Εγκυκλοπαίδεια των Βλαβών – Τόμος Ι, Τεύχος 8: Άβυσσος (Αύγουστος 1986)

Στο Τσερνόμπιλ, στην Ουκρανία, η ιδεολογία της προόδου έφτασε στο σημείο της αποσύνθεσής της. Κάποιοι πιο ειδήμονες από εμάς μπορούν να διερευνήσουν τις τεχνικές αιτίες αυτής της καταστροφής. Για εμάς, οι κάθε είδους επιπτώσεις της μας παρέχουν αρκετά στοιχεία για την αληθινή ουσία της, και μας επιτρέπουν να την θεωρήσουμε ιστορικά. Το γεγονός ότι συνέβη σε μια χώρα που μαστίζεται σίγουρα περισσότερο από την ιδεολογία παρά από την ίδια την πρόοδο δεν αλλάζει καθόλου την οικουμενική εμβέλειά της: όλος ο κόσμος μπόρεσε να μετρήσει εκεί, με τρομερή σαφήνεια, σε τι συνίσταται ο “διαφωτισμός” του. Όλη η λάμψη επισκιάστηκε μέσα σε μια στιγμή. Γιατί αυτό το συμπυκνωμένο αποτέλεσμα ενός τρόπου παραγωγής διαδίδει με πρακτική μορφή τη θανάσιμη αλήθεια του: μια τέτοια καταστροφή, τόσο ελάχιστα φυσική, πρέπει να την υπομείνουμε χωρίς να την κατανοούμε, όπως ακριβώς οι συνθήκες της δημιουργήθηκαν χωρίς να τις γνωρίζουμε, και πάνω απ’ όλα πρέπει να αποδεχτούμε την αδυναμία να αντλήσουμε από αυτήν οποιοδήποτε συμπέρασμα.

Σημείωση της μετάφρασης

Το κείμενο που ακολουθεί αναδημοσιεύεται από τον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.wordpress.com/2020/03/29/edn_i_08/

Η εκτυπώσιμη μορφή του βρίσκεται επίσης στον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.files.wordpress.com/2020/03/edn_i_08.pdf

 

Εγκυκλοπαίδεια των Βλαβών

Τόμος Ι, Τεύχος 8

Άβυσσος

(Αύγουστος 1986)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

(Μάρτιος 2020)

Τίτλος πρωτοτύπου: Encyclopédie des Nuisances, Abîme (Tome I, Fascicule 8, Août 1986)

 

ΑΒΥΣΣΟΣ

Για ένα βάραθρο που δεν έχει πυθμένα, ή τουλάχιστον που δεν μπορεί να βυθομετρηθεί, λέμε ότι είναι μια άβυσσος. Πρέπει άραγε να ονομάσουμε έτσι εκείνο μέσα στο οποίο γκρεμίζεται μπροστά στα μάτια μας η κοινωνία της αποστέρησης; Το ότι η πτώση της μπορεί να είναι ατέρμονη, να βρει το τέλος της μόνο με την αυτοκαταστροφή του ανθρώπινου είδους, αυτό είναι κάτι που μπορεί αναμφίβολα να θεωρηθεί ως μια απλή υπόθεση, όπως το περίφημο κινεζικό σύνδρομο”. Αλλά η συντριπτική παρουσία μιας τέτοιας πιθανότητας είναι αυτή που κρίνει εφεξής όλες τις ενέργειες των ανθρώπων, και οδηγεί ήδη στην κατασκευή των διάφορων φραγμάτων συγκράτησης χάρη στα οποία ένας κόσμος που βρίσκεται σε πόλεμο ενάντια στην ίδια του τη δύναμη επιδιώκει, προκειμένου να αποφύγει ένα τρομακτικό τέλος, να επιβιώσει μέσα σε έναν τρόμο χωρίς τέλος. Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν είναι: πόσα ακόμα Τσερνόμπιλ θα χρειαστούν ώστε η αλήθεια του παλιού συνθήματος επανάσταση ή θάνατος να επιβληθεί ως η τελευταία λέξη της επιστημονικής σκέψης αυτού του αιώνα;

Το γεγονός ότι η απαίτηση για ζωή έχει γίνει σήμερα επαναστατικό πρόγραμμα είναι κάτι που εκφράζεται τουλάχιστον αρνητικά από το εξής: παρασυρόμενες ολοένα μακρύτερα μέσα στην τρέλα από τις ανάγκες της κυριαρχίας τους, οι κοινωνικές δυνάμεις που άλλοτε θα αποκαλούνταν συντηρητικές δεν φροντίζουν ούτε καν να διατηρήσουν τις βιολογικές βάσεις της επιβίωσης του είδους. Στην πραγματικότητα, επιχειρούν αντιθέτως τη μεθοδική καταστροφή τους· και οι μετρήσεις του βαράθρου που διανοίγουν υπολογίζονται και επανυπολογίζονται συνεχώς από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τους, διαμέσου της προβλεπόμενης ταχύτητας της πτώσης, χωρίς να ξεχνάμε το ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί, δηλαδή τη “διάρκεια ζωής” του καισίου ή του πλουτωνίου. Γιατί αυτή η κοινωνία είναι τρελή με την έννοια του Τσέστερτον: έχει χάσει τα πάντα εκτός από τη λογική, αυτή την αφηρημένη λογική του εμπορεύματος που είναι ο ύστατος λόγος της ύπαρξής της, αυτή που υπερνίκησε όλες τις υπόλοιπες. Αναμφίβολα έχουν υπάρξει ήδη στην ιστορία κυρίαρχες τάξεις που, έχοντας χάσει κάθε ιστορική προοπτική εκτός από τη διαιώνισή τους απέναντι και ενάντια σε όλα, βυθίστηκαν σε μια αυτοκτονική ανευθυνότητα. Αλλά ποτέ δεν μπόρεσαν να θέσουν τέτοια μέσα στην υπηρεσία μιας τέτοιας περιφρόνησης για τη ζωή.

Όταν ο μηδενισμός στην εξουσία σηματοδοτείται από τις καταχρήσεις αυτών των ντανταϊστών του Κράτους που διασπείρουν στα συντρίμμια της πόλης τα γεωμετρικά περιττώματά τους, σαν να θέλουν να σημαδέψουν το έδαφος της γραφειοκρατικής αφαίρεσης, μπορούμε να αρκεστούμε να παρατηρήσουμε ότι δεν έχουν όλοι οι ξεπεσμοί την ίδια αξία, ακόμα και από αισθητική άποψη. Αντιθέτως, όταν αυτός ο μηδενισμός, με τον λεγόμενο “πόλεμο των άστρων”, φιλοδοξεί να λάβει κοσμικές διαστάσεις, πρέπει να παραδεχτούμε ότι, αν και δεν εγκαταλείπει το πεδίο της φάρσας, διευρύνει σημαντικά εκείνο της μακαβριότητας. Σε σύγκριση με ένα τέτοιο σχέδιο, οι αποκαλυψιακές φαντασιώσεις ενός Σαντ μοιάζουν με το προϊόν μιας δειλής φαντασίας. Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς όμως, από αυτό το σύστημα της αυτοματοποιημένης αποκάλυψης λείπει, προκειμένου να ισχυριστεί αυτοδικαίως ότι είναι αλάνθαστο, η δυνατότητα να ελεγχθεί κατάλληλα με μία ή δύο δοκιμές “σε πραγματική κλίμακα”. Αυτή είναι, για παράδειγμα, η κύρια αντίρρηση που διατυπώθηκε από έναν βαθυστόχαστο ειδήμονα, καθώς πρόκειται για έναν έμπειρο τεχνικό της εξόντωσης, που έχει εργαστεί στη μηχανοργάνωση του πολέμου του Βιετνάμ (Ντέιβιντ Λόργκε Πάρνας [David Lorge Parnas], “Λογισμικές πτυχές των στρατηγικών αμυντικών συστημάτων”, Ανακοινώσεις της Ένωσης για τις Υπολογιστικές Μηχανές, Δεκέμβρης 1985). Σύμφωνα με κάποιους άλλους, στη Γαλλία, για να μπορεί κάποιος να εμπιστεύεται τυφλά ένα τέτοιο σύστημα, “πρέπει να είναι σίγουρος ότι μπορεί να διαθέτει, σε κατάσταση μόνιμης λειτουργίας, ένα λογισμικό με περισσότερες από δέκα εκατομμύρια εντολές που λειτουργούν σε πραγματικό χρόνο σε ένα συγκρότημα μηχανών που έχουν συνολικά τη δυνατότητα επεξεργασίας τρισεκατομμυρίων λειτουργιών ανά δευτερόλεπτο, κάτι που θέτει το πρόβλημα της ταχύτητας της λήψης πολιτικών αποφάσεων και της συνεννόησης” (Le Monde, 7 Ιουνίου 1986). Αλλά χωρίς αμφιβολία οι υποστηρικτές αυτής της S.D.I. (Στρατηγικής Αμυντικής Πρωτοβουλίας)[1] θα παραβλέψουν τέτοιες άθλιες σοφιστείες, και θα εμπνευστούν μάλλον από τη μεθοδολογία της οποίας την αυστηρότητα μας επιβεβαίωσε μια επίσημη αναφορά σχετικά με την έκρηξη κατά την πτήση του διαστημικού λεωφορείου Τσάλεντζερ, στις 28 Ιανουαρίου 1986: ενώ ήταν ενήμεροι επί σχεδόν εννιά χρόνια για τον “κακό σχεδιασμό” του τμήματος που έμελλε να αποτελέσει την αιτία του ατυχήματος, οι υπεύθυνοι της NASA, όπως και εκείνοι της εταιρείας που είχε αναλάβει την υπεργολαβία, “καταρχάς απέφυγαν να διακρίνουν εκεί κάποιο πρόβλημα, στη συνέχεια απέφυγαν να παράσχουν κάποια λύση σε αυτό, και τελικά το αντιμετώπισαν ως έναν αποδεκτό κίνδυνο” (Le Monde, 11 Ιουνίου 1986). Σίγουρα, όλοι οι κίνδυνοι είναι αποδεκτοί, όταν κάποιος φροντίζει να μην αφήνει σε εκείνους που τους επωμίζονται την ευκαιρία να τους αποποιηθούν.

Αυτός ο άψογος ρεαλισμός της γραφειοκρατικής διαχείρισης, αμερικανικής στη συγκεκριμένη περίπτωση, και δημοκρατικά συνεπικουρούμενης από την ειλικρίνεια των παρόχων της, της επιτρέπει να εξασφαλίζει με άνεση, σε όλους τους τομείς, τις δοκιμές σε πραγματική κλίμακα που εξακολουθούν να λείπουν από τη γνώση της για τις καταστροφές, από την καταστροφική επιστήμη της. Και ανεξάρτητα από την προσήλωσή μας στην αλήθεια, πρέπει να παραδεχτούμε ότι στην περίπτωση ενός ολοκληρωτικού πυρηνικού πολέμου, που θα διεξαγόταν από μηχανές, η διάκριση μεταξύ της αλήθειας και του σφάλματος, μεταξύ μιας έγκαιρης ενεργοποίησης και μιας πυροδότησης κατά λάθος, θα παραμείνει αρκετά φευγαλέα. Αλλά σε ποιον θα μπορέσουμε τότε να ψιθυρίσουμε αυτό το επιμύθιο: Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται;

Αντιμέτωποι με τόσο συντριπτικές πραγματικότητες, πρέπει σήμερα να δηλώσουμε απερίφραστα ότι η επιστημονική σκέψη είναι σαν την κηπουρική σε ένα νεκροταφείο: ακόμα και όταν υπάρχουν μερικά λουλούδια, ξέρουμε πάνω σε τι μεγαλώνουν. Ας παραμείνουμε λοιπόν για μια στιγμή στον κόσμο των φυτών. Έχουμε εξετάσει αλλού με ποιον τρόπο για τους επιστήμονες το αφηρημένο δέντρο των υποθέσεών τους για την εξαφάνιση του δάσους έκρυβε το εξαφανισμένο δάσος (βλ. το άρθρο Abêtissement). Και η υπομονή με την οποία κλαδεύουν αυτό το υποθετικό δέντρο δείχνει επαρκώς ότι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν όλα τα πραγματικά δάση, και ολόκληρη την πραγματική ζωή, για να τελειοποιήσουν τη γνώση τους σχετικά με τις ερήμους της αφαίρεσης. Αυτή η επιστημονική θρησκεία έχει, όπως και η παλιά, τους ιερείς της και τους μάρτυρές της, τους φανατικούς της και τους οραματιστές της (βλ. το άρθρο Abnégation). Ωστόσο, όσο “ανιδιοτελής” κι αν ισχυρίζεται ότι είναι, τίποτα δεν μπορεί να την εκτρέψει από το να υπηρετεί μια κοινωνική τάξη που διευθύνεται αναμφίβολα από πιο άμεσα συμφέροντα, αλλά που εργάζεται με τόσο ζήλο για να δημιουργήσει παντού συγκεκριμένα τις συνθήκες του πειραματικού κενού που εκείνη επιδιώκει για τους υπολογισμούς της και τις δραστηριότητές της. Ανεξάρτητα από το ύψος του ιδεώδους της, τις φιλοδοξίες της, τους ενδοιασμούς της, οφείλει να αναγνωρίζει την επίγεια εκπλήρωσή της στην εξής εγκόσμια πρακτική: κάθε ιδιαίτερος παραλογισμός δεν είναι παρά μια δοκιμασία στην πορεία του Λόγου, μια δοκιμασία από την οποία η πίστη πρέπει να βγει ενισχυμένη, δεδομένου ότι κάθε νέα καταστροφή δικαιολογεί τη μεσολάβηση των ειδικών, που είναι οι μόνοι ικανοί να την ερμηνεύσουν και να την καταλάβουν. Και η βασιλεία της Επιστήμης θα επέλθει όταν θα έχει επιτέλους εκμηδενιστεί εκείνη η ενοχλητική πηγή σφαλμάτων που είναι η ανθρώπινη ύπαρξη. Γιατί κάθε καταστροφή δείχνει την αναξιοπιστία αυτής της ιδιότροπης ανθρωπότητας.

