Εγκυκλοπαίδεια των Βλαβών – Τόμος Ι, Τεύχος 1: Προκαταρκτική Συζήτηση (Νοέμβριος 1984)

Με τον τίτλο και τον υπότιτλό της, η Εγκυκλοπαίδειά μας παρουσιαζόταν ευθύς εξαρχής ως αντιστροφή της προοπτικής των εγκυκλοπαιδιστών του 18ου αιώνα, για να απεικονίσει έτσι στις διάφορες πτυχές της την πραγματική καταστροφή που συνιστούσε ήδη, στη ζωή όλων, η λεγόμενη πρόοδος. Δεν θέλαμε να διαιωνίσουμε περαιτέρω τον πιο “διαλεκτικό” προοδευτισμό του μαρξισμού, ο οποίος αποφαινόταν, όπως είναι γνωστό, ότι αναπτύσσοντας τις “παραγωγικές δυνάμεις” ο καπιταλισμός δημιουργούσε ο ίδιος τις αντικειμενικές συνθήκες του επαναστατικού “ξεπεράσματός” του. Για να επιβαρύνουμε τη θέση μας στα μάτια των ορθόδοξων υπερασπιστών των κληρονομημένων κριτικών βεβαιοτήτων, καταγγέλλαμε επίσης την αυταπάτη σύμφωνα με την οποία, αν η εμπορευματική παραγωγή δεν μπορούσε να πιστωθεί τη θετική δημιουργία των βάσεων και των υλικών μέσων μιας ελεύθερης κοινωνίας, μπορούσε τουλάχιστον να επανενώσει, μέσω της απόρριψης που θα πυροδοτούσε, τις δυνάμεις που θα ήταν ικανές να την ανατρέψουν· θεωρώντας κατά κάποιον τρόπο ότι οι άνθρωποι “θα εξωθούνταν στη συνείδηση και θα οδηγούνταν στην επανάσταση”. Εμείς διαπιστώναμε αντιθέτως ότι την ίδια στιγμή που παρήγαγε “αυτό που χθες φαινόταν ακόμα μη ανεκτό”, διαμόρφωνε “τους ανθρώπους που είναι ικανοί να το ανεχθούν”.

Σημείωση της μετάφρασης

Το κείμενο που ακολουθεί αναδημοσιεύεται από τον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.wordpress.com/2020/02/12/edn_i_01/

Η εκτυπώσιμη μορφή του κειμένου βρίσκεται επίσης στον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.files.wordpress.com/2020/02/edn_i-01-1.pdf

 

Εγκυκλοπαίδεια των Βλαβών

Τόμος Ι, Τεύχος 1

Προκαταρκτική Συζήτηση

(Νοέμβριος 1984)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

(Δεκέμβριος 2019)

Τίτλος πρωτοτύπου:

Encyclopédie des Nuisances, Discours Préliminaire (Novembre 1984)

Éditions de l’ Encyclopédie des Nuisances, 2009

Εκτυπώσιμη μορφή της Προκαταρκτικής Συζήτησης της Εγκυκλοπαίδειας των Βλαβών

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Η Προκαταρκτική Συζήτηση, που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 1984, αποτελούσε το πρώτο τεύχος της Εγκυκλοπαίδειας των Βλαβών. Την είχα συντάξει για να χρησιμεύσει ως βάση συμφωνίας και ως πρόγραμμα σε όσους είχαν συνδεθεί μαζί μου με σκοπό να αναληφθεί η περιοδική έκδοση αυτού του Λεξικού του παραλόγου στις επιστήμες, τις τέχνες και τα επαγγέλματα”. Η παρούσα επανέκδοση δεν χρειάζεται βέβαια κάποια ιδιαίτερη αιτιολογία, καθώς οι συνεχείς πρόοδοι του παραλόγου μάς έχουν οδηγήσει εκεί όπου βρισκόμαστε, αλλά παρόλα αυτά θεωρώ χρήσιμο, εν είδει διευκρίνισης, να υπενθυμίσω με λίγα λόγια υπό ποιες συνθήκες βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή, και ποιο ήταν το πνεύμα που μας ενέπνεε.

Είναι κοινότοπο σήμερα να παρατηρήσουμε ότι η βιομηχανική κοινωνία δεν έχει πια μέλλον, και ότι παρατείνει την αγωνία της ενισχύοντας απλώς συνέχεια τους παλιούς κοινωνικούς καταναγκασμούς και τους νέους τεχνολογικούς περιορισμούς. Δεν ίσχυε το ίδιο στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα. Παρευρισκόμασταν τότε στο ευφρόσυνο ξεκίνημα του κύκλου της καπιταλιστικής ευημερίας του οποίου βλέπουμε σήμερα το τέλος: στη Γαλλία υπήρχε η θριαμβευτική χυδαιότητα του μιτερανισμού, που παρουσιαζόταν ως νίκη του Μάη του 68, και που φυσικά ήταν ακριβώς το αντίθετο. Για μας, το προαπαιτούμενο ήταν να αναγνωρίσουμε ότι είχαν περάσει μια εποχή και η ευκαιρία της”. Θέλαμε να ανακτήσουμε, για να την διασώσουμε, τη μοναδική κληρονομιά του 68 που μας ενδιέφερε: την αρνητικότητα, τη συνεκτική και ιστορική κριτική της εμπορευματικής παραγωγής και των συνθηκών ζωής που επιβάλλει. Θεωρούσαμε ότι για να το κάνουμε αυτό έπρεπε καταρχάς να εξετάσουμε με διαύγεια τις τεράστιες επιτυχίες που είχε καταγάγει από το 68 και μετά η εκσυγχρονισμένη κυριαρχία, να τις δούμε σε όλη τους την έκταση και σε σχέση με τις συνέπειές τους, χωρίς να αποκρύψουμε ως προς τι αποτελούσαν, πολύ περισσότερο από μια απλή παλινόρθωση, μια αποφασιστική αντεπίθεση, που ολοκλήρωνε την καταστροφή σχεδόν όλων εκείνων επί των οποίων η κοινωνική κριτική πίστευε μέχρι τότε ότι μπορούσε να βασίζεται. (Η διεξαγωγή αυτής της αντεπίθεσης εξετάστηκε λεπτομερέστερα στο δεύτερο τεύχος της ΕτΒ, που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1985 και είχε τίτλο Ιστορία δέκα χρόνων – Περίγραμμα μιας ιστορικής απεικόνισης των προόδων της κοινωνικής αλλοτρίωσης.)

Με τον τίτλο και τον υπότιτλό της, η Εγκυκλοπαίδειά μας παρουσιαζόταν ευθύς εξαρχής ως αντιστροφή της προοπτικής των εγκυκλοπαιδιστών του 18ου αιώνα, για να απεικονίσει έτσι στις διάφορες πτυχές της την πραγματική καταστροφή που συνιστούσε ήδη, στη ζωή όλων, η λεγόμενη πρόοδος. Δεν θέλαμε να διαιωνίσουμε περαιτέρω τον πιο διαλεκτικό προοδευτισμό του μαρξισμού, ο οποίος αποφαινόταν, όπως είναι γνωστό, ότι αναπτύσσοντας τις παραγωγικές δυνάμεις ο καπιταλισμός δημιουργούσε ο ίδιος τις αντικειμενικές συνθήκες του επαναστατικού ξεπεράσματός του. Για να επιβαρύνουμε τη θέση μας στα μάτια των ορθόδοξων υπερασπιστών των κληρονομημένων κριτικών βεβαιοτήτων, καταγγέλλαμε επίσης την αυταπάτη σύμφωνα με την οποία, αν η εμπορευματική παραγωγή δεν μπορούσε να πιστωθεί τη θετική δημιουργία των βάσεων και των υλικών μέσων μιας ελεύθερης κοινωνίας, μπορούσε τουλάχιστον να επανενώσει, μέσω της απόρριψης που θα πυροδοτούσε, τις δυνάμεις που θα ήταν ικανές να την ανατρέψουν· θεωρώντας κατά κάποιον τρόπο ότι οι άνθρωποι θα εξωθούνταν στη συνείδηση και θα οδηγούνταν στην επανάσταση”. Εμείς διαπιστώναμε αντιθέτως ότι την ίδια στιγμή που παρήγαγε αυτό που χθες φαινόταν ακόμα μη ανεκτό, διαμόρφωνε τους ανθρώπους που είναι ικανοί να το ανεχθούν”.

Τέτοιου είδους εκτιμήσεις ήταν σίγουρα δυσάρεστες, και πράγματι δυσαρέστησαν. Όχι μόνο την υποταγμένη σκέψη της εποχής, η οποία προπαγάνδιζε περιχαρώς, υπό το πρόσχημα του αντιολοκληρωτισμού, τις εμπορευματικές ελευθερίες και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, αλλά επίσης την πλειονότητα των δηλωμένων υποστηρικτών της κοινωνικής κριτικής, που προτιμούσαν να πιστεύουν ότι δεν υπήρχε από θεωρητική άποψη τίποτα καινούριο στην κυριαρχία, και ότι εξίσου διαχρονικά παρέμενε αμετάβλητο και αναλλοίωτο ένα επαναστατικό υποκείμενο που ήταν πάντα έτοιμο να επανεμφανιστεί στο προσκήνιο της ιστορίας για να ανακτήσει εκεί μονομιάς τα μέσα της καθολικής συνείδησής του.*

Οι ατέλειες αυτού του κειμένου μού διαφεύγουν λιγότερο από οποιονδήποτε: είναι γνωστό με ποιον τρόπο η γλώσσα με την οποία σκεφτόμαστε τις ιδέες μας μπορεί ενίοτε να μας συγκρατεί από το να τις σκεφτούμε μέχρι τέλους. Παραμένει όμως το γεγονός ότι ο προσανατολισμός που υποδείχθηκε τότε ήταν αυτός που διατηρήθηκε ουσιαστικά από την ΕτΒ μέχρι το 1992, και αργότερα από τις εκδόσεις με το ίδιο όνομα. Η συνέχεια του εγχειρήματος έδειξε έτσι από μόνη της –όχι χωρίς δισταγμούς κάποιες φορές, ή στιγμιαίες παλινδρομήσεις– τι από αυτή την προγραμματική έκθεση μπορούσε να οδηγήσει πιο μακριά, και τι έπρεπε να εγκαταλειφθεί σαν νεκρό βάρος.

