Δάσκαλε που Δίδασκες..

Οι σαθρές πατριαρχικές αφηγήσεις που αποδίδουν στο αρσενικό την ταυτότητα του ανεξέλεγκτου ‘θηρίου’ που αναζητά το ‘θήραμα’ του (εφορμώντας από το μύθο μιας εκ φύσεως ακατανίκητης σεξουαλικής ορμής) είναι τραγελαφικές. Θεωρούμε άκρως επικίνδυνη και αβάσιμη τη ρητορική που θέλει όλους τους άνδρες δυνητικά βιαστές. Αποσκοπούμε με τους παρακάτω ορισμούς να ξεκαθαρίσουμε πως, όχι, η σεξουαλική παρενόχληση ΔΕΝ είναι μια ανάγκη του άνδρα εντός της κοινωνίας, αλλά η άσκηση εξουσίας και προνομίου που υποθάλπεται εντός της ‘κανονικότητας’.   

Παρόλο που η ομάδα συγγραφής αυτού του κειμένου συντελέστηκε με σκοπό να θίξει ένα συγκεκριμένο ζήτημα, νιώθουμε πως για να μπορέσει να υπάρξει γόνιμος διάλογος και αμοιβαία κατανόηση, είναι χρήσιμο να περιγράψουμε (όπως τους αντιλαμβανόμαστε) κάποιους όρους:

Παραβίαση: Η καταπάτηση των ορίων ενός ατόμου και η αφαίρεση της αυτονομίας του, σωματικής και μη, ως μέσο εξουσιαστικής επιβολής.

Σεξουαλική παρενόχληση: Με κύριο χαρακτηριστικό την απουσία ή την αδιαφορία για τη συναίνεση, σεξουαλική παρενόχληση είναι η εκμετάλλευση ενός ατόμου, σωματικά και μη, με σκοπό την άντληση σεξουαλικής ικανοποίησης εις βάρος του παραβιαζόμενου. Έτσι λοιπόν, η σεξουαλική παρενόχληση και ο βιασμός είναι κατά συνέπεια η άντληση σεξουαλικής ευχαρίστησης από την επιβολή της εξουσίας και της απουσίας συναίνεσης. Σε καμία περίπτωση πράξη ερωτική.

Οι παραβιαστές είναι παντού, ασχέτως φύλου, χρώματος, θρησκείας, και λοιπών κοινωνικών γνωρισμάτων, αλλά θα ήταν εθελοτυφλία να μην εστιάσουμε στο γεγονός ότι η παραβίαση από αρρενωπότητες αποτελεί κατεστημένο χιλιετιών. Συνεπαγόμενα, κάθε επιβολή πάνω σε ατομικότητες δίχως τη συναίνεση τους και εντός μιας άνισης δυναμικής εξουσιών, διαιωνίζει την καταδυνάστευση ατομικών ελευθεριών και σωματικών αυτοδιαθέσεων, οδηγώντας σε γενιές και γενιές ανθρώπων που κανονικοποιούν το βίωμα της παραβίασης. 

Μέσα από την επιβλητέα αυτή κανονικοποίηση η πατριαρχία καταφέρνει να διατηρήσει τα ηνία της εξουσίας, να κατηγορεί/ενοχοποιεί τα άτομα που βιώνουν κακοποίηση και να ενδυναμώνει/προστατεύει κακοποιητές.

Gaslighting: Η αλλοίωση, η αμφισβήτηση και η άρνηση του βιώματος με σκοπό την χειραγώγηση του ατόμου. Ειδικότερα, οι θηλυκότητες έρχονται διαρκώς αντιμέτωπες με αυτή την πρακτική, καθώς η εναντίωση τους απέναντι στην καταπίεση ποινικοποιείται ή κλινικοποιείται, αποσκοπώντας στην απομάκρυνση τους από την ίδια τους την πραγματικότητα.

Ξέρουμε όμως πολύ καλά τι μας γίνεται, ερχόμαστε αντιμέτωπες (από την απαρχή του χρόνου) με την παρενόχληση και τον σφετερισμό των σωμάτων μας.

Βλέπουμε το κοινωνικό μάτι να στρέφεται αχόρταγα προς το φρικαλέο του βιώματος και όχι προς τον παραβιαστή, ξανά τραυματίζοντας τα παραβιαζόμενα με κάθε τρόπο. Η κοινωνία θεμελιώνεται με την καταπίεση του διαφορετικού, την οριοθέτηση/θεσμοθέτηση έμφυλων κοινωνικών ρόλων καθιερώνοντας μια γκροτέσκα πυραμίδα προνομίων.

Υπό της πατριαρχίας όμως, όλα μας υποφέρουμε και ασφυκτιούμε!