Γι’ αυτή την κοινωνική οργάνωση, μπορεί λοιπόν να ειπωθεί ότι η ζωή, από κάθε άποψη, δεν περιλαμβάνεται στα μέσα της. Από τη μια πλευρά, είτε πρόκειται για τη φυσιολογική ύπαρξη των δέντρων είτε για εκείνη των ανθρώπων, αναγνωρίζεται ότι όλα όσα της είναι αναγκαία κοστίζουν πλέον πάρα πολύ ακριβά για την υπάρχουσα οικονομία. Ένα είδος ζωής που άλλοτε θα είχε μια σχεδόν ασκητική όψη απλότητας θα έμοιαζε σήμερα με ανήκουστη πολυτέλεια, όταν και μόνο η αναπνοή καθαρού αέρα ή η απόλαυση της ησυχίας είναι σχεδόν παντού τόσο δύσκολη. Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι βέβαια το πιο σημαντικό, τα τεχνικά μέσα που αυτή η κοινωνία επέλεξε να αναπτύξει είναι αυτά που της επέτρεπαν να απαλλάσσεται ολοένα περισσότερο από τη ζωντανή δραστηριότητα, από την πρωτοβουλία των ατόμων (και επομένως από τις πρακτικές ικανότητες στις οποίες στηριζόταν το προλεταριακό σχέδιο). Σήμερα απαλλάσσεται από αυτή σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν βλέπει πια καθόλου την ανάγκη της: η παραγωγή ρομπότ συνοδεύεται εντελώς φυσικά, δηλαδή αφύσικα, από την παραγωγή ενός περιβάλλοντος που τους ταιριάζει, σε αυτά και μόνο σε αυτά. Και τα μολυσμένα εδάφη όπου αυτά παρέχουν την καλύτερη απόδειξη της χρησιμότητάς τους αποδεικνύουν ταυτόχρονα τη δική μας περιττή ύπαρξη. Θυμόμαστε τη δήλωση ενός πρώιμου πυρηνικού επιστήμονα, σύμφωνα με την οποία “η ενέργεια της σχάσης είναι μακροπρόθεσμα ασύμβατη με το ανθρώπινο είδος”. Όλα δείχνουν ότι οι υφιστάμενες εξουσίες την επέλεξαν γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, για να διεξάγουν τον πόλεμό τους εναντίον της ζωής και εναντίον της ιστορίας.

Στο Τσερνόμπιλ, στην Ουκρανία, η ιδεολογία της προόδου έφτασε στο σημείο της αποσύνθεσής της. Κάποιοι πιο ειδήμονες από εμάς μπορούν να διερευνήσουν τις τεχνικές αιτίες αυτής της καταστροφής. Για εμάς, οι κάθε είδους επιπτώσεις της μας παρέχουν αρκετά στοιχεία για την αληθινή ουσία της, και μας επιτρέπουν να την θεωρήσουμε ιστορικά. Το γεγονός ότι συνέβη σε μια χώρα που μαστίζεται σίγουρα περισσότερο από την ιδεολογία παρά από την ίδια την πρόοδο δεν αλλάζει καθόλου την οικουμενική εμβέλειά της: όλος ο κόσμος μπόρεσε να μετρήσει εκεί, με τρομερή σαφήνεια, σε τι συνίσταται ο “διαφωτισμός” του. Όλη η λάμψη επισκιάστηκε μέσα σε μια στιγμή. Γιατί αυτό το συμπυκνωμένο αποτέλεσμα ενός τρόπου παραγωγής διαδίδει με πρακτική μορφή τη θανάσιμη αλήθεια του: μια τέτοια καταστροφή, τόσο ελάχιστα φυσική, πρέπει να την υπομείνουμε χωρίς να την κατανοούμε, όπως ακριβώς οι συνθήκες της δημιουργήθηκαν χωρίς να τις γνωρίζουμε, και πάνω απ’ όλα πρέπει να αποδεχτούμε την αδυναμία να αντλήσουμε από αυτήν οποιοδήποτε συμπέρασμα. Μετά τον σεισμό της Λισσαβόνας το 1755, ο Βολταίρος, ο συνετός Βολταίρος, ήρθε να αμφισβητήσει τη θεία πρόνοια και τα οφέλη της (“πρέπει να το παραδεχτούμε, το κακό υπάρχει πάνω στη γη…”). Μετά από μια καταστροφή όπως αυτή του Τσερνόμπιλ, η νέα θεοδικία της τεχνικής προόδου εμφανίζεται στον καθένα σαν μια σκοτεινή μοίρα, ένας διανομέας ύπουλων και αδυσώπητων δεινών των οποίων τις μαγικές φόρμουλες ψέλνει μια κάστα εξειδικευμένων ιερέων (βλ. το άρθρο Abracadabra). Η διαφορά ανάμεσα στην ιστορία και τη φύση, το γεγονός ότι δημιουργούμε τη μία και όχι την άλλη, καταργείται μέσα στην αποστέρηση ενώπιον αυτού που δεν είναι πλέον παρά η ενιαία συντριβή της ανθρωπότητας. Αυτή την αποστέρηση την διακοσμούν οι πυρηνιστές διευθύνοντες με το όνομα της συναίνεσης, και στη συναίνεσή τους, εκείνη του ψεύδους και της παραποίησης, παρέχουν τη φαινομενικότητα της αυθεντίας. Αλλά η τάξη που βασιλεύει πάνω σε αυτά τα ερείπια δεν κυβερνά τη δημιουργία τους.

Βακχανάλια του παραλόγου, όπου κανένας δεν παραμένει νηφάλιος! Για πάνω από ένα μήνα, ενώ ένιωθαν τον αέρα του Τσερνόμπιλ να περνάει, οι ειδικοί της εξουσίας, που, στη Γαλλία, μετάνιωναν που μας είχαν ανησυχήσει με το να μη λένε τίποτα, ανέλαβαν να μας καθησυχάσουν λέγοντας οτιδήποτε. Πλαισιωμένοι στο εξής από τους συμβούλους τους στην επικοινωνία, πρόσφεραν ένα θέαμα ικανό να αποθαρρύνει ακόμα και τις καλύτερες σατιρικές προθέσεις. Είναι πραγματικά σχεδόν αδύνατο να μεγαλοποιήσει κανείς για να απεικονίσει αυτό που είναι δύσκολο ακόμα και να αναπαράγει χωρίς να το αμβλύνει. Ξαφνικά, το μόνο θέμα που έμπαινε πλέον παντού στην ημερήσια διάταξη ήταν να μας ενημερώνουν. Ω πόσα κιουρί, πόσα μπεκερέλ παραδόθηκαν έτσι στην απληστία μας, στη δίψα μας για γνώσεις, και στην πείνα μας επίσης. Κάθε μέρα μας ανακοίνωναν, με βάση αριθμητικά στοιχεία, ότι η ραδιενέργεια, που χθες ήταν ανύπαρκτη, είχε μειωθεί σημαντικά, και ήταν πλέον “ασήμαντη”. Ανησυχούσαν σχετικά με τη δυσκολία που υπήρχε για μας να μάθουμε να υπολογίζουμε την επιβίωσή μας με τόσες διαφορετικές μονάδες μέτρησης, και πρότειναν να “τυποποιηθούν οι ορισμοί των κατωφλίων πέρα από τα οποία η πυρηνική ενέργεια αρχίζει να είναι επικίνδυνη για τον άνθρωπο”, δηλαδή να αναιρεθούν επαρκώς ώστε να μας απαλλάξουν από ατελείωτους υπολογισμούς. Ένας υπουργός που στις 13 Μαΐου απαγόρευε την πώληση σπανακιού με μπεκερέλ έσπευδε να μας γνωστοποιήσει τους λόγους της ανησυχίας του, λόγους μάλλον διαιτητικούς δεδομένου ότι σύμφωνα με τον ίδιο θα έπρεπε κανείς “να καταναλώσει δύο τόνους από αυτό το σπανάκι μέσα σε μερικές εβδομάδες για να φτάσει το κατώφλι πέρα από το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο ιατρικής παρακολούθησης”: ευτυχώς που δεν τρώμε το σπανάκι με τον τόνο, γιατί διαφορετικά θα μπορούσε να εξεταστεί το κατώφλι πέρα από το οποίο η πυρηνική ενέργεια αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη… Για να “πειστούν οι Γάλλοι ότι δεν θέλαμε να τους πούμε ψέματα”, ένας δημιουργικός σύμβουλος πρότεινε να εμφανιστεί ο Πρωθυπουργός στην τηλεόραση “τρώγοντας μια σαλάτα”: ένας τρόπος να ειπωθεί ότι δεν θα υπάρχουν παρά μόνο μπεκερέλ, αλλά θα υπάρχουν για όλον τον κόσμο. Αν η πρόταση απορρίφθηκε, αυτό έγινε αναμφίβολα επειδή για κάτι τέτοιο τουλάχιστον θεωρήθηκε ανώφελο να μας ενημερώσουν: μας θυμίζουν συχνά αλήθειες τόσο στοιχειώδεις ώστε να είναι απαλλαγμένες από οποιαδήποτε μέτρηση και να γνωστοποιούνται χωρίς αριθμούς, σαν να ανακαλύπτονται χωρίς εξοπλισμό ανίχνευσης; Όχι, γιατί “η ανθρωπότητα είναι πρόθυμη να αφήνει τον εαυτό της να την περιγελούν, να την κοροϊδεύουν, αλλά δεν θέλει να αφήνει να της λένε, με ρητό τρόπο, ότι την περιγελούν και ότι την κοροϊδεύουν. Όταν προσβάλλεται έμπρακτα, διασώζεται στα λόγια.” (Κυστίν, Η Ρωσία το 1839.)[2] Οι περισσότεροι Γάλλοι γνώριζαν πολύ καλά ότι περιγελούνταν, ότι προσβάλλονταν, όπως δήλωνε ακόμα και η συντριπτική πλειονότητα των ερωτηθέντων. Αλλά ήθελαν να είναι “ενημερωμένοι”, δηλαδή να “διασώζουν στα λόγια” όσα καταπατούνταν στην πράξη: πρόκειται λοιπόν πάντα για την ίδια παλιά διάσωση μέσω της πολιτικής αυταπάτης, όπου ο άνθρωπος “είναι το φανταστικό μέλος μιας πλασματικής κυριαρχίας” (Μαρξ). Και οι αριστεροί ακαδημαϊκοί που ανακαλύπτουν με αυτή την ευκαιρία ότι “το παλιό ιδεώδες του υπεύθυνου πολίτη καταρρέει μπροστά στην πραγματικότητα του τηλεθεατή” (Le Monde diplomatique, Ιούνιος 1986) αγνοούν απερίσκεπτα ότι αυτή ακριβώς είναι η πραγμάτωσή του.

Μέσα στον ορυμαγδό της πλεονάζουσας ενημέρωσης (βλ. το άρθρο Abasourdir), όλα πρέπει να ξεχαστούν πολύ γρήγορα· και έτσι να σβηστεί από τις συνειδήσεις, μαζί με ένα ανυπολόγιστο πλήθος φληναφημάτων, το μοναδικό αποδεδειγμένο γεγονός που θα μπορούσε να παράσχει υλικό για ενημέρωση, και ενδεχομένως για σκέψη: αυτοί που άνοιξαν μπροστά στα πόδια μας την άβυσσο που διαφάνηκε στο Τσερνόμπιλ μάς σπρώχνουν εκεί με αποφασιστικότητα. Αλλά ποιος μπορεί να βρει το θάρρος να το εξετάσει αυτό με διαύγεια, σε μια χώρα που έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο κατάπτωσης ώστε να κάνει κάποιου είδους εθνική κηδεία για έναν Κολούς [Coluche]; Θα ήταν παιδαριώδες και μάταιο να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τη γενική παθητικότητα μέσω κάποιας συνωμοσίας, που θα στερούσε ξαφνικά από τον έντιμο πολίτη την ικανότητά του για κρίση, ενώ οι πυρηνιστές διευθύνοντες διακηρύσσουν απερίφραστα την αμείλικτη απόφασή τους να μη λαμβάνουν υπόψη οποιαδήποτε κρίση. Επιδεικνύουν εδώ μια αυτοπεποίθηση που, αυτή τη φορά, είναι πειστική, γιατί στηρίζεται στη μοναδική εξουσία που ασκούν πλήρως, την εξουσία να μας εξαναγκάζουν, σίγουρα πιο αποτελεσματικά απ’ όσο ελέγχουν τα διάφορα λάθη και τα “ατυχήματα” των μηχανών τους. Έτσι, όταν συναντήθηκαν στο Τόκιο λίγες μέρες μετά την καταστροφή, οι αρχηγοί κρατών των δυτικών χωρών δήλωσαν: “Η πυρηνική ενέργεια είναι και θα συνεχίσει να είναι, εφόσον αποτελεί αντικείμενο κατάλληλης διαχείρισης, μια ολοένα ευρύτερα χρησιμοποιούμενη πηγή ενέργειας” (ό.π.). Και στις αρχές Ιουνίου, στη Γενεύη, ο διευθυντής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, Χανς Μπλιξ [Hans Blix], προχώρησε ακόμα περισσότερο επιβεβαιώνοντας την εμπιστοσύνη του στα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί από το πυρηνιστικό Μπλίξγκριγκ. “Στα μάτια του η ατομική ενέργεια έχει ξεπεράσει σήμερα το σημείο πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή, είναι μια πραγματικότητα με την οποία πρέπει να ζήσουμε” (Le Figaro, 3 Ιουνίου1986). Αυτός ο δεσποτικός φαταλισμός της αποστέρησης δεν φροντίζει ιδιαίτερα ούτε καν να διαφυλάξει τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις που διαδίδονται από το πεζικό της ενημέρωσης, και σύμφωνα με τις οποίες κάποιες ουσιαστικές διαφορές στους “δυτικούς αντιδραστήρες” θα καθιστούσαν εδώ αδύνατη μια καταστροφή ανάλογη με εκείνη του Τσερνόμπιλ, εκτός αν αυτή αφορούσε το περίβλημά τους. Κάποιος Τζέιμς Ασελστάιν [James Asselstine], μέλος αυτής της Πυρηνικής Ρυθμιστικής Επιτροπής [Nuclear Regulatory Commission] που έγινε διάσημη κατά τη διάρκεια ενός προηγούμενου “ατυχήματος”, στο Θρι Μάιλ Άιλαντ [Three Mile Island], δηλώνει για παράδειγμα με αρκετή τόλμη ότι αν δεν ληφθούν άλλα μέτρα ασφαλείας, “μπορούμε να περιμένουμε να δούμε ένα ατύχημα τήξης του πυρήνα ενός αντιδραστήρα μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια και, ίσως, μια εκπομπή ραδιενέργειας μεγαλύτερης ή ίσης με εκείνη του Τσερνόμπιλ”. Και προσθέτει ότι οι αντιδραστήρες των αμερικανικών πυρηνικών εργοστασίων “δεν έχουν σχεδιαστεί για μεγάλης κλίμακας ατυχήματα τήξης του πυρήνα” (Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων, 23 Μαΐου 1986, όπως παρατίθεται από την WISE[3], την Παγκόσμια Υπηρεσία Πληροφόρησης για την Ενέργεια, στο δελτίο της 31ης Μαΐου 1986). Ιδού τι αποκαλείται ενέργεια “που αποτελεί αντικείμενο κατάλληλης διαχείρισης”. Είναι σαφές ότι κανένα πρόσθετο “μέτρο ασφαλείας” δεν θα μπορέσει να αλλάξει τίποτα σε έναν τέτοιο “σχεδιασμό”, αλλά μόνο να δημιουργήσει νέες δυνατότητες καταστροφών παράλληλα με αυτές που υπήρχαν ήδη. Γιατί η “τεχνολογία αιχμής” που είναι επιφορτισμένη να επαγρυπνά όταν εμείς κοιμόμαστε μας επιτρέπει να ελπίζουμε σε ένα “επίπεδο ασφαλείας” εντελώς ανάλογο με εκείνο του διαστημικού λεωφορείου, ή οποιουδήποτε βιομηχανικού σκουπιδιού που παράγεται υπό τις ίδιες συνθήκες ανευθυνότητας, συνειδητής εξαπάτησης και κατασπατάλησης, εν συντομία εκμετάλλευσης, με όλα τα υπόλοιπα. Όπως εκείνα τα “εξελιγμένα” ηλεκτρονικά εξαρτήματα, βασισμένα μάλιστα σε “στρατιωτικές” προδιαγραφές, που αναγκάστηκε να αποσύρει η Texas Instruments, με μεγάλο κόστος, από εξοπλισμούς εκτόξευσης πυραύλων: ήταν ελαττωματικά, παρά τις δεκάδες δρακόντειες δοκιμές. Είναι αυτά τα ίδια, ή οι κλώνοι τους, που διασφαλίζουν τον αυτοματοποιημένο έλεγχο λειτουργίας ενός πυρηνικού εργοστασίου.

