης τους μπορούν να παραγάγουν νέες πολιτικές μορφές που να αντιστοιχούν στην κοινωνική συνεργασία. Ποιοι είναι αυτοί σήμερα; Στη θεωρία και την πολιτική του αντικαπιταλιστικού κινήματος, έχει διατυπωθεί τα τελευταία χρόνια μία απάντηση: ότι αυτοί είναι το πλήθος [multitudo], οι επιτελεστές άυλης (γλωσσικής, επικοινωνιακής, συναισθηματικής) εργασίας η οποία βρίσκεται στη βάση της παραγωγής της κοινωνικής ζωής στο σύγχρονο μετα-μοντέρνο καπιταλισμό. Προσωπικά θεωρώ ότι η προσέγγιση αυτή, παρά τον ανολοκλήρωτο και απορητικό προς το παρόν χαρακτήρα της, είναι η πλέον –αν όχι η μόνη- πειστική που διαθέτουμε σήμερα και θα πρέπει επειγόντως να τη μελετήσουμε και να δουλέψουμε με αυτή. Το πλήθος έρχεται, χονδρικά, να αντικαταστήσει τη λειτουργία που επιτελούσε παλαιότερα η έννοια της εργατικής τάξης. Δεν είναι όμως μια έννοια ανταγωνιστική προς την εργατική τάξη, αλλά μάλλον διαφορετικού επιπέδου. Το πλήθος δεν προσδιορίζει κάποια ειδική ομάδα ανθρώπων (σε αντιδιαστολή με κάποιους άλλους), την οποία θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε βάσει κάποιων περιγραφικών-ποσοτικών κοινωνιολογικών κριτηρίων (επάγγελμα, ύψος εισοδήματος, θέση στην κοινωνική ιεραρχία κ.λπ.). Το πλήθος προσδιορίζει μάλλον έναν τρόπο λειτουργίας: τη «συνεργασία των εγκεφάλων», το General Intellect του Μαρξ. Σε αυτό μπορεί να ανήκουμε όλοι μας στον ένα ή τον άλλο βαθμό και σε διαφορετικές στιγμές της ζωής μας ή της μέρας μας. Ο Μαρξ είχε αναγορεύσει σε προνομιακό επαναστατικό υποκείμενο το προλεταριάτο όχι στο βαθμό που ήταν πιο δυστυχισμένο και υφίστατο μεγαλύτερη εκμετάλλευση σε σύγκριση με άλλα στρώματα, αλλά επειδή λόγω της κρίσιμης θέσης του στη διαδικασία παραγωγής μπορούσε να «εκβιάσει τους εκβιαστές του». Υπό ορισμένες δε συνθήκες μπορούσε να ελέγξει τη διαδικασία αυτή, να τη θέσει σε κίνηση μόνο του και να τη στρέψει προς διαφορετικές κατευθύνσεις, αναιρώντας την εκμετάλλευση. Σύμφωνα με την προσέγγιση του αυτόνομου μαρξισμού-μεταεργατισμού, τη δυνατότητα αυτή την προσφέρει σήμερα η ένταση της κοινωνικής συνεργασίας των άμεσων-άυλων παραγωγών και η αδιαμεσολάβητη δικτύωσή τους έξω από το κύκλωμα της εμπορευματικής παραγωγής, με βάση τη λογική της δωρεάς και όχι της ανταλλαγής ισοδυνάμων μέσω της αγοράς. Συνακόλουθα, το καθήκον της αντικαπιταλιστικής πολιτικής σήμερα θα ήταν να επινοήσει έναν νέο δημόσιο χώρο πέρα από το (εθνικό) κράτος και τους διοικητικούς μηχανισμούς του. · Ποιες πολιτικές μορφές για τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα; Το προηγούμενο δεν οδηγεί απαραίτητα σε μία «αντιθεσμική» τοποθέτηση. Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να «διαλύσουμε τα κόμματα» και να επιδιώκουμε την κατάργησή τους. Είναι όμως απαραίτητο να συνειδητοποιήσουμε ότι τα κόμματα είναι χρήσιμα για να κάνουν μια συγκεκριμένη δουλειά, αλλά δεν είναι το παν. Δεν νομίζω ότι λέω κάτι πολύ προωθημένο και εξωπραγματικό: μεγάλα τμήματα του πληθυσμού σήμερα δείχνουν να έχουν αντιληφθεί αυτή τη μεταβολή στη σημασία του επιπέδου της αντιπροσώπευσης, πολύ καλύτερα απ’ ό,τι τα ίδια τα κόμματα. Το μόνο κομμουνιστικό κόμμα που δείχνει να έχει συλλάβει το μήνυμα και να προσπαθεί να προσαρμοσθεί σε αυτό είναι, όχι τυχαία, η Κομμουνιστική Επανίδρυση της Ιταλίας, η οποία μέσω του γραμματέα της έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι, ως κόμμα, αντιλαμβάνεται το ρόλο της ως ένα τμήμα-συνιστώσα του κινήματος και όχι ως η πρωτοπορία ή η «συνολικοποίησή» του