Κοινωνία, Ακαδημία και Σχέσεις Εξουσίας

Σε μία αφήγηση που μας κατονομάζει ως ήδη ‘χειραφετημένα’ άτομα, που θεωρεί τον φεμινισμό και τις διεκδικήσεις του ως κάτι μη αναγκαίο ή περιττό για το δυτικό και φιλελεύθερο πλαίσιο, καλούμαστε να βροντοφωνάξουμε πως τίποτα δεν έχει αλλάξει απλώς και μόνο επειδή κάποιες από εμάς έχουν τα υποτυπώδη ‘προνόμια’ όπως το δικαίωμα ψήφου ή το δικαίωμα στον πολιτικό λόγο και την εκπαίδευση.

Βιώνουμε ακόμα τις ίδιες παραβιάσεις, και βλέπουμε τα ίδια στερεότυπα και πρακτικές να εφαρμόζονται πάνω στα σώματα και στα πνεύματα μας. Καλούμαστε να υπερασπιστούμε το ένα το άλλο απέναντι σε παραβιαστές με θέσεις εξουσίας εντός κ εκτός των κρατικών θεσμών.

Τίποτα δεν έχει τελειώσει και καμία δικαίωση δεν βρήκαμε. Από τα γεννοφάσκια μας μαθαίνουμε να υποβιβάζουμε την αντίληψη που έχουμε για τα πράγματα, να μην είμαστε ρηξιακές.

Βαδίζοντας την πεπατημένη του ‘κανονικού’, αναζητώντας τρόπους πραγμάτωσης της αλήθειας μας, κατευθυνόμαστε (όσα από εμάς μπόρεσαν/θέλησαν) στον ακαδημαϊκό φορέα, με την ελπίδα της απόκτησης τεχνογνωσίας και κατάρτισης, προσπαθώντας να ‘διευρύνουμε τους ορίζοντες μας’ και να εξελιχθούμε.

Ακόμη και εκεί όμως (όπως και παντού) βρισκόμαστε αντιμέτωπες με εξουσιαστικές δομές που κανονικοποιούν και διαιωνίζουν παραβιάσεις, θέτοντας άνισες δυναμικές εξουσίας στις οποίες τα φοιτητ@ αφήνονται εκτεθειμένα απέναντι στις αυθαιρεσίες των καταρτισμένων εξουσιαστών. Δεν είναι, δυστυχώς, καθόλου σπάνιο φαινόμενο, καθηγητάδες και λοιποί βολεμένοι να προσλαμβάνονται από ακαδημαϊκούς φορείς ενώ ήδη έχουν βεβαρημένο ιστορικό γεμάτο με παραβιάσεις, καταγγελίες, και ‘ψιθύρους’ γύρω από το όνομα τους.

Επειδή λοιπόν, ο κόσμος το ’χει βούκινο και οι θεσμοί κρυφό καμάρι, δεν έχουμε πλέον άλλη επιλογή πέρα από το να ξεμπροστιάσουμε τους παραβιαστές και αυτούς που τους υποθάλπουν.

Η ακαδημία αποτελεί τον προθάλαμο για την ένταξη στην αγορά εργασίας. Ως αποτέλεσμα, η κανονικοποίηση της παραβίασης εντός του πανεπιστημίου αποτελεί μία απόπειρα ‘σκληραγώγησης’ μας απέναντι στον εργασιακό σεξισμό, τον οποίο καλούμαστε ως θηλυκότητες να αντιμετωπίζουμε με ‘χάρη’ και ‘ευελιξία’.

Σε ένα πλαίσιο αριστείας και ανταγωνισμού, η αφήγηση μας θέλει να πορευόμαστε ατομικιστικά και απομονωμένα, φέροντας το βάρος των παραβιάσεων μας ως σιωπηλό φορτίο και όχι ως θεσμικό πρόβλημα που απαιτεί κοινή και οργανωμένη αντίδραση.

Αυτό το βάρος ήταν και είναι αβάσταχτο, και μας εμποδίζει ενεργά από το να πορευτούμε ως αυτόβουλα και ελεύθερα όντα. Συσπειρωνόμαστε με σκοπό να ανταπαντήσουμε στους ‘ανωτέρους’ μας, που μας θέλουν σιωπηλές, πειθήνιες, φοβισμένες και απομονωμένες.

Τα άτομα που έχουν δεχθεί παραβίαση, εκτός από το βάρος της διαχείρισής της, βρίσκονται μπροστά σε μία lose-lose συνθήκη. Από την μία, αν καταγγείλουν επώνυμα τον παραβιαστή/βιαστή τους (ιδίως όταν επρόκειτο για παραβιαστές ‘υψηλού κύρους’ ) οι πιθανότητες δικαίωσης μέσα από νομικές διαδικασίες είναι μηδαμινές. Από την άλλη, αν η καταγγελία γίνει ανώνυμα, πολλοί θα είναι αυτοί που θα σπεύσουν να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της, συγκαλύπτοντας έτσι τον εκάστοτε κακοποιητή.