ΧΑΪΜΕ ΣΕΜΠΡΟΥΝ

Απρίλιος 2009

* Μεταξύ των λίγων εξαιρέσεων, πρέπει να σημειωθεί η ανεπιφύλακτη υποστήριξη που παρείχε αρχικά ο Γκυ Ντεμπόρ, πριν αλλάξει ριζικά γνώμη σχετικά με αυτή την Εγκυκλοπαίδεια και εξάγει το 1988 τα δικά του συμπεράσματα, βασιζόμενος σε παρατηρήσεις συναφείς με τις δικές μας, στα Σχόλια για την κοινωνία του θεάματος.

 

Ι

Για τον Ντιντερό και τους φίλους του, η πρακτική δύναμη που αποκτούσαν οι άνθρωποι με την ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής προμήνυε έναν κόσμο απαλλαγμένο από προκαταλήψεις και διευθυνόμενο από τη λογική, έναν κόσμο πιο πλούσιο σε ευκαιρίες απολαύσεων, όπου ο καθένας θα ήταν ελεύθερος να επιδιώξει την ευτυχία. Περισσότερους από δύο αιώνες μετά, και παρόλο που με τη σεμνότητά της ισχυρίζεται ότι απέχει ακόμα πολύ από το να έχει διαθέσει όλα τα οφέλη της, έφτασε προφανώς η στιγμή να κριθεί αυτή η εμπορευματική παραγωγή με βάση τα αποτελέσματά της: έχει πράγματι μεταμορφώσει αρκετά τον κόσμο ώστε να είναι δυνατό να εκτιμήσουμε αυτά που μας προσκόμισε, ενώ δεν τον έχει μεταμορφώσει ακόμα αρκετά ώστε να είναι αδύνατο να θυμηθούμε αυτά που μας στέρησε. Αυτή είναι άλλωστε μια ευκαιρία για την οποία μπορεί κανείς να εκπλαγεί βλέποντας ότι έχει αξιοποιηθεί τόσο λίγο: ποτέ δεν ήταν τόσο σπάνιες όσο σήμερα οι συζητήσεις για την αναγκαιότητα της εμπορευματικής οικονομίας, ενώ για πρώτη φορά όλος ο κόσμος μπορεί να συζητήσει γι’ αυτή. Είναι αλήθεια ότι αν οι σύγχρονοί μας εκμεταλλεύονταν αυτή την ευκαιρία να κρίνουν την ιστορία τους, θα μπορούσαν επίσης να αδράξουν την ευκαιρία να την δημιουργήσουν ελεύθερα. Δεν βρισκόμαστε εκεί αλλά, για να φτάσουμε, θεωρούμε σκόπιμο να διαδώσουμε την επιθυμία για την πρώτη από αυτές τις δραστηριότητες. Θα προσπαθήσουμε να συνεισφέρουμε σε αυτό.

Πράγματι, δεν βασιζόμαστε πλέον στην ίδια την εμπορευματική παραγωγή προκειμένου να εξαντληθεί τελικά, μέσω της συσσώρευσης των καταστροφικών αποτελεσμάτων της, η υπομονή εκείνων που αποτελούν καθημερινά τα θύματά της. Ήταν αναμφίβολα υπερβολικό να της αποδοθεί κάτι τέτοιο, διότι αποδεικνύεται ότι την ίδια στιγμή που παράγει αυτό που χθες φαινόταν ακόμα μη ανεκτό, παράγει επίσης τους ανθρώπους που είναι ικανοί να το ανεχθούν. Ή τουλάχιστον ανίκανοι να εκφράσουν και να επικοινωνήσουν τη δυσαρέσκειά τους, πράγμα που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα: τα ήθη επιδεινώνονται, η απώλεια του νοήματος των λέξεων συμμετέχει σε αυτή την επιδείνωση. Αυτή είναι λοιπόν η πλευρά της σημερινής παραγωγής βλαβών την οποία σχεδιάζουμε να σαμποτάρουμε, καθώς συμβαίνει να είναι εκείνη επί της οποίας μπορούμε να δράσουμε.

Φιλοδοξούμε να δείξουμε συγκεκριμένα πώς η ταξική κοινωνία περικλείει (υποκρύπτει και καταπνίγει) την ιστορική δυνατότητα του ξεπεράσματός της, και πώς η πάλη της ενάντια σε αυτή την απειλή την οδηγεί στις χειρότερες υπερβολές βλαπτικότητας. Το έργο που ξεκινάμε, και το οποίο δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα υποχρεωθούμε να διακόψουμε λόγω έλλειψης υλικού, έχει λοιπόν δύο στόχους: ως Λεξικό του παραλόγου στις επιστήμες, τις τέχνες και τα επαγγέλματα, σκοπεύει να εκθέσει πώς καθεμιά από τις επαγγελματικές ειδικότητες που απαρτίζουν την επιτρεπόμενη κοινωνική δραστηριότητα συμβάλλει στη γενική επιδείνωση των συνθηκών ύπαρξης· ως Εγκυκλοπαίδεια, σκοπεύει να εκθέσει την ενότητα της παραγωγής βλαβών ως αυταρχική ανάπτυξη της οποίας η αυθαιρεσία αποτελεί την αντιστραμμένη και εφιαλτική εικόνα της εφικτής ελευθερίας της εποχής μας. Το ζήτημα είναι να υποδειχθούν ταυτόχρονα, εκεί όπου μπορούν να διακριθούν, οι τρόποι ξεπεράσματος αυτής της ιστορικής παράλυσης που οι ιδιοκτήτριες τάξεις ονειρεύονται να καταστήσουν αμετάκλητη υπερφορτώνοντάς την προσθετικά.

Εκεί όπου οι Εγκυκλοπαιδιστές μπορούσαν να κάνουν την ενθουσιώδη απογραφή ενός υλικού κόσμου απελευθερωμένου από τη θρησκευτική αυταπάτη, εκεί όπου ο Μαρξ μπορούσε ακόμα να βλέπει “την εξωτερική αποκάλυψη των ουσιωδών δυνάμεων του ανθρώπου”, εμείς πρέπει να περιγράψουμε σήμερα το βασίλειο της τεχνικά εξοπλισμένης αυταπάτης και το “ανοιχτό βιβλίο” της αδυναμίας να δημιουργήσουν συνειδητά την ιστορία τους οι άνθρωποι που είναι υποδουλωμένοι στη δική τους παραγωγή. Θα επιδοθούμε στη μεθοδική διερεύνηση της καταπιεσμένης δυνατότητας κάνοντας την ακριβή απογραφή εκείνων που, μεταξύ των τεράστιων συσσωρευμένων μέσων, θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν σε μια πιο ελεύθερη ζωή, και εκείνων που δεν θα μπορούσαν ποτέ να χρησιμεύσουν παρά μόνο στη διαιώνιση της καταπίεσης.

Αν η αυταπάτη δεν εξαφανίστηκε από την κοινωνική ζωή, αλλά αντιθέτως οικοδομήθηκε εκεί ως ανεξάρτητο βασίλειο, αυτό οφείλεται αναμφίβολα στο γεγονός ότι οξύνθηκαν οι συνθήκες που την καθιστούν κοινωνικά αναγκαία. Η Λογική που επικαλούνταν οι Εγκυκλοπαιδιστές, έχοντας υπαχθεί στην ιδεολογία, ήταν η συγκεκριμένη ορθολογικότητα, επιστημονική και τεχνική, που δοκιμάστηκε στην υλική παραγωγή, και της οποίας η νίκη απέναντι στις χίμαιρες της παλιάς τάξης υποτίθεται ότι θα έκανε τους ανθρώπους αφέντες της μοίρας τους. Αλλά αυτή η λογική δεν απέδωσε όλα τα καλά αποτελέσματα που αναμένονταν από εκείνη, διότι η μονοπωλούμενη από το εμπόρευμα υλική παραγωγή, έχοντας θεμελιωθεί στον διαχωρισμό τόσο μεταξύ των ανθρώπων όσο και μεταξύ αυτών και του προϊόντος της δραστηριότητάς τους, δεν έπαψε να φέρει μέσα της την ανορθολογικότητα. Έτσι ώστε η ανάπτυξή της ήταν μάλλον αυτή του παραλόγου που γινόταν ολοένα ισχυρότερο. Δείτε πώς αυτός ο κόσμος που παράγουν από άκρη σε άκρη είναι πιο εχθρικός για τους αξιοθρήνητους πολιτισμένους απ’ όσο υπήρξε ποτέ η φύση για τους πιο ανυπεράσπιστους άγριους! Εκείνοι τουλάχιστον ένιωθαν ότι ήταν στο σπίτι τους μέσα σε έναν κόσμο που κατοικούνταν από τη μαγική σκέψη. Από αυτή την υποκειμενική άποψη, εκείνη των ανθρώπων στους οποίους υποτίθεται ότι καθιστά κατανοητό το περιβάλλον τους, η σύγχρονη επιστήμη στο τελευταίο της στάδιο μπορεί να οριστεί απλώς ως μια μαγεία που δεν λειτουργεί.

