Τρίτη 20/4, 11μμ συγκέντρωση αλληλεγγύης στα διοικητικό πρωτοδικειο στην Πανόρμου, στην οδό Λουίζ Ριανκούρ 85 για την υπόθεση του σύντροφου Ερόλ. Την Τρίτη ενδέχεται να εξεταστεί η αίτηση για την έκδοση προσωρινής διαταγής αναστολής εώς την δίκη που θα εξεταστεί η αναστολή απέλασης. Πρώτος και άμεσος στόχος είναι να σταματήσει η συνεχής αβέβαιη συνθήκη που επιτρέπει στο κράτος να απελαύνει το σύντροφο μέχρι την διαδικασία της αναστολής της απόφασης απέλασης. 

Κείμενο για Ερόλ και ευρύτερο πλαίσιο κατασταλτικής συνθήκης

Μπροστά στην καταστολή, κανένα περιστατικό δεν είναι "μεμονωμένο"

Το Σάββατο 21/3/2021, ο Errol απήχθη από ασφαλίτες πηγαίνοντας προς την μηχανή του και τώρα απειλείται για δεύτερη φορά με απέλαση. Δύο μέρες πριν, στις 19/3/21, μετανάστ(ρι)ες πετάχτηκαν με χειροπέδες στη θάλασσα στα ανοιχτά της Χίου και πνίγηκαν. Στις 14/3/21 ένας μοτοσικλετιστής σκοτώθηκε μπροστά στη Βουλή από οδηγό της προσωπικής φρουράς της Ντόρας Μπακογιάννη. Λίγες μέρες πριν, ο Άρης, μέλος της αναρχικής συλλογικότητας Μασόβκα, απήχθη και βασανίστηκε μέσα στη ΓΑΔΑ, ενώ ο Ο.Μ. και άλλοι δύο είναι προφυλακισμένοι για τα σκηνικά στη Νέα Σμύρνη. Αυτά είναι κάποια γεγονότα των τελευταίων ημερών που μπορεί με μια πρώτη ματιά να φαίνονται ασύνδετα έτσι όπως (δεν) παρουσιάζονται από τις ειδήσεις, αλλά συνολικά δίνουν μια εικόνα για το τι συμβαίνει τελευταία.

Το κράτος ενισχύει τον κοινωνικό έλεγχο μέσω της καταστολής και της αυθαιρεσίας. Η Νέα Δημοκρατία ενορχηστρώνει ένα διαπλεκόμενο σύστημα, στο οποίο τα ΜΜΕ, η δικαιοσύνη και η αστυνομία είναι οι συνεργοί και το οποίο μεγαλώνει διαρκώς σε ισχύ, δυνατότητες και ασκούμενη βία. Ο κοινωνικός έλεγχος είναι ο στόχος και η αορατοποίηση, η δαιμονοποίηση και η καταστροφή οποιασδήποτε μορφής αντίστασης είναι η μέθοδος.

Ένα σύστημα ελέγχου που στοχοποιεί συγκεκριμένα πολιτικά υποκείμενα...

Εκτός από την αυθαίρετη καθημερινή βία που ασκούν οι μπάτσοι, τελευταία στοχοποιούνται όλο και περισσότερο άτομα και ομάδες ως "απειλές για τη δημόσια ασφάλεια", απειλές για την επίπλαστη εθνική ενότητα. Έλεγχοι στοιχείων, μαζικές και -πολλές φορές- παράνομες συλλήψεις, φυσικές και τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, ασφαλίτες παντού, διαπομπεύσεις στα μίντια, ξύλο, ακόμα και δολοφονίες χρησιμοποιούνται για να ενοχλήσουν, να καταστείλουν, να φυλακίσουν και να εξοντώσουν συγκεκριμένα -ή και όχι- υποκείμενα.