σε ένα «ανώτερο επίπεδο». Aπό πολλά παραδείγματα λοιπόν τα τελευταία δύο τρία χρόνια θεωρώ πως επιβεβαιώνεται μία αλλαγή στη συμπεριφορά των μαζών απέναντι τους μηχανισμούς της αντιπροσώπευσης. Αναφέρω ενδεικτικά: Αργεντινή-Βενεζουέλα-Σερβία-Βόρεια Κύπρος-Ισπανία-εν μέρει και Ελλάδα. Από περιγραφική άποψη, θα μπορούσαμε να αποδώσουμε αυτή τη μεταβολή ως προτίμηση της «τακτικής» έναντι της «ιδεολογικής» ψήφου. (Αυτούς τους όρους χρησιμοποιεί ο Χρ. Βερναρδάκης στο άρθρο του στις Θέσεις του Απριλίου 2004). Στην ελληνική αριστερά, τείνουμε να αντιμετωπίσουμε επικριτικά αυτή την εξέλιξη, ως μία κατάπτωση, αποπολιτικοποίηση, αδιαφορία κ.λπ. (ή «επικράτηση του εκβιασμού της χαμένης ψήφου» και του «δικομματισμού»). Πιστεύω όμως ότι στη στάση αυτή θα πρέπει να δούμε κάτι θετικό: ότι ο κόσμος έχει ήδη υπερβεί αυτή τη «μονογαμική» ένταξη στην πολιτική και έχει μια πιο χαλαρή σχέση με την αντιπροσώπευση και την έμμεση δημοκρατία. Στη δεκαετία του 80, και του 90 ακόμα, λέγαμε ότι ο Χ «είναι» ΠΑΣΟΚ –δηλ. η κομματική ένταξη μπορούσε χωρίς πρόβλημα να χρησιμοποιείται ως κατηγορούμενο, να θεωρείται ότι αποδίδει εξαντλητικά την ταυτότητα ενός υποκειμένου. Σήμερα υπάρχουν όλο και λιγότεροι που περιγράφουν τον εαυτό τους με βάση την ένταξή τους σε ένα κόμμα. Οι άνθρωποι ψηφίζουν κάποιο κόμμα, αλλά δεν «είναι» αυτό το κόμμα. Φαίνεται δηλαδή ότι πλέον οι ίδιες οι μάζες δεν αντιμετωπίζουν τα κόμματα ως ύψιστη στιγμή έκφρασης της πολιτικής δραστηριότητας, ως «συνολικοποίηση του μερικού» και ως πρωτοπορία, αλλά ως ένα εργαλείο, ως έναν μηχανισμό ανάμεσα σε πολλούς. Και, κατά τη γνώμη μου, καλά κάνουν. Εμείς πρέπει να διδαχτούμε απ’ αυτό και να δούμε τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε απ’ αυτό για την πολιτική μας πρακτική. Εξίσου λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο κόσμος απλώς ψηφίζει ρεαλιστικά, χωρίς αυταπάτες. Τουλάχιστο στην Αργεντινή και στην Ισπανία, κάθε άλλο παρά αποπολιτικοποίηση των μαζών παρατηρείται. Αντίθετα, στην τελευταία φαίνεται ότι τον Θαπατέρο τον έβγαλαν δύο με τρία εκατομμύρια κόσμος ο οποίος προηγουμένως δεν ψήφιζε και προσήλθε στις εκλογές μόνο για να διώξει τον ανυπόφορο και απατεώνα Αθνάρ. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ψήφισαν βέβαια Ενωμένη Αριστερά. Και γιατί να ψήφιζαν όμως; Αφού ο Γιαμαθάρες πορευόταν μαζί με τον Πρόντι και τον Μπερλουσκόνι «ενάντια στην ισλαμική τρομοκρατία» δύο μέρες πριν τις εκλογές. Βλ. και το εξαιρετικό κείμενο του Indymedia Μαδρίτης που μπήκε και στα ελληνικά στην Εποχή εκείνες τις μέρες. Αυτό δεν σημαίνει ότι για αυτό ευθύνονται οι περίφημες «υποκειμενικές αδυναμίες των πολιτικών φορέων» (δηλαδή ότι «αν υπήρχε ένα άλλο κόμμα» οι μάζες θα το προτιμούσαν). Δεν είναι ότι τους ανθρώπους αυτούς «τους εξαπάτησε η σοσιαλδημοκρατία» και τους «απέσπασε» από την πτωχή πλην τίμια αριστερά «λεηλατώντας τα συνθήματά της», όπως λέγαμε τη δεκαετία του 80. Μάλλον αυτοί χρησιμοποίησαν τη σοσιαλδημοκρατία σχεδόν παρά τη θέλησή της και την υπέταξαν στη δική τους αυτόνομη στοχοθεσία -δηλ. να μπλοκάρουμε και να λιποτακτήσουμε από τον γενικευμένο πόλεμο- όταν έκριναν ότι έτσι θα μπορούσαν να φέρουν μία έστω περιορισμένη ανατροπή. Το ίδιο, με την επιφύλαξη της περιορισμένης ενημέρωσης, φαίνεται να συμβαίνει στη Βενεσουέλα, όπου ένας λαϊκιστής στρατιωτικός για κάποιους λόγους μπόρεσε μέσα στη συγκυρία να αποτελέσει την «οθόνη» όπου επενδύθηκαν οι επιθυμίες και οι αγώνες των μαζών. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι μάζες τον κατέστησαν «όμηρο», μπόρεσαν να υπερπροσδιορίσουν το σημαίνον «Τσάβες», να του επιβάλουν τη δική τους ανάγνωση. Συνεπώς η παρέμβαση του πλήθους στην πολιτική υλοποιήθηκε εκεί μέσα από μία μετωνυμική-αστάθμητη αιτιότητα: όχι μέσα από το συνειδητό σχεδιασμό, τη διαφώτιση και τη συγκρότηση ενός επαναστατικού κόμματος το οποίο έπεισε τις μάζες, αλλά μέσα από μια «πειρατεία». Οι μάζες επιβιβάστηκαν εκ των υστέρων σε ένα όχημα που είχε φτιαχτεί για άλλο σκοπό και πήγαινε αλλού, και του άλλαξαν κατεύθυνση. Όλα αυτά μαρτυρουν μία δυσπιστία του πλήθους απέναντι στον παραδοσιακό τρόπο πολιτικής δράσης της αριστεράς: οι άνθρωποι δεν βλέπουν και μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα αριστερά και τα μη αριστερά κόμματα, γι’ αυτό προτιμούν να μην ψηφίζουν ή, όταν ψηφίζουν, επιλέγουν διαχειριστές προσπαθώντας όσο μπορούν να τους επιβάλουν όρους στο πώς θα κυβερνήσουν. Άρα δεν φαίνεται πιθανό ότι οι μάζες περιμένουν επιτέλους να υπάρξει ένα «σωστό» κόμμα με τη σωστή γραμμή για να το προτιμήσουν έναντι των «εσφαλμένων» που υπάρχουν τώρα και δεν τις ικανοποιούν. · Για την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ Σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να δούμε και την ελληνική εμπειρία με τον ΣΥΡΙΖΑ και τη διάλυσή του. Είναι αναντίρρητο ότι οι του ΣΥΝ επέδειξαν παραγοντισμό και αλαζονεία. Αλλά και ο χώρος όλων ημών των, ας πούμε, «αριστερότερα του ΣΥΝ» συμμάχων του, και ειδικότερα η ΑΚΟΑ από την οποία τυχαίνει να προέρχομαι, επέδειξε ανικανότητα να συλλάβει τα μηνύματα και φάνηκε κολλημένος σε διαμάχες της δεκαετίας του 80, οι οποίες έχουν χάσει πλέον τη σημασία τους και δεν έχουν κάποια αναφορά στη σημερινή κοινωνία. Το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για τον ΣΥΡΙΖΑ έχει εξήγηση σχεσιακή και όχι ουσιοκρατική. Δείχνει ότι ο κόσμος γοητεύτηκε όχι από την «αριστερή στροφή» καθαυτή, από μια [περι-]«ουσία» που κατείχαν οι ομάδες της άκρας αριστεράς και η οποία «προσέθεσε» στο μέχρι τότε «λιγότερο αριστερό» πρόσωπο του ΣΥΝ, αλλά από το γεγονός ότι δημιουργούνταν ένας χώρος πιο χαλαρός, που να μην είναι αποκλειστικότητα-ιδιοκτησία ενός πρωτοπόρου ή/και κοινοβουλευτικού κόμματος· ένας χώρος πρόσφορος για μια δαπάνη ενέργειας που να μην «συνολικοποιηθεί» και να μην «αποταμιευθεί» κάπου, αλλά να παραμείνει διάσπαρτη. Με άλλα λόγια, αυτό που ήταν ελκυστικό στον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν η ενότητα αλλά η πολλαπλότητα. Αν αυτά ευσταθούν, δεν θα πρέπει να θέτουμε ως υπ’ αριθμό 1 μέριμνά μας την «ενότητα της αριστεράς» με την έννοια της δημιουργίας ενός ομοιογενούς και συμπαγούς χώρου. Αυτό δεν θα ήταν παρά το συμμετρικό λάθος και η αντεστραμμένη επανάληψη του σημερινού ΣΥΝ, όπου μια σειρά από ομοιογενείς και συμπαγείς ομάδες συνυπάρχουν η μια δίπλα στην άλλη, χωρίς να προκαλείται καμία ώσμωση και καμία δημιουργική συνάντηση μεταξύ τους. Θα πρέπει να μας ενδιαφέρει η ροή και όχι η αποκρυστάλλωση, η παραγωγή και όχι η κεφαλαιοποίηση, το άνοιγμα και όχι το κλείσιμο. Θα πρέπει να απομακρυνθούμε από το μοντέλο πολιτικής δράσης του διαφωτισμού. Πώς ακριβώς θα γίνει αυτό, δεν το ξέρουμε ακόμη. Πρέπει όμως να εξετάσουμε τι κομίζουν τα νέα κινήματα που αναδείχτηκαν τα τελευταία χρόνια και οι προσίδιες σε αυτά πολιτικές μορφές, ιδίως η μορφή του δικτύου. Αυτό που φέρνουν τα κινήματα είναι η μικρή πολιτική, δηλαδή η μικροφυσική και η