Παρόλα αυτά όμως μάθαμε παρεμπιπτόντως ότι η διαχείριση αυτής της θαυμάσιας ενέργειας είχε αποκλείσει στην τεχνική εφαρμογή της το ενδεχόμενο ενός ατυχήματος “μεγάλης κλίμακας”, με την ίδια αυστηρότητα που το είχε αποκλείσει όταν επιχειρούσε να υπολογίσει το “οικονομικό κόστος” της, και να αποδείξει πόσο “ανταγωνιστική” ήταν. Αυτό μπορεί τουλάχιστον να μας επιβεβαιώσει τη συνοχή της επιστημονικής μεθόδου που διέπει τις διάφορες επιχειρήσεις αφανισμού στις οποίες έχει αφιερωθεί αυτή η κοινωνία. Όπως ακριβώς οι επιστήμονες δεν αγνοούν τίποτα για το δέντρο in vitro, αλλά αγνοούν τα πάντα για την εξαφάνισή του in vivo, έτσι και οι εκτιμήσεις των “εκθέσεων ασφαλείας” για τους γαλλικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες φρόντισαν να αποκλείσουν, μαζί με το ενδεχόμενο ενός ατυχήματος, όλες τις πραγματικές συνθήκες που είναι βέβαιο ότι θα το προκαλέσουν. Έτσι για παράδειγμα η εξέλιξη εκείνων των ρωγμών, στους λέβητες και στους αγωγούς των γαλλικών πυρηνικών εργοστασίων, που προκάλεσαν κάποιες σχετικές συζητήσεις γύρω στο 1979, προσομοιώθηκε σε δείγματα· και όπως επισήμανε, με μια κοινή λογική πραγματικά εκπληκτική γι’ αυτούς τους κύκλους, ένας μηχανικός της Framatome, “η εξέλιξη των ρωγμών στα δείγματα είναι αντιπροσωπευτική της συμπεριφοράς των ρωγμών στο δείγμα, αλλά όχι στο δοχείο του αντιδραστήρα” (ό.π.). Επιπλέον, ένα άλλο είδος εγγύησης απέναντι σε αυτές τις ρωγμές μπορεί πάντα να επιτευχθεί, προφανώς, με τη μετονομασία τους σε “ελαττώματα κάτω από προστατευτική επικάλυψη”. Αλλά για να παραμείνουμε στο έδαφος των υλικών επιχειρήσεων, θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε με μια εξολοκλήρου πυρηνιστική λογική ότι οι προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων αποκλείουν το ενδεχόμενο ενός σοβαρού ατυχήματος επειδή, αν αυτό κατ’ εξαίρεση συμβεί, διαταράσσει σοβαρά τα όργανα μέτρησης που θα έπρεπε να επιτρέπουν την περιγραφή του, έστω και μετά το γεγονός: γιατί να εξεταστεί μια πραγματικότητα τόσο ανθεκτική στην επιστημονική γνώση; Παρέχεται ωστόσο για τον ενθουσιώδη θαυμασμό μας εκείνη η πληροφορία σύμφωνα με την οποία “οι τεχνικοί της E.D.F.[4] εξοικειώνονται με την εργασία τους μέσα σε μια τεχνητή αίθουσα ελέγχου όπου τους μαθαίνουν να αντιδρούν άμεσα σε κάθε αδιανόητο ατύχημα”. Το αδιανόητο είναι περιττό, και ακόμα και το νοητό θα ήταν υπερβολικό· στην πραγματικότητα, σε αυτή την “άσκηση συναγερμού”, ”ένα πρόγραμμα υπολογιστή αναπαράγει το ατύχημα του Θρι Μάιλ Άιλαντ για να μάθει στους τεχνικούς της αίθουσας ελέγχου να αντιδρούν στις πιο ασυνήθιστες καταστάσεις” (Paris-Match, 4 Οκτωβρίου 1985). Είναι απολύτως σαφές ότι από το πρόγραμμα της προσομοίωσής τους θα λείπει πάντα μια “ασυνήθιστη κατάσταση”: η επόμενη.

Όλη η ιστορική σοφία αυτού του διακριτικά ραγισμένου τεχνοκρατικού δεσποτισμού μπορεί να συνοψιστεί στην περίφημη βοναπαρτιστική κοινοτοπία: αρκεί να διαρκέσει… Αλλά όσο διαρκεί, και όσο τέτοιοι εμπειρογνώμονες αρκούν για να εκμεταλλεύονται και να εξουσιάζουν αυτόν τον κόσμο των αδαών, τι θα τους ερχόταν στο μυαλό καθώς βλέπουν την ανθρωπότητα να βυθίζεται στην καταστροφή χάνοντας κάθε ίχνος αξιοπρέπειας, αν όχι τα λόγια που αποδίδονται στον Ναπολέοντα κατά τη διάσχιση του Μπερέζινα; Μπροστά στο συνωστισμένο πλήθος των στρατιωτών που πνίγονταν, θα αναφωνούσε: Κοιτάξτε αυτά τα βατράχια! Η μοναδική ιδέα του δεσποτισμού είναι η περιφρόνηση του ανθρώπου, ο απανθρωποποιημένος άνθρωπος, και αυτή η ιδέα έχει έναντι πολλών άλλων το πλεονέκτημα να αποτελεί συγχρόνως πραγματικό γεγονός. Στη γλώσσα του τεχνοπυρηνικού δεσποτισμού, αυτή η ιδέα εκφράζεται ως εξής: “Κανονικός άνθρωπος: μέση θεωρητική αναπαράσταση του ενήλικου ανθρώπινου σώματος (χημική σύνθεση, βάρος και μέγεθος οργάνων), που καθιερώθηκε από την I.C.P.R.[5] με σκοπό να αποτελέσει μια κοινή βάση για τον καθορισμό των μέγιστων επιτρεπόμενων συγκεντρώσεων” (Λεξικό των πυρηνικών επιστημών και τεχνικών της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, 1975). Ο άνθρωπος δεν είναι λοιπόν πια, όταν μιλούν γι’ αυτόν οι ειδικοί των πυρηνικών καταφυγίων, παρά το μέτρο της ανοχής του στη “συγκέντρωση”· και αν αυτή η I.C.R.P. μιλάει εδώ για τη συγκέντρωση ραδιενέργειας, πρόκειται επίσης για τη συγκέντρωση εξουσίας που, κατά τη διάρκεια της ιστορίας αυτού του αιώνα, συνεχίζεται μεταθέτοντας συνεχώς αυτό που έμοιαζε με “επιτρεπόμενο μέγιστο”.

Αλλά εξακολουθεί αναμφισβήτητα να μας λείπει εκείνη η δριμύτητα που ορισμένοι σκέφτονται να μας προσάψουν για να μπορέσουμε να εκφράσουμε με την κατάλληλη βιαιότητα την απέχθεια που μας εμπνέουν αυτές οι φρικτές καταχρήσεις. Στην πραγματικότητα, η δριμύτητα που θα χρειαζόταν εδώ θα ήταν αυτή που θα συντόμευε βίαια την περίοδο της βλαπτικότητας ενός Πελερέν-Νεκροκεφαλής [Pellerin, Pierre], για παράδειγμα· δεν παύουμε να ελπίζουμε εξάλλου ότι θα δούμε να έρχεται η εποχή όπου αυτός ο παράφρων και οι ακόλουθοί του θα μισούνται τόσο καθολικά όσο και οι φοροεισπράκτορες στις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης. Προς το παρόν, εφόσον είναι ακόμα απαραίτητο να γράφουμε για να βοηθήσουμε να έρθει αυτή η στιγμή, ποιος θα μπορούσε καλύτερα από τους ίδιους τους πυρηνιστές να αποδώσει στο επίπεδο της έκφρασης όσα μεταφέρει πιο διακριτικά η δηλητηριώδης ανάσα του Λεβιάθαν τους; Γιατί αυτοί περιφρονούν την ανθρωπότητα με την ίδια κυρίαρχη ειδημοσύνη τόσο στις ιδέες όσο και στην πράξη. Ας συνεχίσουμε λοιπόν να τους δίνουμε τον λόγο, όπως τον κατέχουν και στην κοινωνία, αφού εδώ τουλάχιστον έχουμε τα μέσα να περιορίσουμε την ευγλωττία τους υπενθυμίζοντας ορισμένες αλήθειες.

Ιδού λοιπόν με ποιον τρόπο ένας μετριοπαθώς απολογητικός δημοσιογράφος συνόψιζε μια συνδιάσκεψη όπου συναντήθηκαν στις αρχές Ιουνίου στη Γενεύη “2.000 πυρηνικοί επιστήμονες προερχόμενοι από 28 χώρες”: «Οι άνθρωποι, εδώ, είναι πρώτα απ’ όλα “αδέρφια στην επιστημονική και τεχνική πίστη”, στην ακλόνητη πίστη και αποφασιστικότητα που εκφράζουν από το βήμα με μια απλοϊκή ευθύτητα που δεν ξεφεύγει πάντα από το κακό γούστο: έτσι ο Χανς Μπλιξ (…) δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι “το Τσερνόμπιλ δεν προκάλεσε περισσότερους θανάτους από έναν συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό αγώνα στο Χέιζελ, πριν από σχεδόν έναν χρόνο”. Στη συνέχεια, επιπλήττοντας τον Τύπο επειδή “δημοσίευσε προβοκατόρικους τίτλους”, υποστήριξε ότι για την παραγωγή μιας ποσότητας ενέργειας ίσης με εκείνη του Τσερνόμπιλ χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες ενός θερμοηλεκτρικού εργοστασίου με καύση άνθρακα, θα υπήρχε ο ίδιος αριθμός νεκρών και τραυματιών από ατυχήματα μέσα στα ορυχεία και από καρκίνους λόγω της μόλυνσης. Την ίδια στιγμή, κάποιοι ευγενικοί σύνεδροι μοιράζουν, με αμήχανο ύφος, ένα τεύχος του Μαρτίου 1986 του αμερικανικού περιοδικού Village Voice που περιγράφει με έναν τρόπο τόσο ψύχραιμο όσο και τρομακτικό το κρυμμένο πρόσωπο του μεγάλου πυρηνικού ατυχήματος πριν το Τσερνόμπιλ, εκείνου στο Θρι Μάιλ Άιλαντ (Three Mile Island – TMI), κοντά στο Χάρισμπουργκ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις 28 Μαρτίου 1979. Αυτό το τεύχος του Village Voice κάνει ζωηρή εντύπωση. Καταρχάς επειδή προκαλεί φόβο: σε σχέση με αυτό το ατύχημα του TMI, που, σε αντίθεση με εκείνο του Τσερνόμπιλ, δεν προκάλεσε άμεσα θύματα, η αμερικανική επιθεώρηση εξηγεί ότι ορισμένα φυτά, έχοντας προσβληθεί από εκπομπές ραδιενέργειας, εκφυλίζονται και δημιουργούν μεταλλάξεις, ενώ στους ανθρώπους, ενήλικες και παιδιά, πολλαπλασιάζονται οι καρκίνοι (αύξηση κατά 700% του συνήθους ποσοστού καρκίνου στα άτομα που βρίσκονται πάνω στον άξονα των ραδιενεργών διαρροών). Και δεύτερον επειδή αυτές οι “αποκαλύψεις”, που θα επικυρωθούν μόνο μετά από αντιφατικές επιστημονικές μελέτες, είναι το αποτέλεσμα συνεργασίας μεταξύ του συνόλου του τοπικού πληθυσμού –που αγνοεί, εξ ορισμού, τα πυρηνικά θέματα– και επιστημόνων υψηλού επιπέδου που δεν νιώθουν ότι υποβαθμίζονται μιλώντας τη γλώσσα της κουζίνας και του δρόμου. Αυτό είναι το πιο καινοτόμο γεγονός, και κλονίζει εδώ πολλά πνεύματα. Ο επικεφαλής αυτής της αντιστροφής της τάσης είναι ο Γερμανός Κλάους Μπάρτελτ, παραγωγός πυρηνικού ηλεκτρισμού για την Kraftwerk Union. Γι’ αυτόν “η έλλειψη εμπιστοσύνης στους πυρηνικούς εμπειρογνώμονες αυξάνεται και είναι καθήκον μας σήμερα να δημιουργήσουμε νέα μέσα κατανόησης”.» (La Croix, 5 Ιουνίου 1986.)

Το πρόβλημα που απασχολεί όλους αυτούς τους φανατικούς δεν είναι λοιπόν σε καμία περίπτωση να περιορίσουν έστω και κατ’ ελάχιστο τις φρικτές ιδιορρυθμίες των μηχανών τους: όχι, σε αυτό το σημείο είναι “ακλόνητοι”. Το μόνο πράγμα που “κλονίζει” ό,τι έχουν στη θέση του πνεύματος είναι ότι τα δυστυχή θύματά τους απαιτούν να ξεφύγουν από τον ρόλο τους ως αδαών και να αποκτήσουν πρόσβαση σε μια ακριβή γνώση όσων τους έχουν πλήξει. Η επιμονή τους απειλεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το βασικό προτέρημα της πυρηνικής ενέργειας, σε σύγκριση με τον άνθρακα για παράδειγμα: η ραδιενέργεια κατέχει πράγματι έναντι των περισσότερων βλαβών την αναμφισβήτητη υπεροχή (παρά τις προσπάθειες του πετρελαίου να υπερασπιστεί τη θέση του, στο Μαρακαΐμπο ή αλλού) ότι οι επιπτώσεις της γίνονται κατά κύριο λόγο αισθητές μετά τα επεισόδια των ατυχημάτων που την θέτουν στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Και σε αυτό επίσης δείχνει την τέλεια εναρμόνισή της με τη θεαματική πληροφόρηση. (Μιλάμε γι’ αυτή, την ξεχνάμε, και στη συνέχεια την υπομένουμε σιωπηλά και πεθαίνουμε από αυτή.) Εδώ, αυτό που πρέπει να αποκρυφτεί, δηλαδή η ουσιαστική πραγματικότητα του φαινομένου, μετατοπίζεται βολικά σε ένα υποθετικό μέλλον, για να εξαφανιστεί εκεί μέσα στην αφαίρεση των στατιστικών, μαζί με τις βλαβερές συνέπειες του καπνού και τα τροχαία ατυχήματα. Και έτσι γίνεται δυνατό να συγκριθεί το Τσερνόμπιλ με έναν ποδοσφαιρικό αγώνα.