Η λίστα με τα παραδείγματα φυσικής και ψυχολογικής βίας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Σε κέντρα κράτησης όπως αυτό της Αμυγδαλέζας, μετανάστ(ρι)ες βρίσκονται σε καθεστώς μαζικού εγκλεισμού, ανεξαρτήτως του νομικού τους καθεστώτος. Η αστυνομία παρακολουθεί τηλέφωνα μελών της Μασόβκα εδώ και δύο μήνες (νόμιμα τουλάχιστον), μετά από παρέμβαση στο πολιτικό γραφείο του Βαρβιτσιώτη. Ο Ερόλ απήχθηπηγαίνοντας στη μηχανή του μόνος του, προφανώς όντας υπό παρακολούθηση. Τώρα, βρίσκεται απομονωμένος σε κελί στην Πέτρου Ράλλη, ενώ του απαγορεύουν οποιαδήποτε επικοινωνία με τους συγκρατούμενούς του. Ο Άρης, η Έφη και άλλα άτομα συλλήφθησαν αυθαίρετα μετά τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης και υπέστησαν βασανιστήρια, ψυχολογική και σεξουαλική κακοποίηση μέσα στη ΓΑΔΑ.

Αυτές οι πρακτικές ικανοποιούν δύο σκοπούς: την απομόνωση και τον παραδειγματισμό. Είτε είναι ο Ερόλ είτε κάθε άλλοέγκλειστο άτομο σε φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο εγκλεισμός αφαιρεί τα άτομα από τη δημόσια σφαίρα, τα απομονώνει από τα περιβάλλοντά τους, τα δίκτυα και τους αγώνες τους για να τους καταβάλλει την ψυχολογία.

Η σκληρή καταστολή σε ατομικό επίπεδο χρησιμοποιείται για να αποτρέψει άλλα άτομα να ακολουθήσουν το δρόμο και τους αγώνες αυτών που θεωρούνται εθνικοί κίνδυνοι. Απομονώνοντας άτομα σαν τον Άρη, την Έφη ή τον Ερόλ και αναβαθμίζοντας τη βία απέναντί τους δημιουργούνται τα αντιπαραδείγματα, διαχέεται η ανασφάλεια και χτίζεται το κλίμα τρομοκρατίας στην κοινή γνώμη. Αυτό συμβαδίζει με μια λογική μαζικής καταστολήςπουυπονομεύει την αποφασιστικότητα των ανθρώπων να συναντηθούν στο δημόσιο χώρο, να συμμετέχουν σε αγώνες και να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη αφήγηση.

...ενώ αναβαθμίζει την καταστολή με σκληρότερα μέσα βίας και εντατικοποίηση των παρακολουθήσεων

Ο συνδυασμός της εθνικιστικής/νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης και του COVID-19 λειτουργεί σαν καταλύτης για την ανεμπόδιστη δημιουργία συνθηκών αναβάθμισης της καταστολής. Από την αρχή της πανδημίας το κράτος άλλαξε εντελώς το πεδίο δημιουργώντας νέα πλαίσια, παρέχοντας καινούργια εργαλεία, καινούργιους ρόλους, αυξάνοντας τα όρια δράσης της αστυνομίας και μεγαλώνοντας δυσανάλογα το χάσμα ισχύος μεταξύ του κράτους και όσων το αμφισβητούν. Αυτή η ισχύς έγινε εφικτή μετά το ξόδεμα εκατομμυρίων σε εξοπλιστικά προγράμματα (μηχανές, περιπολικά, όπλα, στολές, αύρες, ελικόπτερα, drones, κάμερες, τεχνολογίες παρακολούθησης...) και παρουσιάστηκε με τις μαζικές παρατάξεις των δυνάμεων τους (17 Νοέμβρη, 6 Δεκέμβρη, πορείες για τον Κουφοντίνα και άλλες κινητοποιήσεις). Αυτή η επίδειξη ισχύος χρησιμοποιείται πρώτα αποτρεπτικά για τη συμμετοχή σε διαδηλώσεις και έπειτα ως στρατός έτοιμος να δράσει και να καταστείλει.

