Τρια γράμματα στον φίλο μου τον Παντελή Βούλγαρη

«Βιετνάμ ή αλλιώς, επιστολή στους έλληνες δημοκράτες» Αν η μισή μου καρδιά, γιατρέ, κοιμάται στο σπίτι, η άλλη μισή χάθηκε στον δρόμο... / «Όλα είναι δρόμος, για τη λαϊκή καρδιά, που όλο γυρνάει στο σπίτι της ιστορίας» Σύμφωνα με μια δημόσια ενημέρωση, η απόφαση του απεργού πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα να περάσει και σε απεργία δίψας, ενώ βρισκόταν ήδη σε κρίσιμη φάση αυτής της μάχης του, εκφράστηκε με μια λέξη, τη στιγμή που έκανε ένα νεύμα άρνησης στην τοποθέτηση νέας φυάλης ενυδατικού ορού στον καθετήρα. «Τέλος»...

Τρια γράμματα στον φίλο μου τον Παντελή Βούλγαρη

Ταχυδρομικό σημείωμα:

Το παρακάτω κείμενο είναι δυο δημόσια και συγχρόνως προσωπικά γράμματα. Η προσωπική απεύθυνση δεν είναι θεατρική, είναι πραγματική, ειλικρινής. Συγχρόνως, η στοχευμένη δημόσια απεύθυνση είναι επίσης ηθελημένη. Εκτιμώ τον Παντελή Βούλγαρη ως έναν από εκείνους τους αριστερούς που ενώ έχουν ριζώσει στην πολιτιστική αγορά κι επιχειρούν διαμέσω των καθεστωτικών θεσμών, δεν έχει ξεπουληθεί στην υποκρισία. Οι διάλογοι του κειμένου θα μπορούσαν, αν το επέτρεπαν οι συνθήκες, να έχουν γίνει ζωντανά κι έτσι σίγουρα, πιο πλούσια. Θεώρησα ότι ο Παντελής Βούλγαρης είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να μεταφέρει, έστω με την αποδοχή ετούτης της δημοσίευσης, το μήνυμά μου προς τον κόσμο στον οποίον απευθύνεται.

Πρόθεσή μου ήταν η δημοσίευση να γίνει αρχικά σε εφημερίδα της αριστεράς. Όχι προσβλέποντας να μεγαλώσω κάποιο υποτιθέμενο αναγνωστικό κοινό μου, συμβιβαζόμενος με μια καθεστωτική μεσολάβηση, αλλά διότι η απεύθυνση γίνεται ακριβώς προς τον κόσμο της αριστεράς. Με τους συντρόφους αναρχικούς μπορούμε να συζητήσουμε περί του άκαρπου των εκκλήσεων προς τους αριστερούς ή ευρύτερα, προς τους δημοκράτες. Μπορούμε να συζητήσουμε για αγεφύρωτα χάσματα, για προδοσίες, για ιστορικής σημασίας σφαγές. Εγώ θα επιμείνω ότι ο διάλογος δεν περιχαρακώνεται. Εκείνοι που σηκώνουν το σπαθί ώστε να ενώσουν τον κόσμο, δεν αναγνωρίζουν σύνορο.

Υπάρχει και μια πραγματικότητα που βαραίνει επιπλέον γι’ αυτή την κρίση, ετούτη τη στιγμή. Είναι δυο γεγονότα. Όταν χρειάστηκα έναν άνθρωπο δίπλα μου για να επιβιώσω από τους ανθρωποκυνηγούς, βρέθηκαν στον δρόμο μου άνθρωποι της αριστεράς, που μου προσέφεραν όλα όσα μπορούσαν να μου δώσουν. Την ίδια στιγμή, ουκ ολίγοι αναρχικοί κρυβόντουσαν στο άκουσμα του ονόματός μου. Το «Ούτε ψωμί, ούτε νερό», δεν έχει ιδεολογικές προτιμήσεις. Έτσι, όχι μόνο έχω το εύλογο δικαίωμα να απευθύνομαι παντού και βέβαια, εκεί απ’ όπου κατάγομαι, αλλά έχω και την οφειλή, να μνημονεύω και να εμπιστεύομαι όποιους έχουν αποδείξει το κοινωνικό ήθος που αξίζει σεβασμό. Αδιαχώριστα, έχω το πολιτικό καθήκον να μην σκορπάω τον σεβασμό μου εκεί που τα κούφια λόγια εγγυώνται τη διαιώνιση της τυραννίας. Ύστερα, η πρόσφατη οριακή μάχη του αριστερού αιχμάλωτου αντάρτη Δημήτρη Κουφοντίνα, έριξε στα σκουπίδια της ιστορίας τα ιδεολογικά στεγανά. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα μπορούσε να με κάνει να εγκαταλείψω τη μαύρη σημαία που γράφει, «Θάνατο σ’ εκείνους που πλουτίζουν φράσσοντας τον δρόμο της εκμεταλλευόμενης τάξης». Επίσης, δεν μπορώ να φανταστώ τι θα μπορούσε να με κάνει να μην συγκινούμαι όταν αντικρίζω την κόκκινη σημαία, που έχει βαφτεί στην εργατική εξέγερση, πολύ πριν γίνει κομματικό σύμβολο. Μα και τι θα μπορούσε να με κάνει να κλείσω την καρδιά μου σ’ εκείνους που ντρέπονται όταν την κοιτούν. Η ντροπή είναι επαναστατικό συναίσθημα, όπως έγραψε ο Κάρολος.

Το πρώτο γράμμα συντάχτηκε το Νοέμβρη, με αφορμή τις δίκες των αστυνομικών εισβολών στα σπίτια της Κοινότητας Καταλήψεων Κουκακίου. Η δημοσίευσή του μετατέθηκε λόγω πρακτικών δυσκολιών στις επικοινωνίες. Τελικά, μάλλον βρήκε εμπόδια και στην κομματική λογοκρισία. Αναμενόμενο. Η κοινωνική πάλη όμως δεν μετατίθεται. Εκ’ των συνθηκών, το μήνυμα μπορεί να πάρει μόνο την αντίστροφη πορεία: αφού δημοσιεύτηκε στο πιο ανοιχτό δημοσιογραφικό μέσο, στο Indymedia, όποιος αντιλαμβάνεται το νόημά του έχει τη συνευθύνη να το μεταδόσει προς τα εκεί που απευθύνεται, είτε αυτούσιο είτε με νέο λόγο, άλλη σύνταξη.

Το δεύτερο γράμμα συντάχτηκε κατά την πρώτη έκρηξη του νέου μαζικού κινήματος. Αποτελεί μια αναγκαία επικαιροποίηση, σα να λέμε ότι καιρό είχαμε να τα πούμε κτλ. Το τρίτο γράμμα δεν γράφτηκε ακόμα. Θα μορφοποιηθεί με το πλήρωμα του χρόνου, ακόμα κι αν ο αποστολέας ή ο παραλήπτης πάψουν να είναι παρόντες αυτοπροσώπως. Πιθανότατο, να μην έχει γραμματόσημό κι αναμφίβολα δεν θα αναγράφεται «ελληνική δημοκρατία». Δυστυχώς για τους φιλοτελιστές, μια μέρα θα σταλεί το πρώτο γράμμα που δεν θα έχει τέλος. Το ταχυδρομείο της απελευθέρωσης δεν είναι ταχύ, κινείται βραδέως, μα φτάνει παντού.

Βιετνάμ

ή αλλιώς, επιστολή στους έλληνες δημοκράτες Νοέμβρης 2020 με Μάρτη 2021

Αν η μισή μου καρδιά, γιατρέ, κοιμάται στο σπίτι, η άλλη μισή χάθηκε στον δρόμο.

Στις 2 Νοέμβρη 2020, δυο βδομάδες πριν την επέτειο της εξέγερσης του 1973 και των διαχρονικών αγώνων του Πολυτεχνείου και στις 4 Δεκέμβρη, δυο μέρες πριν την επέτειο της κρατικής δολοφονίας του δεκαπεντάχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια και της εξέγερσης του 2008, ήταν προγραμματισμένο να γίνουν οι δίκες για την ανακατάληψη του κτιρίου της Ματρόζου, ενός από τους κοινωνικοποιημένους χώρους της Κοινότητας Καταλήψεων Κουκακίου. Ετούτες οι μέρες, που μια κυβέρνηση, με προσχηματικά αναχώματα από την αντιπολίτευση, κατήργησε με αστυνομική βούλα τα θεμέλια του πολιτειακού συντάγματος, αποτελούν την πιο εκφραστική στιγμή, για όσα έχτιζε η ελληνική δημοκρατία επί σαρανταέξι χρόνια. Είναι μια καλή στιγμή για να πούμε επιτέλους ανοιχτά τι σήμανε ο βασανισμός, ο εξευτελισμός, η δίωξη και η κυβερνητική και μιντιακή συκοφάντηση του σκηνοθέτη Δημήτρη Ινδαρέ και της οικογένειάς του. Να το πούμε με τη γλώσσα της αριστεράς, που προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει.