Έτσι προχωράει η πίστη στην πρόοδο που στο τέλος εξαντλείται… Ως αστικό υποκατάστατο της θρησκείας, η ιδέα ενός εγγυημένου καλύτερου μέλλοντος αποσυντίθεται αδυσώπητα, αλλά πάνω σε αυτή την κοπριά ξεφυτρώνουν τερατώδη άνθη: η νοσταλγία που στοιχειώνει τους συγχρόνους μας, και η οποία τους κάνει να θεωρούν υπό ένα ειδυλλιακό φως όλες τις αρχαϊκές μορφές επιβίωσης και συνείδησης που συνδέονται με αυτή, φέρει το ανεξίτηλο σημάδι της αδυναμίας και του παιδιαρίσματος. Πρέπει ωστόσο να παραδεχτούμε ότι, σε σχέση με αυτή, το αυτάρεσκο εγκώμιο της τεχνικής είναι ανθρωπίνως ακόμα πιο αποκρουστικό. Διακηρύττουμε ανοιχτά λοιπόν ενάντια σε αυτό το ψεύτικο δίλημμα μεταξύ παρελθοντισμού και εκσυγχρονισμού ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο σύγχρονο και ταυτόχρονα λιγότερο ανεκτικό απέναντι στις αυταπάτες της προόδου από το σχέδιο της καθολικής χειραφέτησης που γεννήθηκε με τους αγώνες του προλεταριάτου του 19ου αιώνα, ένα σχέδιο που η σημαντική ανάπτυξη των μέσων υποδούλωσης το υποχρεώνει διαλεκτικά να αποσαφηνίζεται και να εμβαθύνει. Είναι βέβαιο ότι η πορεία που ακολούθησε η υλική οργάνωση της εμπορευματικής παραγωγής, μακράν του να δημιουργήσει τις βάσεις για την πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου, το κατέστησε αντιθέτως πιο δύσκολο από ποτέ. Αλλά ίσως αυτό ήταν απαραίτητο για να μπορέσει να εμφανιστεί ως αυτό που είναι –το σχέδιο μιας συνειδητής ιστορίας που δεν μπορεί να θεμελιώσει τις προϋποθέσεις του σε καμία αναγκαιότητα εξωτερική προς αυτές που αναγνωρίζουν τα ίδια τα άτομα.

Παρά τη συγκεχυμένα ιδεαλιστική στροφή του, η διατύπωση του Λιούις Μάμφορντ στον πρόλογό του στο Τεχνική και Πολιτισμός παραμένει έτσι ένα εξαιρετικό προοίμιο της ιστορικής κριτικής όλων των λεγόμενων “τεχνικών προσταγών”: “Αυτό που δημιούργησε ο άνθρωπος, μπορεί να το καταστρέψει. Αυτό που μπορεί να καταστρέψει ο άνθρωπος, μπορεί επίσης να το ξαναφτιάξει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο”. Ακόμα και η απλή επίγνωση αυτής της δυνατότητας καταπνίγεται όμως από το σύνολο της σημερινής οργάνωσης της κουλτούρας, από τους διαχωρισμούς που εδραιώνει μεταξύ των προβλημάτων καθώς αποδέχεται τους κοινωνικά κυρίαρχους διαχωρισμούς. Είναι κοινοτοπία να ειπωθεί ότι σήμερα ο ακραίος καταμερισμός της πνευματικής εργασίας εμποδίζει την επίτευξη μιας εγκυκλοπαιδικής θεώρησης, τη σύλληψη του “κύκλου των γνώσεων” με μια ματιά. Αλλά αυτή η κοινοτοπία κρύβει, όπως πάντα, μια αντιδιαλεκτική δικαιολόγηση αυτού που υπάρχει, διότι δεν βλέπει την πιθανή ενότητα της συνείδησης παρά μόνο στο πεδίο της διαχωρισμένης γνώσης και δεν προσβλέπει στην ανασύστασή της παρά μόνο υπερβαίνοντας τον διαχωρισμό με τη χρήση των ίδιων των εννοιολογικών και υλικών μέσων του διαχωρισμού. Έτσι η γνώση που θρυμματίστηκε από την πνευματική εξειδίκευση επιδιώκει τη λύτρωσή της, από συνέδρια σε συμπόσια, στην ανήμπορη αναζήτηση μιας “πολυεπιστημονικής” επανένωσης των κομματιών της, μιας καρικατούρας καθολικότητας που είναι σε σχέση με την “καθολική και συγκεκριμένη θεώρηση των πάντων” ό,τι είναι οι παροδικές συνοικίες των οποίων η κατασκευή ολοκληρώνει την καταστροφή μιας πόλης σε σχέση με αυτή την πόλη, την εποχή που ήταν ζωντανή. Το μόνο δυνατό αποτέλεσμα, πέρα από την κονφουζιονιστική φλυαρία που συχνά εκπίπτει στα μυστικιστικά σκουπίδια, αυτών των ενωτικών φαντασιοκοπιών της διαχωρισμένης σκέψης που αντιμάχεται την ολότητα, είναι η ενορχήστρωση του ολοκληρωτικού ελέγχου της ζωής, καθώς το Κράτος ενσαρκώνει συγκεκριμένα αυτή την ενότητα ενός κόσμου χωρίς ενότητα, της οποίας την αναζήτηση υποτίθεται ότι λανσάρουν. Σε αντίθεση με τα holdings που συνιστούν υπό την εποπτεία του Κράτους αυτές οι χρεοκοπημένες πνευματικές επιχειρήσεις, η δική μας ενιαία θεώρηση είναι αυτή που αναδύεται ξεκινώντας από την αθλιότητα της καθημερινής ζωής· συμπεριλαμβανομένης εξάλλου εκείνης των ίδιων των ειδικών, που αναγκάζονται να παραδεχτούν ότι στερούνται τα πάντα από τη στιγμή που εγκαταλείπουν την άσκηση της ειδικότητάς τους. Έτσι δεν θέλουμε να ανασυστήσουμε τον “κύκλο των γνώσεων” παρά μόνο για να συνδέσουμε καθένα από τα σημεία που τον απαρτίζουν με αυτό το κοινό κέντρο, την αποστέρηση κάθε εξουσίας πάνω στη ζωή τους που αποτελεί τη μοίρα της τεράστιας πλειονότητας των ανθρώπων.

Σε αντίθεση με όλες τις εγκυκλοπαιδικές απόπειρες από τον Ντιντερό και μετά, η πραγματικότητα από την οποία ξεκινάμε είναι λοιπόν η άγνοια. Πιστεύουμε ότι πρόκειται για μια ανθρώπινη δυνατότητα της οποίας η χρήση είναι πραγματικά καθημερινή και οικεία σε όλους τους συγχρόνους μας· και επομένως για μια πραγματικότητα πιο στέρεη και πιο εύκολα παρατηρήσιμη από το τεράστιο πεδίο των γνώσεων με τις οποίες διατηρούν –και διατηρούμε– λιγότερο άμεσες ή πιο επισφαλείς σχέσεις. Κάθε Εγκυκλοπαίδεια που έχει ως αντικείμενο την ανθρώπινη γνώση χωρίς να ξεκινάει διακηρύττοντας και λαμβάνοντας ως γενική βάση το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι κοινωνικά διαχωρισμένοι από αυτή δεν μπορεί παρά να συμμετέχει στη δημοφιλή σούπα της κουλτούρας, στη διανομή από τους ειδικούς απολιθωμένων θραυσμάτων γνώσεων που επιπλέουν μέσα σε έναν χυλό ιδεολογίας, η οποία συμμετέχει και η ίδια στην αναπαραγωγή της άγνοιας, στην πατερναλιστική διατήρησή της. Η μέθοδός μας συνίσταται αντιθέτως σε μια ανάπτυξη που ξεκινάει από το άμεσο αίσθημα της αποστέρησης απέναντι στην επιστήμη και την τεχνική, από την εξέγερση που εμπνέει αυτή η αποστέρηση: είναι μια μεγαλεπήβολη σύλληψη που δεν παραβλέπει ποτέ την ολότητα, που επιδιώκει να την διατηρήσει, να την κατακτήσει· προχωράει κατευθείαν στην εσώτερη ασθένεια σε καθετί που υπάρχει και δεν δέχεται τίποτα ως αυτονόητο.

Η εξέγερση ενάντια στον διαχωρισμό της επιστημονικής γνώσης είναι η εξωεπιστημονική κοινωνική αλήθεια που κρίνει ιστορικά αυτή την επιστήμη, η ανάγκη για συνείδηση που αγκαλιάζει τα πάντα και πρέπει να επαναφέρει στον εαυτό της τις ειδικές γνώσεις που απαλλοτριώθηκαν από τις υπάρχουσες εξουσίες, όπως η κατασκευή μιας ελεύθερης ζωής θα χρειαστεί να ανακτήσει πρακτικά τον έλεγχο όλων των τεχνικών για να τις υποβάλει στις απαιτήσεις της. Γιατί όποιο κι αν είναι το ζήτημα που προσεγγίζουμε και η πλευρά από την οποία το προσεγγίζουμε, αμέσως μόλις ξεπεραστούν οι εξωτερικές ιδιομορφίες, από την περίμετρο και πέρα, πρέπει, στη σύγκλιση των ακτινών, να αναγνωρίζουμε σαν κέντρο του κύκλου την άγνοια και την αποστέρηση. Το αρνητικό της θεαματικής κουλτούρας το οποίο περιέχει την επιθυμία μιας συνεκτικής γνώσης που θα επιτρέψει τελικά, μέσω της ανάκτησης όλων των δυνατών πρακτικών μέσων της, τη συμφωνία μεταξύ των υποκειμενικών απαιτήσεων και εκείνων του εξωτερικού κόσμου.

