Σεξισμός στον αντιεξουσιαστικό χώρο, καταγγελίες και αποκλεισμός συντρόφων

Μικρή μπροσούρα για τον σεξισμό στον αντιεξουσιαστικό χώρο και κριτική στην πρακτική του αποκλεισμού ατόμων που δέχονται καταγγελίες για σεξιστική συμπεριφορά.

Σεξισμός στον αντιεξουσιαστικό χώρο, καταγγελίες και αποκλεισμός συντρόφων*

Amo Voli

«Δεν είναι όπως τα λες· έχεις πολλά ακόμη να μάθεις [και θα ήθελε να συμπληρώσει: «πριν ν’ αρχίσεις να μιλάς»], είπε με υφάκι ο παλιός σαραντάρης σύντροφος στη νεοφερμένη σαραντάρα συντρόφισσα στο καφενείο μετά τη συνέλευση. «Βρήκα δάσκαλο να μου τα μάθει όλα», απάντησε η συντρόφισσα, έτσι για να πει κάτι. Αν η συντρόφισσα ήταν άντρας πιθανότατα δεν θα της μιλούσε μ’ αυτό το ύφος ούτε μ’ αυτά τα λόγια. Πιθανότατα αν επισήμαινε η ίδια ή οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι τη σεξιστική χροιά των λόγων του, ο σύντροφος να υποστήριζε ότι γενικά αυτό είναι το στιλ του και δεν τον ξέρει ακόμη καλά. Θα προτιμούσε δηλαδή να υποστηρίξει ότι η συμπεριφορά του είναι αλαζονική παρά σεξιστική. Φυσικά δεν έγινε θέμα. Μην γινόμαστε υπερβολικές και χαλάμε την παρέα. Μικρός καθημερινός σεξισμός εντός και εκτός των συνελεύσεων...

Η πατριαρχική -όπως και η ρατσιστική- δόμηση των κοινωνιών δημιουργεί στη μοναδική προνομιούχα ομάδα συνθήκες ανάλογες με εκείνες που απολαμβάνουν οι οδηγοί αυτοκινήτων στους ελλαδικούς δρόμους σε σχέση με τους ποδηλάτες: όσο προσεκτικός κι αν είναι ένας οδηγός, όταν βρέχει του είναι αδύνατον κάποια στιγμή να μην πέσει στη λακκούβα που θα βρέξει έναν ποδηλάτη, του είναι δύσκολο κάποια στιγμή να μην τον κλείσει, να μην τον δει. Σε μια πόλη που δεν έχει ανάλογες προδιαγραφές, η αύξηση των ποδηλατισσών μπορεί από τη μία πλευρά ν’ αυξήσει την προσοχή των οδηγών, ωστόσο από την άλλη με βεβαιότητα αυξάνει την πιθανότητα ν’ αποκτήσει κάθε οδηγός την εμπειρία βρεξίματος/κλεισίματος/κλπ. κάποιας ποδηλάτισσας. Ο ποδηλάτης, απ’ τη μεριά του, μπορεί να βρίσει με αγανάκτηση και δυσανάλογη λύσσα μιας και δεν είναι η πρώτη φορά που του συμβαίνει ανάλογο περιστατικό, μπορεί απλά να φωνάξει, μπορεί να μην κάνει τίποτα γιατί έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία: απ’ τη στιγμή που βγαίνει στο δρόμο με ποδήλατο παίρνει τα ρίσκα του και δεν γίνεται να χαλιέται με τον κάθε μαλάκα. Ξέρει ότι το βίωμα δεν είναι προσωπικό: η εξουσία που δίνεται στους οδηγούς στο δρόμο οδηγεί σε συστηματική απαξίωση της παρουσίας των ποδηλάτων και της ζωής των ποδηλατισσών. Η οδηγός μέσα στη ζεστασιά και τη μουσική του αμαξιού της μπορεί να πάρει ή να μην πάρει πρέφα τι έχει συμβεί. Ακόμη κι αν της φωνάξει ο ποδηλάτης μπορεί να μην ακούσει, ακόμη κι αν ακούσει πιθανότατα δεν θα σταματήσει. Από τη μεριά της μπορεί να πει ότι και οι ποδηλάτισσες δεν είναι άγιες: πάνε ανάποδα, χώνονται, πετάγονται χωρίς προσοχή, μπορεί να βρέξουν κάποιον πεζό και να συνεχίσουν, κι ότι τελικά οι λακκούβες ταλαιπωρούν οδηγούς και ποδηλάτες και πρέπει να διεκδικήσουμε να φτιαχτούν οι δρόμοι αντί να τρωγόμαστε μεταξύ μας. Αυτά κι άλλα πολλά όντως συμβαίνουν, χωρίς ωστόσο να ανατρέπουν την ισορροπία ισχύος μεταξύ αυτοκινήτων και ποδηλάτων στους ελλαδικούς δρόμους, μη παραβλέποντας την αναγκαιότητα για κοινούς αγώνες βελτίωσης των δρόμων.