Απέναντι στον βασανισμό, τον άσκοπο τραυματισμό κι εξευτελισμό ενός ανθρώπου που δεν θα μπορούσε να αποτελεί κίνδυνο για τους κρατικούς μισθοφόρους, μέσα στο σπίτι του, στο έσχατο καταφύγιό του, από κρατικούς μισθοφόρους, όπως καταγράφηκε από την κάμερα, είναι αδιάφορο τι μας ενώνει ή τι μας χωρίζει πολιτικά. Όποιος δεν εξεγείρεται ενάντια σ’ αυτή την πραγματικότητα, είναι πράγματι πολύ επικίνδυνος για την ανθρωπότητα. Δεν επιτρέπεται να αποτελεί λόγο αποστασιοποίησης η αλήθεια ότι τέτοιου είδους βασανιστήρια τα βιώνουμε μαζικά και ακατάπαυστα καθόλη τη διάρκεια της παρούσας ελληνικής δημοκρατίας, όποιοι αγωνιζόμαστε, οι κρατούμενοι, οι μετανάστες, συνολικά οι ταξικά και πολιτισμικά καταπιεζόμενοι. Αντιθέτως, όταν το κράτος φτάνει στο σημείο να ασκεί και να νομιμοποιεί την άμεση, επί σαρκός, τρομοκρατία του, πάνω σε καταξιωμένα πρόσωπα του δικού του πολιτιστικού οικοδομήματος, προκειμένου να χτυπήσει τον ταξικό και πολιτικό εχθρό του, η εγρήγορση όλων όποιων αναφέρονται στην πολιτική ισονομία, πρέπει να οξύνεται. Στοιχειώδης πολιτική σκέψη αρκεί για να καταλάβουμε ότι σταδιακά έχει καταρρεύσει ολοκληρωτικά το δικαιϊκό περίβλημα του αστικού κόσμου, όπως πλέχτηκε από την εποχή της Magna Carta, μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Στην αδιαπραγμάτευτη ευαισθησία, προστίθεται η ευθύνη του πολιτικού διακυβεύματος.

Η αφ’ υψηλού νομιμοποίηση της ακόμα και πρακτικά αδικαιολόγητης βίας εναντίον ενός γείτονα κτιρίου στο οποίο προσπαθούσε να εισβάλει η αστυνομία, που συμπτωματικά είναι δημόσιο πρόσωπο και η επίθεση στην προσωπικότητά του (χαρακτηρίζοντας τον ψεύτη ή και λοιδορώντας το έργο του, όπως έπραξαν διάφορες πρωτοκλασάτες πληρωμένες πένες), αποτελεί επίσημη ανακήρυξη μιας δικτατορίας, ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος με την τυπική έννοια. Δεν υπάρχει πλέον ούτε μέσα στην τάξη που διαχειρίζεται, νοηματοδοτεί κι επιδιορθώνει τον αστικό κόσμο, χώρος αμφισβήτησης της στρατοκρατικής κυριαρχίας. Έχει αρθεί κάθε όριο στην αυθαιρεσία των πολιτικών κι εκτελεστικών μηχανισμών που προστατεύουν την κεφαλαιοκρατική λεηλασία με το μόνο μέσο που τους έχει μείνει: την αχαλίνωτη βία. Όχι μόνο με την έννοια της παραβίασης του συνταγματικού τυπικού, που χαρακτήριζε την ολότητα των θεσπισμάτων του ελληνικού κράτους κατά τη μνημονιακή περίοδο και μέχρι σήμερα, όπως το κατέδειξαν επί της λεπτομέρειας με μακροχρόνιο αγώνα στα δικαστήριά τους οι αιχμάλωτοι σύντροφοι της αντάρτικης οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας. Αλλά επιπλέον, με την έννοια, ότι όποιος δεν υπακούει τυφλά στα στρατιωτικά παραγγέλματα, γίνεται αυτομάτως εχθρός του κράτους, στόχος της απεριόριστης τρομοκρατίας του.

Δεν πρόκειται ειδικά για τον ελληνικό φασισμό, που δεν εκθρονίστηκε ποτέ από τα πόστα ετούτου του εθνικού κράτους. Σ’ όλο τον πλανήτη, η τρομοκρατία του κεφάλαιου και των θεσμών του, έχει αποδομήσει μέχρι και την ελάχιστη επίφαση ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων. Ο Μπολσονάρο, ως υπάλληλος των πολυεθνικών, καίει τον Αμαζόνιο και κατηγορεί τους οικολόγους! Ποιός δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτό, πολιτικά, ιστορικά, για την επιβίωση του πλανήτη; Διόλου τυχαία αυτό συμβαίνει σε μια χώρα όπου η αστυνομία δολοφονεί πέντε ανθρώπους ανά εικοσιτετράωρο. Κι όμως, η Βραζιλία έχει ακόμα δημοκρατία. Ο Ερντογκάν εισβάλει στη συνομόσπονδη δημοκρατική Βόρεια Συρία, βομβαρδίζει με χημικά και δολοφονεί στοχευμένα άοπλες αγωνίστριες, με όπλα που συναρμολογούν Γερμανοί μηχανικοί κι η Βρετανία, την ίδια στιγμή φυλακίζει εθελοντές διεθνιστές που επέστρεψαν από αυτή την κόλαση! Η προοδευτική Ευρώπη μάλλον δεν τις πήρε χαμπάρι ετούτες τις ειδήσεις. Ακόμα κι όταν συμβαίνει στη γειτονιά της. Ο Τσίπρας συναντιέται με τον Ερντογκάν, δωρίζοντάς του την αιχμαλωσία και τον απροκάλυπτο βασανισμό Τούρκων πολιτικών προσφύγων. Όπως βέβαια, έπραξε κι ο Μητσοτάκης μετά, με αντάλλαγμα το κλείσιμο του συνοριακού περάσματος στον Έβρο, για τους μετανάστες, αφού είχαν φάει πρώτα τις σφαίρες των ειδικών δυνάμεων του ελληνικού στρατού, της αστυνομίας και των παρακρατικών τους. Ο Μπολσονάρο επιχείρησε να γιορτάσει την επέτειο του στρατιωτικού πραξικοπήματος κι ο Μητσοτάκης, διακηρύσοντας ότι δημοκρατία σημαίνει τάξη και ασφάλεια, γεμίζει τις πόλεις με στρατό κατοχής τις μέρες της επετείου του Πολυτεχνείου και ποδοπατά το μνημείο και τον τάφο ενός παιδιού που δολοφονήθηκε συνειδητά από έναν μπάτσο που κυκλοφορεί ελεύθερος. Και γιατί να μην μετατρέψουν οι ελληνικές κυβερνήσεις το Πολυτεχνείο σε γιορτή της χούντας; Αφού, το κάνουν κάθε μέρα. Γιατί να μην το κάνει ο Μητσοτάκης, αφού από την αριστερά στην εξουσία φάγαμε τόσο δακρυγόνο και πλαστικές σφαίρες, όσο δεν είχαμε ξαναφάει ποτέ, όπως το ξέρουμε πάνω στα κορμιά μας, πολύ πριν παίξει τις στατιστικές ο πολιτικάντης νυν υπουργός τρομοκρατίας. Ποιά η διαφορά της ελληνικής δημοκρατίας από εκείνην του Μπολσονάρο; Ολοκληρωτικός πόλεμος γίνεται σε όλο τον πλανήτη, ανοιχτά.

Η επέλαση του ταξικού δυνάστη, δεν αφήνει εκτός κινδύνου ούτε την ιστορία, όπως είχε επισημάνει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. «Μαύροι πάνθηρες» βαφτίστηκαν οι μισθοφόροι ενός νέου δολοφονικού σώματος της ελληνικής αστυνομίας. Αν μπορούσε να προβλέψει ο Χρυσοχοΐδης την εξέγερση στις ΗΠΑ, ίσως να διάλεγε άλλο όνομα. Και σήμερα, μετά το ποινικό χάδι στην ηγεσία της ναζιστικής κοινοβουλευτικής πτέρυγας, οι αντιφασίστες στοχοποιούνται ως φασίστες, όχι μόνο από την ακροδεξιά, αλλά κι από τη δημοκρατική αριστερά, που ξέχασε πολύ σύντομα ότι το καθεστωτικό μέτωπο “ενάντια” στη Χρυσή Αυγή, είναι το ίδιο που κατέστησε τον βασανισμό του Ινδαρέ, de facto και de jure νέο συνταγματικό πρότυπο. Όλοι μαζί για την κοινοβουλευτική δημοκρατία, πάνω από το κορμί, την αξιοπρέπεια, ολόκληρο τον βίο, του κάθε ταξικά καταπιεζόμενου, μα και του κάθε Ινδαρέ!