Τι βάρος έχει άλλωστε μια ανώνυμη καταγγελία μπροστά στο λόγο ενός καταξιωμένου;

Υπό την απειλή μηνύσεων για δυσφήμηση και προσβλητικών απαιτήσεων για επώνυμες καταγγελίες που έχουν ως αποτέλεσμα τη στοχοποίηση των παραβιαζομένων, ενωνόμαστε και συγγράφουμε αυτή τη καταγγελτική επιστολή. Επιλέγουμε συνειδητά να μην αναπαράγουμε συγκεκριμένα βιώματα/μαρτυρίες, καθώς πιστεύουμε πως έτσι στοχοποιούνται τα άτομα που παραβιάστηκαν, και όχι ο ίδιος ο παραβιαστής. Αποτελεί γεγονός πως μια επώνυμη καταγγελία αφήνει εκτεθειμένο το άτομο σε νομικές διαμάχες, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοια περιστατικά.

Κανένα κονέ κομματικό, κανένα βύσμα, κανένα κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο και καμία θέση εξουσίας δε θα μας εμποδίσει από το να αλληλοπροστατευτούμε!

Εν έτη 2020, και ενώ το ΑΠΘ αυτοπροβάλλεται ως πανεπιστήμιο ‘ευρωπαϊκών προδιαγραφών’, συναπαρτίζεται από άτομα με έκδηλες σεξιστικές/ομοφοβικές/τρανσφοβικές/ρατσιστικές πρακτικές. Διορίζει άτομα με ιστορικό παραβιαστικής συμπεριφοράς, με καταγγελίες εντός και εκτός του φορέα ΜΟΔΙΠ, με επώνυμες και ανώνυμες μαρτυρίες. Τους ‘επιπλήττει’ με φιλικές παρατηρήσεις ή ‘τιμωρώντας’ με αδειοδοτήσεις επ’ αμοιβή και κρυφές ‘απαλές’ παραιτήσεις με σκοπό την αποσιώπηση του γεγονότος, την αποφυγή δυσφήμισης του εκάστοτε φορέα και το φίμωμα των οργανωμένων κινήσεων ενάντια σε αυτές τις συμπεριφορές. Ακόμη και αν οι συλλογικές κινήσεις πετύχουν την απομάκρυνση τους, πολύ συχνά τους βλέπουμε διορισμένους κάπου αλλού ή συνταξιοδοτημένους με όλα τα κομφόρ, επιδεικνύοντας περίτρανα την ειδεχθή τακτική της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Το ΑΠΘ πραγματώνει με άνεση το αρχέτυπο του ‘πατριαρχικού πατέρα’ που δεν θα μάθει στον γιό του να μη παραβιάζει αλλά θα επιπλήξει την κόρη του για το ‘προκλητικό’ της ντύσιμο. Μέσα σε αυτό το κλίμα άτοπης φιλοδικίας, gaslighting & survivor-blaming, το Τμήμα Καλών Τεχνών του ΑΠΘ συγκεκριμένα, βιώνει μια ιδιότυπη μορφή εκδήλωσης αυτών των φαινομένων.

Καλών Τεχνών, ΑΠΘ

Σε όλες τις σχολές το πρόβλημα είναι ίδιο. Όμως, οι ιδιομορφίες της πραγμάτωσης αυτών των πρακτικών παραβιασμού από θέσεις εξουσίας σε κάθε σχολή, απαιτούν επιμέρους ανάλυση. Σε κάθε τμήμα, ο τρόπος διεξαγωγής του εκάστοτε μαθήματος φανερώνει και τον τρόπο που ο κάθε παραβιαστής εκμεταλλεύεται τις συνθήκες για να παραβιάσει.

Στις σχολές Καλών Τεχνών ειδικότερα, παρατηρούμε τη χροιά διαπροσωπικότητας που έχει το εργαστηριακό και-μη μάθημα, συντελώντας σε μία αρχαϊκή αντίληψη της τέχνης και της επιτέλεσης της, αποδίδοντας στον καθηγητή την εξουσία του ‘μέντορα’.  Μέσα από αυτόν τον ευφάνταστο ρόλο του ‘μέντορα’ ο καθηγητής έχει την άνεση να ορίσει τα πλαίσια αλληλεπίδρασης με τους φοιτητές, τους τρόπους επικοινωνίας μεταξύ τους, κάνοντας αυτοπροβολή της ‘περσόνας’ που έχει δομήσει στο ‘όνομα της τέχνης’ που παράγει. ‘Το μεντοριλίκι του καθηγητή’ είναι η επιβολή της εξουσίας που του αποδόθηκε, και η χρήση του βάθρου της με σκοπό όχι την μεταβίβαση σφαιρικής γνώσης αλλά το promotion του brand του, την διαφήμιση της δικιάς τους προσωπικής θεώρησης και του ‘έργου’ του, όπως και την εκμετάλλευση του απλήρωτου μόχθου των φοιτητών.