Μερικές φορές όμως αυτό που μαθαίνουμε για το παρελθόν τείνει να κάνει αυτό το μέλλον κάτι λιγότερο υποθετικό, και να το φέρει πολύ πιο κοντά στο παρόν μας. Για να υποβαθμίσει όσα μας παρείχε γενναιόδωρα ο άνεμος του Τσερνόμπιλ, η επίσημη πληροφόρηση απέδωσε ξαφνικά μεγάλη σημασία σε ορισμένες πυρηνικές δοκιμές των αρχών της δεκαετίας του εξήντα, για τις οποίες μάθαμε με αυτή την ευκαιρία πόσο είχαν συμβάλει στην επεξεργασία της έννοιας της “μέγιστης επιτρεπόμενης συγκέντρωσης”, όπως αναμφίβολα και σε εκείνη του “αποδεκτού κινδύνου”. Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω στον χρόνο, ένα ρεπορτάζ του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων μας είχε ήδη φέρει πρόσφατα πολύ φρέσκα νέα από το έτος 1949: «Το μυστικό άρθηκε στο Σποκάν (Ηνωμένες Πολιτείες) σχετικά με ένα περιστατικό που συνέβη το 1949 στο πυρηνικό εργοστάσιο του Χάνφορντ (στην Πολιτεία της Ουάσινγκτον), στη δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών: 5.500 κιουρί ιωδίου-131 είχαν απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα τότε κατά τη διάρκεια ενός πειράματος που πραγματοποιήθηκε για να παραχθεί το πλουτώνιο των ατομικών βομβών. Η μόλυνση είχε επεκταθεί τότε στις Πολιτείες της Ουάσινγκτον και του Όρεγκον, χωρίς να ληφθεί κανένα μέτρο ιατρικής παρακολούθησης. Το συμβάν του Θρι Μάιλ Άιλαντ (στην Πενσυλβάνια), που έλαβε χώρα το 1979, είχε απελευθερώσει “μόνο” 15 έως 30 κιουρί ραδιενέργειας.» (Le Monde, 18 Μαρτίου 1986.) Δεν είναι λοιπόν μόνο η σύγκριση με τις φρικαλεότητες του προ-πυρηνικού καπιταλισμού που επιτρέπει να σχετικοποιούνται όσα πρέπει να υπομένουμε στο όνομα όσων μας έχουν ήδη πλήξει, αλλά επίσης η αποκάλυψη όσων έχει εκπληρώσει η πυρηνικοποίηση από το ενθουσιώδες ξεκίνημά της. Tο τόσο δυσάρεστο για τους πυρηνιστές συνέδρους άρθρο του Village Voice επιτρέπει ωστόσο να επαναφέρουμε στη θέση που δικαιούται την ταπεινή συνεισφορά του Θρι Μάιλ Άιλαντ στη μόλυνση της ατμόσφαιράς μας: «Εφτά χρόνια μετά το ατύχημα, ο Όμιλος Μπέχτελ που υπέγραψε ένα συμβόλαιο 1,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων (συν το κόστος) για να “καθαρίσει” τον καταστραμμένο αντιδραστήρα Νο 2 του Θρι Μάιλ Άιλαντ δεν κατάφερε, μέχρι σήμερα, να απομακρύνει παρά μόνο 16 τόνους ραδιενεργού υλικού. Παραμένουν 140 τόνοι που κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να λιώσουν και να μολύνουν ολόκληρη την ακτή στα ανατολικά της ηπείρου. Διατηρούνται μέσα στον θάλαμο του αντιδραστήρα κάτω από έξι μέτρα χημικώς ψυχόμενου νερού. Πάνω από 600 εργάτες που συμμετείχαν στον καθαρισμό μολύνθηκαν παρά τον ειδικό εξοπλισμό τους. (…) Το 1984, αντιμέτωποι με επτά “ποινικές κατηγορίες”, οι ιδιοκτήτες του Θρι Μάιλ Άιλαντ αναγκάστηκαν να δηλώσουν ένοχοι για “παραποίηση στοιχείων σχετικά με τη διαρροή ραδιενέργειας”. Η εταιρεία παραδέχτηκε στη συνέχεια ότι είχε ισχυριστεί παραπλανητικά πως δεν είχε υπάρξει τήξη του πυρήνα κατά τη διάρκεια του ατυχήματος. Στην πραγματικότητα, πραγματοποιήθηκε μερική τήξη και υπάρχουν αποδείξεις ότι υπερουράνια στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του πλουτωνίου, εξατμίστηκαν στην ατμόσφαιρα. Οι υπεύθυνοι παραδέχτηκαν επίσης ότι κατά τη διάρκεια αυτής της μερικής τήξης η θερμοκρασία είχε ανέλθει στους 2.700οC. Την περίοδο του ατυχήματος, ένας εκπρόσωπος της Πυρηνικής Ρυθμιστικής Επιτροπής είχε δηλώσει ότι αν η θερμοκρασία είχε φτάσει στους 1.150οC, το Χάρισμπουργκ θα έπρεπε να εκκενωθεί.» (Μεταφρασμένα αποσπάσματα στην Libération της 4ης Ιουνίου 1986.)

Με τον καιρό μπορούμε λοιπόν να ελπίζουμε ότι δεν θα αγνοούμε πλέον σχεδόν τίποτα από το συσσωρευμένο ραδιενεργό παρελθόν, αλλά όσα μαθαίνουμε γι’ αυτό, με τη βοήθεια των ίδιων μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του, δεν είναι ποτέ παρά μόνο εκείνα που μπορούν τώρα να είναι εμπορεύσιμα, για τη γραφειοκρατία του Κράτους ή για τους εμπόρους, ή και για τους δύο. Η απομόλυνση δεν ακολουθεί διαφορετικό δρόμο από τη μόλυνση, και αυτός είναι εδώ η μανιώδης επιδίωξη του κέρδους. “Η ζωή με την πυρηνική ενέργεια” ανάγεται με τους όρους της εμπορευματικής αφαίρεσης στο να καθιστά κερδοφόρες μέχρις εσχάτων όλες τις επιπτώσεις της. Αυτό που ήταν στην αρχή “εκτός σχεδιασμού” και “εκτός στοχοθέτησης”, ως ποιοτικά καταστροφικό, καταλήγει λοιπόν να παίρνει θέση στην αγορά για να βρει εκεί το μέτρο του, να αξιολογηθεί εκεί στη δίκαιη τιμή του. Αν από τη μια πλευρά όλα όσα διέθεταν σταθερότητα και διάρκεια εξατμίζονται στην ατμόσφαιρα και διασκορπίζονται εκεί σαν ένα ραδιενεργό νέφος, από την άλλη πλευρά όλες αυτές οι μολυσματικές αναθυμιάσεις μπορούν και οι ίδιες να εκτιμηθούν και να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύμβασης. Η εμπορευματική αφαίρεση ξαναγεννιέται εκεί από τις στάχτες της και αναζωογονείται μέσα στην καταστροφή της, αλλά αυτό που απογειώνεται μέσα σε αυτό το λυκόφως δεν έχει ωστόσο καμία σχέση με τον Φοίνικα, ούτε και με το πουλί της Αθηνάς. Πρόκειται μάλλον για ένα όρνεο επιστημονικής φαντασίας, λες και η πολύ παλιά εμπορική αρπακτικότητα μεταλλάχθηκε τερατωδώς υπό την επίδραση αυτών των “υπερουράνιων στοιχείων” που εξατμίζονται στην ατμόσφαιρα. Γιατί όλοι αυτοί οι αριθμοί, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν κόστη και οφέλη, και χρησιμεύουν για την εδραίωση γραφειοκρατικών κανόνων, αυτά τα παγωμένα νερά του εγωιστικού υπολογισμού που πρέπει να ψύξουν την τηγμένη καρδιά ενός κόσμου χωρίς καρδιά, για να την καταστήσουν ακόμα εμπορεύσιμη, τι άλλο είναι εκτός από τη μακάβρια παρωδία κάθε οικονομικού υπολογισμού;

Από την παρωδία πλήττονται συγχρόνως όλες οι γνώσεις και όλα τα συμφέροντα που βασίζονται, ή μάλλον πιστεύουν ότι βασίζονται, σε πραγματικότητες που έχουν ήδη λεηλατηθεί, έχουν γκρεμιστεί μέσα στην άβυσσο που διανοίγει το υλοποιημένο ιστορικό ασυνείδητο, αυτό το Πνεύμα ενός κόσμου χωρίς πνεύμα, τόσο αναπόδραστα όσο τα τηγμένα ραδιενεργά υλικά περνάνε μέσα από μέτρα σκυροδέματος. Ποτέ πριν δεν ήταν τόσο εμφανής και αληθινή η εικόνα σύμφωνα με την οποία η σημερινή κοινωνία μοιάζει με εκείνους τους χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων που μια ξέφρενη κούρσα τους οδηγεί ξαφνικά πάνω από το κενό, και που δεν πέφτουν μέχρι τη στιγμή που το αντιλαμβάνονται: συνεχίζει την πορεία της, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αλλά αυτή η μηχανική ύπαρξη δεν στηρίζεται, σε όλες τις πτυχές της, παρά μόνο στη δύναμη της αυταπάτης. Μπορούσε κανείς να αισθανθεί πολύ βίαια αυτή την απλή αλήθεια τη μέρα της Πρωτομαγιάς, στο Παρίσι, ενώ ο Πελερέν-Νεκροκεφαλή και η υπηρεσία του για την προστασία της κρατικής σήψης επιχειρούσαν ακόμα να μας κάνουν να καταπιούμε ότι το ραδιενεργό νέφος του Τσερνόμπιλ θα σεβόταν τα σύνορα της περήφανης χώρας μας, τη σθεναρή ανεξαρτησία της, έκπληκτο ίσως από τη δική του ασημαντότητα μπροστά στα τεράστια αυτόχθονα μέσα πυρηνικής μόλυνσης. Κάθε άτομο που είχε τις αισθήσεις του γνώριζε με σιγουριά εκείνη τη στιγμή ότι η μόλυνση άπλωνε πάνω από τη Γαλλία το “υπεραισθητό αν και αισθητό” επίχρισμά της. Και αν αυτή η αόρατη πραγματικότητα μπορούσε για μια στιγμή ακόμα να διαψεύδεται από τους διαχειριστές της οργάνωσης της φαινομενικότητας, τίποτα δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει αυτό που παρέμενε αντιθέτως τόσο αναίσχυντα ορατό να διαψεύδεται από αυτήν ως εξωπραγματικό, να χλευάζεται βάναυσα ως εξωφρενικό ενδεχόμενο, ως ανοησία καταδικασμένη να καταρρεύσει. Και όλα αυτά είχαν, μέσα στην ξαφνική ζέστη μιας ανοιξιάτικης μέρας, όλο τον χρόνο να εξαπλωθούν, να παρελάσουν, να φουσκώσουν σαν τεράστιο μπαλόνι, ακριβώς επειδή ήταν –ναι ρε γαμώτο!– η Γιορτή της Εργασίας. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ιστορία γιόρταζε την εργασία, ενώ οι ανεξέλεγκτες συνέπειες της αλλοτρίωσής της επέπλεαν, εξατμισμένες αλλά όχι λιγότερο απειλητικές, πάνω από τα συντρίμμια του συνδικαλισμού, του οποίου ένα τμήμα είχε εξωθήσει τη χυδαιότητα στην παρωδία μέχρι το σημείο να αντικαταστήσει την ατελείωτη παρέλαση με μια πλοήγηση με ποταμόπλοιο, ενώ το άλλο αρκούνταν, για χάρη της χυδαιότητας, να είναι σταλινικό. Και ήταν συγχρόνως, πολύ διαλεκτικά, οι διασκεδάσεις αυτές που φαίνονταν να γιορτάζονται επάξια από αυτή την κολλώδη ομίχλη για την οποία κανένας δεν ήξερε πια τι όφειλε στην κοινότοπη μόλυνση των αυτοκινήτων, που επιδεινωνόταν από τη ζέστη, και τι σε μια πιο πρωτότυπη συνεισφορά “υπερουράνιων” στοιχείων. Σε αυτή την πόλη που ήταν το Παρίσι, και της οποίας η φήμη περί κομψότητας δεν μας ενδιαφέρει καθόλου, αλλά όπου πλούσιοι και φτωχοί διέθεταν, καθένας με τον τρόπο του, κάποιο γούστο και κάποιες απολαύσεις, μια άθλια παραλία συνένωνε τουρίστες και ντόπιους στην ίδια χυδαιότητα μιας κοινωνικά ενοποιημένης επιδειξιμανίας, σώματα και ρούχα, ανθρώπους και εμπορεύματα, να μην αποτελούν πια παρά μόνο την αφίσα μιας απόλαυσης βάναυσα απούσας, αν και πάντα κοστολογημένης. Αλλά για να σταθούμε στην περιγραφή τέτοιων αχρειοτήτων, θα χρειαζόταν η αυταρέσκεια μέσα στην ποταπότητα και την αθλιότητα του απαίσιου Σελίν [Céline, Louis-Ferdinand].