Άλλωστε, πέραν του ότι κανείς πλέον δεν έχει αμφιβολία ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία αποτελεί ολιγαρχικό καθεστώς, επανακάμπτει παγκοσμίως η ιστορικά γνώριμη δυναμική της ανάληψης της ηγεσίας των κρατών, από ξεκάθαρα αντιδημοκρατικές φασιστικές δυνάμεις, με θεσμικά μέσα, στα πρότυπα του γερμανικού ναζισμού. Το έδαφος έχει στρωθεί καταλλήλως, πρωτίστως από τους αριστερούς δημοκράτες, που δεν προέβαλαν καμία αντίσταση, μόνο κουκούλωμα, στην ατέρμονη έκπτωση του αστικού συνταγματικού δικαίου.

Ποιό δημοκρατικό σύνταγμα, ποιός θεσμός, αποκατέστησε τη μνήμη του Τσολακίδη; Τον ξεχάσαμε; Εργαζόμενος της Vodafon που τον “αυτοκτόνησαν”, με κρεμάλα, επειδή ανακάλυψε το ομώνυμο σκάνδαλο, το εγκατεστημένο δίκτυο υποκλοπών. Τι έγινε με τους τόνους ηρωΐνης του Μαρινάκη και τους αμέτρητους δολοφονημένους μάρτυρες εντός κι εκτός φυλακών; Μπροστά στην πραγματικότητα της σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας, η υπόθεση Ντρέϊφους μοιάζει με νουβέλα. Δηλαδή, το καθεστώς λέει κατάμουτρα στον Ινδαρέ, «να χαίρεσαι που είσαι ζωντανός». Εδώ δολοφονούνται σαν τα κουνούπια, άνθρωποι στις φυλακές, για ένα δόντι που χρειαζόταν μια επίσκεψη οδοντίατρου, άνθρωποι στα σύνορα, αφού είχαν την “κακή τύχη” να γεννηθούν σε τόπους ρημαγμένους από την ιμπεριαλιστική δημοκρατία, άνθρωποι που δεν άντεξαν τα οικονομικά μέτρα που ψήφιζε ο Χρυσοχοΐδης όταν δεν προλάβαινε να διαβάσει (είχε χρόνο μόνο για να οραματίζεται βούρδουλες). Ποιός, πώς και ποιανού νομικού κώδικα την αξιοπιστία να αποκαταστήσει; Όποιος φιλελεύθερος δημοκράτης -με την ευρεία έννοια που συμπεριλαμβάνει όλους εκείνους που πιστεύουν στους αστικούς πολιτικούς θεσμούς- πει ότι το πολιτειακό καθεστώς σήμερα μπορεί να διασφαλίσει ισότιμα οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα, μάλλον πιστεύει ότι έχει καλούς γιατρούς. Σε τέτοια ζητήματα, που αφορούν την ελευθερία και την επιβίωση μιας ολόκληρης κοινωνίας, τόσο οι αυταπάτες, όσο και τα καραμπινάτα ψέματα, δεν ευνοούν την υγεία.

Ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα, αν θέλουμε να κατανοήσουμε γιατί η κατάστασή μας εξελίσσεται όπως εξελίσσεται κι όχι κάπως αλλιώς. Γιατί τα κράτη διατηρούν τον δημοκρατικό μανδύα τους και μάλιστα τον επιστρατεύουν ως ιερή σημαία ενάντια στο κοινωνικό κίνημα, ενάντια σ’ εκείνους που ιστορικά, κατοχύρωσαν το συνταγματικό δίκαιο για να υπηρετήσει την ελευθερία και την ισότητά τους; Γιατί η αστική τάξη χρειάζεται ακόμα την εθνική καθολική ψήφο, προκειμένου να διορίζει κυβερνήσεις ολιγαρχικές, απ’ όλες τις απόψεις; Αν οι δημοκράτες κοιταχτούν στον καθρέφτη, θα βρουν εύκολα την απάντηση. Η αστική δημοκρατία είναι πράγματι δημοκρατική σ’ ένα σημείο˙ αποτελεί τον πιο κοινόχρηστο μανδύα για την επικάλυψη κάθε ιδιωτικού καπρίτσιου, ιδεοληψίας, αδιαφορίας ή φόβου. Ρίχνεις ένα ψηφοδέλτιο μια φορά στα τέσσερα χρόνια και συνεχίζεις να ασχολείσαι με τις δουλειές σου. Αλλά θεωρείς τον εαυτό σου πολίτη! Ο καθένας μπορεί να πάει για ύπνο μ’ αυτήν τη χεσμένη κουβέρτα που λέγεται δημοκρατία, μέχρι να μπουκάρουν οι πραιτοριανοί στο σπίτι του και να τον ξαπλώσουν στην ταράτσα πληγωμένο.

Η μετεμφυλιακή ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε με το μαστίγιο στο πρόγραμμα «τουμπεκί, σπουδές, δουλειά, σπίτι». Όσο κι αν τσούζει το μαστίγιο όμως, το καρότο έχει τα θέλγητρά του. Πάντα με τον ανάλογο φόρο, αφού ζούμε στον πολιτισμό της ανταλλακτικής αξίας. Ο εξασφαλισμένος καναπές, που κληρονομείται από γενιά σε γενιά, πιστώνεται και ξεπληρώνεται με αναισθησία στην υπηρεσία της εξουσίας, με απάνθρωπο κυνισμό. Σαν τον αείμνηστο Χριστόδουλο, που δεν είχε ακούσει για τη χούντα διότι σπούδαζε. Να η ύψιστη συμμετοχή και ισοτιμία που προσφέρει το αστικό πολίτευμα. Μια προσποίηση ανευθυνότητας, σε απειροστό βαθμό πιο περίτεχνη από εκείνην της παιδικής αθωότητας του πιστού. Αν η μισή μου καρδιά γιατρέ βρίσκεται εκεί έξω, θα την κλειδώσω σπίτι για να μην μας ενοχλεί. Και τελικά, θα τη μάθω να μιλάει όπως οι αφέντες κι οι δήμιοι. Εκεί πρέπει ν’ αναζητήσει την πηγή των δικών της δεινών η κοινωνία των ιδιωτών.

Κατά την πολυδεκαετή επέλαση του θεσμοποιημένου ελληνικού φασισμού, που πέρασε από την πρέσα τον κόσμο της αριστεράς, αυτός ο κόσμος δεν έχασε μόνο τη μαχητικότητά του, δεν υπέγραψε μόνο αλλεπάλληλα συμβόλαια υποτέλειας, αλλά και κυρίως, μετασχηματίστηκε κοινωνικά˙ αφομοιώθηκε πολιτισμικά. Δεν πρόκειται για έναν δογματικό αφορισμό. Προσωπικά, ανατράφηκα μέσα στην ιστορική παράδοση αυτού του κόσμου, διαποτίστηκα από τα ανθρωπιστικά προτάγματά της και την ηθική της. Κι αναγνώρισα το σαράκι που έχει ξεθεμελιώσει ολάκαιρο τον κοινωνικό κόσμο της αριστεράς, ενόσο ήμουν ακόμα σπλάχνο της. Το «τουμπεκί, σπουδές, δουλειά, σπίτι», έπιασε τόπο όπου ρίζωσε η ακατάπαυστη κρατική κι οικονομική τρομοκρατία. Πολυμεριζόμενη και κανιβαλική πατριαρχία, από τον πυρήνα του ελληνικού εθνικισμού, μέχρι την αριστερή οικογένεια.

Γι’ αυτό βασανίστηκε ο Ινδαρές δημόσια κι ακολούθως, η ευθύνη του βασανισμού αναλήφθηκε από τον υπουργό τρομοκρατίας και ξαναπροβλήθηκε αντεστραμένα, ως τρόπαιο. Γι’ αυτό σύρθηκε η οικογένεια στα δικαστήρια. Επειδή για μια στιγμή παρεξέκλινε από το ολοκληρωτικό πρόγραμμα για την ελληνική οικογένεια, «τουμπεκί, σπουδές, δουλειά, σπίτι», αρνούμενη να πληρώσει τον έκτακτο φόρο του καναπέ: ν’ ανοίξει την πόρτα στους κρατικούς δολοφόνους. Διότι το ελληνικό σπίτι είναι ιστορικά υποθηκευμένο, όχι μόνο στα ιμπεριαλιστικά big funds, αλλά και στον δομικό φασισμό τους. Καημένε Ινδαρέ, σκεφτόταν ο εκπαιδευμένος βασανιστής της δημοκρατίας..., νόμιζες ότι υπάρχει ιδιωτικό καταφύγιο εδώ που κυβερνάμε εμείς!