Έτσι η Εγκυκλοπαίδειά μας δεν θα μπορούσε να αντλήσει τις αρχές και τα κριτήριά της από καμία από τις ιδιαίτερες ορθολογικότητες των οποίων η ισχύς σε έναν εξειδικευμένο τομέα δραστηριότητας δεν μπορεί πλέον να κρύβει τη χρεοκοπία, από τη στιγμή που η ίδια η κοινωνική χρήση τους έγινε επικίνδυνα ανορθολογική. Η αιωνίως διατυμπανιζόμενη “κρίση του λόγου” δεν είναι παρά η κρίση του κυρίαρχου λόγου, η κρίση των λόγων της κυρίαρχης τάξης. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι αν υπό αυτές τις περιστάσεις το ανορθολογικό ύφος δεν κοστίζει τίποτα σε κάποιους ιδεολόγους, η μομφή του ανορθολογισμού δεν κοστίζει τίποτα σε κάποιους άλλους. Αυτή η σύγχυση είναι το σύμπτωμα μιας εποχής που δεν ξέρει να χρησιμοποιεί την ορθολογική σκέψη περισσότερο από τα υπόλοιπα μέσα της. Όχι επειδή την κατέχει σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό, όπως υποστηρίζεται συχνά, αλλά επειδή δεν την κατέχει εκεί όπου χρειάζεται. Μια από τις δυστυχίες αυτής της εποχής είναι ότι οι αντιφάσεις της ατομικής συνείδησης καταδικάζονται από την κοινωνική καταπίεση να εξασθενούν ελλείψει της εκδήλωσής τους στη ζωντανή εμπειρία και να ικανοποιούνται με υποκατάστατα και άθλιες αποζημιώσεις. Αυτές οι αντιφάσεις δεν μπορούν να αναχθούν πλήρως σε μορφές συνείδησης που έχουν παραχθεί ιστορικά, διότι εκείνο που γίνεται αντιληπτό και εκφράζεται διαμέσου αυτών, λιγότερο ή περισσότερο εύθυμα, δηλαδή σήμερα πολύ δύσθυμα, είναι η οικουμενική ανθρώπινη εμπειρία του περάσματος της ζωής, και της άρνησης αυτού του περάσματος. Από αυτή την άποψη, μπορεί να ειπωθεί όχι μόνο ότι υπήρχαν άλλες δυνατότητες στην ιστορία, αλλά και ότι η ίδια η ιστορία, όπως την επέβαλε η Ευρώπη στον υπόλοιπο κόσμο, δεν ήταν παρά μια δυνατότητα μεταξύ άλλων και, μέχρι νεωτέρας, όχι απαραιτήτως η καλύτερη: μια παραδοσιακή κοινωνία πρόσφερε αναμφίβολα καλύτερες συνθήκες αυτοπραγμάτωσης απ’ ό,τι προσφέρει σήμερα αυτή η εν μέρει ιστορική κοινωνία, που είναι αρκετά ιστορική για να βυθίσει τα πάντα στη δυστυχία, και όχι αρκετά ιστορική για να επιλέξει συνειδητά τη χρήση των μέσων της.

Ο μόνος δυνατός ιστορικός λόγος, και όχι μόνο για να εμπνεύσει τη σύνταξη μιας Εγκυκλοπαίδειας, είναι αυτός που μπορεί να θεμελιώσει πρακτικά τη δραστηριότητα μιας ελεύθερης κοινωνίας καταστρέφοντας καθετί που της αντιτίθεται, υποβάλλοντας τα πάντα στον διάλογο των συνεταιρισμένων ατόμων. Και σε αυτό το πεδίο το οποίο θα έχει απαλλαγεί από τα φαντάσματα που δημιουργεί ο φόβος, θα μπορέσουν να αναπτυχθούν ορθολογικά και ποιητικά –και άρα επίσης να ανανεωθούν– οι πόθοι που σχετίζονται με την αντι-ιστορική πλευρά της συνείδησης και που σήμερα περιορίζονται σε μια αδύναμη παρωδία (αποκρυφισμός και νεο-μαγείες κάθε είδους).

Αυτό το επαναστατικό σχέδιο που στοιχειώνει τη σύγχρονη ιστορία παραμένει το μόνο άξιο υπεράσπισης. Και πρωτίστως από εκείνους για τους οποίους αυτή η εποχή της πλαστοποίησης δεν κατέστρεψε την προτίμηση για την αλήθεια, διότι μονάχα ξεκινώντας από αυτήν, από τις προόδους της όπως και από τις υποχωρήσεις της, μπορούμε να καταλάβουμε το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής μας, το οποίο διαφορετικά παραμένει ανεξιχνίαστο. Σκοπός μας είναι να εδραιώσουμε αυτό το δεδομένο περιγράφοντας συγκεκριμένα και λεπτομερώς τι απέγινε στα χέρια των διαχειριστών του αυτό που μετά βίας μπορούμε ακόμα να αποκαλούμε ανθρώπινη ζωή, καθώς του λείπει τόσο η ζωή όσο και η ανθρωπιά. Πρόκειται λοιπόν για ένα διεξοδικό πρόγραμμα, διατυπωμένο αρνητικά, σχετικά με την επανάσταση που θα χρειαστεί να αναδιοργανώσει το σύνολο των συνθηκών της ύπαρξης κληρονομώντας όλα τα προβλήματα που είναι σήμερα ανίκανη να επιλύσει η ταξική κοινωνία. Παραθέτοντας όλες τις αιτιολογίες της καταδικαστικής κρίσης που εκφέρει μαζικά αυτή η κοινωνία ενάντια στον εαυτό της, ελπίζουμε να δώσουμε το παράδειγμα εκείνης της “καθολικής και συγκεκριμένης θεώρησης των πάντων, ανεξάρτητης από κάθε εξουσία και από κάθε αφηρημένη μεταφυσική” που εξήρε ο Χέγκελ στους πρώτους εγκυκλοπαιδιστές και χωρίς την οποία η περιφρόνηση γι’ αυτό που υπάρχει εκπίπτει στον παθητικό μηδενισμό. Έχουμε τα ιδιαίτερα προσόντα για ένα τέτοιο έργο καθώς δεν είμαστε με κανέναν τρόπο ειδικοί, από εκείνους που μπορεί να εκπαιδεύσει αυτή η κοινωνική οργάνωση. Ό,τι μάθαμε γι’ αυτήν, το μάθαμε καταπολεμώντας την, και με μοναδικό σκοπό να την καταπολεμήσουμε καλύτερα: οι γνώσεις μας δεν μπορούν λοιπόν σε καμία περίπτωση να προσαρμοστούν στα δικά της κριτήρια χρησιμότητας. Αυτό ακριβώς χρειάζεται για να την κρίνουμε από την άποψη της πραγματικής προλεταριοποιημένης ζωής, η οποία στερείται τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με την έκταση της αποστέρησής της. Όπως έλεγε ο Τζωρτζ Όργουελ, που στην εποχή του περιέγραψε καλύτερα από οποιονδήποτε τις απαρχές της γραφειοκρατικοποίησης του κόσμου της οποίας τις αποφασιστικές προόδους μπορούμε να αντιληφθούμε σήμερα: “Το σημείο στο οποίο βλέπω ότι οι άνθρωποι όπως εμείς κατανοούν καλύτερα την κατάσταση από τους λεγόμενους ειδικούς, δεν είναι το χάρισμά τους να προβλέπουν συγκεκριμένα γεγονότα, αλλά η ικανότητά τους να συλλαμβάνουν σε τι είδους κόσμο ζούμε.” Και αυτή η ικανότητα είναι αδιαχώριστη από την πρακτική επιλογή να μην έχουμε κανένα συμφέρον που να εμποδίζει τη χρήση της.

Πρέπει ωστόσο να απαντήσουμε στην αντίρρηση ότι λόγια σαν τα δικά μας είναι κατά κάποιον τρόπο διαποτισμένα με έναν εφησυχαστικό καταστροφισμό, όπου η επιθυμία να δούμε να εξέρχεται από το έσχατο σημείο του κακού η αναγκαιότητα της ανατροπής του μεταμφιέζεται σε πένθιμες διαπιστώσεις. Σίγουρα κάθε γενιά επαναστατών, από τότε που υπάρχει το προλεταριακό σχέδιο μιας αταξικής κοινωνίας, ήθελε να πείσει τον εαυτό της ότι ο αγώνας που διεξήγε ήταν καθοριστικός και ότι η κυρίαρχη κοινωνία είχε φτάσει επιτέλους στο σημείο όπου η κατάρρευσή της ήταν αναπόφευκτη· ή τουλάχιστον πέρα από το οποίο οι απαιτήσεις για τη διατήρησή της θα την υποχρέωναν να δημιουργήσει για την τεράστια πλειονότητα των ανθρώπων τέτοιες συνθήκες ύπαρξης ώστε αυτοί θα εξωθούνταν κατά κάποιον τρόπο στη συνείδηση και θα οδηγούνταν στην επανάσταση. Και κάθε φορά, έβλεπαν αντιθέτως ότι τα όρια του μη ανεκτού μπορούσαν να διευρυνθούν ακόμα περισσότερο, με μοναδικό αποτέλεσμα μέχρι σήμερα μια ολοένα αυξανόμενη εκλέπτυνση της δειλίας και της προσομοίωσης μεταξύ των έντιμων πολιτών της ατίμωσης.