Η καταστολή συνεχίζει πέρα από τη στοχοποίηση ατόμων και την επίθεση σε διαδηλώσεις. Το κράτος και οι μπάτσοι του επιτίθενται και εισβάλλουν στα τελευταία πεδία κοινωνικοποίησης και οργάνωσης που μας έχουν απομείνει: καταλήψεις, πανεπιστήμια, πλατείες, πάρκα... Οι πρώτες του κινήσεις ήταν οι εκκενώσεις καταλήψεων, στη συνέχεια η αναδιάρθρωση του πανεπιστημιακού χώρου (πρώτα με την κατάργηση του ασύλου και τώρα με τη δημιουργία αστυνομικού σώματος εντός τους), ενώ συχνές είναι και οι επιθέσεις σε πλατείες (Αγία Παρασκευή, Αγίου Γεωργίου, Νέα Σμύρνη...).

Αυτές οι επιθέσεις στην καθημερινή μας ζωή μας κάνουν να νιώθουμε ότι βρίσκονται παντού, ότι πουθενά δεν υπάρχει ασφάλεια, ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν-έχουν ακόμα τη δυνατότητα να σε ρωτήσουν γιατί είσαι έξω και πού πηγαίνεις. Υπάρχει η αίσθηση ότι το κράτος και η αστυνομία έχουν εισβάλλει σε κάθε πτυχή της ζωής μας, ότι είναι παντοδύναμοι.

Η ερώτηση δεν είναι πόσο φοβισμένοι πρέπει να είμαστε αλλά το πώς θα προσαρμοστούμε σε αυτό το νέο πολεμικό περιβάλλον. Βλέποντας το πως έχουν αυξηθεί οι παρακολουθήσεις (τηλεφωνικές επικοινωνίες, συσκευές εντοπισμού, φυσικές παρακολουθήσεις...) και οι μέθοδοι καταστολής ατόμων και πληθών πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικές/οι και να χτίσουμε νέες συλλογικές πρακτικές ασφάλειας. Παράλληλα, πρέπει να ενισχύσουμε και να επεκτείνουμε τις συλλογικές μας αντιστάσεις και άμυνες, αφού η καταστολή νομιμοποιείται τόσο και πλαισιώνεται από ένα δικαστικό σύστημα που ποινικοποιεί όλο και περισσότερο κάθε πολιτική δραστηριότητα, ενώ προσφέρει την απαιτούμενη ατιμωρησία στην αστυνομία. Τηλεφωνικές επικοινωνίες χρησιμοποιούνται σαν στοιχεία σε δικαστήρια (υπόθεση ΑΣΟΕΕ), βίντεο από πορείες καταλήγουν σε συζητήσεις στη Βουλή (πορεία της 8ης Μάρτη). Είναι πλέον πιο σημαντικό από ποτέ να αναθεωρήσουμε τη δική μας χρήση της εικόνας, των social media και της τεχνολογίας γενικότερα.

...χρησιμοποιώντας ΜΜΕ και δικαιοσύνη σε ένα πλαίσιο κατάστασης εξαίρεσης για να αποδώσει στο ίδιο την απόλυτη αυθαιρεσία

Από την πλευρά του το κράτος με τους υπόδουλούς του εφαρμόζουν τα πάντα για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους - είτε για να χτίσουν ένα πιο λεπτομερές και αυστηρό νομικό πλαίσιο ή να προσαρμόσουν το ήδη υπάρχον προς συμφέρον τους.