Αν η μισή καρδιά της αριστεράς -εκείνη που θυμάται τις βουρδουλιές- χαροπαλεύει στο ντιβάνι των ενοχών, η άλλη μισή -εκείνη που έφαγε το μαγικό καρότο- κατάφερε τελικά να ανεβάσει άλλη μια κυβέρνηση δολοφόνων και να την υπερασπίζεται με τις πιο χυδαίες ύβρεις εναντίον κάθε αντίστασης. Η αριστερά που άδειασε κι άλλα πτώματα στο Αιγαίο, αναβαθμίζοντας τον φράκτη του Έβρου, η αριστερά που φύτεψε το στρατόπεδο-κολαστήριο της Μόριας, η αριστερά με τους νεκρούς κρατούμενους, η αριστερά με τις πιο μαζικές και συνεχείς επιχειρήσεις ισοπέδωσης του εδάφους κοινωνικής αυτοοργάνωσης, όπως είναι οι καταλήψεις, η αριστερά της θεμελίωσης της ψηφιακής και ποινικής καταστολής στον συνδικαλισμό και του ψηφιακού ιδιωτικού ελέγχου στις δημόσιες μεταφορές, η αριστερά της επικύρωσης του 187 πάνω στα κορμιά αγωνιστών απεργών πείνας, η αριστερά της απαγωγής του παιδιού δυο ανταρτών, η αριστερά της συστηματοποίησης των βασανιστηρίων και των ανιεξιχνίαστων φόνων μέσα σε αστυνομικά τμήματα, η αριστερά της δολοφονίας της Ζάκι.… Θα μου πεις, αυτή η αριστερά έδωσε κυριολεκτικά γη, ύδωρ και αέρα στον ισραηλινό ναζισμό, θα την χάλαγε ο αστυνομικός φόνος ενός περιθωριακού στην Ομόνοια; Η ίδια αριστερά του υπουργού που χαριεντιζόταν με τον Λάτση πάνω από τα πτώματα των εργατών στα δυϊλιστήρια, στις πρώτες μέρες της, του ίδιου που στη συνέχεια, ως αριστερή αντιπολίτευση της αριστεράς, ζητούσε «τη διαλεύκανση της υπόθεσης και τη σύλληψη των υπευθύνων»1 για την πιο πρόσφατη από τις αντάρτικες επιθέσεις εναντίον των βασανιστών των ΜΑΤ. Ένας κόσμος που είχε χάσει προπολλού κάθε ψήγμα αξιοπρέπειας κι έτσι δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να ξεπουλήσει την ιστορία του και τις διακηρύξεις του, ταυτιζόμενος με τη συνέχιση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, όταν πήρε τα ηνία του κράτους. ´Επραξε ακριβώς όπως λίγο νωρίτερα του είχε πει κατάμουτρα ένας φασίστας οικοδεσπότης στον αριβισμό, ο Μπαλτάκος. «Δεν θα τα καταφέρουν όμως. Οπως δεν τα κατάφερε το ΕΑΜ το 1945. Θα έχουμε νέα Συμφωνία της Βάρκιζας… Στους κόλπους της ευρύτερης Αριστεράς η αστικοποίηση αργά, μαυλιστικά και ανεπαίσθητα έχει προχωρήσει ως τον μυελό των οστών… Οταν έρθει η στιγμή για κρίσιμες αποφάσεις, θα σαστίσουν. Σαν ταλαντευόμενοι μεσοαστοί θα αντιδράσουν, αφού οι προλετάριοι σπανίζουν στην ηγεσία τους… Η κρυφή γοητεία της “αγοράς” είναι ανώτερη από τις υποσυνείδητες δυνατότητές τους. Είναι αποφασισμένοι αλλά όχι σκληραγωγημένοι. Προβλέπω οξύτατη κρίση στους κόλπους τους και φαρμακερή διχόνοια»2.

Οι Έλληνες δεν έπαψαν ποτέ να σκοτώνουν «έλληνες» και «βάρβαρους». Για την ακρίβεια, από την εποχή των Αχαιών και την κάθοδο των Δωριαίων, μέχρι και τώρα, όποιος καταφέρνει να σφάξει, να υποδουλώσει και να εκμεταλλευτεί τους άλλους, στον ελλαδικό χώρο, παίρνει τον τίτλο του Έλληνα. Φίλε μου Παντελή3, αρκετοί σύντροφοι ανέγνωσαν πίσω από την έκφραση έκπληξης του Θανάση, μια απατηλή ελπίδα, αν όχι έναν υφέρποντα εθνικισμό. Είναι μια εύλογη ερμηνεία. Ωστόσο, εγώ δεν μπορώ να αναγνωρίσω στο έργο σας μια τόσο κακότεχνα στημμένη συντηρητική προπαγάνδα. Προτιμώ να βλέπω την έκφραση της τραγωδίας την ώρα της κατάρρευσης ενός κόσμου που αναμενόταν εύτακτος. Όχι τόσο από συμπάθεια για τα πρόσωπά σας, αλλά διότι μόνο μια τέτοια ερμηνεία μπορεί να μας προστατέψει από τις ευμενείς προκαταλήψεις που οδηγούν το σφάγειο στην αγκαλιά του δήμιου. Αφότου σχόλασε η μαζική διαπαιδαγώγηση στη μαρξική πολιτική οικονομία και φιλοσοφία, η αριστερά έπαψε να βλέπει στην ταξική εξέγερση κάτι άλλο παρά καπρίτσια, κατ’εικόνα κι ομοίωσή της. Συγχρόνως, ο εγγενής κρατισμός της, ξάπλωσε αναπαυτικά στο ναρκοθετημένο ανάκλιντρο του πνεύματος του νόμου.

Είναι προφανές ότι δανείζομαι από τον Δημήτρη Ινδαρέ την έννοια του καπρίτσιου. Θα ήταν ανούσιο να αντιπαρατεθούμε πολιτικά πάνω στα λόγια απόγνωσης ενός ανθρώπου τη στιγμή του βασανισμού του. Ακόμα κι αν κυριολεκτούσε σε όσα είπε στον βασανιστή. Σχολιάζω συμπάσχοντας, βρισκόμενος σε θέση κοινωνικής και πολιτικής αλληλεγγύης. Ο στίχος δεν λέει ότι «όταν τελικά ήρθαν για μένα και δεν είχε μείνει πια κανείς, οι προηγούμενοι πληγέντες με χλεύασαν». Αφού είμαστε ακόμα εδώ, δυνάμενοι να συνομιλούμε, είμαστε οι ίδιοι που από το βίωμά μας οφείλουμε να ανακαλύψουμε το καθήκον να λάβουμε όλα τα απαραίτητα μέτρα, όπως λέει κι η τρέχουσα γλώσσα της "υγειονομικής" τρομοκρατίας, ώστε να καταργήσουμε το συντομότερο τις συνθήκες που παράγουν τυραννία.

Ο σάλος που προκάλεσε ο βασανισμός κι η καθεστωτική μεταχείριση του Δημήτρη Ινδαρέ, έμεινε στο επιφαινόμενο του χαρακτήρα του ποδοπατημένου ανθρώπου, με γλώσσα και ύφος απολογητικά. Σαν ο καθεστωτικός στόχος να ήταν ο συγκεκριμένος άνθρωπος, μεμονωμένα. Ετούτη η αυτολογοκρισία των ειλικρινών συμπαραστατών του, αποτέλεσε μια επιπλέον επικύρωση του κανόνα σε σχέση με τον οποίον ο αξιόλογος σκηνοθέτης έπρεπε να είναι μια εξαίρεση˙ του κανόνα της ολοκληρωτικής βίας και τρομοκρατίας από την πλευρά του κράτους. Δεν υποτιμώ τη νοημοσύνη των πολιτικών και δημοσιογραφικών στελεχών της αριστεράς. Εκείνοι που έκαναν πως δεν βλέπουν, ερμηνεύοντας τα γεγονότα με τα στενά φίλτρα του δι(α)κομματικού θεάτρου -ο Κυριάκος πουλάει στο κοινό του “νόμο και τάξη”-, είχαν τη συνειδητή σκοπιμότητα να επισκιάσουν το πραγματικό πρόβλημα. Ακόμα και για τους φιλελεύθερους δημοκράτες, το επίδικο θα έπρεπε να είναι διαυγές και αναπόδραστο: Ή με την κοινωνία ή με τη χούντα.