Το ζήτημα για μας δεν είναι να χλευάσουμε το μερίδιο της αυταπάτης που διατηρούσαν συχνά στις ίδιες τις πράξεις τους οι επαναστάτες του παρελθόντος: ας αφήσουμε αυτή την ευκολία σ’ εκείνο το είδος των ρεαλιστών που, από την πλευρά τους, βρίσκουν πιο άμεσα την παρηγοριά τους και ό,τι αποκαλούν απολαύσεις τους στο εσωτερικό της σημερινής χυδαιότητας, που είναι πράγματι καλά προσαρμοσμένη στις ευτελείς ορέξεις τους. Όχι μόνο θα προτιμάμε πάντα να κάνουμε λάθος μαζί μ’ εκείνους που πίστευαν ότι ήταν οι τελευταίοι που θα υπέμεναν τον ακρωτηριασμό της ζωής, και δεν μπορούσαν να συλλάβουν ότι θα διατηρούνταν ακόμα περισσότερο η συσσώρευση της αποστέρησης, από το να έχουμε δίκιο μαζί με αυτούς που τους νίκησαν, ή με τους κληρονόμους αυτών που τους νίκησαν –αλλά πάνω απ’ όλα, οι καλύτερα θεμελιωμένοι λόγοι, επειδή ήταν οι λιγότερο “επιστημονικοί”, εκείνων των νικημένων επαναστατών είναι σήμερα οι πιο απτοί και οι πιο επείγοντες που υπάρχουν. Για όποιον, απέναντι και ενάντια σε όλα, δεν ταυτίζεται με τις δυνάμεις της αδράνειας που κατεβαίνουν ολοένα πιο ορμητικά την πλαγιά του προγραμματισμένου τρόμου, αυτοί οι λόγοι είναι τόσο χειροπιαστοί όσο και το μακάβριο σχέδιο να καταστεί μη αναστρέψιμο το αποτέλεσμα της πολλαπλασιαστικής ανάπτυξης των εμπορευμάτων και, σαν ζοφερή παρωδία του επαναστατικού σχεδίου ενός καθολικού ανθρώπου, να υπερεξοπλιστεί ακόμα περισσότερο η αδυναμία των ατόμων, να υποβιβαστούν οριστικά στην κατάσταση των σπασμωδικών μαριονετών, κινούμενων από τα αναρίθμητα προσθετικά εμπορεύματά τους, στον ρυθμό ενός πανταχού παρόντος τηλεματικού μηχανισμού. Και αυτοί οι νικημένοι λόγοι εξακολουθούν λοιπόν να κρίνουν το σύνολο της μετέπειτα εξέλιξης, έτσι ώστε να μπορούμε να την καταδικάσουμε με πλήρη επίγνωση του σκοπού μας.

Έτσι η υποκειμενική βάση της επαναστατικής επιθυμίας απαλλάσσεται μέσω της κίνησης της αλλοτριωμένης ιστορίας από κάθε επίφαση αυθαιρεσίας: η αντικειμενικότητα του κόσμου που υπάρχει ακόμα καθορίζεται πλήρως από εκείνες τις επιδιώξεις που πρέπει, αδιάκοπα, να συντρίβει, και ταυτόχρονα να συνεχίζει να δικαιολογεί με τη συντριβή τους. Αυτό που αντιθέτως διαψεύστηκε απερίφραστα, παρά την ύπαρξη ή μάλλον εξαιτίας της ύπαρξης μιας βούλησης ασώματης αντικειμενικότητας που ισχυριζόταν ότι δεν χρειάζεται την επικύρωση της ατομικής επιλογής, είναι η βεβαιότητα να μιλάει κανείς στο όνομα ενός εγγυημένου μέλλοντος, μια βεβαιότητα η οποία αναλωνόταν συχνότατα σε μια μονομερή ταύτιση των απελευθερωτικών δυνατοτήτων με μια “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων” που γινόταν αντιληπτή σύμφωνα με το θλιβερό μοντέλο της αστικής προόδου. Χρειάζεται επίσης να αξιολογηθούν διαλεκτικά όσα αποκαλύπτονται σήμερα σε μας ως αυταπάτη: από τη μια πλευρά, η ιδέα σύμφωνα με την οποία η ίδια η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, μέσα στο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας, διευκόλυνε την επαναστατική επανοικειοποίησή τους και τις καθιστούσε ολοένα καταλληλότερες για τη χρήση που θα είχαν σε μια ελεύθερη κοινωνία· αυτή η ιδέα δεν ήταν ένα θεωρητικό σφάλμα που θα έπρεπε σήμερα να διορθώσουμε, αλλά η έκφραση μιας πραγματικά παρούσας ιστορικής δυνατότητας της οποίας η αξιοποίηση έπρεπε τότε να επιδιωχθεί· μια έκφραση που δυστυχώς μυστικοποιήθηκε από τη στιγμή που ξεχάστηκε η συνειδητή δραστηριότητα που έπρεπε να επιβάλει αυτή τη δυνατότητα, ενάντια σε όλες τις υπόλοιπες. Από την άλλη πλευρά, η ιδέα της εφικτής επανοικειοποίησης, που έγινε έτσι ιδεολογία με την ενατενιστική εγκατάλειψη στην οικονομική πορεία των πραγμάτων, έπαιξε η ίδια έναν ρόλο στο γεγονός ότι τα πράγματα συνεχίζουν την αυτόνομη πορεία τους, και αποτέλεσε στο επόμενο στάδιο έναν αποφασιστικό αντεπαναστατικό παράγοντα. Αναμφίβολα, η βεβαιότητα ότι θα κληρονομήσουμε τον κόσμο δεν υπήρξε μόνο η βάση της γραφειοκρατικής ιδεολογίας, αλλά επίσης, για πολλούς επαναστάτες, η πηγή της αποφασιστικότητάς τους και του θάρρους τους, μέχρι τον θάνατο. Αλλά για μας, για όλους εκείνους που είναι πραγματικά αποφασισμένοι να επιταχύνουν την εξαφάνιση του υφιστάμενου κόσμου, ας πούμε απλώς ότι η μοίρα μας είναι να μην μπορούμε να αντλήσουμε την αποφασιστικότητά μας και το θάρρος μας από καμία βεβαιότητα αυτού του είδους.

Η ιστορική καμπή ενώπιον της οποίας βρισκόμαστε μπορεί να οριστεί λέγοντας ότι σήμερα όχι μόνο “κάθε ανάπτυξη μιας νέας παραγωγικής δύναμης είναι ταυτόχρονα ένα όπλο ενάντια στους εργάτες” (Μαρξ), αλλά είναι πρωτίστως, και σχεδόν αποκλειστικά, μια μηχανή πολέμου ενάντια στο επαναστατικό σχέδιο του προλεταριάτου: το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο ότι η επιλογή μεταξύ όλων των εφαρμόσιμων τεχνικών εφευρέσεων γίνεται σύμφωνα με τις ανάγκες της διατήρησης της ταξικής εξουσίας, ούτε ότι η συνολική οργάνωσή τους, η μορφή που δίνεται σε αυτές τις τεχνικές, καθορίζονται από τις επιταγές του γραφειοκρατικού μυστικού, προκειμένου να διαιωνιστεί το μονοπώλιο της χρήσης τους, αλλά ότι αυτές οι περιβόητες “παραγωγικές δυνάμεις” κινητοποιούνται σήμερα από τις ιδιοκτήτριες τάξεις και τα Κράτη τους για να καταστήσουν αμετάκλητη την απαλλοτρίωση της ζωής και να λεηλατήσουν τον κόσμο μέχρι να τον μετατρέψουν σε κάτι που κανένας δεν θα μπορεί πια να διανοηθεί να τους αμφισβητήσει.

Δεν απορρίπτουμε λοιπόν αυτό που υπάρχει και αποσυντίθεται με ολοένα μεγαλύτερη βλαπτικότητα στο όνομα ενός μέλλοντος που θα αντιπροσωπεύαμε καλύτερα από τους επίσημους ιδιοκτήτες του. Θεωρούμε αντιθέτως ότι αυτοί αντιπροσωπεύουν άριστα το μέλλον, κάθε προβλέψιμο μέλλον που ξεκινάει από τη σημερινή αχρειότητα: δεν αντιπροσωπεύουν μάλιστα τίποτα περισσότερο από αυτό, και μπορούμε να τους το παραχωρήσουμε. Απέναντι σε αυτή την επιχείρηση της σχεδιασμένης ερημοποίησης, της οποίας το ρητό πρόγραμμα είναι να παραγάγει έναν μη μεταστρέψιμο κόσμο, οι επαναστάτες βρίσκονται στην καινούρια κατάσταση να πρέπει να αγωνιστούν για να υπερασπιστούν το παρόν, έτσι ώστε να διατηρήσουν ανοιχτές όλες τις άλλες δυνατότητες αλλαγής –ξεκινώντας βέβαια από την πρωταρχική δυνατότητα που συνιστούν οι ελάχιστες προϋποθέσεις επιβίωσης του είδους–, εκείνες ακριβώς που η κυρίαρχη κοινωνία επιδιώκει να αποκλείσει προσπαθώντας να υποβιβάσει αμετάκλητα την ιστορία στη διευρυμένη αναπαραγωγή του παρελθόντος· και το μέλλον στη διαχείριση των αποβλήτων του παρόντος.