Όταν πρόκειται για πρακτικές που αψηφούν το κράτος ή τους εχθρούς του, το δικαστικό οπλοστάσιο χρησιμοποιείται στο μέγιστο βαθμό του και ανανεώνεται συνεχώς για να απαντήσει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που το ανησυχούν. Για τον Κουφοντίνα δεν εφάρμοσαν καν το νόμο που θέσπισαν μόνο για εκείνον. Η διασπορά του ιού είναι τώρα μια κοινή κατηγορία που συνθλίπτει όποια συλλογική κίνηση και καταστά την αλληλεγγύη και την αντίσταση απειλή για την ασφάλεια της χώρας, ενώ απεικονίζει τα άτομα που συνεχίζουν να οργανώνονται ως <<δημόσιους κινδύνους>>. Στην περίπτωση του Ερόλ, η αφήγηση της απειλής στη δημόσια υγεία με την κατηγορία της διασποράς χρησιμοποιήθηκε ως αιτιολόγηση για την απέλασή του. Επίσης η απαγωγή και η παράνομη απέλασή του Ερόλ το Δεκέμβριο απέδειξε την ωμή βία ενάντιας σε <<ανεπιθύμητους>> σε ελληνικό έδαφος, πρακτική που εδώ και καιρό έχει κανονικοποιηθεί ενάντια σε μη λευκά σώματα, αλλά λιγότερο συχνά ως όργανο αποτροπής πολιτικής δράσης. Στο εξής οποιεσδήποτε μορφές δομικού αγώνα μπορούν να θεωρηθούν τρομοκρατική ήεγκληματικήοργάνωση όπως είδαμε πέρσι με τους Σύντροφοι-συντρόφισσες, και πιο πρόσφατα με τη Μασόβκα.

Βλέπουμε ξεκάθαρα πως όταν πρόκειται για εχθρούς του κράτους, εξαπολύουν ένα δυνατό οπλοστάσιο εγκληματοποίησης, ενώ όταν πρόκειται για εγκλήματα σύνεργων του κράτους και της αστυνομίας, χρησιμοποιούν εκείνο της απόκρυψης αποδεικτικών στοιχείων, της αδιαφορίας και έξω-διαδικαστικών μανουβρών για να αποφύγουν την ευθύνη. Ούτε και στη θέσπιση νέων νόμων δεν σέβονται τις συνταγματικές διαδικασίες με τη δικαιολογία του καθεστώτος υγειονομικής έκτακτης ανάγκης. Ακολουθούν ξεκάθαρα διαφορετικές διαδικασίες και παρουσιάζουν διαφορετικές ταχύτητες αντίδρασης, όπως για παράδειγμα στην υπόθεση του Άρη, όπου άμεσα εισέβαλαν δύο φορές στο σπίτι του, ενώ χρειάστηκαν 2 εβδομάδες για να ψάξουν εκείνο του Λιγνάδη. Εναλλαγές στη βραδεία και ταχεία εφαρμογή διαδικασιών, η άνεση στη δημιουργίαή παράκαμψηνόμων, η χρησιμοποίηση νομικών γκρι ζώνων μεταξύ γραπτού νόμου και της εφαρμογής του είναι οι ρίζες της ταξικής νομικής αδικίας και ατιμωρησίας. Με τον όρο ατιμωρησία, κυριολεκτικά εννοούμε ότι τίποτα που κάνουν οι μπάτσοι δε φαίνεται να έχει σοβαρές συνέπειες, λόγω του πλαισίου που δίνουν έκτακτοι νόμοι, δικαστήρια, ΜΜΕ και κράτος. Οποιαδήποτε σφάλματα αντιμετωπίζονται με συστηματική άρνηση: η βίαια επαναπροώθηση ανθρώπων στα σύνορα, οι φυλετικές διακρίσεις σε ελέγχους στο δρόμο, ή ο βασανισμός ατόμων σε κρατητήρια.

Η πολιτική παρέμβαση στη δικαστική εξουσία είναι πασιφανής—με υπουργούς να ψεύδονται ξεκάθαρα και να αντικρούουν τους εαυτούς. Αυτό έγινε ξεκάθαρο στο πόσο καλά συντονισμένος ήταν ο λόγος του για το Κουφοντίνα, πώς άλλαζαν συνέχεια τις αποφάνσεις τους για το Λιγνάδη, όπως και πώς στην υπόθεση του Ερόλ τα συμφέροντα της αστυνομίας και των αφεντικών τους έχουν συστηματικά ξεπεράσει την κάθε ψευδαίσθηση νομότυπης διαδικασίας.