Τα περιστατικά καταγγελιών για σεξιστική συμπεριφορά σε άτομα και διαδικασίες που μπαίνουν κάτω από την ομπρέλα της αντιεξουσίας ολοένα και αυξάνονται τα τελευταία χρόνια. Είναι προφανές ότι αυτό οφείλεται στην πιο δυναμική δραστηριοποίηση γυναικών και ατόμων που δεν ταυτίζονται ή ταιριάζουν με τα πρότυπα της αρρενωπότητας -και της θηλυκότητας- που προωθεί η πατριαρχία και διεκδικούν σεβασμό, αξιοπρέπεια και ίσο χώρο στις διαδικασίες. Έξω από τις διαδικασίες του «χώρου», τα υποκείμενα αυτά δέχονται σεξιστική συμπεριφορά κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή και γι’ αυτό το λόγο αρκετές φορές η διεκδίκηση να μείνει ο σεξισμός έξω από τις διαδικασίες μπορεί ν’ αποκτήσει ιδιαίτερα επιθετικά χαρακτηριστικά, στοχοποιώντας και αποκλείοντας άτομα. Κάποια από αυτά μπορεί όντως να το αξίζουν. Άλλα όμως όχι…

Συχνά μπερδευόμαστε θεωρώντας ως περιγραφικούς όρους τα «αντί-» που ορθώνουμε στην προσπάθειά να οικοδομήσουμε τον κόσμο που οραματιζόμαστε μέσα στον μικρόκοσμο των διαδικασιών μας. Ωστόσο επίθετα όπως ‘αντιρατσιστικός’, ‘αντισεξιστικός’, ‘αντιιεραρχικός’, κλπ., είναι επίθετα προταγματικά και όχι περιγραφικά. Οι ταμπέλες που μπορεί να βάζουμε στους εαυτούς και τις εαυτές μας ή στις συλλογικότητες και τους χώρους μας δεν μας περιγράφουν, αλλά αντίθετα φωτίζουν τον δρόμο προς τον οποίο θέλουμε να πορευτούμε: με βεβαιότητα κανείς και καμιά μας δεν έχει φτάσει στο τέρμα του. Έχοντας μεγαλώσει και εκπαιδευτεί στο γήπεδο και με τα μέσα της κυριαρχίας, δηλαδή σε περιβάλλοντα πατριαρχικά, σεξιστικά, ρατσιστικά, ομοφοβικά, κλπ., πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο ότι έχουμε τέτοια χαρακτηριστικά· ότι η αντανακλαστική αντίδραση, δηλαδή εκείνη που δεν προλαβαίνει να περάσει από το αξιακό φίλτρο της αντιεξουσίας, ή η συμπεριφορά σε περιστάσεις κατά τις οποίες ο αξιακός κώδικας πέφτει (π.