Μέσα στα τμήματα καλών τεχνών, οι καθηγητές νιώθουν άνετα να διαλαλούν τις αντικειμενοποιητικές και φετιχοποιητικές τακτικές τους (βλ. ρομαντικοποίηση του αντίπροτύπου/του περιθωρίου, απόδοση του σεξιστικού αρχετύπου της μούσας/καλλιτέχνιδας σε φοιτήτριες, φετιχοποίηση της σχέσης καθηγητή-μαθητ@). Εκμεταλλευόμενοι την θέση τους και χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία την ‘εκκεντρικότητα του καλλιτέχνη’, ασκούν σωματική και πνευματική επιρροή πάνω στο φοιτητικό σώμα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο σύγχυσης και αηδίας, πολλά από εμάς καταλήγουν να υποβιβάζουν τα βιώματα τους, αντικαθιστώντας την διαίσθηση με την ψευδαίσθηση.

Το κείμενο αυτό συντάσσεται με αφορμή αυτούς τους ψίθυρους που έπαψαν να είναι ψίθυροι: Όλα μας γνωρίζουμε την σεσημασμένα παραβιαστική συμπεριφορά ενός καθηγητή του τμήματος κινηματογράφου του ΑΠΘ.

Υποδείξεις και αστειάκια γύρω από τις πρακτικές του, μονάχα φυσικοποιούν τέτοιες συμπεριφορές.

Δεν μας φτάνει μια άτυπη ‘συμβουλή’ προσοχής για τον τάδε καθηγητή και το ιστορικό του.

Δεν μας φτάνει να ξέρουμε πως είμαστε πολλές. Ο φόβος μας έγινε θυμός. Η σιωπή στέρεψε.

Δεν ανεχόμαστε πια:

  • ‘Τυχαία’-και-μη αγγίγματα σε φοιτήτριες κατά την ώρα του μαθήματος, συχνά χρησιμοποιώντας ως αφορμή παραβίασης των σωμάτων μας μαθήματα που εμπεριέχουν σωματικότητα.
  • Να παραδίδουμε εξαναγκαστικά τους προσωπικούς μας αριθμούς (ή των συμφοιτητών μας!) με σκοπό την επικοινωνία με τον καθηγητή πέραν του ακαδημαϊκού e-mail. (Τέρμα στα διαπροσωπικά τηλεφωνήματα ότι ώρες να ‘ναι με αφορμή εργασίες που ο ίδιος ‘χάνει’ και λοιπές δικαιολογίες που επιδεικνύουν την έλλειψη ικανότητας διεξαγωγής του ακαδημαϊκού του καθήκοντος.)
  • Ασαφή κριτήρια βαθμολόγησης, επηρεαζόμενα από μια αντικειμενοποιητική ηδονοβλεψία πάνω στα σώματα και το έργο μας, συχνά επιδεικνύοντας την εξουσία που φέρει ως βαθμολογητής με χειριστικό τρόπο.
  • Προσπάθειες διεύρυνσης της επαφής του με τα φοιτητ@ εκτός ακαδημαϊκού πλαισίου/ωραρίου, με σκοπό την απομόνωση του ατόμου, αποκτώντας έτσι μια άνεση στην παραβιαστική του δράση, μακριά από τα βλέμματα του λοιπού φοιτητικού σώματος.

Καταντήσατε γελοίοι.

ΦΤΆΝΕΙ ΠΙΑ!

ΟΥΤΕ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΗΣΤΙΜΙΟ

ΟΥΤΕ ΠΟΥΘΕΝΑ !

ΑΡΝΟΥΜΑΣΤΕ ΚΑΘΕ ΣΤΟΧΟΠΟΙΗΣΗ ΠΕΡΑΝ ΑΥΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΒΙΑΣΤΗ!

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ,

ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΠΕΤΣΙ ΜΑΣ,

ΜΙΛΑΜΕ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ

Συντονιστικό Δράσεων εκ της συνελεύσεως που διεξήχθη με αφορμή το ανοιχτό κάλεσμα του Δ.Σ. της Σχολής Κινηματογράφου.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License