Εβδομήντα χρόνια ράντισμα στον βούρκο του φασισμού προσέφεραν σπουδές, δουλίτσα, σπιτάκι και τουμπεκί, για μερικές γενιές. Όταν το 1991 ο πατέρας βρικόλακας, ως πρωθυπουργός, βασάνιζε τους τριαντατρείς διαδηλωτές-αφισοκολλητές, μετά την εισβολή στο Πολυτεχνείο και δήλωνε στους βασανιστές, «Εσείς είστε το κράτος!», αυτά τα δυο γεγονότα θεωρήθηκαν σημαντικά. Δυο δεκαετίες αργότερα, αμέσως μετά την κρατική δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, τα βασανιστήρια και τα σπασμένα κόκκαλα, άρχισαν να γίνονται ρουτίνα. Κάθε κυβέρνηση έβαλε το χέρι της προκειμένου να ξεχειλώσει στα μέγιστα τη νομιμότητα. Σήμερα, σμπαραλιάζουν κόσμο κάθε μέρα κι ο καναπές δεν τρίζει. Αντιθέτως, με απύθμενη υποκρισία, οι εθνοφύλακες του καναπέ θυμώνουν για την εικόνα ενός θεσμικού φασίστα με μια πινακίδα κρεμασμένη από τον σβέρκο του. Κι έτσι φτάσαμε πάλι με τον Χρυσοχοΐδη καβάλα στον βούρδουλα, να χτυπάει τον συνάδελφό σου στην ταράτσα και να δείχνει τα αίματα φωνάζοντας παραληρηματικά, «Η δημοκρατία θα νικήσει!». Για μας, τους αναρχικούς, το ζήτημα είναι λυμένο. Ήταν λυμένο από τον 19ο αιώνα. Με τον εξής απλό τρόπο: θα κάνουμε ότι ορίζει η συναίσθησή μας. Αυτό είναι το καπρίτσιο μας κι αυτό μας λυτρώνει και θα μας ελευθερώσει κοινωνικά από την ιστορική σύγχυση. Με τη λαϊκή εξέγερση και το χτίσιμο της κοινωνικής αυτοάμυνας και αυτοδιεύθυνσης. Εύκολες επιλογές. Τα δύσκολα είναι για σας, που οι ελπίδες σας έγιναν σκουπίδια, απογυμνωμένες από οποιαδήποτε άλλη συνεκτική αναφορά εκτός από έναν καιροσκοπισμό μηδενικού ορίζοντα.

Το δυσκολότερο καθήκον δεν είναι να ξεκινήσεις από το μηδέν, εφόσον έχεις αποφασίσει να αντισταθείς. Είναι υπερβολικά δυσκολότερο ν’ αναγνωρίσεις ότι η ιστορία προχωράει κλέβοντας και αναμορφώνοντας πατόκορφα τις πεποιθήσεις σου. Η δημοκρατία είναι ακόμα εδώ. Κάτω από τις σημαίες της σφάζονται παλικαρούδες και παλικάρια. Από τη μια πλευρά αμολάνε τις στρατιές τους, πάντα στ’ όνομά της, οι αφέντες. Κι απ’ την άλλη, ξαναγεννήθηκε με νέα μορφή, από την ταξική βάση, στις ζούγκλες της Λατινικής Αμερικής, στα βράχια και τις πεδιάδες της Μεσοποταμίας. Η κοινωνική δημοκρατία στάθηκε όρθια εκεί που άντεξε το διαρκές αντάρτικο. Αν μπορούσες να μιλήσεις με τον Σαλβατόρ Αγιέντε, πιστεύω, θα σου ομολογούσε ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά όταν δεν οπλίζεται ο λαός. Ο Αγιέντε δεν μπορεί να βγει από το μνήμα, αλλά οι λαοί συνεχίζουν να πολεμούν. Κι η επανάστασή τους, από τη Μέση Ανατολή μέχρι τη λεγόμενη Αμερικάνικη ήπειρο κι από την Αφρική μέχρι τη Βόρεια Ευρώπη, ανανεώνεται με τις ιδέες και τις εμπειρίες του αντιεξουσιαστικού σοσιαλισμού.

Επιστρέφοντας λοιπόν στην επικαιρότητα της γειτονιά μας, στο χωριό του Περικλή, να σημειώσουμε ότι οι καταλήψεις είναι ναοί της εκκλησίας του δήμου. Η σιωπή μπροστά στην καταστολή τους αποτελεί εκφασισμό. Τρέμοντας μπροστά στη διάρρηξη αυτής της σιωπής, (νόμιζαν ότι) τσάκισαν τον Ινδαρέ. Τόσο απεγνωσμένα κοντόθωροι που δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι η παρέλαση τρομοκρατίας που απαίτησε ν’ ανοίγουν όλες οι πόρτες για τους βασανιστές, θα είχε αποκλειστικά το αντίθετο αποτέλεσμα: άπαξ κι ανοίξει μια πόρτα, μ’ όποιον τρόπο κι αν ανοίξει, βρισκόμαστε όλοι κατά πρόσωπο με την άγρια πραγματικότητα.

Μπουκάρουν στα σπίτια; Ν’ ανοίξουν τα σπίτια. Ν’ ανοίξουν πρώτα από μέσα, να αναθρέψουν αντάρτισσες κι αντάρτες. Να αναθρέψουν ανθρώπους που θα αναλάβουν το μέλλον της ανθρωπότητας και του πλανήτη. Να βγούμε όλοι μαζί έξω.

Ο ταξικός και πολιτισμικός εχθρός έκανε τη σύνδεση αμέσως. Απέναντι στον βασανισμένο και δαιμονοποιημένο καλλιτέχνη, οργάνωσε μια «ημερίδα»4 μαζεύοντας μια στρατιά από καλλιτέχνες, ακαδημαϊκούς, πολτικάντηδες λογοδοσμένους στη στρατοκρατία κι επαγγελματίες “αντι”-τρομοκράτες του βόρειου ημισφαιρίου. Η σύναξη των μελανοχιτώνων της δημοκρατίας έγινε στο πολεμικό μουσείο. Θα μπορούσε να γίνει στη Μακρόνησο ή στη ΝΑΤΟϊκή βάση της Σούδας, αν δεν έπεφταν λίγο μακρυά για το Κολωνάκι. Ο καθηγητής Σταθόπουλος, ένας από τους Πρυτάνεις των ΜΑΤ, αυθεντία σε ζητήματα δικαίου, ήταν σαφέστατος: «Φαίνεται να ξεχνιέται η καλή πλευρά της αστυνομίας που μας είναι αναγκαία. Στο περιστατικό αυτό η αστυνομία έκανε μια επιχείρηση εκκένωσης ενός σπιτιού που ήταν υπό κατάληψη. Η κατάληψη ήταν παράνομη και άρα η επιχείρηση της αστυνομίας έγινε για την αποκατάσταση της νομιμότητας του κράτους δικαίου. Και η επιχείρηση διευκολύνονταν από την χρήση της διπλανής ταράτσας. Η στάση ενός ενεργού πολίτη θα είναι ή να επιτρέψει στην αστυνομία την είσοδο, όπως θα έπραττα εγώ ή εάν θα πει όχι, χρειάζεται εισαγγελέας. Γιατί λέει όχι; Μία εκδοχή είναι φόβος να μην μπλέξω, μια άλλη, δεν πειράζει ας μείνει η κατάληψη». Εμπρός, μαρς! Αλλιώς, ξύλο, κρατητήριο, δικαστήρια, αφού ήθελες «να μην μπλέξεις», αν δεν είσαι και κρυφός υποστηριχτής των καταληψιών. Όπως είχε πει ο δικτάτορας Βιντέλα -Παντελή, τον θυμάσαι;-, «πρέπει να πεθάνουν όσοι άνθρωποι χρειάζεται στην Αργεντινή, για να είναι η χώρα πάλι ασφαλής». Και τους έριχναν από τ’ αεροπλάνα στον ωκεανό. Λουξ, όχι σαν τους δικούς μας που το πολύ πολύ να σε εκπαραθυρώσουν από κάνα Τμήμα.

Το ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο event δεν ήταν ο Σταθόπουλος, που απλά επιβεβαίωσε τον υπουργό τρομοκρατίας -ήταν το γενικό θέμα του κι η σύμμιξή του με την ιδεολογική επίθεση στον Δημήτρη Ινδαρέ: «Η τρομοκρατία υπό την οπτική των τεχνών και των γραμμάτων». Ο Χρυσοχοΐδης, μιλώντας για «τρομοκατία» την ίδια στιγμή που επιχειρούσε να εκμηδενίσει οριστικά τον Δημήτρη Ινδαρέ και τους συμπαραστάτες του, επαναπροσδιόριζε το σύνορο μεταξύ της πολιτικής βίας που πλέον απαγορεύεται έστω ν’ αναφέρεται ως τέτοια, δηλαδή της κρατικής βίας, αφενός και της αντίστασης που πρέπει να παταχθεί με κάθε μέσο, αφετέρου. «Στην Ελλάδα επί δεκαετίες, τμήματα της κοινωνίας, επέδειξαν ανοχή στην πολιτική βία γενικά, κυρίως όταν συνδεόταν με ακροαριστερές ιδέες».