χ. υπό επίδραση ουσιών ή αλκοόλ) μπορεί να βγάζει εκείνα τα εξουσιαστικά χαρακτηριστικά που οφείλουμε ν’ αντιπαλέψουμε· ότι οι γυναίκες ενσωματώνουν στοιχεία στερεοτυπικής συμπεριφοράς (υποτακτικότητα, αίσθημα αδυναμίας, κλπ.) και προκαταλήψεις. Από την άλλη πλευρά, αν έχουμε πειστεί ως άτομα ή συλλογικά υποκείμενα ότι οι όροι που μας προσδιορίζουν είναι περιγραφικοί και όχι προταγματικοί, τότε ενέχεται ο κίνδυνος να παρουσιάζουμε σεξιστική/ρατσιστική/κλπ. συμπεριφορά και να εκφέρουμε σεξιστικό/ρατσιστικό λόγο χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, καθώς εφόσον είμαστε αντισεξιστές/αντιρατσιστές/κλπ., ό,τι κι αν πούμε, ό,τι κι αν κάνουμε είναι αντισεξιστικό/αντιρατσιστικό/κλπ. Ίσως για ν’ αποκτήσουμε τα εργαλεία εκείνα και τα αντανακλαστικά που εντοπίζουν τέτοιες συμπεριφορές πρέπει οι άντρες να θεωρούν ως δεδομένο ότι είναι σεξιστές, ότι όλα μας είμαστε ρατσιστές και ρατσίστριες κλπ. ώστε να τσεκάρουμε τους εαυτούς, τις εαυτές και τις ομάδες μας συνεχώς.

Επιστρέφοντας στη μεταφορά με τους οδηγούς και τις ποδηλάτισσες, όπως ο οδηγός λόγω της εξουσίας που έχει στον δρόμο μπορεί να συνεχίσει ανέμελα έχοντας βρέξει τον ποδηλάτη, έτσι ακριβώς οποιοσδήποτε σύντροφος μπορεί ανά πάσα στιγμή να μιλήσει ή να συμπεριφερθεί σεξιστικά, μέσα αλλά κυρίως έξω από τη συνέλευση, επειδή η πατριαρχία του δίνει αυτή την εξουσία. Τα υποκείμενα που δέχονται την απαξιωτική συμπεριφορά έχουν μάθει να την υποτιμούν, να την καταπίνουν, να μην το κάνουν θέμα, επειδή δεν ξέρουν πώς ν’ ανοίξουν το ζήτημα ή επειδή δεν θέλουν να χαλάσουν τη συνέλευση, τις σχέσεις και την παρέα. Άλλωστε η κατηγορία είναι βαριά, καθώς εφόσον ο χώρος δηλώνει αντισεξιστικός, όποιος είναι σεξιστής αυτόματα τίθεται απέναντι. Πρέπει να φτάσει ο κόμπος στο χτένι, να γίνει κάτι ιδιαίτερα σοβαρό ή να έχουν συσσωρευτεί αρκετά μικρότερης έντασης περιστατικά για να γίνει καταγγελία. Έπειτα συνήθως υπάρχουν δυο δρόμοι: 1) η υποτίμηση της καταγγελίας και (2) η τιμωρία του δράστη συνήθως με αποκλεισμό.