βιοπολιτική. Είναι ανακριβής η εκτίμηση ότι ως τώρα η αριστερά, καθώς ήταν «διαχειριστική», έπασχε από απουσία «μεγάλης πολιτικής» και της την επανέφεραν τα κινήματα. Ειδικά στην Ελλάδα, πάσχουμε από υπερβολικά πολλή «μεγάλη πολιτική» και θα πρέπει επιτέλους να στρέψουμε την προσοχή μας και σε αυτήν που θεωρούσαμε ως τώρα «μικρή». Στην Ελλάδα υπάρχουν τουλάχιστον δέκα κόμματα/οργανώσεις τα οποία αυτοορίζονται ως κόμματα λενινιστικού τύπου, ευαγγελίζονται την ανατροπή του καπιταλισμού και θέλουν να γίνουν η πρωτοπορία που θα οδηγήσει την εργατική τάξη σε αυτή την ανατροπή. Ιδού λοιπόν «μεγάλη πολιτική» να φαν κι οι κότες. Αυτή η λογική του φρουρίου και του μαντρώματος μας έχει φέρει στο σημείο να είμαστε «στρατηγοί χωρίς στρατό». Και ο στρατός πρέπει να γίνουμε εμείς. Δεν θα έρθει καμία «μάζα» να την εκπροσωπήσουμε ή να την καθοδηγήσουμε. Οι «μάζες» είμαστε (και) εμείς. Και εμείς είμαστε μέρη του πλήθους και δεν έχουμε καμία προφητική εντολή από κανέναν να μιλάμε για λογαριασμό του. Αντίστοιχα, θα πρέπει να απομακρυνθούμε και από το μοντέλο του διανοουμένου που κληρονομήσαμε από το διαφωτισμό, δηλαδή το μοντέλο του «γενικού διανοούμενου», του «ειδικού επί της καθολικότητας», του προφήτη της μεγάλης λυτρωτικής αφήγησης, και να γίνουμε πιο μερικοί, να καταπιαστούμε με το ιδιαίτερο. Χρειάζεται να στρωθούμε και να διαβάσουμε πράγματα «ειδικά», που δεν ξέραμε μέχρι τώρα: πληροφορική, βιοτεχνολογίες, ιατρική, φαρμακολογία, φεμινιστική θεωρία ... Γενικά μιλώντας, θα πρέπει να έχουμε στο νου μας πώς θα μπορέσουμε επίσης να ακούσουμε και να διδαχτούμε από άλλους, από το λόγο τους αλλά και τη σιωπή τους, και όχι μόνο πώς θα μπορέσουμε να μιλήσουμε και να διαπαιδαγωγήσουμε εμείς τους άλλους. Να έχουμε ανοιχτά τα αυτιά μας στην έμπρακτη κριτική των μαζών, όποτε και όπου εκδηλώνεται αυτή έστω και κατά τρόπο απρόσμενο με βάση όσα ξέραμε μέχρι τώρα. Για παράδειγμα, είναι μεν σημαντικό να αφιερώνουμε χρόνο και ενέργεια στην υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων των καταδικασμένων ως μελών της 17Ν, αλλά κατά τη γνώμη μου εξίσου σημαντικό είναι να αντισταθούμε στις διώξεις κατά της πειρατείας λογισμικού και καλλιτεχνικών έργων. Και ακόμα πιο σημαντικό θα ήταν να επιδιώξουμε σχέσεις με όσους αντιγράφουν και μεταδίδουν δωρεάν μουσικά και πνευματικά έργα και να αναπτύξουμε εμείς τέτοιου είδους ενέργειες. Πιστεύω ότι οι πρακτικές αυτές είναι αντικειμενικά –μερικές φορές και υποκειμενικά- αντικαπιταλιστικές διότι συνιστούν εκδήλωση γενναιοδωρίας, έμπρακτη αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας και της εμπορευματικής ανταλλαγής, και άρα ανήκουν στην τάση του κομμουνισμού. Αν το κάναμε αυτό, θα διαπιστώναμε και σε έμπρακτη μορφή πόσο ακατάλληλο είναι το λενινιστικό κάθετο-πυραμιδικό μοντέλο πολιτικής οργάνωσης και ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Το μοντέλο αυτό αναπτύχθηκε σε μια περίοδο, και σε μία χώρα, όπου η πλειοψηφία του κόσμου ήταν αναλφάβητοι. Σήμερα όμως οι χάκερς και οι Linuxάδες δεν έχουν καμία διάθεση και κανένα λόγο να δεχτούν ως «πολιτικό καθοδηγητή» τους κάποιον που δεν ξέρει ούτε πώς στέλνουν ένα email. Επιπλέον, το μοντέλο αυτό βασίζεται στην αποκλειστικότητα, άρα αποκλείει. Και κυρίως αποκλείει την πολλαπλότητα. Η σύλληψη του κόμματος ως «πρωτοπορίας» έχει ως άμεση λογική συνέπεια τη «μονογαμική» σύλληψη της ένταξης στην πολιτική. Και αυτή φυσικά με τη σειρά της μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε ως ανταγωνιστική και όχι ως συμπληρωματική την ύπαρξη άλλων αντικαπιταλιστικών συλλογικοτήτων. Εφόσον θέλουμε την πρωτο-πορία, θέλουμε την πρώτη θέση, και ως γνωστόν πρώτος μόνο ένας μπορεί να είναι. Εκεί οφείλονται οι κακές σχέσεις μεταξύ των 2 μεγάλων κομμάτων της ελληνικής αριστεράς. Πέρα από προσωπικές εμπάθειες και μικρότητες, που είναι υπαρκτές, η επιθετικότητα και η αλαζονεία που χαρακτηρίζει ιδίως το ΚΚΕ έναντι κάθε άλλης αντικαπιταλιστικής οργάνωσης οφείλεται στο ότι η ύπαρξή του βασίζεται σε αυτή την ιδιοκτησιακή προσέγγιση του κομμουνισμού (πράγμα που συνιστά προφανώς αντίφαση όρων). Η λογική του ΚΚΕ είναι να βλέπει το κίνημα όπως ένας ιδιοκτήτης το μαγαζάκι του. Και μάλιστα ένας μίζερος ιδιοκτήτης. Διότι ακόμα και ένας ανοιχτόμυαλος ιδιοκτήτης, μπορεί να σκεφτεί ότι, αν λειτουργούν και άλλα μαγαζιά παρόμοια με το δικό του, αυτό ίσως να δημιουργήσει μια «πιάτσα» που θα έχει ευνοϊκές επιπτώσεις και στη δική του πελατεία. Όμως, όχι: το ΚΚΕ θα προτιμούσε να κλείσουν όλα τα άλλα μαγαζάκια, γιατί θεωρεί ότι ένας πελάτης που πάει σε άλλο μαγαζάκι είναι ένας πελάτης λιγότερος για το ίδιο. Αυτή είναι η εσώτερη λογική της μορφής-κόμμα. Το κόμμα απευθύνεται στο λαό, ο οποίος είναι ένα πεπερασμένο σύνολο. Ο λαός είναι αυτό το 100% των εγγεγραμμένων. Άρα, μόνο ένας μπορεί να τον κατέχει: όποιος παίρνει κάποιον από το λαό μαζί του, τον στερεί από κάποιον άλλο. Αντίθετα, το πλήθος είναι άπειρο, διότι δεν είναι ένας αριθμός ανθρώπων αλλά μια λογική συνάρθρωσης. Και η λογική αυτή είναι άπειρη. Διότι όταν κάποιος παράγει μια ιδέα ή/και ένα συναίσθημα, αυτά μπορεί να τα μεταδώσει και σε άλλον/ους. Η μετάδοση αυτή δεν συνιστά απώλεια της ιδέας, αντίθετα μάλιστα συνιστά αύξηση και ανάπτυξή της. Ο κομμουνισμός είναι ακριβώς αυτή η ανάπτυξη, η οποία βασίζεται στην ανοικτότητα και όχι στην κλειστότητα-αποκλειστικότητα. Οι μεγάλες-ενοποιητικές αφηγήσεις δεν είναι απαραίτητα κακές, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συμπύκνωση των μοριακών-ριζωματικών δράσεων και όχι η αφετηρία και η αιτία τους. Οι άνθρωποι δεν αγωνίζονται επειδή έχουν ιδέες, αλλά επειδή έχουν επιθυμίες. Γι’ αυτό, η πολιτική δεν είναι ζήτημα «ιδεών» ή «παιδαγωγικής» (όπου κάποιοι που κατέχουν την αλήθεια τη διδάσκουν σε αυτούς που δεν την ξέρουν), ούτε ζήτημα εκπροσώπησης (representation, που μπορεί να σημαίνει επίσης «αναπαράστασης»). Η πολιτική, και ιδίως η κομμουνιστική πολιτική, δεν είναι ο χώρος όπου αναπαριστούμε κάτι που προϋπάρχει, αλλά ο χώρος όπου επινοούμε νέες μορφές, όπου παράγουμε από κοινού κάτι νέο –ή/και ο χώρος όπου παράγουμε το κοινό, αυτό που μπορούμε να μοιραστούμε. Πρακτικά: - Πιστεύω ότι θα ήταν άκαιρο η διαδικασία αυτή να καταλήξει στη δημιουργία ενός νέου πολιτικού κόμματος. Δεν χρειαζόμαστε άλλο ένα φρούριο, ένα ακόμα κέντρο που θα έχει την ιδιοκτησία των ορθών απόψεων και θα αναμένει τους πελάτες να προσελκυστούν από το εμπόρευμά του. - Παρά τις πικρίες και τις απογοητεύσεις από τις γραφειοκρατίες, τα τελευταία χρόνια αρκετοί από μας, δρώντας στο πλαίσιο ή στις παρυφές του Ελλ Κ Φ, αναπτύξαμε σχέσεις συντροφικότητας και επικοινωνίας με κόσμο που πρόσκειται στον ΣΥΝ ή σε άλλες οργανωμένες δυνάμεις της αριστεράς, ο οποίος για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν είναι διατεθειμένος να εγκαταλείψει το κόμμα του. Η τυχόν δημιουργία ενός νέου κόμματος θα γίνει αντιληπτή ως εχθρική ή ρεβανσιστική κίνηση, θα τους «μπετονάρει» και θα κόψει αυτές τις γέφυρες. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να τις διατηρήσουμε, αλλά όχι και να θεωρούμε αυτές τις επαφές ως την αποκλειστική αναφορά και στόχο μας και η δράση μας να εξαντλείται σε αυτές. Θα πρέπει να αποκτήσουμε καινούριες, π.χ. με τον αντιεξουσιαστικό χώρο, και να αναπτύξουμε καινούριες πρακτικές ή να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση σε υπάρχουσες που ευνοούν την επικοινωνία και τη συνάντηση (π.χ. αντιρατσιστικό φεστιβάλ). Επίσης, να χρησιμοποιήσουμε ήδη υφιστάμενες (ημι)πολιτικές μορφές (δίκτυο, Φόρουμ) που προσφέρονται για αυτού του είδους την χαλαρή, μη μονογαμική στράτευση, και που μας βοηθάνε –βοηθάνε το «πλήθος»- να εγκαθιδρύσει σχέσης «ομηρίας» προς τα κόμματα όπως αυτές που περιέγραψα παραπάνω. Όχι προς ένα συγκεκριμένο κόμμα· προς όσο το δυνατόν περισσότερα. Ο μετασχηματισμός σε πολιτική κίνηση θα είχε νόημα μόνο σε περίπτωση που στον ΣΥΝ επικρατήσουν οι δεξιοί. Αλλά ακόμα και τότε, δεν είμαι σίγουρος. Διότι ποιοι είναι οι «δεξιοί» και ποιοι οι «αριστεροί»; Είναι άραγε ο Αλαβάνος πιο «αριστερός» από τον Παπαγιαννάκη; και με ποια κριτήρια; Με αυτό δεν θέλω να υπονοήσω, μηδενιστικά, ότι «δε βαριέσαι, όλοι είναι ίδιοι», «είναι πουλημένοι» κ.λπ. Το αντίθετο μάλιστα: θέλω απλώς να επισημάνω ότι δεν πρέπει να περιμένουμε από τα κόμματα κάτι που δεν είναι σε θέση να δώσουν. Ας αφήσουμε τα κόμματα να κάνουν τη δουλειά τους, και εμείς ας κάνουμε τη δική μας, όποτε μπορούμε σε συνεργασία με τα κόμματα, όποτε χρειάζεται χωρίς αυτά. Στις παρούσες συνθήκες, νομίζω ότι πιο πρόσφορη τακτική είναι ο ανταρτοπόλεμος των Ζαπατίστας που «κρύβουν τα πρόσωπά τους για να γίνουν ορατοί» παρά η συγκρότηση ενός τακτικού στρατού ή η προσχώρηση σε κάποιον από τους ήδη υπάρχοντες. Άκης Γαβριηλίδης Βρυξέλλες, 15/6/2004

από Α/Β 23/06/2004 4:23 μμ.


Το κείμενο είναι σαφώς πολύ καλό. Υπάρχουν όμως ορισμένα ζητήματα που θα μπορούσαν να συζητηθούν: 1. Ενώ ο Α.Γ. αρνείται τις πρωτοπορείες, κλπ, δεν καταλήγει στο τέλος να αναφέρεται απλά σε μια νέα πρωτοπορεία που είναι το "πλήθος" και μάλιστα το πλήθος που αντιστοιχεί στην ηγεμονία της άυλης εργασίας; Η αίσθηση που εγώ έχω από το κείμενο(όπως και από παρόμοια κείμενα του Νέγκρι και άλλων) είναι ότι απλά το πρωτοπόρο υποκείμενο μετατοπίστηκε. 2. Ο μαρξισμός είχε κι ένα άλλο πρόβλημα: τον οικονομισμό του. Αλλά οι τοποθετήσεις του Νέγκρι, κλπ για την κοινωνία-εργοστάσιο κλπ είναι κάτι διαφορετικό; 3. Ο Νέγκρι μέσα στην πρωτοτυπία του είχε πάντα ενα πρόβλημα: υπερτόνιζε κάποιες τάσεις. Το ίδιο κάνει και ο ΑΓ. Γιατί αναφέρεται μόνο στην άυλη εργασία; Αυτό που είναι περισσότερο ενδιαφέρον είναι να δει κανείς την πραγματική, την υλική με την πλέον στενή έννοια, εργασία και τους αντίστοιχους τόπους, όχι για να την αναγάγει σε υποκείμενο αλλά γιατί ακόμη κι εκεί το πλήθος δεν σταματά να δημιουργεί, να αντιστέκεται, να επινοεί κλπ. Είναι καθαρός αναγωγισμός να παραβλέπεται αυτή η διάσταση (και είναι λάθος να παραβλέπεται η σημασία της άυλης εργασίας, διαχωρισμός σχηματικός άλλωστε). 4. Αλλά αυτό που είναι πιο προβληματικό είναι η θεωρία περί επιτάχυνσης, γκαζώματος κλπ. Το πλήθος δεν είναι ομοιγενές και είναι αντιφατικό ακόμη και τη στιγμή που επινοεί. Το να επιταχύνουμε γενικώς ό,τι προκύπτει από το πλήθος σημαίνει ότι χάνουμε ακριβώς το στοιχείο της πολλαπλότητας του πλήθους, η οποία εμπεριέχει αντιφάσεις και διαφορές. Αυτό το σημείο μου φαίνεται ώς το πλέον προβληματικό.