Αυτός ο συντονισμός μεταξύ των πολιτικών, δικαστικών και αστυνομικών σφαιρών γίνεται δυνατός με τη συνενοχή των κυρίαρχων ΜΜΕ και του ρόλου τους όπως φερέφωνα της εξουσίας, μεταδίδοντας ευρέως τις αφηγήσεις του που αποπολιτικοποιούν το άτομο, την ομάδα, τη δράση. Τα ΜΜΕ επέμειναν να αποκαλούν τον Κουφοντίνα καταδικασμένο δολοφόνο, αρνούμενα του την ιδιότητα του πολιτικού κρατούμενου. Από την άλλη, όσο μπορούνε, αποφεύγουν να μιλάνε για ό,τι είναι μικρότερης σημασίας (όπως ο Ερόλ) και μπορεί να παραλειφθεί και αναγνωρίζουν δημόσια μόνο ό, τι είναι τόσο μεγάλο που δε μπορεί να κρυφτεί πια. Ακόμα και τότε, εκτός πραγματικότητας, αλλάζουν ένα γεγονός ξυλοδαρμού ατόμων από μπάτσους σε μια πλατεία στη Νέα Σμύρνη σε μια ιστορία αντάρτικου πόλης, με τίτλους ειδήσεων όπως <<Επίθεση 30 ατόμων κατά αστυνομικών της ΔΙΑΣ>>.

Η λογοκρισία δεν είναι φαινόμενο των ΜΜΕ μόνο αλλά το παρατηρούμε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η λογοκρισία αυτή εξυπηρετεί διπλά συμφέροντα,προστατεύτει την άρχουσα τάξη που αποφασίζει ποια αφήγησηθα παιχτεί στα ΜΜΕ που μπορεί να προστατεύσει την ιδιωτικότητά της με νόμιμα μέσα (Λιγνάδης) ή/και εξυπηρετεί στην περαιτέρω αορατοποίηση του αγώνα, όπως π.χ. η απαγόρευση της χρήσης του ονόματος του Κουφοντίνα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Γενικά τα ΜΜΕ είναι οι καλύτεροι συνεργοί των ελίτ στην αποσιώπηση των εγκλημάτων τους. Το ατύχημα που κόστισε τη ζωή ενός μοτοσικλετιστή μπροστά από τη Βουλή κατάφεραν να το σκεπάσουν για δύο μέρες, ενώ ούτε λόγος σε καθεστωτικά για τους δολοφονημένους από την ελληνική ακτοφυλακή μετανάστες. Στο δυστύχημα η συνεργασία αστυνομίας, πολιτικών και ΜΜΕ γίνεται ξεκάθαρη: η αστυνομία προσπάθησε να εκδιώξει το μάρτυρα, ο μπάτσος που οδηγούσε έφυγε τρέχοντας από το σκηνικό και τα ΜΜΕ αναγκάστηκαν να το δημοσιεύσουν εξαιτίας κοινωνικής πίεσης, πράγμα που έδωσε χώρο και χρόνο στη Ντόρα Μπακογιάννη για μια καλοστημένη αγόρευση.