Η υποτίμηση της καταγγελίας, τόσο από το άτομο που τη δέχεται όσο και από τους συντρόφους και συντρόφισσές του, είναι μέρος του πατριαρχικού οικοδομήματος. Ο σύντροφος είναι σταθερός και συνεπής κινηματικά, δεν μπορεί να είναι σεξιστής. Η συμπεριφορά του άλλωστε έχει να κάνει με προσωπική ή/και πολιτική αντιπαλότητα και δεν έχει σχέση με το γεγονός ότι το πρόσωπο είναι γυναίκα ή άτομο που δεν ταιριάζει με τα πατριαρχικά πρότυπα της αρρενωπότητας ή της θηλυκότητας. Η υποτίμηση του βιώματος αποτελεί πρακτική της κυριαρχίας που εισβάλλει στον χώρο της αντιεξουσίας. Επιπλέον, διασφαλίζει τη διατήρηση της σιωπής για περιστατικά μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης. Διασφαλίζει τη συνθήκη ο «χώρος» να παραμείνει σεξιστικός. Τα βιώματα πρέπει αξιωματικά να εκλαμβάνονται ως αληθή, καθώς μόνο το άτομο που έχει υποστεί τη σεξιστική συμπεριφορά μπορεί να την αξιολογήσει ως τέτοια. Θα ήταν χρήσιμο να πεταχτούν στα σκουπίδια τα σεξιστόμετρα που κρίνουν τον βαθμό σοβαρότητας των περιστατικών. Ας μην αναζητούμε ελαφρυντικά και άλλοθι για τον σύντροφο και ενοχοποιητικά στοιχεία για το άτομο που κάνει την καταγγελία και το κατά πόσο προκάλεσε το ίδιο την αντίδραση του συντρόφου. Ας θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι καμία καταγγελία δεν γίνεται εύκολα.

Ο άλλος δρόμος που δημιουργεί αποδιοπομπαίους τράγους με παραδειγματικές τιμωρίες και αποκλεισμούς επίσης αναπαράγει λογικές της κυριαρχίας, με τις αποβολές, τις φυλακές, τα άσυλά της για όσους και όσες δεν «ταιριάζουν». Οι αρχές της λαϊκής δικαιοσύνης δεν μπορεί παρά να είναι δύο: 1) αποκατάσταση της βλάβης και (2) αναμόρφωση του δράστη. Ο αποκλεισμός ίσως πρέπει ν’ αποτελεί τελευταίο και ύστατο μέτρο και μόνο για ακραίες περιπτώσεις. Ακριβώς όπως η κυριαρχία αποποιείται τις ευθύνες της για την παραγωγή των «παραβατών», έτσι και ο «χώρος» μέσω του αποκλεισμού αποποιείται τις ευθύνες του για την αναπαραγωγή του σεξισμού πετώντας -όπως και η κυριαρχία- τις ευθύνες στο άτομο. Ακριβώς όπως η κυριαρχία χτίζει το ψέμα ότι «οι κακοί είναι στη φυλακή», έτσι και μετά την αποπομπή του σεξιστή συντρόφου αναπαράγεται σιωπηλά η ψευδαίσθηση ότι απέμειναν οι καθαροί… μέχρι την επόμενη καταγγελία.

Η πρακτική του αποκλεισμού αποτρέπει ακόμη περισσότερο την όποια υπόδειξη σεξιστικής συμπεριφοράς ή την όποια καταγγελία. Η πιθανότητα του αποκλεισμού προσδίδει υπερβολικό βάρος στις καταγγελίες και τις επισημάνσεις, παρουσιάζοντας ψευδώς τον σεξισμό ως εξαιρετική συνθήκη. Μακράν από το να δημιουργεί ασφαλείς χώρους, διασφαλίζει ότι τίποτα δεν αλλάζει στη βάση του. Παράλληλα αποκαλύπτει την αμηχανία του «χώρου» να χειριστεί τέτοια περιστατικά και την τεμπελιά του στο να οικοδομήσει μια πραγματικά αντισεξιστική κουλτούρα. Χωρίς να έχει επιτευχθεί η κοινωνική επανάσταση, δεν είναι δυνατόν να αναζητάμε τον περιούσιο λαό που θα στελεχώσει τις διαδικασίες μας, γιατί απλούστατα αυτός δεν υπάρχει. Παράλληλα αποκαλύπτει και μια άλλη κομβική αντίφαση: ؛πώς μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι αγωνιζόμαστε να αλλάξει ο κόσμος, αν δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει δυνατότητα να αλλάξουν οι σύντροφοι;