Μιλώντας πιο εστιασμένα έκανε και την παρακάτω όμορφη ανάλυση: «Ο τρομοκράτης έχει χάσει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του να είναι άνθρωπος και σε αντίθεση με τον κοινό δολοφόνο που κινείται από μίσος, απληστία, πάθος, η απανθρωπιά του τρομοκράτη είναι δεδομένη. Η ιδιοσυστασία του δεν περιέχει κανένα συναίσθημα. Αλλιώς είναι αδύνατον να ενεργήσει επίθεση. Αυτό είναι που τρομάζει στην τρομοκρατία. Η κατάληξη του να πάψεις να είσαι άνθρωπος». Η σάλτσα περί συναισθημάτων, εγκληματολογικά και ποινικολογικά αποτελεί μια μπούρδα. Όπως επίσης, για την επιστήμη της ψυχολογίας. Και καταρρίπτεται με μια σύντομη φράση: Έχω άσβεστο μίσος για την τάξη του και δεν θα μπορούσε να συμβεί σε κανέναν άνθρωπο αυτό, αν η τάξη του δεν ήταν μια αγέλη αναίσθητων δολοφόνων κι εκμεταλλευτών, σαν αυτόν που νομοθετούσε αδιάβαστος, την αποχαλίνωση της αφαίμαξης. Εκτός αυτού, δεν θα μπορούσε να διαλέξει χειρότερη συνθήκη για να εκτοξεύσει την ψυχιατρική απόφανσή του. Ο μπάτσος που βάραγε τον Ινδαρέ είχε συναισθήματα; Αν ναι, πώς κατάφερε τελικά να επιτελέσει το δημοκρατικό λειτούργημά του; Αλλά ο υπουργός δεν είναι τόσο χαζός. Ξέρει τι λέει και πότε το λέει. Η απανθρωποποίηση του εχθρού, όσο μπούρδα κι αν είναι, τόσο κι ακριβώς μέσα από τον παραλογισμό της, εξυπηρετεί έναν σκοπό: τη σταδιακή νομιμοποίηση των πολιτικών δολοφονιών από την πλευρά του κράτους. Ουσιαστικά, μ’ αυτό το λογύδριο, ο υπουργός τρομοκρατίας ανέλαβε και δημόσια την προκαταβολική έγκριση κι ανάληψη πολιτικής ευθύνης για εξωδικαστικές εκτελέσεις (στην Ελλάδα δεν έχει δικαστικές). Όπως ανέλαβε ο Τραμπ5 την ευθύνη για την προγραμματισμένη δολοφονία του αντιφασίστα Μάικλ Φόρεστ Ράινελ. Εγώ προσωπικά, ως ένας από εκείνους για τους οποίους είναι δεδομένο ότι υπάρχει πάγια εντολή να τους καθαρίσουν με την πρώτη ευκαιρία, μπορώ να σε βεβαιώσω φίλε μου, ότι σ’ εκείνη τη σύναξη, ο στόχος ήταν άλλος. Για κάτι φάτσες σαν τη δική μου, θα μπορούσαν να ξαναμιλήσουν οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Μετά τα γεγονότα στη Ματρόζου, ο προπαγανδιστικός θίασος έκανε μια συγκεντρωτική κίνηση που στόχευε σ’ όλες τις ανοιχτές πόρτες.

Όποιος δεν συνεργάζεται με τη μπότα είναι τρομοκράτης. Όποιος είναι τρομοκράτης δεν θεωρείται άνθρωπος, άρα δεν εμπίπτει σε κανένα δίκαιο, πλην εκείνου της ισχύος των όπλων. Κι αν έχετε αντίρρηση, αναμένουν σ’ ετοιμότητα και τ’ αεροπλάνα του Βιντέλα.

Αφότου ο επίσημος διώκτης του πολιτικού εγκλήματος των υποτελών, κατήργησε με τυμπανοκρουσίες το Habeas Corpus, ποιός μπορεί ακόμα να μιλάει δίχως ντροπή για δημοκρατικούς θεσμούς; Ποιός μπορεί ακόμα ν’ αναμασάει το άθλιο προκάλυμα της παθητικής υποτέλειας, που λέει ότι η βία της κοινωνίας ενάντια στην εξουσία, είναι άκαιρη ή και αδιέξοδη; Πόσο ν’ αντέξει αυτός ο καναπές; Πόσο από το μερίδιο αίματος που παίρνει κάθε ψηφοφόρος; Υπάρχει έστω ένας να πιστεύει ακόμα ότι ο εκβιασμός των εκλογών, στον οποίον παραδοσικά επενδύει η καθεστωτική αριστερά, μπορεί να αντιστρέψει την πορεία του αστικού κόσμου προς μια βαρβαρότητα ακόμα πιο εκπληκτική απ’ όσες έχουν προηγηθεί; Σάπισε το καρότο. Το σύνταγμα του καναπέ-τουμπεκί κυκλοφορεί σαν το φάντασμα του στοιχειωμένου πύργου. Πάμε γι’ άλλα.

Παντελή, σ’ ευχαριστώ για τους μύθους σου. Χωρίς μύθους δεν γίνεται αγώνας. Ψυχή βαθιά.

Όσοι το χάλκεον χέρι…6

Όλα είναι δρόμος

για τη λαϊκή καρδιά, που όλο γυρνάει στο σπίτι της ιστορίας Μάρτης 2021

Σύμφωνα με μια δημόσια ενημέρωση, η απόφαση του απεργού πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα να περάσει και σε απεργία δίψας, ενώ βρισκόταν ήδη σε κρίσιμη φάση αυτής της μάχης του, εκφράστηκε με μια λέξη, τη στιγμή που έκανε ένα νεύμα άρνησης στην τοποθέτηση νέας φυάλης ενυδατικού ορού στον καθετήρα. «Τέλος». Διαβάζοντας την ενημέρωση, μου ήρθε αμέσως η εικόνα του δικού σου Καπετάνιου τη στιγμή που παραδίνεται στον εχθρό, για να σημάνει τη λήξη της σφαγής. Στη ζωντανή ιστορία, ο αντάρτης του Πολυτεχνείου είχε κάνει μια δήλωση λήξης της δράσης της οργάνωσής του, μόλις είχε παραδοθεί. Το «τέλος» όμως τώρα, ήχησε ως το πλήρωμα μιας επιστροφής. Τα πάντα τελειώνουν στην ώρα τους, αλλά και κάθε τέλος είναι σχετικό. Κάθε πλάνη τέλους βρίσκει το αναπότρεπτο τέλος της.

Ήδη από την εποχή των “εκσυγχρονιστών”, στο(ν) κόλπο των οποίων ανατράφηκε ο καριερίστας των “αντιτρομοκρατικών” βασανιστηρίων, το αστικό ιερατείο πρότασσε ένα προσδοκούμενο τέλος: της μεταπολίτευσης. Τα κατάφεραν˙ η μεταπολίτευση επιτέλους πέθανε. Μόνο που δεν άφησε τίποτα. Ο ελληνικός φασισμός είναι εντελώς ξεβράκωτος και πια χωρίς το καταφύγιο μιας νέας μεταπολίτευσης. Ο βασιλιάς έχει μείνει με τη μαλαπέρδα στο χέρι, να απειλεί ότι θα βιάσει ό,τι σταθεί στον δρόμο του, όπως ξέρει να κάνει. Ήδη ματώνει στ’ αγκάθια του δρόμου. Ο εφιάλτης του ότι θα γίνει χίλια κομμάτια, τον ωθεί να ορμάει απερίσκεπτα πάνω στα κορμιά. Μα κάθε αγκάθι, του κόβει την ορμή.

Το κράτος απάντησε στην απεργία δίψας του αμετανόητου αντάρτη, μ’ ένα τελετουργικό θεοκρατικού φόνου. Τον απομόνωσε από τους γιατρούς του και του έστειλε έναν παπά ως διαβολικό προάγγελο του προγραμματισμένου θανάτου. Την επόμενη, οι γραφίδες του καθεστώτος σημείωσαν το συμβάν, υπονοώντας ότι αφού ο τυραννοκτόνος δεν μετανόησε ούτε μπροστά στον θάνατο, δεν του αξίζει καμία ανθρωπιά. Σίγουρα η μεταπολίτευση τέλειωσε. Ολάκαιρη η εποχή που η εξουσία έκλεψε από την αρχαιότητα τη λέξη δημοκρατία για να στέψει τον εαυτό της λυτρωτή των εκμεταλλευόμενων, τέλειωσε. Τη στιγμή που η τρομοκρατία του κεφάλαιου έκανε παράσταση νίκης για το τέλος της μεταπολίτευσης, ετούτες τις μέρες που κυβερνούν οι φασίστες της αστικής δημοκρατίας, βρήκε μπροστά της το κύριο επίδικο της πενηντάχρονης προσπάθειάς της: τη λαϊκή δυναμική της επαναστατικής πάλης. «Ο Δημήτρης Κουφοντίνας είναι ό,τι θα θέλαμε όλοι να είμαστε», έγραφε το πανί κάποιων αντιφασιστών οπαδών. Πενήντα χρόνια στράφι. Φτου κι απ’ την αρχή. Αποκλείεται όμως μια επανάληψη. Η προληπτική αντεπανάσταση με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας απέτυχε. Η φυσική αιτιότητα υποδεικνύει ότι ένας νέος κόσμος θα γεννηθεί, από την άρχουσσα θεότητα όλων των μύθων, την προαιώνια αρχή που κυβερνάει την ανθρώπινη εξέλιξη: από την επαναστατική αυτοθυσία. Η πλέμπα ξέρει να ξαναρχινάει κάθε μέρα, αφού κάθε μέρα της κλέβουν τη ζωή, αλλά επιβιώνει. Ο καπιταλισμός, για να επανεκκινήσει, χρειάζεται μια μεγάλη αυτοκαταστροφή. Κάθε φορά πιο μεγάλη και πλέον ολική.