Στην πραγματικότητα, από τις λογοτεχνικές αναμνήσεις θα μπορούσαμε μάλλον, μέσα σε αυτή την ήδη απόκρυφα υπερουράνια ατμόσφαιρα, να σκεφτούμε τον Έντγκαρ Πόε, στη Μάσκα του κόκκινου θανάτου: αν και οι γιορτές στις οποίες αφιερώνεται αυτή η κοινωνία δεν έχουν βέβαια την παραμικρή πριγκιπική φινέτσα, και ο θάνατος δεν εμφανίζεται εδώ με τόσο ξεκάθαρα αποκρουστική όψη, υπήρχε πράγματι στην απρόβλεπτη συμμετοχή του Τσερνόμπιλ σε αυτή την ημέρα η αναγγελία και η προετοιμασία πιο τρομερών καταστροφών. “Και το Σκότος, και η Σήψη, και ο Κόκκινος Θάνατος κατακυρίευσαν τα πάντα”. Αλλά ήταν προπάντων αναμνήσεις πιο επίμονες αυτές που έρχονταν στον νου μπροστά σε αυτή τη γιορτή της δυστυχούς απουσίας συνείδησης. Ήταν ο Λιμπερτάδ [Libertad, Albert] να καταγγέλλει, με την ευκαιρία της Πρωτομαγιάς, τις αυταπάτες της “συνδικαλισμένης εργατικής τάξης”, και να υποστηρίζει “την απεργία των άχρηστων κινήσεων”, σαν να αντηχούσε τον Μαλαρμέ που απαιτούσε από τον ποιητή, “ως απεργό απέναντι στην κοινωνία”, “να βάλει στην άκρη όλα τα φθαρμένα μέσα που μπορούν να του προσφέρονται”. Ήταν επίσης όλα αυτά που επιχείρησε το παλιό επαναστατικό εργατικό κίνημα για να μεταστρέψει την οικονομική πορεία των πραγμάτων και να θέσει όσα είχαν αποκτηθεί εντός της αλλοτρίωσης στην υπηρεσία μιας ελεύθερης ζωής. Ήταν προπάντων, πιο πρόσφατα, καθώς η εμπορευματική παραγωγή παρεξέκλινε σε σχέση με τις ανθρώπινες ανάγκες, και διέσχιζε το κατώφλι πέρα από το οποίο η αποστέρηση όφειλε να πάρει την ολοκληρωμένη υλική μορφή της, οι κριτικές θέσεις και τα συνθήματα που, ξεκινώντας από την άρνηση της εργασίας, διακήρυτταν με σαφήνεια την ανάγκη να κυριαρχηθεί συνειδητά αυτή η παράλογη υπερανάπτυξη, και τη συνακόλουθη επείγουσα ανάγκη μιας επανάστασης. “Η υλική απελευθέρωση αποτελεί προϋπόθεση για την απελευθέρωση της ανθρώπινης ιστορίας, και δεν μπορεί να κριθεί παρά μόνο σε σχέση με αυτή. Η έννοια του ελάχιστου επιπέδου ανάπτυξης που πρέπει πρώτα να επιτευχθεί, εδώ ή εκεί, εξαρτάται ακριβώς από το επιλεγμένο σχέδιο απελευθέρωσης, επομένως από εκείνον που έκανε αυτή την επιλογή: τις αυτόνομες μάζες ή τους ειδικούς στην εξουσία. Αυτοί που υιοθετούν τις ιδέες της μιας ή της άλλης κατηγορίας οργανωτών σχετικά με το ουσιώδες, θα μπορέσουν να απελευθερωθούν από κάθε στέρηση αναφορικά με τα αντικείμενα που οι εν λόγω οργανωτές θα επιλέξουν να παράγουν, αλλά σίγουρα δεν θα απελευθερωθούν ποτέ από τους ίδιους τους οργανωτές. Οι πιο σύγχρονες και οι πιο απροσδόκητες μορφές της ιεραρχίας θα είναι πάντα το ακριβό remake του παλιού κόσμου της παθητικότητας, της αδυναμίας, της σκλαβιάς, όποια και αν είναι η υλική ισχύς που κατέχεται αφηρημένα από την κοινωνία: το αντίθετο της κυριαρχίας των ανθρώπων επί του περιβάλλοντός τους και της ιστορίας τους. (…) Η εναλλακτική επιλογή δεν είναι μόνο μεταξύ της πραγματικής ζωής και της επιβίωσης που δεν έχει να χάσει τίποτα εκτός από τις εκσυγχρονισμένες αλυσίδες της. Τίθεται επίσης από την πλευρά της ίδιας της επιβίωσης, με τα ολοένα επιδεινούμενα προβλήματα που τα αφεντικά αυτής της επιβίωσης δεν μπορούν να επιλύσουν.” (Καταστασιακή Διεθνής, τεύχος 8, Ιανουάριος 1963.)

Ιδού λοιπόν οι διακηρύξεις που απορρίπτονταν τότε ως ακραίες και ανεύθυνες, στο όνομα του ρεαλισμού και της μετριοπάθειας: μπορούμε να δούμε σήμερα πού οδήγησαν αυτός ο ρεαλισμός και αυτή η μετριοπάθεια, σε ποιες ακρότητες, πιο τρομακτικές ως προς την ανευθυνότητα από όλες τις επαναστατικές υπερβολές που καταλογίζονταν εκ των προτέρων σε μια ασυμβίβαστη κριτική. Τι απελευθερώθηκε έτσι, αν όχι η αυθαιρεσία των ειδικών στην εξουσία; Παραληρώντας ανεξέλεγκτα σχετικά με το ουσιώδες, δηλαδή τη διαιώνιση της υποταγής, μας απελευθέρωσαν ταυτόχρονα από κάθε στέρηση αναφορικά με την κύρια παραγωγή τους: την αδυναμία, την ιστορική παράλυση, τον θάνατο. Η υλική ισχύς που κατέχεται αφηρημένα από την κοινωνία είναι εφεξής συγκεκριμένα η “σκοτεινή δύναμη” που την υποτάσσει και εμφανίζεται σε όλους ως το αντίθετο της κυριαρχίας των ανθρώπων επί του περιβάλλοντός τους και της ιστορίας τους. Και τι έσωσαν έτσι, αυτοί που επιδίωκαν να διατηρήσουν κάτι από την παλιά κουλτούρα ή την παλιά πολιτική; Ήθελαν να αρκεστούν στην εγγυημένη επιβίωση, αλλά αναγκάστηκαν να την χάσουν κι αυτή. Δεν τους απομένει παρά μόνο η εγγύηση όλων των υπηρεσιών προστασίας, και η χρεοκοπία αυτής της εγγύησης.

Ένας τέτοιος κόσμος τείνει να καταστήσει ατελέσφορη την ειρωνεία, να υπονομεύσει ακόμα και την αποτελεσματικότητα του μαύρου χιούμορ, τόσο πολύ έχει από μόνος του έναν πλεονάζοντα παραλογισμό και ξέρει να αναδιπλασιάζει συνεχώς καθεμιά από τις φρικαλεότητές του με μια θεραπεία που την επιδεινώνει. Θα χρειαζόταν ένας Σουίφτ κατά κάποιον τρόπο “υπεραναπαραγόμενος” για να καταφέρει να ξεπεράσει την τρέχουσα πληροφόρηση, όταν αυτή περιέχει ωμότητες τέτοιου είδους: “Οι αρχές της Ουάσινγκτον πρότειναν στους Σοβιετικούς να τους προμηθεύσουν με ένα χάπι κατά της ραδιενέργειας, για να το δοκιμάσουν σε μια ποικιλία λιγότερο ή περισσότερο μολυσμένων υποκειμένων. Αυτό το χάπι, του οποίου η ύπαρξη παραμένει “άκρως απόρρητη”, είναι το αποτέλεσμα ερευνών που ξεκίνησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1981 για λογαριασμό του Πενταγώνου που ήθελε να βρει, σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, μια χημική προστασία από τη ραδιενέργεια. Τα πειράματα που διεξήχθησαν στο Στρατιωτικό Ινστιτούτο Γουόλτερ Ριντ[6] της Ουάσινγκτον οδήγησαν, το 1985, σε ένα πρώτο προϊόν, το WR 2721, με τη μορφή ενδομυϊκής ένεσης που μπορεί να αυξήσει κατά τρεις ή τέσσερις φορές τον βαθμό αντίστασης στις επιπτώσεις της ραδιενέργειας. Θα μπορούσε βέβαια να βελτιωθεί αυτή η επίδοση, αυξάνοντας την αντίσταση στα ραδιενέργεια κατά δέκα ή είκοσι φορές. Αλλά με μια σοβαρή αντένδειξη: καταστρέφονταν συγχρόνως τα νευρικά κύτταρα. Το Πεντάγωνο επένδυσε ξανά τεράστια ποσά για να καταλήξει σε ένα νέο προϊόν: καθώς δεν είναι εύκολο να κάνει κάποιος ψύχραιμα ένεση στον εαυτό του εν μέσω μιας μάχης ή μιας ατομικής έκρηξης, ήθελαν μια ουσία που θα μπορούσε να ληφθεί με πιο απλό τρόπο: ως κάψουλα, παστίλια ή χάπι. Από τις αρχές του 1986, οι ειδικοί του Γουόλτερ Ριντ δοκιμάζουν, πράγματι, ένα WR 2721 σε δισκία, που προορίζεται για τους στρατιωτικούς και για όσους εργάζονται σε ένα πυρηνικό εργοστάσιο. Αυτό το φάρμακο προορίζεται ιδιαίτερα για τα μέλη του προσωπικού ασφαλείας των εργοστασίων, που είναι πιο εκτεθειμένα σε περίπτωση ατυχήματος. Αλλά μέχρι σήμερα, οι Αμερικανοί επιστήμονες έχουν μπορέσει να δοκιμάσουν το χάπι τους μόνο πάνω σε πειραματόζωα. Όχι ακόμα πάνω σε ανθρώπους ελλείψει επαρκώς σοβαρών ατυχημάτων στα αμερικανικά πυρηνικά εργοστάσια.” (VSD, 15-21 Μαΐου 1986.) Η καταστροφή των νευρικών κυττάρων εξακολουθεί προσωρινά να θεωρείται “αντένδειξη”, αλλά τα πιο προηγμένα πειράματα που θα καταστούν δυνατά από τον πολλαπλασιασμό των ατυχημάτων στα πυρηνικά εργοστάσια θα καταστήσουν γρήγορα ορατά όλα τα οφέλη, καταρχάς για ένα “προσωπικό ασφαλείας” πολύ επιρρεπές στη νευρικότητα και στο “ανθρώπινο λάθος”, και στη συνέχεια για το σύνολο του πληθυσμού, που αναγκάζεται επί του παρόντος να καταφεύγει σε μια λιγότερο ριζοσπαστική χημεία προκειμένου να καταπολεμήσει το άγχος (βλ. το άρθρο Ablation). Θα προστατεύεται έτσι, ταυτόχρονα, απέναντι σε αυτές τις “αδιαθεσίες που αισθάνονται ορισμένοι πληθυσμοί των χωρών της Ανατολής χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Τσερνόμπιλ” και που, σύμφωνα με έναν ειδικό του οποίου η αχρειότητα θα έπρεπε στο εξής να είναι διάσημη, τον Σαπιοκαθηγητή Τουμπιανά [Tubiana, Maurice], “έχουν όλα τα χαρακτηριστικά των ψυχοσωματικών ασθενειών” (ό.π.). Τα πρόβατα με καίσιο που παρουσιάστηκαν στη δυτική Αγγλία παρέχουν αντιθέτως ένα υπόδειγμα αταραξίας από το οποίο μπορούν να εμπνέονται όλοι οι πολίτες.

“Φεύγοντας από το αγρόκτημα, παίρνουμε τον δρόμο της κοιλάδας για να πάμε στο Γκολντσμπόρο. Οι σειρήνες του Θρι Μάιλ Άιλαντ ενεργοποιούνται συχνά και, κάθε φορά που υπάρχει ένα πρόβλημα στην περιοχή, οι άνθρωποι του Γκολντσμπόρο ακούνε τα μεγάφωνα να ουρλιάζουν. Με έναν πληθυσμό που μειώνεται συνεχώς λόγω μετακομίσεων και θανάτων, το Γκολντσμπόρο δίνει την εντύπωση ότι δεν είναι παρά ένας σωρός ερειπίων (…) στο έλεος σκοτεινών δυνάμεων” (αποσπάσματα του Village Voice που παρατίθενται από την Libération της 4ης Ιουνίου 1986). Αυτές οι “σκοτεινές δυνάμεις”, στο έλεος των οποίων βρισκόμαστε όλοι, τι άλλο είναι παρά οι δικές μας υλικές δυνατότητες που κατασχέθηκαν από τον κρατικό παραλογισμό και στράφηκαν εναντίον της ζωής για να υπηρετήσουν τη διατήρηση μιας τάξης που κανένας δεν επιθυμεί, αλλά την οποία όλος ο κόσμος οφείλει να αποδεχτεί; Μιας τάξης της οποίας ο τρομερός παραλογισμός έχει γίνει τόσο οικείος ώστε να μπορούν να τον μεγεθύνουν περαιτέρω, ανεξάρτητα από το τίμημά του, χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο να διατυπώσουν γι’ αυτόν εκ των προτέρων μια επιστημονική θεωρία. Στην εποχή του, ο Σουίφτ μπορούσε να υποστηρίζει πολύ άνετα την υπόθεση ότι ένας άνθρωπος θα είχε ελάχιστους θεατές αν προσφερόταν να δείξει για τρεις πένες πώς μπορεί να μπήξει ένα πυρωμένο σίδερο μέσα σε ένα βαρέλι με πυρίτιδα, χωρίς αυτή να αναφλεγεί. Μπορούμε να μετρήσουμε την πρόοδο του παραλόγου στις επιστήμες εδώ και λιγότερο από τρεις αιώνες από το γεγονός ότι υπάρχουν σήμερα πολλοί θεατές, και αρκετά ικανοποιημένοι από τις ηχηρές υποσχέσεις της E.D.F. Αν η εποχή του Σουίφτ δεν ήταν τόσο βάρβαρη, όλοι θα κατείχαν αυθόρμητα μια “συλλογιστική του Ακροφυσίου” (βλ. Η Πυρηνικοποίηση του κόσμου), που θα είχε διαλύσει γρήγορα αυτήν τη δεισιδαιμονική ψύχωση, την τόσο εχθρική απέναντι σε κάθε καινοτομία. Α – Δεν είναι επιστημονικό να μιλάει κανείς για κάτι που αγνοεί και, επιπλέον, κανένας απ’ όσους έχουν βρεθεί σε απόσταση μικρότερη των τριάντα μέτρων από την έκρηξη ενός βαρελιού με πυρίτιδα δεν έχει πει ποτέ τίποτα γι’ αυτή. Β – Παίζοντας με τη λέξη “πυρίτιδα”, ανακαλείται ο παλιός τρόμος των μαχών, ενώ στην περίπτωση αυτή το κανόνι απουσιάζει εντελώς. Γ – Για κάθε άτομο που βρίσκεται σε απόσταση 1.200 μέτρων ή περισσότερο, οι ηχητικές επιπτώσεις της έκρηξης είναι απλώς ανάλογες με τον κρότο ενός πυροτεχνήματος μεσαίου μεγέθους. Δ – Το AIDS σκοτώνει πολύ περισσότερους· και δεν εμποδίζει κανέναν να καπνίζει και να πίνει, απερίσκεπτα. Ε – Ο σύγχρονος θεατής δεν χειρίζεται ούτε το σίδερο ούτε την πυρίτιδα, αλλά το πλαστικό και το ψηφοδέλτιο. Είναι προς το κοινό συμφέρον να αφήνει τους επιστήμονες που είναι άκρως καταρτισμένοι, και αμείβονται γι’ αυτό, να αξιολογούν τι θα συμβεί σε όλους τους τομείς που αυτός αγνοεί τόσο απόλυτα. ΣΤ – Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με την πυρίτιδα. Ζ – Το ανθρώπινο λάθος κατά τον χειρισμό δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα εναντίον της υπεράνθρωπης ομορφιάς του θεωρητικού αξιώματος. Η – Παρά τη συνωμοσία των ζηλιάρηδων, πρέπει να γνωρίζουμε ότι το ποσό των τριών πενών παραμένει μια πολύ ανταγωνιστική τιμή.