από τμ 23/06/2004 9:07 μμ.


το να αναμασάς τον Φουκώ και τον Ντελέζ. το λιγότερο είναι ντεμοντέ, το κυριώτερο όμως είναι να προσπαθείς να τους αξιοποιήσεις στις σημερινές συνθήκες μαζί με όλη την πείρα του μπολσεβικισμού και του μετα-μπολσεβικισμού (δηλ. ΜΠΠΕ).

από Ο σκύλος της Αφρικής 24/06/2004 7:43 μμ.


Επιτέλους ένα κείμενο εξαιρετικό. 'Οαση μέσα στον αποσπασματικό και μίζερο λόγο που δείχνει να διακατέχει το σύνολο του εμφανούς 'χώρου'. Είναι τουλάχιστον ευχάριστο και πιθανά αισιόδοξο, να πληθαίνουν οι φωνές που θέτουν παρόμοιους προβληματισμούς και οπτικές. Ίσως να είμαι υπερβολικός αλλά μέσα από κείμενα σαν το συγκεκριμένο, ένα κείμενο/ανακοίνωση που διάβασα τις προάλλες στο indy από την 'μαυροκόκκινη ζώνη' όσον αφορά τα πλέον πρόσφατα, το μανιφέστο του ' red de resistencia alternativa' πριν από 4-5 χρόνια από τις Μητέρες της plaza de Mayo (άν θυμάμαι καλά), πλήθος-πλήθος άλλων κειμένων και λόγων, το κίνημα των Ζαπατίστας, τις συζητήσεις με φίλους που όλο και περισσότερο περιστρέφονται γύρω από αυτούς τους άξονες, αυτή την προσωπική αλλά τόσο έντονη (και κοινή) αίσθηση του πλήθους των πραγμάτων, των επιθυμιών, των ματαιώσεων που φουσκώνουν μέσα μας και πασχίζουν να βγούν, αυτοί οι κόμποι στο λαιμό και τα χέρια που οδηγούν στη παραίτηση ή στην αποκοτιά του μίσους, όλα αυτά λοιπόν μου δίνουν την αίσθηση ότι κάπου, υπόγεια ακόμη, έχει αρχίσει να τίθεται σε κίνηση ο μηχανισμός ενός μαζικού ασυνείδητου. Συχνά-πυκνά μου έρχεται στο μυαλό η φράση 'ή στραβός είν'ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε'. Για τον γιαλό δεν ξέρω και δεν με αφορά, αλλά όσον αφορά το αρμένισμα είναι πασιφανές. Κατ'αρχάς πράγματα που στα λόγια θεωρούσαμε λυμένα και κοινώς αποδεκτά, τουλάχιστον από την δεκαετία του 60 όχι μόνο δεν τα προχωρήσαμε αλλά μάλλον πισωγυρίσαμε. Η αρρώστια για την οποία κατηγορούσαμε το ΚΚΕ και ανα περίπτωση τις διάφορες αριστερίστικες ομάδες, έχει διαχυθεί σε όλο το χώρο, ακόμη και στους αναρχικούς. Αυτό το τόσο επίκαιρο 'όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου' φαίνεται να έχει μπολιάσει σαν ιός τους πάντες. Η ουσία είναι ότι οι διάφορες ιδεολογίες με τις πάσης φύσεως αποχρώσεις τους λειτουργούν όπως οι θρησκείες με τις διάφορες αιρετικές σέκτες τους. Μοιράζονται τη βασική αρχή του προσηλυτισμού. Το μοντέλο είναι ότι λίγο έως πολύ, εμείς κατέχουμε την αλήθεια και για να αλλάξει ο κόσμος οι υπόλοιποι πρέπει να πεισθούν, να ενστερνιστούν τις ίδιες απόψεις και να προχωρήσουμε τον ίδιο δρόμο. Όμως για μένα (και για πολλούς ακόμη) η ουσία της πολιτικής δράσης δεν είναι να πείσουμε για το δίκιο μας αλλά να συνεργαστούμε και να μπορέσουμε να προχωρήσουμε και με αυτούς που βλέπουν τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική. Βήμα, βήμα, μιλώντας λιγότερο και ακούγοντας περισσότερο. Ακόμη και αυτοί που γοητεύονται από την έννοια της πρωτοπορίας, θα έπρεπε ήδη να έχουν καταλάβει ότι η διδασκαλία, αν μη τι άλλο, δεν είναι αποτελεσματική. Άν βλέπουν τους ΄έξω' σαν παιδιά που πρέπει να διαπαιδαγωγήσουν, θα ήθελα να υπενθυμίσω αυτή την πολύ απλή αλήθεια που οι περισσότεροι γονείς γνωρίζουν έστω και υποσυνείδητα. Ότι δηλαδή στα παιδιά δεν περνάνε αυτά που θα προσπαθήσεις συνειδητά να τους περάσεις. Τα παιδιά ρουφάνε σα σφουγγάρι την ουσία των γονιών τους, τα καλά και τα κακά, την εσωτερική τους αλήθεια, τον τρόπο της ζωής τους, τις λεπτομέρειες, όχι τα