Ένα κράτος που φοβάται για την επιβίωσή του, αντεπιτίθεται

Σε καταστάσεις κρίσης και θορυβώδους κοινωνικής αμφισβήτησης, τέτοιες περιπτώσεις κατασταλτικού ελέγχου μας πληροφορούν πως το κράτος χρειάζεται να τον επαναβεβαιώσει. Αυτές οι συγκαλύψεις, εκδηλώσεις άτακτης βίας και στρατηγικές αορατοποίησης, συχνά εντεινόμενες από πανικό, μας δείχνουν πως δεν είναι όλα υπό έλεγχο και κάνουν το προσωπείο της παντοδυναμίας να γλιστρά. Πρέπει να καταλάβουμε αυτά τα σημάδια αδυναμίας ως ευκαιρίες να υπερχειλίσουμε την ισχύουσα τάξη πραγμάτων. Στο πλαίσιο της πειθαρχίας που μας έχει επιβληθεί από τη διαχείριση της πανδημίας και την ολοκληρωτική διακυβέρνηση, οι μόνες ατομικές μας ευθύνες είναι να αντεπιτεθούμε και να χτίσουμε μια συλλογική κουλτούρα επίθεσης και άμυνας.

Γνωρίζουμε ήδη πως μπορούμε να δημιουργήσουμε χάσματα μέσω της αντίστασής μας. Επιστρέφοντας στους δρόμους σε αλληλεγγύη με τους φοιτητικούς αγώνες, με τον Κουφοντίνα και τη μαχητική απάντηση των γειτονιών μετά τη Νέα Σμύρνη μας έδωσε χώρο να αναπνεύσουμε πιο ελεύθερα και να γνωρίσουμε το ένα το άλλο ξανά.

Η σύνδεση της αλληλεγγύης μας με τις φυλακισμένες και όσες περνούν σύνορα, με τις εκκενωμένες και τις απομονωμένες σε ένα ευρύτερο αγώνα ενάντια στην αστυνομία και όλες τις μορφές εξουσίας είναι το πιο επικίνδυνο όπλο μας ενάντια στη σταθερότητα του κράτους.

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΑΜΥΝΑ. ΒΙΑ ΣΤΗ ΒΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ.

ΚΑΤΩ ΤΑ ΞΕΡΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΡΟΛ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ ΩΣ ΤΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΕ ΟΛΕΣ/ΟΥΣ ΤΙΣ/ΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ/ΟΥΣ

ΦΩΤΙΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ

Η ΜΟΝΗ ΜΑΣ ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΑ ΧΤΙΣΟΥΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΑ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ

Συνέλευση καταλήψεων, συλλογικοτήτων,διεθνιστών/ριών, μεταναστών/ριών, αλληλέγγυων

In the face of repression no cases are disconnected, none are isolated

On Saturday, 21/3/2021, Errol wasabducted by undercovers on his way to his motorbike and is now faced with a second deportation. Two days before, on the 19/3/2021, migrants were dumped with handcuffs at sea off Chios’ coast and drowned.On the 14/3/2021 a motorcyclist was killed by the police guard of NtoraBakogiannis in front of the Parliament.A few days before that, a person associated with Masovka political group was tortured inside Gada, while O.M is currently still incarcerated for the events of Nea Smirni.This is only an overview of the last few days, of things that may seem disconnected at first glance in the way they are presented to us through the news, but that altogether tell us a lot about what is going on. What the state is doing is strengthening a system of controlthrough repression and impunity. New Democracy orchestrates an intertwined system, in which media, justice and police are accomplices and perpetrators.It keeps expanding it in size, capacity, and violence since it came back to power. Control is the aim andinvisibilisation, demonisation and destruction of any form of resistance is the method.

A system of control that targets specific political subjects...

Other than the daily arbitrary violence cops spread, recently more and more groups and individuals aretargeted as instigators of agitations and threats to the fictional national unity.ID checks, relentless and -at times- illegal arrests, phone-tracking, undercover cops, media lynching, beatings and even murders are all tools the cops have used to harass, imprison, and eliminate these specific subjects.

The list of examples of physical and psychological brutality goes on day by day. In detention centres such as Amygdaleza, people of colour are massively incarcerated - no matter the legality of their status. The police have been listening Mazofka’s phones for 2 months after an intervention in Varvitsiotis' office. Errol was picked up at his motorbike, therefore they were clearly following his moves and waiting to catch him alone. They now isolate him in a Petrou Rally cell and forbid him any contact with other detainees. Aris and Efi were arbitrary detained after Nea Smirni demo, suffering beatings, psychological and sexual harassment inside Gada.