Ο χάρτης των προνομίων ίσως είναι χρήσιμος για ν’ αντιληφθούμε τη δυσκολία της κατάστασης. Στο πλαίσιο των δυτικών κοινωνιών, η φιγούρα που συγκεντρώνει την περισσότερη δύναμη μπορεί να περιγραφεί ως εξής: λευκός, ευρωπαίος, χριστιανός, πλούσιος, μορφωμένος, σωματικά και ψυχικά υγιής, αρτιμελής, όμορφος, ψηλός, γεροδεμένος, οικογενειάρχης, στρέιτ άντρας. Καθένα από τα προαναφερθέντα έχει το αντίθετό του: μη λευκός, μη γεροδεμένος, μη στρέιτ, μη άντρας, κλπ. Όσο περισσότερα «μη» συγκεντρώνει ένα άτομο τόσο χαμηλότερα πέφτει σε δύναμη στην καθημερινότητα της κοινωνικής συναναστροφής. Όσες περισσότερες καταφάσεις συγκεντρώνει ένα άτομο, τόσο πιο δύσκολο είναι ν’ αντιληφθεί το βίωμα ατόμων που συγκεντρώνουν τα «μη». Με άλλα λόγια, τα άτομα που συγκεντρώνουν τις καταφάσεις είναι καταδικασμένα σε αλαζονικότητα και συστημική βλακεία. Αλαζονικότητα γιατί η εξουσιαστική συμπεριφορά είναι δομικό στοιχείο της συγκέντρωσης προνομίων. Συστημική βλακεία γιατί η κατανόηση και ενσυναίσθηση με τα άτομα που συγκεντρώνουν τα «μη» είναι πρακτικά αδύνατη. Χρειάζεται να δουλευτεί συνειδητά ο σεβασμός και η ταπεινότητα ώστε να μπορέσουν τ’ αυτιά και τα μάτια τους ν’ αντιληφθούν εκείνες τις πτυχές της πραγματικότητας που τους είναι παντελώς άγνωστες. Χρειάζεται να οικοδομηθούν εκείνες οι σχέσεις που θα τους επισημάνουν την έλλειψη σεβασμού και την υποτίμηση που αναπόφευκτα θα επιδείξουν απέναντι σε άλλα άτομα. Κοινώς, αν οι σύντροφοι που συγκεντρώνουν αρκετά προνόμια δεν έχουν δεχτεί κάποια παρατήρηση για σεξιστική ή άλλου τύπου υποτιμητική συμπεριφορά ας μην εφησυχάζονται ότι όλα είναι ΟΚ. Ας αναρωτηθούν καλύτερα αν έχουν δώσει χώρο για να τους επισημανθεί η όποια συμπεριφορά δεν ταιριάζει με τον αξιακό κώδικα της αντιεξουσίας. Ας μάθουν να κάνουν ερωτήσεις και ας έχουν με ειλικρίνεια τ’ αυτιά τους ανοιχτά για ν’ ακούσουν ειλικρινείς απαντήσεις. Όταν τους επισημανθεί κάποιο περιστατικό σεξιστικής συμπεριφοράς, ας διαφύγουν τον επόμενο σκόπελο του σεξισμού που βρίσκεται στην άρνηση. Ας θεωρήσουν ότι το περιστατικό συνέβη ακόμη κι αν δεν μπορούν να το αναγνωρίσουν. Ας δείξουν τον σεβασμό που στέρησαν από το άτομο που υπέστη τη συμπεριφορά τους.