Σίγουρα το σχέδιο παραγωγής ενός μη μεταστρέψιμου κόσμου, που θα απαγορεύει για πάντα οποιαδήποτε επαναστατική επανοικειοποίηση, είναι ένα σχέδιο παράλογο και αυτοκτονικό, καθώς θα σήμαινε έναν κόσμο κυριολεκτικά αβίωτο, όπου θα υλοποιούταν καταστροφικά η ιστορική ανυπαρξία στην οποία καταδικάζονται πρόθυμα οι ιδιοκτήτριες τάξεις μαζί με τους προλετάριους, προκειμένου να συνεχιστεί η οικονομική ιστορία των πραγμάτων. Αλλά η απόδειξη του παραλογισμού που συνιστά η προσπάθεια κατασκευής ενός κόσμου όπου η απόλυτη πραγμοποίηση δεν θα ήταν ο θάνατος διακινδυνεύει, αν τον αφήσουμε να συνεχίζεται για πολύ καιρό, να είναι η τελευταία που θα μας προσφέρει ο καπιταλισμός, όχι όμως με τον επιθυμητό τρόπο. Και τότε κανένας δεν θα έχει πια την ευκαιρία να δει εκεί μια εν τέλει καθολική αντεπανάσταση από την οποία θα προκύψει κατ’ ανάγκη μια όχι λιγότερο καθολική επανάσταση, διότι η αστική τάξη θα έχει καταφέρει να εξασφαλίσει, όχι πλέον στην οικονομική ιδεολογία της αλλά στην πράξη, ότι η ιστορία υπήρξε κάποτε και ότι δεν υπάρχει πια.

Μπορούμε να πούμε ότι στο εξής το Κράτος είναι αυτό που αναλαμβάνει το καθήκον να δημιουργήσει τελικά την κατάσταση που καθιστά αδύνατη κάθε επιστροφή, που απαγορεύει στους ανθρώπους να επιστρέψουν στην ιστορία τους και να ξυπνήσουν την κοιμισμένη λογική τους για να αναλογιστούν τη δύναμή τους με αφυπνισμένα μάτια και να επιλέξουν ελεύθερα τη χρήση που θέλουν να της κάνουν. Και εναπόκειται λοιπόν στους επαναστάτες να εκμεταλλευτούν αυτό που μπορεί να είναι μια θέση ισχύος, εκείνη που τους παρέχει η φρενήρης φυγή προς τα εμπρός των εξουσιών και της αυτονομημένης οικονομίας με την οποία αυτές έχουν συνδέσει τη μοίρα τους. Γιατί ενάντια στην αξίωση να καταστούν αμετάκλητες η κρατούσα κατάσταση και η κατάσταση του Κράτους καθιστώντας μη αναστρέψιμες τις βλάβες τους, οι επαναστάτες δεν αντιπροσωπεύουν πλέον μόνο μια διαφορετική επιλογή αλλά τον απλό ρεαλισμό: υπερασπίζονται τόσο μια απόρριψη όσο και ένα σχέδιο, και μπορούν να κινητοποιήσουν για τον σκοπό τους, μαζί με την επιθυμία για το άγνωστο, το ένστικτο της συντήρησης. Θαυμάσια σύμπτωση: για να διασωθεί το μικρό μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν έχει ακόμα μολυνθεί καταστροφικά από την εμπορευματική παραγωγή, και για τη διατήρηση του οποίου ενδιαφέρεται άμεσα ο καθένας, χρειάζεται μια κοινωνική επανάσταση· για να παραμείνει δυνατή μια κοινωνική επανάσταση, πρέπει να υπερασπιστούμε αυτό από το οποίο θα πρέπει να δημιουργηθεί μια ελεύθερη ζωή, και από το οποίο και μόνο μπορούμε να την συλλάβουμε, και να κρίνουμε καθετί άλλο. Ξεκινώντας από τη μνήμη όλων όσα αποτέλεσαν ελεύθερη δραστηριότητα στην ιστορία, απόπειρες υπό το φως των οποίων η οικονομική δυστυχία εμφανίζεται ξεκάθαρα ως αυτό που είναι, μια ατέρμονη παρέκκλιση στην παραγωγή του ανθρώπου από τον εαυτό του, που απειλεί να τον εκτρέψει οριστικά. Αυτό το σύστημα καταπιάνεται το ίδιο με καθετί εξαιρετικά ευοίωνο που δημιουργήθηκε στο παρελθόν ως διάκοσμος ή σύμβολο μιας ζωντανής κοινότητας, προκειμένου να το αφανίσει ή να το καταστήσει ακατανόητο. Σε σχέση με την ποιότητα που περιέχει κάθε αυθεντική δημιουργία, μπορούμε να πούμε αυτό που έλεγε ο Αντρέ Μπρετόν για τις δημιουργίες των Αβοριγίνων της Αυστραλίας: «Μακάρι ο άνθρωπος, που σήμερα πασχίζει να επιβιώσει, να βρει εκεί το μέτρο των χαμένων δυνάμεών του· μακάρι αυτός που, μέσα στη γενική αλλοτρίωση, αντιστέκεται στη δική του αλλοτρίωση, “να επιστρέψει στον εαυτό του σαν το μπούμερανγκ της Αυστραλίας, στη δεύτερη φάση της τροχιάς του”». Έτσι, καθετί που μας επιτρέπει να διαβλέψουμε τα θαύματα για τα οποία θα ήταν ικανή μια ελεύθερη ανθρωπότητα είναι για μας ένας πρόσθετος λόγος για να περιμένουμε τα πάντα από τις χειραφετημένες δυνάμεις της κοινωνικής κατάλυσης.

ΙΙ

Ο αναγνώστης θα έχει ήδη καταλάβει ότι ως βλάβες δεν εννοούμε απλώς ό,τι αυτός ο κόσμος θέλει ο ίδιος να ορίζει σαν τέτοιες: τις διάφορες υπερβολές του, που απομονώνονται έτσι ως τυχαίες δυσλειτουργίες, όπως εκείνες οι “καταχρήσεις” των οποίων η περιστασιακή ομολογία θέλει να αποκρύψει την αχρειότητα που συνιστά η ίδια η ύπαρξη μιας αστυνομίας. Γιατί το γεγονός καθαυτό ότι οι άνθρωποι πρέπει να μαθαίνουν από ειδικούς την πραγματικότητα όσων κάνουν, να βλέπουν να πιστοποιείται από “έγκριτες πηγές” ο λιγότερο ή περισσότερο επιβλαβής χαρακτήρας των προϊόντων που οι ίδιοι μάλιστα κατασκεύασαν (δηλαδή που οι ίδιοι μπορούν επίσης να απορρίψουν), το γεγονός ότι είναι σε τόσο μεγάλο βαθμό διαχωρισμένοι από τα μέσα και από τα αποτελέσματα της δραστηριότητάς τους ώστε να αγνοούν την ακριβή φύση της, αυτή είναι για μας η βλάβη που εμπεριέχει όλες τις υπόλοιπες. Δεν είναι παρά ένας τρόπος παραγωγής, και με ό,τι ζητάει με σεβασμό από το Κράτος, που είναι ο φύλακάς του, προκειμένου να μετριάσει τις ανεξέλεγκτες επιπτώσεις του, το μόνο που κάνει είναι να βυθίζεται αυτάρεσκα μέσα στην αποστέρηση, και να γυρίζει τον τροχό της γραφειοκρατικοποίησης του κόσμου. Μιας γραφειοκρατικοποίησης που, καθώς δεν μπορεί προφανώς να εξαλείψει τις βλάβες, έχει ως στόχο να καταφέρει να χειραγωγήσει την πρόσληψή τους.

Αναμφίβολα θα ήταν δυνατό, προκειμένου να αναχθεί κάθε ιδιαίτερη βλάβη στην ολότητα της κοινωνικής πράξης, να παρουσιάσουμε αυτή την Εγκυκλοπαίδεια σύμφωνα με ένα “φαινομενολογικό” σχέδιο: να εξυψωθούμε από την άμεση πρόσληψη των βλαβών στην κοινωνική παραγωγή τους, και από εκεί στο Κράτος ως απόλυτη βλάβη που ελέγχει αυτή την παραγωγή και διαχειρίζεται την πρόσληψή της, προγραμματίζοντας τα όρια της ανοχής. Μια τέτοια διαδικασία έκθεσης θα είχε το πλεονέκτημα να παρουσιάζει ρητά τις εξεταζόμενες πραγματικότητες ως στιγμές μιας οργανικής ολότητας. Αλλά, ακριβώς επειδή πρόκειται για μια οργανική ολότητα, υπάρχει συνεχής αμοιβαία δράση ανάμεσα στις διάφορες στιγμές της, και έτσι αντιμετωπίζουμε την τυπική δυσκολία να καθιστούμε κάθε φορά εμφανή τη σχέση ανάμεσα στο ειδικό και το γενικό, χωρίς όμως να καταπνίγουμε τα συστατικά στοιχεία όπως μέσα σε μια ομίχλη μόλυνσης όπου όλα τα μοσχάρια με ορμόνες είναι γκρίζα… Για να αποφευχθεί αυτό, πρέπει καταρχάς να βάλουμε στην άκρη ορισμένες σχέσεις και μεσολαβήσεις, να εξετάσουμε τα φαινόμενα στην υποτιθέμενη απομόνωσή τους. Και έτσι, με τη θεώρηση του προφανούς, με τον τρόπο του να ξεκινάει από το συγκεκριμένα αισθητό, ένα τέτοιο σχέδιο είναι εντελώς τεχνητό, καθώς πρέπει να προσποιείται ότι αγνοεί, όταν καταπιάνεται με την άμεση πρόσληψη, ότι αυτό το σημείο αφετηρίας είναι ταυτόχρονα ένα κοινωνικό προϊόν, ένα αποτέλεσμα της συνολικής διαδικασίας: πράγματι, η αίσθηση είναι αυτή που μας διδάσκει, αλλά αυτός ο εκπαιδευτής έχει και ο ίδιος εκπαιδευτεί. Και, όπως έγραφε ο Κρεβέλ, “πώς μπορεί να εκπλήσσεται κανείς για το ότι αυτό το ευαίσθητο κλειδοκύμβαλο δεν ανταποκρίνεται σωστά εφόσον εξακολουθεί να αγγίζεται, να πιέζεται εσφαλμένα;” (Το Κλειδοκύμβαλο του Ντιντερό.) Υλιστική στην πρακτική της να οροθετεί, η σύγχρονη εξουσία ονειρεύεται να πραγματώσει με τον τρόπο της τη φαντασίωση της Πραγματείας περί των Αισθήσεων του Κοντιγιάκ· το ζήτημα δεν είναι πια η μεταμόρφωση ενός αγάλματος σε άνθρωπο παρέχοντάς του διάφορα αισθητήρια και επομένως αισθήσεις βάσει των οποίων θα αναπτύξει τις ικανότητές του, αλλά αντίθετα η μεταμόρφωση των ανθρώπων σε ρομποτοποιημένους σκλάβους με την επιλογή αισθήσεων βάσει των οποίων δεν θα μπορούν να αναπτύξουν παρά μόνο μια πολυμορφική ικανότητα υποταγής: δεδομένου ότι οι άνθρωποι είναι το προϊόν των συνθηκών, το ζήτημα είναι να δημιουργηθούν απάνθρωπες συνθήκες.