These methods are serving a double purpose of isolation and exemplification. Whether it is Errolor any other person that finds themselves in prisons and concentration camps, what the detention does is remove them from the public sphere, isolate them from their networks or fields of struggle and break their psychology.

Hard repression on individual level aims to create the image that they are dangerous for the nation and deter people from following their path and joining their struggles. Isolating persons like Aris, Efi or Errol and escalating violence against them is a mean to set examples, spread insecurity and build a climate of terror in the public. This goes hand in hand with a logic of mass repression which undermines people’s determination to be in public spaces, to take part in struggles and defy the norms. … whilst upscaling repression with heavier means of violence and surveillance

The combined effect of the new nationalist/neoliberal government and COVID-19 has acted as a catalyst, creating the conditions in which violent repression has been able to increase unhindered. In the last year, the state has altered the playing field by creating new frameworks, providing new tools, new roles that have vastly expanded the power of the police and accentuated the disproportionality of powers between cops and state opponents.This power is constantly showed off through the exhibition of their new equipment (bikes, jeeps, guns, water cannons, helicopters, drones, cameras, digital surveillance technologies…), the millions spent in new surveillance technologies and the massive deployment of their forces(17th of November, 6th of December, as well as in demonstrations like the ones for Koufountinas) that primarily act as a dissuasive strategy and ultimately as an aggressive body ready to act.

However it goes well beyond demos, the state and the cops attackand invadethe last places of socialisation and organisation available to us: squats, universities, squares, parks… Their first moves were the eviction of squats, then jumping from cancelling university asylum to installing a special unit (OPPI) inside the universities, and since last year they have multiplying random attacks on squares (Agia Paraskevi, Agiou Georgiou, Nea Smirni).

These intrusions and aggressions in our daily settingsmake us feel that they are everywhere, that nowhere is safe, that they can do anything - they even have the right to ask you why you are out of your house and where you’re going. It gives the feeling that the state and its police have invaded our most intimate spheres, that they are omnipotent.

The question isnot how afraid we should be but how we adapt to that. In the light of increased use of surveillance (listening phones, tracking vehicles, following people...) and repression methods both on individuals and crowds, it is time to be more cautious and build our owncollective security culture. In parallel, we need to develop a strongercollective defence culture since this repression is legitimised and framed by a justice system that criminalises more and more political actions and speech against the state and validates police impunity. Phone records are used as court evidences (like in ASOEE case) and random videos end up in parliament discussions (8th of March demo).Therefore, it is more important than ever to reconsider our own use of images, social media and technology in general.

… And exploiting media and justice in a context of state of exception to grant itself ultimate impunity

On the side of the state and its minions, everything is implemented to serve best their own interests; whether it is building in an ever more detailed and stricter legal framework or adjust and bend this one to their favour.

When it comes to practices that defy the state or its enemies, the judicial arsenal is used to its full extent and is constantly updated to answer to particular situations that unrest them.Like for Koufountinas, they did not even enforce a law adopted specially for him.Spreading the virus is now a common charge to crush any collective move and make solidarity and resistance a threat to the safety of the country and depict the people who keep organising as "public dangers". In the case of Errol, the narrative of threat to the public health with the charge of "spreading the virus" was used as a justification for his deportation. Furthermore, the kidnapping and illegal deportation of Errol in December demonstrated the brute force applied against "undesirable" people on Greek territory, long normalized against the bodies of people of colour, but less frequent as an instrument of fighting political activism. Henceforth, any forms of structural struggle can be qualified as terrorist organisation as we have seen last year withSyntrofoi-syntrofisses and more recently with Masovka.