μεγάλα λόγια και τις διδασκαλίες. Πώς να πείσεις ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, όταν ο δικός σου μικρόκοσμος μυρίζει μιζέρια. Και τι να πει κανείς για τον λόγο μας. Τσιτάτα, ιδεολογικά κατασκευάσματα, μανιχαισμός, συνομωσιολογία, εμπάθεια, σε σημείο που και εμάς ακόμη να μας απωθεί. Ναι είναι καλύτερος από τον λόγο των 'επίσημων' πολιτικών και στο βάθος (όπως λέμε στο βάθος κήπος) κρύβει πόνο και καλές προθέσεις. Μας αρκεί αυτό? Που είναι η απλότητα, η ζεστασιά, το χιούμορ, η ευγένεια ακόμη? Μάλλον δεν χωράνε μέσα στις ιδεολογικές περιχαρακώσεις. Δεν ισχυρίζομαι ότι η ενασχόληση με τις ιδεολογίες και η ύπαρξή τους είναι τελείως περιττή. Κατ'αρχάς έδωσαν δύναμη σε ανθρώπους και ενέπνευσαν αγώνες που αξίζουν το σεβασμό μας. Έσπασαν το μονοπώλιο των επίσημων ιδεολογιών, έγιναν εργαλεία στην αναζήτηση της ουτοπίας, διατήρησαν (ή έθαψαν) το όραμά της. Απλά εμένα (και πολλούς άλλους εδώ και πολύ καιρό) δεν με αφορούν πλέον, μου θυμίζουν χριστιανούς που ασχολούνται με την ανάλυση των ευαγγελίων τους. Δεν είναι κακό να υπάρχουν να γίνονται εσωτερικές συζητήσεις και διεργασίες στις διάφορες σέκτες που τις αφορούν, να δουλεύονται να αναπτύσσονται αναλυτικά εργαλεία και πιθανά κάτι συγκεκριμένο απλό και αληθινό να ξεπηδήσει και από εκεί, όμως όσον αφορά πακέτα της μοναδικής αλήθειας, ευχαριστούμε αλλά δεν θα πάρουμε. Έχω την αίσθηση ότι αυτό που τελικά ενώνει και συντονίζει τις χορδές μας είναι βασικές ηθικές αξίες. Τι ήταν αυτό που κατέβασε το κόσμο στους δρόμους ενάντια στον πόλεμο? Η ιδεολογική ανάλυση του ιμπεριαλισμού ή το άδικο με όρους ηθικής? Ποιο είναι αυτό που θα έπρεπε να ενώνει ή θα μπορούσε πιθανά να προσδιορίσει τον 'χώρο'? Ίσως αυτή η κάπως ευρεία έννοια της άμεσης δημοκρατίας, η ροή εκ των κάτω προς τα πάνω. Η ενεργοποίηση σε καθημερινό επίπεδο, στη δουλειά, στη γειτονιά, στους δρόμους σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Η αίσθηση και η γνώση ότι δεν χρειαζόμαστε την πλατειά λεωφόρο που τα πλήθη θα διασχίσουν και θα βγουν στον καινούργιο κόσμο. Μονοπάτια θέλουμε να φτιάχνουμε που θα μας βγάζουν σε όλες τις διαφορετικές ομορφιές αυτού του κόσμου και ξέφωτα να συναντιόμαστε και να γιορτάζουμε. Και τα κόμματα? Όπως πολύ σωστά τέθηκε ας είναι εκεί κι ας κάνουν ότι μπορούν. Αλλά το παιχνίδι είναι κάτω. Αν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν ενισχυτές της φωνής, ή μάλλον των φωνών των από κάτω, αν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως η πρεσβεία των από κάτω στο σύστημα, έχει καλώς και πιθανά να ήταν χρήσιμα. Άλλως δεν μας αφορούν.

από χύδην όχλος 25/06/2004 7:59 μμ.


..είναι ή πεμπτουσία τού σύγχρονου αντικαπιταλιστικού προβληματισμού καί αισθάνομαι τήν ανάγκη νά συγχαρώ τόν σύντροφο Α.Γαβριηλίδη γιά τήν πιό επίκαιρη καί εναργή καταγραφή-συνόψιση τών θεωρητικών καί πρακτικών εμπειριών τής τελευταίας 15ετίας. Στήν παρούσα ελληνική συγκυρία καί έχοντας επίγνωση τών ριζωμένων στρεβλώσεων πού εξακολουθούν νά είναι επιδραστικές στό σώμα τής "καθ'ημάς" αριστεράς δέν περιμένω θεαματική καί άμεση προσχώρηση σέ παρόμοιες ριζοτομικές αντιλήψεις. Άν κάτι μέ κάνει σχετικά αισιόδοξο εναντίον τών καθηλώσεων όπου ειδικεύονται οί συγκεντρωτικοί-(απο)κλειστικοί κάθε απόχρωσης είναι ότι όλο καί συχνότερα αποδεικνύονται φαινομενικότητες. Γιατί τό "πλήθος" βρίσκεται ΚΑΙ εδώ.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License