Ένα τέτοιο αστυνομικό σχέδιο δεν είναι βέβαια παρά μια τάση, η οποία προσκρούει, όπως είπαμε παραπάνω, στο αντικειμενικό όριο κάθε γραφειοκρατικοποίησης: πρέπει ταυτόχρονα να κάνει τους ανθρώπους να συμμετέχουν (ως εργάτες και ως καταναλωτές) σε αυτό στο οποίο πρέπει να τους απαγορεύει να συμμετέχουν. Έτσι όλοι οι διευθυντές κλαψουρίζουν αναζητώντας μια ενεργητική παθητικότητα, μια υποταγή γεμάτη πρωτοβουλίες, κ.λπ. Ωστόσο, αυτή η απαλλοτρίωση όλων των πρακτικών μέσων μιας αισθαντικής εμπειρίας με βάση την οποία θα μπορούσε να διαμορφωθεί το γούστο, η κρίση, κ.λπ., με δυο λόγια η ατομική αυτονομία, αυτή η απαλλοτρίωση έχει ήδη γνωρίσει αρκετά δραματικές επιτυχίες έτσι ώστε να μην μπορούμε να επικαλεστούμε ως σημείο αφετηρίας και ως βάση της κριτικής μας μια κοινή άμεση πρόσληψη που θα περιείχε τους σπόρους όλων των συμπερασμάτων μας ενάντια σε αυτόν τον κόσμο. Είναι αντιθέτως σαφές πώς αυτή η άμεση πρόσληψη, ακόμα και όταν υποχρεώνεται να διαπιστώσει την υποβάθμιση της περιβάλλουσας πραγματικότητας, ξέρει επ’ αόριστον να βρίσκει τρόπους ώστε να μην καταλήγει σε συμπεράσματα. Όσο για μας, τα συμπεράσματά μας δεν προέρχονται τόσο από τις αισθήσεις μας, από την άμεση εκ μέρους μας πρόσληψη των βλαβών, αλλά περισσότερο τις προσανατολίζουν και τις επηρεάζουν: πρέπει να έχουμε ήδη θέσει ένα κριτήριο γι’ αυτό που είναι ανεκτό και γι’ αυτό που δεν είναι προκειμένου να θεωρήσουμε ως μη ανεκτή τη μια ή την άλλη πλευρά της υποβάθμισης των συνθηκών της ύπαρξης, την οποία θα ανέχονται πλήρως οι κάθε είδους έντιμοι πολίτες. Διότι για άλλη μια φορά το μοναδικό αντικειμενικό όριο του ανεκτού είναι ο θάνατος· και είναι ένα όριο από το οποίο δεν μπορεί κάποιος να αντλήσει κανένα κριτήριο αξιολόγησης από τη στιγμή που το διασχίζει. Έτσι βλέπουμε ότι και από υποκειμενική σκοπιά επίσης, η αίσθηση δεν είναι ένα δεδομένο αλλά ένα κεκτημένο, ένα προϊόν, ένα πρακτικό αποτέλεσμα.

Ο αναγνώστης έχει τώρα το δικαίωμα να αναρωτηθεί από πού προέρχονται λοιπόν, αν όχι από την άμεση πρόσληψή μας, και εφόσον βέβαια δεν αποτελούν εξ αποκαλύψεως αλήθεια, τα συμπεράσματά μας ενάντια σε αυτόν τον κόσμο, τα οποία μας κάνουν τόσο ευαίσθητους απέναντι στην ανάπτυξή του, τόσο αλλεργικούς σε όσα μοιάζουν να ευχαριστούν τόσους πολλούς ανθρώπους, έτσι ώστε κάποιοι δεν θα παραλείψουν να μας ταξινομήσουν στην κατηγορία των παρανοϊκών, εκεί όπου αυτή η κοινωνία ταξινομεί, με φυσικούς όρους αν είναι απαραίτητο, εκείνους που δεν ταξινομούνται από μόνοι τους. Θα ικανοποιήσουμε μια τόσο θεμιτή περιέργεια με ακόμα μεγαλύτερη ευχαρίστηση καθώς θα μας φαινόταν χρήσιμο και διδακτικό να κάνουν το ίδιο όλοι εκείνοι που παρεμβαίνουν για να δημοσιεύσουν την άποψή τους σχετικά με την κοινωνία, και να μας πουν λίγα πράγματα για το πώς έφτασαν να συλλάβουν αυτές τις απόψεις, σε τι τους χρησιμεύουν, εν ολίγοις πώς ζουν και πώς έζησαν. Το γεγονός ότι συχνότατα δεν το κάνουν αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι οι πατενταρισμένοι διανοούμενοι δεν μπορούν να πουν τίποτα για τη χρησιμότητα (πόση;) που βρίσκουν στις ιδέες τους. Προτιμούν να μας παίζουν το κόλπο της ασώματης αντικειμενικότητας, όταν δεν πρόκειται για εκείνο της προφητικής μπλόφας. Όσο για μας, η λαμπρότητα της δικής μας ευφυΐας μάς επιτρέπει να διακρίνουμε καθαρά τα όριά της, και είμαστε αρκετά ικανοί να την επικυρώσουμε ιστορικά. Μπορούμε να δείξουμε ότι οι απόψεις μας, με όποιον τρόπο κι αν κρίνονται και όσο λίγο κι αν συμβαδίζουν με τις κυρίαρχες προκαταλήψεις, δεν είναι το αποτέλεσμα ούτε μακροχρόνιων και βαρετών μελετών ούτε μιας ξαφνικής πνευματικής αποκάλυψης. Αλλά μάλλον μιας περιπετειώδους πλοήγησης διαμέσου των ρευμάτων μιας εποχής, σύμφωνα με τις ευκαιρίες και τις συναντήσεις.

Οι περισσότεροι από εμάς έκαναν εκείνες τις βασικές επιλογές που, εφόσον διατηρούνται, καθοδηγούν μια ζωή ως “θεμελιώδεις αρχές εκτός συζήτησης”, σε μια εποχή όπου το σχέδιο της αναδιάρθρωσης του συνόλου της ζωής σύμφωνα με τις προσταγές της ταξικής κυριαρχίας δεν κατείχε ακόμα όλα τα υλικά μέσα του, αλλά εκδηλωνόταν κυρίως ως ένα τεχνοκρατικό και κυβερνητικό όνειρο μιας εξημερωμένης κοινωνίας, ως μια μακάρια διαφήμιση των πρώτων αποτελεσμάτων της μαζικής εμπορευματικής παραγωγής. Μεγάλα συγκροτήματα, αυτοκίνητα, πολιτιστικά κέντρα, διασκεδάσεις, όλα αυτά που η εισβολή τους μόλις άρχιζε να ισχυρίζεται ότι ενσαρκώνει την προσιτή ευτυχία, το τέλος του ιστορικού μαρτυρίου με τη χάρη της τεχνικής. Αλλά η σχετική καθυστέρηση της Γαλλίας ως προς την πρόσβαση σε αυτή την εμπορευματική αφθονία επέτρεπε ταυτόχρονα να την βλέπουμε να έρχεται, ιδίως μάλιστα στον βαθμό που εδώ ήταν προσβάσιμες, ταυτόχρονα με το αστικό πεδίο όπου είχε κατατεθεί η μνήμη όλων των σύγχρονων ταξικών αγώνων, οι συγκεκριμένες μνήμες των διάφορων πτυχών των επαναστατικών αγώνων της προηγούμενης περιόδου (όπως εκείνων που μπόρεσαν να εκφραστούν στον σουρρεαλισμό ή στον επαναστατικό μαρξισμό, δηλαδή τον αντισταλινικό). Αυτή η συνάντηση ενός ανολοκλήρωτου παρελθόντος και ενός ανεκπλήρωτου μέλλοντος σε ένα αβέβαιο παρόν (καθώς το τέλος του πολέμου της Αλγερίας είχε εξαλείψει τις αντιφασιστικές αυταπάτες και είχε δείξει ότι αυτό που εδραιωνόταν με τον γκωλισμό δεν ήταν τίποτα άλλο από έναν σύγχρονο καπιταλισμό) επέτρεψε να γίνει αντιληπτή η εμπορευματική ευτυχία με την οποία μας ζάλιζαν τα αυτιά ως κάτι που δεν ήταν καθόλου αυτονόητο, που σε κάθε περίπτωση δεν ήταν αυτονόητο για μας.