We see clearly that when it comes to opponents they dispose of a strong arsenal of criminalisation, and when it comes to the crimes of state accomplices and police, they deploy their arsenal of evidence with-holding, unresponsiveness and extra-procedural manoeuvresto avoid accountability. Even in passing new laws, they are not respecting theconstitutionalprocesses with the facade of the state of sanitary emergency. They blatantly follow double standard procedures and display different speeds of reactivity, for example in the case of Aris, they immediately raided his house twice whereas it took them two weeks to search Lignadis'. Playing on slow and fast-tracking of procedures, the comfort of either creating or bending laws, using legal grey zones between written law and its application are the roots of class justice and impunity.By impunity, we literally mean that nothing cops dohas consequences, due to the cover that emergency laws, justice, media, and the state are providing. Any wrong doings are systematically denied: violently pushing back people at the borders, racial profiling in street checks, or torturing people in detention.

Political interference in the judiciary is scathingly evident—with ministers lying blatantly and contradicting themselves. This was obvious in how they well-coordinated their speech about Koufontinas, how they kept changing their declaration about Lignadis,as well as how in the case of Errol the interests of the police and their masters have consistently overridden any illusion of due process.

This coordinationbetween the political, judiciary and police spheres is made possible by the complicity of the mainstream media and its role as the mouthpiece of power, broadcasting widely their own narratives that depoliticise the person, the group, the action.Mass media relentlessly insisted on declaring Koufontinas a convicted murderer, denying him the status of political prisoner.On the other hand, as much as possible, they avoid to talk about what is minor enough to be omitted (like Errol) and only publicly acknowledge what is too big to be hidden. Even then, unhinged from reality, they turn a story of cops beating people on a platia in Nea Smyrni into one of urban guerrilla warfare, with headlines like “30 protesters attacked the police”.

The media censorship is not only the one of the mass media themselves but also what we see happening on social media. Censorship can serve both interests, either protect the ruling class that decides on the mass media narrative and can protect its privacy with legal ways (Lignadis) or can serve to further invisibilise the struggle, for instance banning the use ofKoufontinas' name from social media. In general, the mass media are the best accomplices of the elites in silencing their crimes. In the accident that cost the life of a motorcyclist in front of the parliament, they succeeded to hide it from the public for two days, whereas nothing was mentioned on big media regarding the migrants murdered by the Greek coastguard. This incident shows clearly the collaboration of police, politicians and media: the police tried to scare away the witness, the cop driving ran away from the scene and the mass media were only forced to publish it because of social pressure, which gave time and space for a well-rehearsed tribune from Ntora Bakogiannis.

A state that fears for itself is a state that bites back

In situation of crisis and rumbling social contestation, such displays of repressive control inform us that the state needs to reassert it. These cover-ups, outbreaks of messy violence and invisibilization strategies, often stressed by panic, teach usthat not everything is fully under control and makethe facade of omnipotenceslipaway. We should understand these signs of weakness as opportunities to overflow the established order of things. In the face of the discipline imposed on us by the management of the pandemic and totalitarian governance, our only individual responsibilities are to fight back and build a collective culture of attack and defence.

We already know that we can open breaches through resistance.Coming back to the streets around the solidarity with students, with Koufontinas and the neighbourhoods' combative answerafter Nea Smirni have given us space to breathe better and meet each other again.

Connecting our solidarity with the prisoners and those crossing borders, with the evicted and the isolated in a broader struggle against police and all forms of authority is our most dangerous weapon against thestability of the state.

ATTACK IS THE ONLY DEFENCE. VIOLENCE TO THE VIOLENCE OF POWER.

HANDS OFF ERROL AND THE DETAINEES OF THE BATTLE OF NEA SMIRNI

FROM THE SQUARES TO THE CONCENTRATION CAMPS, SOLIDARITY WITH ALL PRISONERS

FIRE TO ALL CAGES

OUR ONLY INDIVIDUAL RESPONSIBILITY IS BUILDING MUTUAL AID & COLLECTIVE RESISTANCE

Open Assembly for squats, collectives, internationalists, migrants, solidarians

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License