Η πυρηνιστική τρέλα μπόρεσε καταρχάς να γίνει αποδεκτή ως μάλλον εύλογη και ανεκτή στα μάτια εκείνων που δεν είχαν σοκαριστεί εξάλλου από την κανονική κατάσταση μιας ταξικής εξουσίας της οποίας αυτή η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση αντιπροσωπεύει την παθολογική κατάχρηση. Αλλά εδώ όπως και αλλού, ξεχάστηκε μετά στην πορεία ακόμα και αυτό που ήταν εκείνη η κανονική κατάσταση, προκειμένου να μπορέσουν να γίνουν καλύτερα αποδεκτές όλες οι μεταλλάξεις της ασθένειας, και να καταστεί δυνατή η αφοσίωση στην επιστημονική μελέτη τους. Διαμέσου της πυρηνικοποίησης εκπληρώνονται ταυτόχρονα οι κυριολεκτικά αυτοκτονικές τάσεις ενός κόσμου που παρασύρεται από την ακαταμάχητη κίνηση της συσσωρευμένης ισχύος του, της οποίας η βία έρχεται να καταστρέψει όλες τις προϋποθέσεις της ύπαρξής του, σαν να θέλει να απογυμνώσει την προοπτική ενός επαναστατικού ξεπεράσματος από το έδαφος στο οποίο στηριζόταν, κι αυτή επίσης. Και παρόλο τον “τεχνικό χαρακτήρα” των συζητήσεών τους, οι κηδεμόνες αυτού του τερατώδους ιστορικού εκτρώματος που είναι ο πυρηνικός δεσποτισμός δεν λένε τελικά τίποτα διαφορετικό από αυτό που είπε η Αγριππίνα όταν της προμαντεύτηκε ότι ο Νέρων θα βασίλευε και θα σκότωνε τη μητέρα του: “Ας με σκοτώσει, αλλά ας βασιλεύσει!”

Έτσι οι προπαγανδιστές της E.D.F., κυριολεκτικά ηλεκτρισμένοι από το Τσερνόμπιλ, μπορούν να παραθέτουν σαν θριαμβευτική αναφορά την έκθεση ενός Ινστιτούτου Πυρηνικής Προστασίας και Ασφάλειας όπου περιγράφονται τα μέτρα “που λαμβάνονται για να περιοριστούν οι επιπτώσεις του ατυχήματος”: «Οι μολυσμένες εκτάσεις, γράφει το I.P.S.N.[7], “επικαλύπτονται με μια αδρανοποιητική μεμβράνη για να αποτραπεί η διείσδυση ραδιενεργής σκόνης στο έδαφος. Δύο ή τρία εκτάρια υποβάλλονται σε αυτή την επεξεργασία κάθε μέρα”. Το έδαφος κοντά στο εργοστάσιο καταψύχθηκε με την έγχυση υγρού αζώτου “για να αποφευχθεί η ενδεχόμενη κάθοδος μολυσμένου νερού προς τον υδροφόρο ορίζοντα”, ενώ ο γειτονικός ποταμός “υποβλήθηκε σε ενίσχυση και ανύψωση των ακτών για να αποφευχθεί η μόλυνσή του από την απορροή όμβριων υδάτων από τις μολυσμένες εκτάσεις κοντά στο εργοστάσιο”. Όσο για τις στέγες των σπιτιών, πιστεύει το I.P.S.N., “θα υποβληθούν σε μια ειδική επεξεργασία (με υγρό γυαλί) αποσκοπώντας στην αποτροπή της έκπλυσης της ραδιενέργειας από τα όμβρια ύδατα”. Συνολικά, εκτιμούν οι ειδικοί του I.P.S.N., “μοιάζει πιθανό ότι οι Σοβιετικοί μπόρεσαν έτσι να αποφύγουν μια σημαντική και ταχεία μόλυνση των υδάτων μέσω του υπεδάφους”. Και καταλήγουν: “Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε παρά να είμαστε πολύ εντυπωσιασμένοι από το εύρος των μέτρων προστασίας που φαίνεται ότι εφαρμόζονται”.» (Παράρτημα στο La Vie électrique, Μάιος 1986.) Αντιλαμβανόμαστε σαφώς τον ενθουσιασμό που κυριεύει τους ειδικούς της μονοπωλούμενης επιβίωσης όταν βλέπουν επιτέλους να έρχεται η στιγμή όπου η εξουσία τους θα ασκηθεί χωρίς περιορισμούς, όπου η προστασία τους θα επιβληθεί ασυζητητί ως απαραίτητη. Με τη ρωμαλέα σοβαρότητα του επικού τόνου εξυμνούν τους άθλους εκείνων των άλλων ηρώων της προστασίας που μάχονται στο Ανατολικό μέτωπο, αλλά νιώθουμε στη συγκρατημένη έξαψή τους πόσο πολύ καίγονται να διαπρέψουν κι αυτοί με τη σειρά τους.

Γιατί εδώ λουστράρουν ήδη τα όπλα των επόμενων εκστρατειών, και, μέσα στην αντάρα από τις μπότες που προστατεύουν από τη μόλυνση, προετοιμάζονται, αφού έσπειραν τον κίνδυνο, να θερίσουν τη σοδειά της καταστροφής. «Η Ιζέρ αναγνωρίστηκε ως γεωγραφικό διαμέρισμα υψηλού κινδύνου από τον Αλέν Καρινιόν [Alain Carignon] και τον Χαρούν Τάζιεφ [Haroun Tazieff]. Στα σαλόνια του κτιρίου διοίκησης της νομαρχίας στην Γκρενόμπλ ανέλαβε καθήκοντα χθες το απόγευμα η “ομάδα Μποπάλ”, ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής του νέου υπουργού Περιβάλλοντος (που είναι επίσης πρόεδρος του γενικού συμβουλίου της Ιζέρ και δήμαρχος της Γκρενόμπλ). A priori, θα ήταν δύσκολο να γίνει καλύτερη επιλογή. Ένα εκατομμύριο κάτοικοι (ο πληθυσμός του διαμερίσματος) θα φιλοξενούν εδώ μέχρι το τέλος του έτους σχεδόν το ένα δέκατο της γαλλικής πυρηνικής ενέργειας. Μόνο στην περιοχή της Γκρενόμπλ απαριθμείται ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων (400.000) πάνω από τους οποίους ορθώνεται μια τεράστια ποσότητα νερού (ένα δισεκατομμύριο κυβικά μέτρα που συγκρατούνται από τα πλησιέστερα φράγματα). Στα προάστια της αλπικής πρωτεύουσας βρίσκονται επίσης τρεις από τις δεκαπέντε εταιρείες χημικών προϊόντων που θεωρούνται οι πιο επικίνδυνες στην ηπειρωτική Γαλλία. Και η φύση δεν πάει πίσω. Για να βγει κανείς από την περιοχή (σε υψόμετρο μόλις 200 μέτρων), ακολουθεί ένα φαράγγι πάνω από το οποίο ορθώνονται τοιχώματα 3.000 μέτρων, των οποίων τμήματα ενίοτε καταρρέουν. Τέλος, κάτω από το πιο πυκνοκατοικημένο μέρος του διαμερίσματος διέρχεται ένας σεισμικός άξονας σε σχήμα ημικυκλίου που εκτείνεται από την Ελβετία μέχρι την Προβηγκία: δύο μεγάλες δονήσεις παράγονται κατά μέσο όρο κάθε εκατό χρόνια· και μάλιστα, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, δεν έχει κουνηθεί τίποτα. “Ένας λόγος παραπάνω”, λέει ο Τάζιεφ, “για να φοβόμαστε έναν επικείμενο καταστροφικό σεισμό”. Για να αποφευχθούν όλες αυτές οι καταστροφές, η “ομάδα Μποπάλ” έχει εξοπλιστεί με τη φιλοσοφία: “σε καιρό ειρήνης, προετοιμάσου για πόλεμο”.» (Libération, 31 Μαΐου-1 Ιουνίου 1986.) Η Ιζέρ και η μιζέρια καλά κρατούν. Δεν έχουμε καθόλου εξουσίες, αλλά μας εγγυώνται ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν για την αποφυγή επικείμενων καταστροφών προετοιμάζοντάς μας γι’ αυτές, όπως χρησιμοποιήθηκαν για να προετοιμάσουν την έλευση αυτών των καταστροφών αποκρύβοντάς την από εμάς, με την ίδια σύνεση που χαρακτηρίζει ένα πυρηνικό εργοστάσιο πάνω σε έναν σεισμικό άξονα. Η αυτονομιμοποίηση του συστήματος μέσω των δικών του καταστροφών υλοποιεί το πρόγραμμα του κοινωνικού ελέγχου που ο Όργουελ διέβλεπε ακόμα με τους όρους ενός πολέμου με έναν εξωτερικό εχθρό. Σε αυτή την κοινωνία που βρίσκεται σε πόλεμο ενάντια στις παραστρατημένες δυνατότητές της, χρειάζεται ένα κάλεσμα σε μόνιμη κινητοποίηση ενάντια σε έναν πανταχού παρόντα εσωτερικό εχθρό, μια σκοτεινή δύναμη της οποίας οι πράκτορες, όπως και οι μετασχηματιστές με πυραλένιο, μπορούν ανά πάσα στιγμή να εξαπολύσουν την επίθεση και να μεταδώσουν το άφθαρτο δηλητήριό τους. Για τους πρωτεργάτες της “ομάδας Μποπάλ”, “τα διδάγματα που αντλούνται από το διαμέρισμα υψηλού κινδύνου, το οποίο μετατρέπεται έτσι σε ασφαλές υπόδειγμα, θα μπορέσουν να επεκταθούν σε εθνικό επίπεδο” (ό.π.). Είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι ένα τέτοιο υπόδειγμα, όσο “ασφαλές” κι αν είναι, μπορεί να είναι αποτελεσματικό μόνο στο να εξοικειώνει τον πληθυσμό με την ιδέα της κατ’ εντολή εκτέλεσης των μεγάλων και μικρών χειρισμών της στρατιωτικοποιημένης επιβίωσης. Η πραγματική χρήση όλων των ασκήσεων και των σχεδίων εκκένωσης είναι η μέτρηση –και επομένως η ενίσχυση– της υπακοής των ανθρώπων· και η χειραγώγηση αυτής της υπακοής προς όφελος της ολοένα αυξανόμενης συγκέντρωσης εξουσίας.

Στην πρώτη γραμμή αυτής της μάχης, οι πυρηνιστές, που μεταφράζουν σε συγκεκριμένες τεχνικές εξουσίες την άρνηση της ιστορίας, πιστεύουν ότι έχουν βρει με τον μόνιμο εκβιασμό των “επιταγών ασφαλείας” τους το απόλυτο όπλο της υποταγής. Και οι καταστροφές, που, σύμφωνα με την παλιά λογική της πώλησης προστασίας, είναι παραδόξως η εγγύηση της σοβαρότητάς τους, πρέπει επομένως να υποστηρίζουν την ελλιπή αξιοπιστία τους –όσο οι άνθρωποι δεν αναλαμβάνουν να ανοικοδομήσουν το έδαφος της ζωής εκκενώνοντας τους εκκενωτές. Αλλά στο μεταξύ, ως καθαρό θέαμα της καταστροφής, κάθε Τσερνόμπιλ μπορεί ήδη να εξυπηρετεί άλλες θεμελιώδεις απαιτήσεις του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, και να ανοίγει επ’ ευκαιρία νέες αγορές για την ενορχήστρωση της αποστέρησης. Στη θέση όλων των αξιοθαύμαστων αντικειμένων που συνθέτουν την πανοπλία του ευτυχούς καταναλωτή και αναπαριστούν μια ψευδοπροσωπικότητα, με τις υποτιθέμενες ανθρώπινες ιδιότητές της, προτείνονται λοιπόν τώρα, ως εμπορεύματα αιχμής για δυστυχείς καταναλωτές, διάφορα σύνεργα προστασίας και ανίχνευσης που χρησιμοποιούνται για να εντοπιστούν εκείνες οι πολύ πραγματικές ιδιότητες των αντικειμένων που συνθέτουν σήμερα την επιβλαβή προσωπικότητά τους. Και στο ίδιο πνεύμα, εγκαινιάζοντας με τόλμη ένα νέο στυλ προώθησης προϊόντων, προσαρμοσμένο στις συνθήκες που εδραιώνονται, η αλυσίδα σουπερμάρκετ Mammouth μπόρεσε να εξοπλίσει τα αλσατικά υποκαταστήματά της με όργανα μέτρησης της ραδιενέργειας, με ζυγαριές για μπεκερέλ, έτσι ώστε να δηλώσει στη διαφήμισή της: “Ενώ η Γαλλία λογομαχεί, η Mammouth ενεργεί. Αγοράστε τα φρούτα και τα λαχανικά σας με απόλυτη ασφάλεια.” (Le Monde, 17 Μαΐου 1986.)

Αλλά όταν οι έμποροι συνεχίζουν να επιδιώκουν να μας ξαναπουλήσουν στη λιανική αγορά την επιβίωση που μονοπωλείται από τους γραφειοκράτες, προσυπογράφουν απλώς με τον κυνισμό τους, όπως οι κερδοσκόποι όλων των εποχών κρίσης, τις πολεμικές διακηρύξεις της πυρηνιστικής τρομοκρατίας. Το διαφημιζόμενο πρόγραμμα αυτής “είναι η πειθαρχία του στρατοπέδου που αντικαθιστά την τάξη της πόλης, είναι η κατάσταση πολιορκίας που έγινε η κανονική κατάσταση της κοινωνίας” (Κυστίν). Ένα τέτοιο πρόγραμμα πρέπει να πασχίσει πολύ για να επιβάλει τη συμμόρφωση επικαλούμενο την ψυχρή αναγκαιότητα, παρουσιάζοντας τον εαυτό του με τη μορφή της επιστημονικής αντικειμενικότητας. Και αυτή που μιλάει τόσο δυνατά, μέσα στην αντιστροφή της ζωής, είναι μια εξουσία που αγνοεί ψυχρά κάθε ανθρώπινη ανάγκη και που παρέχει κάθε μέρα τις αντικειμενικές αλήθειες που συμφωνούν με τη μυθοπλασία της στιγμής. Το γαλλικό Κράτος, το πιο προχωρημένο παγκοσμίως στην πυρηνιστική παράνοια, δεν έχει κατακτήσει την “ενεργειακή ανεξαρτησία” του, αλλά έχει τελειοποιήσει την ανεξαρτησία του έναντι της κοινωνίας, καθιστώντας αυτήν ακόμα πιο εξαρτημένη. Αυτή η παραγωγή της εξάρτησης, αυταρχικά σχεδιασμένη πάνω στις βάσεις της μη πραγματικότητας και του γενικευμένου ψεύδους, απαιτεί ως προς τα μέσα της μονομερούς οροθέτησης μια συγκέντρωση ανάλογη με εκείνη που διέπει την ίδια την απόφαση: είναι τα ίδια ιεραρχικά κυκλώματα, που εκφεύγουν όχι μόνο του ελέγχου αλλά ακόμα και της γνώσης του ψηφοφόρου, αυτά που επιβάλουν τις ζωτικής σημασίας αποφάσεις και που διαδίδουν την προπαγάνδα την οποία αντηχούν στη συνέχεια τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Έτσι οι μετριοπαθώς κριτικοί επιστήμονες της G.S.I.E.N. (Ένωση Επιστημόνων για την Ενημέρωση σχετικά με την Πυρηνική Ενέργεια)[8] έδειξαν ότι ο ερωτών Αρβονύ [Arvonny, Maurice], αν και τόσο εφευρετικός όταν πρόκειται να διαψεύσει τα γεγονότα (βλ. το άρθρο Abêtissement), αρκέστηκε για την κατασκευή άλλων να αναπαράγει τα δελτία τύπου της E.D.F. που προορίζονταν για το “ασφαλές υπόδειγμα” του αναγνώστη του, χωρίς καν να προσποιείται ότι διεξάγει την παραμικρή έρευνα από μόνος του, έστω και μόνο για τις αντιφάσεις που υπάρχουν ακόμα και στα διαφορετικά έγγραφα που παρέχονται από την ίδια την E.D.F. Και με τον ίδιο τρόπο ο περιοδικός πολλαπλασιασμός δημοσιευμάτων στον τύπο που εκθειάζουν τα θαύματα της αγροτοβιομηχανίας δεν οφείλεται καθόλου στην αυθόρμητη γένεση, αλλά στη χειραγώγηση από την προπαγάνδα του I.N.R.A.[9] (βλ. το άρθρο Abat-faim).