Από την άλλη πλευρά είναι σημαντικό η ανάδειξη βιωμάτων υποτίμησης να μην οδηγούν σε υποκειμενισμό, συναισθηματισμό, ψυχολογικοποίηση και θυματοποίηση. Ο πόνος που προκαλούν τέτοιες συμπεριφορές δεν είναι ούτε ατομικός ούτε προσωπικός: εντάσσεται σε ένα γενικότερο πολιτικό πλαίσιο, έχει ανάλυση, ιστορία αγώνων και προτάγματα δράσης. Μακράν από το να αποτελεί αφορμή για να αναδειχτεί το τραυματισμένο εγώ έναντι των υπολοίπων, μπορεί να δώσει την ενσυναίσθηση της καταπίεσης που θα επιφέρει τη συνάντηση με άλλα καταπιεσμένα υποκείμενα. Ας μην παραγνωρίζουμε το ότι τα υποκείμενα που ενοχλούνται, προσβάλλονται, συρρικνώνονται, εξοντώνονται στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου πλέγματος σχέσεων είναι περισσότερο πιθανό να αναπτύξουν κριτική απέναντί του και να οργανωθούν για ανατρεπτική δράση, πράγμα που συστηματικά -και όχι τυχαία- υποτιμάται από τα ίδια αλλά και τους υπόλοιπους.

Τέλος, η ευθύνη δεν πέφτει αποκλειστικά στα άτομα. Αν οι διαδικασίες μας θέλουν να δημιουργήσουν μια πραγματικά αντισεξιστική κουλτούρα, οφείλουν ν’ αναλάβουν τη συλλογική ευθύνη της συμπεριφοράς των μελών τους, τουλάχιστον εκείνων που κατά τ’ άλλα επιδεικνύουν μια συνεπή κινηματική δέσμευση, και ν’ αναζητήσουν συλλογικά τρόπους αποκατάστασης της βλάβης και αναμόρφωσης των συντρόφων. Παράλληλα οφείλουν να οικοδομήσουν τον χώρο για να μειωθούν οι σιωπές με στόχο τη συλλογική -γιατί μόνο συλλογική μπορεί να είναι- αυτοβελτίωση και την οικοδόμηση στο σήμερα εκείνου του άλλου κόσμου που ονειρευόμαστε και για τον οποίο αγωνιζόμαστε. Εποικοδομητική κριτική μπορεί να ασκηθεί μόνο αν το πλέγμα σχέσεων ισχύος δεν είναι τόσο απόλυτο ώστε να συρρικνώνει εντελώς τους πιο αδύναμους κρίκους του. Επομένως όταν δεν υπάρχει κριτική στις διαδικασίες μας μπορεί να σημαίνει ότι τα πράγματα πάνε πολύ καλά ή πάρα πολύ άσχημα. Ας καιροφυλαχτούμε για ν’ αναγνωρίσουμε το δεύτερο. Ας κρατήσουμε κατά νου ότι στη φάση που είμαστε ο αντισεξισμός είναι πρόταγμα και όχι περιγραφή. Ζητούμενο είναι οδηγοί και ποδηλάτισσες τελικά να τα βρούμε, καθώς έχουμε όχι απλά να φτιάξουμε, αλλά ν’ αλλάξουμε τους δρόμους.

Υ.Γ. Όσα γράφονται εδώ θα μπορούσαν να αναφέρονται και στον ρατσισμό. Τότε τα υποκείμενα θα ήμασταν όλες και όλοι οι λευκοί -χριστιανοί- Ευρωπαίοι που στελεχώνουμε τις διαδικασίες. Απλά δεν ερχόμαστε σε επαφή με εκείνα τα μη λευκά ή/και μη Ευρωπαία άτομα, ούτε έχουμε τις σχέσεις που θα αναδείκνυαν με μεγαλύτερη ένταση τις αντιφάσεις μας. Όπως και ο αντισεξισμός, έτσι και ο αντιρατσισμός είναι πρόταγμα. Σε καμία περίπτωση δεν είμαστε εκεί.

Γιάννινα Οκτώβρης 2020

* Το κείμενο βελτιώθηκε από σχόλια συντροφισσών, τις οποίες ευχαριστώ.

Αρχεία:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License