Ο ρασοφόρος που ανέλαβε την ύστατη απόπειρα απόσπασης μιας μετάνοιας, δεν αποτελεί πρωτάκουστη φυσιογνωμία. Αφότου ο “μέγας” Ντίνος αφομοίωσε τον χριστιανισμό στην αυτοκρατορία, βγάζοντάς τον οριστικά από τις κατακόμβες, ένας εξομολογητής συνοδεύει πάντα τον δήμιο. Το ελληνικό παπαδαριό έχει υπηρετήσει σουλτάνους, βορειοευρωπαίους βασιλείς και δικτάτορες. Συνεχίζει ακάθεκτο. Τα διακόσια χρόνια από την εθνική επανάσταση είναι μια καλή ευκαιρία για απολογισμό. Κανείς δεν έχει κουνήσει από τη θέση της αυτή την εξουσία. Στην προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, η κυβερνητική αριστερά έκανε ένα νταραβέρι κερδοσκοπικής αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας, αφήνοντας βέβαια ανέγγιχτα τα κρατικά προνόμια και τους μισθούς της εκκλησίας. Ως αντιπολίτευση εξαντλεί τον ψευδεπίγραφο αντιθεοκρατισμό της στην καταγγελία των ανοιχτών εκκλησιών εν’μέσω πανδημίας. Ανταγωνισμός πειθάρχισης στην «υγειονομική» μεταφυσική, στη ρουφιανιά και τη μικροψυχία, στον οποίον δυστυχώς ακολούθησαν και λίγοι αντιεξουσιαστές. Να απαιτήσουμε, το κράτος να μην βαράει μόνο εμάς, αλλά και τους υποτακτικούς του. Πολύ ριζοσπαστικό! Αυθόρμητα λέω -αυτό που οι ανιστόρητοι κι αστοιχείωτοι καιροσκόποι φοβούνται να συζητήσουν- ότι η ελευθερία των θρησκευόμενων να συναθροίζονται και να μεταλαμβάνουν ψωμί ή και σώμα χριστού, κρασί με ή χωρίς αίμα, ερωτικές βλέννες, ιούς ή και άγιο πνεύμα, από το ίδιο κουτάλι κι ας πεθαίνουν μετά μαζικά, είναι αδιαπραγμάτευτη σε μια κοινωνία αυτονομίας. Για τον εξομολογητή του δήμιου δεν ευθύνεται γενικά η θρησκεία. Όταν καταργήσουμε το κράτος, θα διαλυθεί και το θρησκευτικό ιερατείο του. Ας ξεκινήσουμε από την κοινωνικοποίηση των κεφαλαίων του.

Όπως επισήμαναν οι Ζαπατίστας σε ένα από τα κείμενά τους για το ταξίδι της αποαποικειακής αναστροφής προς την Ευρώπη, δεν θα έρθουν για να επιτεθούν στην εκκλησία, που μεταξύ άλλων γέννησε τη θεολογία της απελευθεύρωσης, η οποία είχε καθοριστική συμβολή στα επαναστατικά κινήματα της λεγόμενης Λατινικής Αμερικής. Στην κοινωνική επανάσταση της Ισπανίας, οι εκκλησίες έγιναν νοσοκομεία. Η CNT και η FAI είχαν αποκηρύξει συνολικά κάθε θεολογική πρακτική, διότι είχαν απέναντί τους τη συσσωρευμένη τρομοκρατία αιώνων από την Ιερά Εξέταση. Σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες, στο τρέχον συνομοσπονδιακό κίνημα της Βόρειας Συρίας, η αυτοοργάνωση κι η συνεργασία των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, αποτελεί θεμέλιο της επαναστατικής δυναμικής του. Στον ίδιο τόπο, ο Βαρθολομαίος ευλόγησε7 την αποικειοκρατική εισβολή του τούρκικου φασισμού στο Αφρίν. Να σημειώσω ότι μιλάμε για χιλιάδες εκτοπισμένους, δολοφονημένους, καθημερινές απαγωγές και βιασμούς από συμμορίες ισλαμοφασιστών μισθοφόρων. Η ταξική και πολιτική πάλη εκδιπλώνεται επίσης μέσα στα σώματα των εκκλησιών. Πώς θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τους ρασοφόρους αντάρτες της ελλαδικής ιστορίας; Ποιός μπορεί να ασκήσει κριτική για τη θρησκευτική στράτευσή του, στον πολιτικά αμετανόητο αντάρτη Σάββα Ξηρό, που επί δυο δεκαετίες αντιστέκεται στα διαρκή βασανιστήρια, μ’ ένα σώμα στη μεθόριο της ύπαρξης; Η θεολογική σύγκρουση πάνω στο ταξικό πεδίο δεν είναι κατάλοιπο του παρελθόντος. Οσο εκκρεμεί το κοινωνικό ζήτημα, παραμένουν ανοιχτά τα οντολογικά ερωτήματα. Η έννοια τυχαιότητα αποτέλεσε μια διόλου ικανοποιητική απάντηση˙ θέριεψε τον αστικό μηδενισμό. Σήμερα που αρχίζει η κατάρρευση του αστικού πολιτισμού, ό,τι τον διαδεχτεί θα εδραιωθεί σε μια νέα συλλογική περιγραφή του υπαρξιακού νοήματος. Όπως κάθε θρησκευτικό δόγμα στηρίζεται σ’ ένα σύνολο κοινών ηθών, η επαναστατική οντολογία της υπό εκκόλαψη εποχής, θα διαμορφωθεί μέσα από το φαντασιακό άνοιγμα της παρούσας εξέγερσης όπως βιώνεται μαζικά από τα δρώντα υποκείμενά της.

Η καθεστωτική αριστερά έχει το δικό της παπαδαριό. Είναι οι λόγιοι της δεκάρας, που συναγωνιζόμενοι τους πρακτορίσκους του μιντιακού τραστ, προτρέχουν να καθυβρίσουν και να παραμορφώσουν κάθε έκφραση λαϊκής ισχύος. Η μεταπολιτευτική αντεπανάσταση ξεκίνησε επίσημα με την Πανσπουδαστική Νο8. Η προβοκατορολογία των κομματικών μηχανισμών, που αποδεδειγμένα ελέγχονται από κάθε λογής καιροσκόπους, αριβίστες και χαφιέδες, δεν σίγησε ποτέ. Ο Κούλογλου, μια θεωρούμενη ανεξάρτητη πένα που δημοσιογραφεί για την καθεστωτική αριστερά, εξέφρασε όλη τη χυδαιότητα των λακέδων της αστικής δικτατορίας, ευθύς αμέσως μόλις ο επί δυο δεκαετίες αιχμάλωτος αντάρτης έληξε την απεργία του κι ενόσο ακόμα η εξέλιξη της υγείας του είναι αβέβαιη: τον χαρακτήρισε «ξεχασμένο κατάδικο που σάπιζε στις φυλακές»8. Ρε Παντελή, δεν είδαν ποτέ ετούτοι οι τιποτένιοι τα Πέτρινα Χρόνια; Δεν διάβασαν λέξη από την ιστορία του πολιτικού κινήματος που τους γέννησε; Νομίζω ότι και ιστορία ξέρουν και καταλαβαίνουν πολύ καλά τι διακυβεύεται. Πώς τότε δεν φοβούνται τη νέμεση που προκαλεί η ύβρις τους; Με την πλάτη στον γκρεμό του πολιτισμού που υπερασπίζονται, τα παίζουν όλα για όλα, όπως κι οι δεξιοί φασίστες. «Ένας αμετανόητος τρομοκράτης μετατρέπεται σε ήρωα που δεν λυγίζει, για μια μικρή μερίδα νέων που μέσα σε συνθήκες κοινωνικής κρίσης και απαξίωσης των θεσμών, ίσως θελήσουν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του… δίνοντας επιχειρήματα στη δεξιά, ότι τάχα η αριστερά συμπαθεί την τρομοκρατία»9. Ορίστε η έγνοια τους. Λίγα μετρημένα ψηφαλάκια της δεξιάς, μπας κι επιτύχουν μια τελευταία αρπαχτή. Και τρόμος μπροστά στο φάντασμα του ταξικού πολέμου που επανακάμπτει δριμύς. Τι αναπάντεχο τέλος για τη μεταπολίτευση! Αν λοιπόν τύχει να μιλήσεις με κάναν απ’ αυτή τη γερασμένη αντικοινωνική μερίδα, πες του από μέρους μου, ότι από τούδε και στο εξής, όποιος αποκαλεί τρομοκράτες τους τυραννοκτόνους, να είναι βέβαιος ότι αυτοστιγμεί το όνομά του διανθίζει τον μεγάλο καζαμία με τους κωλογλύφτες της αστικής τρομοκρατίας. Περιττό να επισημάνεις ότι αυτός ο καζαμίας πιθανότατα θα γίνει δικόγραφο μόλις έρθουν τούμπα οι καταστάσεις. Αυτό φοβούνται οι δεξιοί κι αριστεροί υπηρέτες του κεφάλαιου, μα είναι τόσο βυθισμένοι στα σκατά, που προτιμούν να επιβιώσουν στον σάπιο καναπέ τους για μια μέρα ακόμα, παρά να αναγνωρίσουν ότι ο κόσμος τους πεθαίνει.