Αυτή η δηλητηρίαση που καμουφλάρεται τόσο άσχημα σε ενημέρωση φέρει το αναγνωρίσιμο σημάδι του κέντρου εκπομπής της: διαδίδει με επισημότητα ανεξέλεγκτες στατιστικές και ανεξακρίβωτους αριθμούς, λες και ολόκληρη η κοινωνία αποτελείται από υπάκουους υπαλλήλους· και παρατάσσει πομπωδώς ακατανόητα ακρωνύμια, που προσδιορίζουν σκοτεινούς αλλά πανίσχυρους θεσμούς, με την ικανοποίηση του θρησκόληπτου που επαναλαμβάνει εκφράσεις ευσέβειας, και πιστεύει ότι έτσι θα προκαλέσει έναν ενδεή σεβασμό. Οι γραφειοκράτες είναι οι ιησουίτες του Κράτους, έλεγε ο Μαρξ: διατηρούν σήμερα το πρόγραμμα των προκατόχων τους (perinde ac cadaver[10]), αλλά έχουν χάσει όλα τα δικά τους μέσα πειθούς. Όση και αν είναι η καλή θέληση της εποχής μας σε αυτό το θέμα, ακόμα και η πιο καλοκάγαθη πίστη θα μπούχτιζε από μια τόσο δύσπεπτη τροφή. Εξάλλου δεν πιστεύουμε σε αριθμούς: τους αναγνωρίζουμε ως ακριβείς, ή όχι· αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε εδώ να αποδεχτούμε την αδυναμία να τους επαληθεύσουμε (όταν μας φαίνεται ότι εκφράζουν μια επιβλαβή πραγματικότητα, μας αναγγέλλεται αμέσως ότι είναι ψευδείς, ή “μη σημαντικοί”). Στον μονομερή λόγο των ιδιοκτητών της τεχνικής, οι αριθμοί εκφράζουν αδιάσειστα το ορθολογικό σημείο αναφοράς που στην πραγματικότητα έχει χαθεί με τη χειραφέτηση από κάθε ιστορική πραγματικότητα· και η εκθαμβωτική συσσώρευσή τους πρέπει να παρέχει στον ανήμπορο θεατή τη βεβαιότητα ότι αυτά που δεν καταλαβαίνει τα καταλαβαίνουν άλλοι, που νιώθουν τόσο άνετα με αυτούς τους αριθμούς όσο ένα ψάρι μέσα στο νερό που θερμαίνεται από ένα πυρηνικό εργοστάσιο. Η φαινομενικότητα της λογικής, που υποστηρίζεται τόσο άσχημα από τη γραφειοκρατικοποιημένη γλώσσα, υποτίθεται ότι διασώζεται από την ακρίβεια της αριθμητικής αφαίρεσης. Αν στον λόγο της θεαματικής εξουσίας η μόνιμη επωδός όλων των ψευδο-συλλογισμών είναι η φράση “και επιπλέον” –που στην πραγματικότητα εισάγει έναν εντελώς διαφορετικό ισχυρισμό αλλά του προσδίδει μια επίφαση λογικής σχέσης απλά και μόνο επειδή επιλέγει αυτόν από άπειρες αυθαίρετες επιλογές–, στη μετρούμενη περιγραφή της βλάβης-ραδιενέργειας η βασική φράση είναι “που ισοδυναμεί με”. Κι εδώ το απλό μυστικό είναι, μέσω μιας διανοητικής απάτης λιγότερο εκλεπτυσμένης από την περιγραφή της μάταιης τρεχάλας του Αχιλλέα πίσω από τη χελώνα, να ξεχαστεί η σωρευτική διαδικασία προς όφελος της υπό εξέταση στιγμής, και να συναχθεί από αυτή την κλασματοποίηση ένας μέσος όρος όπου η κίνηση της βλαπτικότητας καταργείται όπως εκείνη του Αχιλλέα. Ως απάντηση σε τέτοια σοφίσματα ήταν εξαιρετικά εύστοχος, ως προς τη μορφή και ως προς το περιεχόμενο, ο συλλογισμός που δημοσιεύτηκε στις 20 Ιουνίου, ενώ η Κορσική έτρωγε μπεκερέλ περίτεχνα ομαλοποιημένα από τον Πελερέν-Νεκροκεφαλή, στην αυτονομιστική εφημερίδα Arriti: “Προσφερόμαστε να πλακώσουμε στις φάπες έναν ειδικό επί μία ώρα μόνο. Και θα του εξηγήσουμε ότι σε έναν χρόνο υπάρχουν 8.760 ώρες και ότι επομένως θα χρειαστεί απλώς να κατανείμει τις σφαλιάρες σε 8.760 ώρες, κάτι που θα του φανεί σίγουρα ασήμαντο.” (Παρατίθεται από την Libération της 8ης Ιουλίου 1986.)

Σε αντίθεση με αυτό το απλό ξεκίνημα της διατύπωσης ενός προγράμματος για “μη ειδικούς”, εναπόκειτο αυτοδικαίως στους σταλινικούς να μεγεθύνουν ακόμα περισσότερο το ψέμα της εξουσίας και, αναμένοντας τον τελειοποιημένο πυρηνικό ολοκληρωτισμό που στις τάξεις τους μοιάζει με επάνοδο, να αποκαλύψουν αδέξια το μυστικό όλων των ποσοτικών τεχνασμάτων. Προσπαθώντας να συνδράμει “τον καθηγητή Πελερέν και άλλους εμπειρογνώμονες, που αντιμετωπίζουν μόνοι τους τις επιθέσεις των αντιπυρηνιστών και των νοσταλγών του ψυχρού πολέμου”, η L Humanité της 12ης Μαΐου 1986 αναπαριστούσε ως εξής την άποψη των υλιστών της αποσύνθεσης σχετικά με τη συμβολή του Τσερνόμπιλ στη ραδιενέργεια της ατμόσφαιρας: “Όταν πολλαπλασιάζουμε εκατό ή τετρακόσιες φορές το μηδέν, παίρνουμε πάντα μηδέν”. Αυτή που επίσης εμφανώς εκλαμβάνεται ως ανύπαρκτη, αφού κανένας δεν έχει τα μέσα να την επικυρώσει, είναι, εκτός από κάθε λογικό επιχείρημα, η ίδια η πραγματικότητα: δεν απομένει παρά η μεγαλειώδης εκτύλιξη της αφαίρεσης, που τίποτα δεν μπορεί πια να την αντικρούσει. Και αυτό το μηδέν που εκμηδενίζει κάθε αντίφαση είναι σίγουρα ένα μέτρο του μέλλοντος για μια κοινωνία που κατευθύνεται τόσο επίμονα προς την εκμηδένιση. Θα αφήσουμε κατά μέρος εδώ το ερώτημα αν ο μετα-Τσερνόμπιλ σταλινισμός μπορεί επίσης να ελπίζει ότι θα δει τις μεταλλάξεις των φυτών που ενθαρρύνονται έντονα στην Ουκρανία να υλοποιούν το πρόγραμμα του Λυσένκο [Lysenko, Trofim], και κατ’ αυτόν τον τρόπο τα αποτελέσματα μιας παρανοϊκής επιστήμης να δικαιολογούν εκ των υστέρων εκείνη την απόπειρα επιστημονικής εφαρμογής της παράφρονος ιδεολογίας. Η αναπόφευκτη εξάπλωση των συνεπειών του κρατικού παραληρήματος εξασφαλίζεται για μας επαρκώς από εκείνον τον παρουσιαστή της ρωσικής τηλεόρασης που διαβεβαίωνε “ότι είναι αδύνατο να σταματήσει η πρόοδος της γνώσης”, προσθέτοντας, λες και ήθελε να επαυξήσει την ιδεολογική αντιστροφή της πραγματικότητας μέχρι το σημείο της καρικατούρας, ότι “το ειρηνικό άτομο θα συνεχίσει να υπηρετεί το ανθρώπινο είδος” (Libération, 2 Ιουνίου 1986). Θα μας ξεπαστρέψει αντί να μας στερήσει τις υπηρεσίες του.

Στο εξής οι πυρηνιστές δεν χρειάζεται πλέον να προετοιμάζουν το επόμενο λάθος τους: κατέχουν προκαταβολικά ένα τεράστιο απόθεμα. Όλες οι προσπάθειές τους επικεντρώνονται στο έργο να μας μάθουν να ζούμε με αυτά τα καθυστερούμενα της απουσίας συνείδησης, με αυτή τη δύναμη της καθυστέρησης. Οι ίδιες δυνάμεις που μας έχουν διαφύγει παρουσιάζονται σε εμάς με όλη τους τη βλαπτικότητα, και οι απεσταλμένοι τους μας παρακαλούν να πιστέψουμε ότι την μετράνε στην εντέλεια. Σας αρέσουν τα μπεκερέλ; Τα έχουμε βάλει παντού. Εκείνοι που μας ενημερώνουν γι’ αυτό το κάνουν ακόμα και με κάποια επιστημονική ικανοποίηση. Αλλά η μπλόφα της ποσοτικής αφαίρεσης, που θα έπρεπε να παρέχει εχέγγυα για τον έλεγχο που ασκούν οι ειδικοί, και για το “ασφαλές υπόδειγμα” καταστροφής που μας εγγυώνται, τείνει ολοένα περισσότερο να παράγει ένα ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: γιατί αυτοί οι αριθμοί που δεν λένε τίποτα σχετικά με εκείνο που πρέπει κανείς να φοβάται έχουν συγχρόνως ως αποτέλεσμα να φοβάται κανείς το χειρότερο, από τη στιγμή που γίνεται γνωστή η ύπαρξη του κακού. Έτσι η αντίστροφη επίδραση της ποσοτικής μη πραγματικότητας διαρρηγνύει ανεπανόρθωτα την “εμπιστοσύνη” που είχε καταφέρει να αποσπαστεί αφήνοντας επιμελώς να αγνοείται αυτό για το οποίο παρεχόταν. Οι πυρηνιστές δείχνουν ξαφνικά μεγάλη φροντίδα για την άγνοια του πληθυσμού, επειδή την βλέπουν να αντιστρέφεται σε δυσπιστία. Δεν τους αρκεί πια να θάβουν το παρελθόν και το μέλλον κάτω από μια χιονοστιβάδα αριθμών, διότι, μέσα από τα αντιφατικά ψέματά τους και την προφανή ανικανότητά τους, το παρόν είναι αυτό που παρουσιάζεται εμφανώς σαν μια άγνωστη “μαύρη τρύπα”: “Η μεγάλη μαύρη τρύπα από την οποία κανείς δεν επιστρέφει ποτέ”, όπως έλεγε το αγαπημένο Τραγούδι του απεγκεφαλισμού στον Πατέρα Υμπύ [11]. Τα “νέα μέσα κατανόησης” με τα οποία επιδιώκουν τώρα να μας προικίσουν είναι εύκολο να αναγνωριστούν εκ των προτέρων: το ζήτημα είναι να “τυποποιηθεί ο ορισμός των κατωφλίων” της βλαπτικότητας αυξάνοντάς τα όσες φορές χρειάζεται για να επανέλθει αυτή στο μηδέν, όπως ακριβώς τροποποιήθηκε η μέθοδος μέτρησης των συμβάντων στα πυρηνικά εργοστάσια προκειμένου να μειωθεί το πλήθος τους. Αυτός ο τρόπος παραποίησης του χάρτη για να συγκαλυφθεί η ερήμωση του εδάφους εφαρμόζεται παντού με την ίδια αγαλλίαση: έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τις τρομακτικές προόδους του αναλφαβητισμού (βλ. το άρθρο Abécédaire), οι σχεδιαστές της άγνοιας τροποποιούν το σύστημα βαθμολόγησης προκειμένου να εξασφαλίσουν πολύ επιστημονικά το ποσοστό “επιτυχίας” στις όχι λιγότερο επιστημονικά προβλεπόμενες εξετάσεις. Εν ολίγοις, η γραφειοκρατία, “καθώς δεν μπορεί προφανώς να εξαλείψει τις βλάβες, επιδιώκει να καταφέρει να χειραγωγήσει την πρόσληψή τους.” (Προκαταρκτική συζήτηση.)