Η αναφώνηση του τέλους, ως εφόρμηση στον πιθανότατο θάνατο προκειμένου να νικήσει η ελεύθερη ζωή, εμπεριέχει μια πλήρη απάντηση στο οντολογικό ζήτημα. Οι μεταμοντέρνοι δυσανασχετούν στο άκουσμα της φράσης «μάρτυρες της επανάστασης». Με τον ευρωπαϊκό ελιτισμό που τους διακατέχει, την ερμηνεύουν σαν δάνειο από τη θεοκρατία της Ανατολής. Ξεχνούν τους «Μάρτυρες τους Σικάγο», όπως έχουν μείνει αναλλοίωτα στην ιστορία. Η αστική διανόηση αδυνατεί να κατανοήσει ότι το μαρτύριο αναφέρεται σ’ ένα βίωμα του οποίου τη δύναμη δεν μπορεί να σβήσει κανένας φόβος ή πόνος˙ εγκλοβισμένη στις εκμηδενιστικές συνέπειες του προτεσταντικού νομιναλισμού, αδυνατεί ν’ αντιληφθεί εμπειρικό υπόβαθρο στην πίστη, παρότι δίχως αυτό η πίστη καταρρέει απέναντι στο ελάχιστο εμπόδιο. Αντέχοντας τα βασανιστήρια και διαβαίνοντας το υπαρξιακό όριο, ο αγωνιστής μαρτυρά ότι πράγματι υπάρχει μια δυνατότητα υπαρξιακής πλήρωσης που δεν ανταλλάσσεται με τίποτα λιγότερο. Ο μόνος κίνδυνος είναι η απώλεια ετούτης της συναίσθησης. Στην ιστορική στιγμή που η θεοκρατία τέθηκε υπό αμφισβήτηση, η σημασία της αδιαλλαξίας μέχρι θανάτου, επανεπικυρώθηκε: Εξίσου ο αναλυτής της πολιτικής ηγεμονίας, Νικόλο Μακιαβέλι και ο αρνητής της, Ετιέν ντε Λα Μποεσί, επισήμαναν ότι εκείνοι που έχουν μάθει να ζουν ελεύθεροι θα πολεμήσουν μέχρι τέλος. Οι επαναστάτες γνωρίζουν μέχρι το μεδούλι ότι η συμμετοχή στον αγώνα είναι βίος αναντικατάστατος. Όλα τα μαρτύρια που επινόησε η εξουσία ανά την ιστορία, αποδεικνύουν ακατάπαυστα την ισχύ της κοινωνικής εμπειρίας την οποία ανέκαθεν πάσχιζε να ξεριζώσει. Η αλήθεια της αντίστασης είναι μια μέθη πιο μεγάλη απ’ τη σκοτεινή πλάνη της συνθηκολόγησης. Τη στιγμή που η ανατρεπτική μέθη κυλάει στους δρόμους, οι τύραννοι κι οι απολογητές τους τρέμουν.

Το «τώρα τέλος» δεν είναι ένα συντηρητικό «ως εδώ», ένα όριο που πάντα μετακυλάει υπέρ του κυρίαρχου. Τώρα τέλος, σημαίνει μια πράξη που ανατρέπει τα βασανιστικά δεδομένα, μια πράξη που όντας ικανή να μεταδίδεται εκρηκτικά, αλλάζει τις συνθήκες. Εξέγερση, η φυσική κυριαρχία της κοινωνικής αλληλεγγύης, ενάντια στη μεταφυσική του νόμου.

Με δάκρυα και αίμα ανοίγει ο δρόμος για τις νέες πολιτείες. Γι’ αυτό, το ποιητικό βλέμμα δύναται να μετέχει στην ιστορική δημιουργία, εν’ αντιθέσει προς τον ακαδημαϊκό αντικειμενισμό, του οποίου οι πραγματικότητες αφορούν εγγενώς σε ότι έχει ήδη παρέλθει. Μπορείς να διακρίνεις ότι γεννιέται μια επαναστατική εποχή, τη στιγμή που οι ομολογίες γίνονται διακηρύξεις κατάλυσης της εξουσίας.

Όσο για τον χουλιγκανισμό, καιρός ήταν να ανακάμψει ο μεταπολιτευτικός οίστρος, της εποχής που ο οπαδισμός δεν είχε αλωθεί από τις μαφίες των εφοπλιστών και τις φασιστικές παραφυάδες τους και στα γήπεδα ακούγονταν συνθήματα όπως το «Τούμπα, Ιράν, Καμπότζη, Βιετνάμ10...».

Υποσημειώσεις:

1. ΛΑΕ, για την τελευταία δράση της Οργάνωσης Επαναστατικής Αυτοάμυνας.

2. Συνέντευξη στο ΒΗΜΑ: tovima.gr/2014/05/31/politics/takis-mpaltakos-mas-perimenei-sta-deksia-mas-ena-16-5/

3. Υπάρχει κανένα καλλιτεχνικό έργο που να παρουσιάζει τη φυλακή ως έναν βιώσιμο τόπο; Αμέτρητες πληρωμένες πένες δεν το κατάφεραν. Όταν παιδί είδα την ταινία «Τα πέτρινα χρόνια», δεν θα μπορούσε να μην μείνει δια βίου ζωντανό στη μνήμη μου το ιστορικό φορτίο και το διαχρονικό καθήκον.

Γνώρισα από κοντά τον Παντελή Βούλγαρη στη φυλακή, σ’ έναν κύκλο κινηματογραφικών προβολών και συζητήσεων. Τους ανθρώπους που εκμαιεύουν την αγάπη μας, δεν χρειάζεται να τους ξανασυναντήσουμε, να τους ζυγίσουμε, προκειμένου να τους εμπιστευτούμε. Η παρουσία μιλάει στο πρώτο βλέμμα.

[Διευκρίνιση προς τουν υπουργό βασανιστηρίων: Μην στείλεις τα καθάρματά σου να μπουκάρουν στο σπίτι του και να τον ξυλοφορτώσουν. Δεν είχα κάποια επαφή με τον άνθρωπο.]

4. www.efsyn.gr/node/227099 και www.efsyn.gr/stiles/ypografoyn/227909_systima-einai-enoho

5. Στο 5ο λεπτό αυτού του video, στο οποίο ένας αμερικάνος ακτιβιστής εξηγεί τη διαχρονικότητα του αμερικάνικου εμφύλιου (περπατώντας στο Βιετνάμ): www.youtube.com/watch?v=vtov38TSOLk

6. Δεν υποχωρώ έμμεσα στην επανεκχώρηση του Πολυτεχνείου στον Μίκυ. Αυτό το έχασε από την εποχή του «Ή Καραμαλής ή τανκς». Του κλέβω και τον στίχο. Ότι μπορούσε να σπείρει ο ίδιος μ’ ετούτο τον στίχο του Κάλβου, έχει σχολάσει χρόνια. Καιρός να περάσει και σ’ άλλα χέρια.

7. www.hurriyetdailynews.com/istanbul-greek-orthodox-patriarch-lends-support-to-turkeys-operation-olive-branch-in-syrias-afrin-126375 και www.epliroforia.com/2018/01/blog-post_17.html (στα ελληνικά)

8. «Συριζαϊκή χολή κατά του Δημήτρη Κουφοντίνα», athens.indymedia.org/post/1611370/ και tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/pos-nikolaoy-mitsotakis-ekanan-politiko-paragonta-ton-koyfontina

9. tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/i-megali-ton-tromokraton-sxoli

10. Βιετνάμ: Είδα πρώτη φορά την ταινία «Όλα είναι δρόμος», σε δημόσια προβολή, σε κατάληψη. Το αντιμιλιταριστικό πρόταγμα της τριλογίας του Παντελή Βούλγαρη και το πρόσωπο του Θανάση Βέγγου που ως αντισπισιστής πολιτισμικός εγκληματίας (η μοναδική του ενσάρκωση ενός ανθρώπου που σκοτώνει) διαμορφώνει μια αφήγηση παντελώς ανάρμοστη για την τρέχουσα επίσημη πολιτική γλώσσα, έχουν σημαδέψει τον ελληνικό κινηματογράφο. Παρότι αυτές οι δυο δραματικές αναφορές, είναι πολιτικά πιο οικείες για την αντιεξουσιαστική σκοπιά, νομίζω ότι εδώ μας ταιριάζει ο Γιώργος Αρμένης, που καίει το μαγαζί από καπρίτσιο, όσο κι αν μοιάζει με κοινοτάρχη της ΝΔ κι όχι με αναρχικό. Άσ’ τα να καούν ρε Δημήτρη! Σάπια ήταν κι εδώ γίνεται πόλεμος.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License