Αλλά η καχυποψία που γενικεύεται δεν θα διαλυθεί από τέτοια τεχνάσματα, γιατί βασίζεται σε μια διαπίστωση πολύ απλή, και πολύ εύκολα επαληθεύσιμη, σε αντίθεση με τη λογιστική των πικοκιουρί και των μιλιρέμ: οι ιδιοκτήτες των μέσων μόλυνσης είναι επίσης οι μονοπωλιακοί ιδιοκτήτες των μέσων ανίχνευσης και ελέγχου. Αν το πνεύμα της γραφειοκρατίας είναι η μυστικότητα, “που φυλάσσεται στο εσωτερικό της γραφειοκρατίας από την ιεραρχία και στο εξωτερικό της γραφειοκρατίας από τον χαρακτήρα της ως κλειστής εταιρείας”, αυτή η τυπική μορφή βρίσκει πραγματικά το τεχνικό περιεχόμενό της στην πυρηνικοποιημένη κυριαρχία, όπου δεν είναι πια μόνο “η πνευματική ουσία της κοινωνίας” αυτή που γίνεται ατομική ιδιοκτησία της γραφειοκρατίας, αλλά ολόκληρη η υλική ύπαρξή της. Το κύριο αποτέλεσμα αυτής της μονοπώλησης είναι ότι κάθε προσπάθεια να δημοσιοποιηθεί η αλήθεια σχετικά με οποιαδήποτε πτυχή της πραγματικότητας καθίσταται μια προδοσία έναντι του μυστηρίου της γραφειοκρατίας. “Η κατάργηση της γραφειοκρατίας είναι δυνατή μόνο αν το γενικό συμφέρον γίνει πραγματικά… το επιμέρους συμφέρον, κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο αν το επιμέρους συμφέρον γίνει πραγματικά το γενικό συμφέρον” (Μαρξ). Το έργο της αποξήλωσης των πυρηνικών τειχών πίσω από τα οποία είναι συγκεντρωμένη η καταπίεση αποτελεί σήμερα το απελευθερωτικό έργο που περιέχει όλα τα υπόλοιπα, γιατί σε αυτό το επιμέρους συμφέρον γίνεται πραγματικά το γενικό συμφέρον. Κατά καιρούς έχει ασκηθεί στην εγκυκλοπαίδειά μας η κριτική ότι στερείται κάποιου είδους θεωρητικής ενότητας, ότι δεν κατέχει μια κεντρική ιστορική προοπτική, ή ακόμα και ότι δεν συνεισφέρει κάτι πραγματικά πρωτότυπο. Πιστεύουμε ότι σε αυτή τη δυσμενή εποχή, αν και εξακολουθούν βέβαια να υπάρχουν κάθε είδους πνευματικά εγχειρήματα που πρέπει να πραγματωθούν, και θεωρητικά συμπεράσματα που πρέπει να εξαχθούν αποσαφηνίζοντας κάθε φορά καλύτερα την κριτική όλων των συγκεκριμένων όψεων της αλλοτρίωσης, ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού για την ιστορία μιας “κεντρικής προοπτικής”, όπως και ως προς ορισμένα άλλα, αποφαίνονται αντιθέτως τα γεγονότα, για όποιον βέβαια θέλει να τα βλέπει κατά πρόσωπο χωρίς να χάνεται μέσα σε εικασίες. Η πραγματική ιστορία συνέχισε να προχωράει, μέσω της ασυνείδητης κακής πλευράς της, και τα αποτελέσματά της προσδιορίζουν αντιφατικά την απαιτούμενη συνείδηση ενός κοινωνικού κινήματος ικανού να δράσει αποτελεσματικά ενάντια στην υπερεξοπλισμένη άρνηση της ζωής. Η δημιουργία ενός τέτοιου κινήματος είναι ένα μακροπρόθεσμο έργο, αλλά μπορούμε ήδη να ισχυριστούμε ότι θα βρει τον δρόμο του καθαρισμένο από πολλά προβλήματα που στο παρελθόν εμπόδιζαν τις προσπάθειες αυτού του είδους.

Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η κριτική της πολιτικής έχει πλέον περατωθεί, καθώς η αξιοσημείωτη κρατική συνέχεια μέσα στην πυρηνικοποίηση απαλλάσσεται από τα τελευταία προσχήματα μικροδιαφορών μεταξύ των κομματικών προγραμμάτων. Και όπως ακριβώς ένα συνεπές αντιπυρηνικό κίνημα πρέπει εξαρχής να βρίσκεται πέρα από την πολιτική, να συνενώνει στον εαυτό του το οικουμενικό και το επιμέρους, έτσι τείνει κατ’ ανάγκη να βρει μέσα στη δική του κατάσταση τα θεμέλια μιας κριτικής της οικονομίας που στο εξής γίνεται από όλους, όχι από έναν: το απλό ζήτημα της ανθρώπινης χρήσης της υλικής παραγωγής, που καταπνίγεται από όλες τις προοδευτικές ιδεολογίες, επανέρχεται ως ζωτικής σημασίας επείγουσα ανάγκη. Παρεμπιπτόντως βλέπουμε επίσης να διευθετείται το παλιό “εθνικό ζήτημα” (η μόλυνση δεν έχει πατρίδα), όπως και όλα τα ψευδή διλήμματα που τροφοδοτήθηκαν από την ευρέως ιδεολογική εναλλακτική επιλογή μεταξύ ρεφορμισμού και επανάστασης: σε όλες τις βασικές πραγματικότητες της ζωής, είναι σαφές σήμερα ότι δεν μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα πετύχει οποιαδήποτε αλλαγή, έστω και πολύ περιορισμένη, χωρίς να αμφισβητήσει όλα τα συμφέροντα που διέπουν την υποβάθμιση του συνόλου. Μπορούμε ακόμα να δούμε ότι καταρρέει, λόγω της επαναστατικής δράσης του ατόμου, η τελευταία μυστικοποίηση που διαδόθηκε από την υποταγμένη διανόηση, σύμφωνα με την οποία θα είχαμε κάτι να υπερασπιστούμε στις “δημοκρατίες” μας, κάτι να διασώσουμε από τον κίνδυνο του ολοκληρωτισμού: τι απομένει από αυτές τις περίφημες “ελευθερίες”, εκτός από εκείνη του να μωρολογεί κανείς με πλήρη ατιμωρησία, της οποίας την πιο ευρεία χρήση κάνουν οι διανοούμενοι, όταν η πολιτική φαντασίωση διαλύεται μέσα στον πυρηνικό δεσποτισμό; Και έτσι ο Κυστίν, που παρατίθεται συχνά από την έναρξη του ψυχρού πολέμου για να αποδειχθεί μια υποτιθέμενη “ρωσική παράδοση” γραφειοκρατίας, μπορεί σήμερα να χρησιμεύσει για την περιγραφή μιας σταλινοποίησης του κόσμου που δεν οφείλεται στη γεωγραφία, αλλά στην ιστορία. Εν ολίγοις, το πυρηνικό ζήτημα δεν είναι παρά το κοινωνικό ζήτημα στην απλή αλήθεια του, όπως αυτή συγκεντρώνεται στο τέλος ενός αιώνα που είχε πιστέψει ότι μπορεί να την αποφύγει.

Σίγουρα θα μας απαντήσουν ότι ένα κίνημα που κατέχει μια τέτοια συνείδηση δεν υπάρχει πουθενά. Και στη Γαλλία λιγότερο από οπουδήποτε αλλού. Γιατί αν στη Γερμανία ένας υπουργός χαρακτήρισε τις βίαιες αντιπυρηνικές διαδηλώσεις του Μαΐου 1986 ως επίθεση ενάντια στο Κράτος, εκφράζοντας έτσι το αληθινό νόημα ενός κινήματος που οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του σπανίως αναγνωρίζουν, εδώ τα αξιοθρήνητα λείψανα του οικολογισμού υπάρχουν περισσότερο για να προσφέρονται ως εθελοντές για τις ασκήσεις πολιτικής προστασίας, και για να διεκδικούν τη μετάδοση των οδηγιών εκκένωσης στο Μινιτέλ. Η αναγκαία απάντηση στις προειδοποιήσεις της αλλοτριωμένης ιστορίας, είτε αυτές απευθύνονται με τη μορφή του “Τσερνόμπιλ” είτε με οποιαδήποτε άλλη, είναι ωστόσο βαθιά πραγματική, έστω και αν στην επιφάνεια της κοινωνίας το μονοπώλιο της φαινομενικότητας που κατέχεται από τον ψευδαισθητισμό της εξουσίας εξακολουθεί να παραπλανά την αναζήτησή της. Η απαίτηση για αλήθεια στην κοινωνική ζωή, όπου κάποιοι θα ήθελαν να βλέπουν ένα ηθικό μέλημα, έναν ιδεαλισμό, δείχνει σήμερα, καθώς το μυστήριο της γραφειοκρατίας πυκνώνει παντού δηλητηριάζοντας τη ζωή, την κατ’ εξοχήν πρακτική σημασία της. Με το ολοένα βαθύτερο σχίσμα ανάμεσα στους μονολόγους της μη πραγματικότητας και την πραγματικότητα χωρίς επίσημη έκφραση, το ψέμα θα βλάπτει ολοένα περισσότερο εκείνους που θα το χρησιμοποιούν. Η αλήθεια γίνεται και πάλι ένα νέο μέσο επιρροής, καθώς η λήθη τής προσέδωσε νεότητα και δύναμη.

Διαπιστώσαμε ταυτόχρονα για μια ακόμα φορά, με αφορμή το Τσερνόμπιλ, ότι οι κοινωνικές αλήθειες, η κοινωνική ύπαρξη της αλήθειας, δεν μπορούν να εξασφαλιστούν μέσω κάποιας θεωρητικής απόδειξης, ούτε να εδραιωθούν μόνο με τα μέσα της αντικειμενικής γνώσης, αλλά πρέπει να κατακτηθούν μέσω των αγώνων στην ίδια την κοινωνική ζωή: καμία εξειδικευμένη θεώρηση, είτε πρόκειται για την πυρηνική φυσική είτε για οποιαδήποτε άλλη, δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι χειραφετείται από τις υλικές βάσεις της αντιστραμμένης αλήθειας χωρίς να συμμαχήσει με ένα κοινωνικό κίνημα που της επιτίθεται πραγματικά. Στην Πολωνία, οι επιστήμονες που ήταν προσκείμενοι στην παράνομη δράση μπόρεσαν έτσι μέσα από αυτό το κανάλι να παράσχουν στον πληθυσμό ακριβή στοιχεία σχετικά με αυτό το νέο δώρο της σοβιετικής φιλίας, το οποίο έφερε ο “ανατολικός άνεμος” που παλιότερα είχε αναλάβει, στην αριστερή μετεωρολογία, να μεταδώσει μια μόλυνση καθαρά ιδεολογική. Στη Γαλλία αντιθέτως, οι επιστήμονες που θέλησαν να σπάσουν τον νόμο της σιωπής που επιβλήθηκε από την πυρηνιστική συμμορία δεν μπόρεσαν να ακουστούν σχεδόν καθόλου εκείνη τη στιγμή πέρα από πολύ περιορισμένους κύκλους. Αυτό δείχνει ταυτόχρονα ότι υπάρχουν, σε όλους τους τομείς, ειδικοί έτοιμοι να συμπεριφερθούν ως αποστάτες, και ότι λείπουν οι πρακτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να τους προσφέρουν, μαζί με ένα πεδίο δράσης, μια απελευθερωτική χρήση των ικανοτήτων τους. Αυτές οι δυνάμεις είναι δυστυχώς πιθανό να συνεχίσουν να λείπουν για κάποιο διάστημα ακόμα. Αλλά το ζήτημα της δυαδικής εξουσίας δεν μπορεί να μετατίθεται για τη στιγμή του επαναστατικού μετασχηματισμού, τίθεται στο ίδιο το σχέδιό του, δεδομένου ότι για να επιτευχθεί μια ακριβής γνώση των πραγματικοτήτων που πρέπει να μετασχηματιστούν χρειάζεται ήδη να εξασφαλιστεί μια πρακτική δύναμη ανεξάρτητη από την πληροφόρηση της εξουσίας. Το έργο μας είναι ακριβώς να βοηθήσουμε στον σχηματισμό ενός τέτοιου δικτύου, συνενώνοντας όλους τους υποστηρικτές της αλήθειας που είναι αποφασισμένοι να σχεδιάσουν ακριβείς χάρτες για τις αναπόφευκτες επερχόμενες συγκρούσεις.

Εν κατακλείδι, πιστεύουμε πως μπορούμε να πούμε ότι στο εξής δεν υπάρχουν πια σε αυτόν τον κόσμο παρά μόνο δύο είδη σοβαρότητας: αυτή των εξτρεμιστών της κυριαρχίας, τόσο προφανής όσο και τα μέσα που κατέχουν για να την διαιωνίζουν με κάθε τίμημα, και η δική μας, για την οποία εκείνοι παρέχουν αντιφατικά επαρκείς αποδείξεις. Μεταξύ αυτών των δύο, δεν υπάρχουν παρά μόνο μη ρεαλιστικές στάσεις που σε τελική ανάλυση είναι αμελητέες. Από τη μια πλευρά, είναι έτοιμοι να διατηρήσουν με όλα τα μέσα την κοινωνία της αποστέρησης, και θεωρούν, όπως ο Μάκβεθ, ότι όταν κάποιος έχει βυθιστεί τόσο πολύ μέσα στο αίμα, είναι αδύνατο να σταματήσει, και είναι εξίσου δύσκολο να γυρίσει πίσω όσο και να συνεχίσει. Από την άλλη πλευρά, αντιμέτωποι με μια απτή αλλαγή που αποδεικνύει καθημερινά ότι δεν υπάρχει τίποτα κακό που να μην μπορεί να γίνει χειρότερο, θέλουμε απλώς “να διατηρήσουμε ανοιχτές όλες τις άλλες δυνατότητες αλλαγής –ξεκινώντας βέβαια από την πρωταρχική δυνατότητα που συνιστούν οι ελάχιστες προϋποθέσεις επιβίωσης του είδους–, εκείνες ακριβώς που η κυρίαρχη κοινωνία επιδιώκει να αποκλείσει προσπαθώντας να υποβιβάσει αμετάκλητα την ιστορία στη διευρυμένη αναπαραγωγή του παρελθόντος· και το μέλλον στη διαχείριση των αποβλήτων του παρόντος.” (Προκαταρκτική συζήτηση.)

Σημειώσεις της μετάφρασης

[1] S.D.I.: Strategic Defense Initiative (Στρατηγική Αμυντική Πρωτοβουλία).

[2] Marquis de Custine, La Russie en 1839 (Μαρκήσιος ντε Κυστίν, Η Ρωσία το 1839).

[3] WISE: World Information Service on Energy (Παγκόσμια Υπηρεσία Πληροφόρησης για την Ενέργεια).

[4] E.D.F.: Électricité de France (Γαλλική Επιχείρηση Ηλεκτρισμού).

[5] I.C.P.R.: International Committee on Radiological Protection (Διεθνής Επιτροπή Ραδιολογικής Προστασίας).

[6] Walter Reed Army Institute of Research (WRAIR): Στρατιωτικό Ινστιτούτο Ερευνών Γουόλτερ Ριντ.

[7] I.P.S.N.: Institut de Protection et de Sûreté Nucléaire (Ινστιτούτο Πυρηνικής Προστασίας και Ασφάλειας).

[8] G.S.I.E.N.: Groupement de Scientifiques pour l’Information sur l’Énergie Nucléaire (Ένωση Επιστημόνων για την Ενημέρωση σχετικά με την Πυρηνική Ενέργεια).

[9] I.N.R.A.: Institut National de la Recherche Agronomique (Εθνικό Ινστιτούτο Αγρονομικής Έρευνας).

[10] Perinde ac cadaver: όπως [υπακούει] ένα πτώμα.

[11] Το Τραγούδι του απεγκεφαλισμού (Chanson du décervelage) περιλαμβάνεται στο θεατρικό έργο Ο Υμπύ Βασιλιάς (Ubu Roi) του Αλφρέ Ζαρρύ (Alfred Jarry).

Αρχεία:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License