Σε μια τέτοια ιστορική συγκυρία, όπου υπήρχε ακόμα στην καθημερινή ζωή το έδαφος με βάση το οποίο αυτό που δεν είχε γίνει οικείο μπορούσε να γίνει γνωστό, ή τουλάχιστον να κριθεί, λίγο γούστο, κάποιες γνώσεις ή απλώς η άρνηση της προγραμματισμένης γήρανσης, το αόριστο προαίσθημα μιας εφικτής ζωής, αρκούσαν για να γεννηθεί η επιθυμία μιας αλλαγής εντελώς διαφορετικής φύσης από εκείνη που σχεδίαζε η κυρίαρχη κοινωνία. Ξεκινώντας από εκεί, μια ορισμένη συνέπεια στην πρακτική αυτής της επιθυμίας οδηγούσε αναπόφευκτα στο να ανακαλυφθεί εκ νέου το σύνολο του επαναστατικού σχεδίου που είχε γεννηθεί στη βάση του αγώνα του προλεταριάτου επί δύο αιώνες και, μέσα στην ίδια κίνηση, να αναγνωριστεί ότι το πεδίο εφαρμογής του είχε διευρυνθεί και βαθύνει ακόμα περισσότερο από μια κοινωνία που επιδίωκε να χρησιμοποιήσει τα ολοένα συσσωρευόμενα υλικά μέσα της με μοναδικό σκοπό τη διαιώνιση της εξαχρείωσης, της παθητικότητας και της πλήξης. Καθόλου τυχαία, σε αυτήν ακριβώς την αναδιατύπωση του επαναστατικού σχεδίου υπό το πρίσμα των ιστορικών δυνατοτήτων αφιερώθηκαν για αρκετά χρόνια εκείνοι που, με τη συγκρότηση μιας καταστασιακής Διεθνούς, είχαν επισημάνει εξαρχής την πρόθεσή τους να βάλουν ξανά στο παιχνίδι σε αυτή την εποχή τις μορφές οργάνωσης του παλιού επαναστατικού εργατικού κινήματος, να ποντάρουν σε μια επιστροφή της κοινωνικής επανάστασης. Προερχόμενοι από την τέχνη, την κρίση της και το σχέδιο του ξεπεράσματός της μέσα σε μια δραστηριότητα που θα επανοικειοποιούταν όλα τα σύγχρονα μέσα δράσης πάνω στο περιβάλλον και τη συμπεριφορά (ένα πρόγραμμα που συνοψίστηκε στον ορισμό μιας ελεύθερης ζωής ως “κατασκευής καταστάσεων”), έφεραν στη συζήτηση των προβλημάτων της σύγχρονης επανάστασης, που μέχρι τότε περιοριζόταν κατά τρόπο μάλλον ακαδημαϊκό σε ορισμένες μικρές ομάδες που είχαν επιζήσει της συντριβής από τη σταλινική αντεπανάσταση, μια ελευθερία θεώρησης που έμελλε γρήγορα να επιτρέψει να τεθούν με τους αυθεντικούς όρους τους. Όπως διαβεβαίωναν οι ίδιοι το 1963 με μεγάλη αυτοπεποίθηση: “Ξεκινώντας έτσι από τη μοντέρνα τέχνη –την ποίηση–, από το ξεπέρασμά της, από όσα η μοντέρνα τέχνη επιδίωξε και υποσχέθηκε, από την εκκαθάριση, για να το πούμε έτσι, των αξιών και των κανόνων της καθημερινής συμπεριφοράς που μπόρεσε να διεξάγει, θα δούμε τώρα να επανεμφανίζεται η επαναστατική θεωρία που είχε ξεκινήσει στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα από τη φιλοσοφία (από τον κριτικό αναστοχασμό πάνω στη φιλοσοφία, από την κρίση και τον θάνατο της φιλοσοφίας).”

Η ανωτερότητα της ΚΔ, μετρήσιμη στην πρακτική επίδρασή της, απέναντι σε όλες τις υπεραριστερές σέκτες (των οποίων η πολιτιστική εκταφή μετά το 1968 οφείλεται μάλλον στην επιτυχία αυτής, στην ανάγκη να ελαχιστοποιηθεί, παρά στη δική τους αποτελεσματικότητα), όπως και απέναντι στους οπαδούς ενός αναρχισμού που είχε υποβιβαστεί σε μια απολιθωμένη ύπαρξη, βασιζόταν στην εμπειρία που είχαν αποκτήσει στη σφαίρα της τέχνης οι καταστασιακοί, και πρωτίστως ο Γκυ Ντεμπόρ, σε σχέση με τη φθορά όλων των συμβατικών μέσων έκφρασης, μια εμπειρία που, μεταφερόμενη στο πεδίο της επαναστατικής πρακτικής, επέτρεψε την απαραίτητη εισροή φρέσκου αέρα στο κλειστό βάζο όπου μαράζωναν οι ιδέες που είχαν κληρονομηθεί από την προηγούμενη εποχή. Η κρίσιμη απόσταση που κράτησε η ΚΔ στη χρήση όλων των προϋπάρχοντων θεωρητικών στοιχείων μπορεί να χαρακτηριστεί καλλιτεχνική με την έννοια ότι διατήρησε από την εμπειρία της μοντέρνας τέχνης την ευφυΐα της μορφικής έκφρασης σαν μέσο δράσης που πρέπει να αποδεικνύει την αποτελεσματικότητά του ως τέτοιο, χωρίς αυτή να μπορεί ποτέ να διασφαλιστεί από μια αντικειμενική αλήθεια που θα επιβαλλόταν μέσω της απλής απόδειξης, σύμφωνα με το υπόδειγμα των θετικών επιστημών. Όπως έλεγε ο ίδιος ο Μαρξ το 1844, περισσότερο ως ταραξίας παρά ως επιστήμονας σε αυτή την περίπτωση, παρόλα όσα θεώρησε απαραίτητο να προσποιηθεί αργότερα: “Η κριτική δεν είναι ένα πάθος του εγκεφάλου, αλλά ο εγκέφαλος του πάθους. Δεν είναι νυστέρι, αλλά όπλο. Το αντικείμενό της είναι ο εχθρός της, τον οποίο θέλει όχι να διαψεύσει, αλλά να εκμηδενίσει.”

Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σε μια νέα εποχή του κοινωνικού πολέμου, η διάλυση των ψευδαισθήσεων για τις αρμοδιότητες της γλώσσας, εκμηδενίζοντας την παλιά ιδεολογική αυταπάτη σύμφωνα με την οποία θα μπορούσε να εναποτεθεί στις λέξεις μια διαχρονικά επαρκής αλήθεια, προστατευμένη από τη δοκιμασία της επαλήθευσής της στις ιστορικές συγκρούσεις, αυτή η αντι-ιδεολογική πρακτική που βρήκε την εφαρμογή της εντός της μορφικής έκφρασης στη χρήση της μεταστροφής, επέτρεψε στην ΚΔ να διατυπώσει τις επαναστατικές ανάγκες της κοινωνίας πιο ριζικά από οποιαδήποτε άλλη εξτρεμιστική ομάδα, παρόλο που χρησιμοποιούσε ακόμα στις απαρχές της έννοιες λενινιστικής προέλευσης· αλλά με έναν τρόπο που εμπεριείχε τη δυνατότητα να προχωρήσει πιο μακριά, σε αντίθεση με άλλους που υπερασπίζονταν αναμφίβολα πιο προχωρημένες θέσεις, αλλά που τις υπερασπίζονταν για να μην τις εγκαταλείψουν. Να λοιπόν ποια ήταν κατά τη δεκαετία του ’60 η “κατ’ εξοχήν σκανδαλώδης κεντρική αλήθεια” της ΚΔ, η εξήγηση του ύφους της και της ικανότητάς της να σαγηνεύσει μια γενιά που δεν έβλεπε και η ίδια σε αυτόν τον κόσμο τίποτα για να σεβαστεί και η οποία, όση κι αν μπορεί να ήταν κατά τ’ άλλα η άγνοιά της, ήταν διατεθειμένη να νιώσει εκεί “τον μουσικό ήχο της αλήθειας”: την ακαταμάχητη δύναμη του δικού της εσωτερικού πνεύματος που ερχόταν να την συναντήσει. Έτσι, από το 1967, από το σκάνδαλο του Στρασβούργου και μετά, οι θέσεις της ΚΔ, τις οποίες ήθελε να θεωρεί εσωτεριστικές η υποταγμένη διανόηση, άρχισαν να γίνονται ευρέως γνωστές και να συναντούν άτομα αποφασισμένα να τις κάνουν κάτι με την πρώτη ευκαιρία. Το φλογερό κλίμα βελτιωνόταν.

Αυτή η σύντομη επισκόπηση του κινήματος μιας εποχής είναι βέβαια αναδρομική. Δεν ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα εκείνη τη στιγμή, καθώς τα χρόνια προχωρούσαν γρήγορα προς το θαυμάσιο αποκορύφωμά τους το 1968. Καθένας έπρεπε να βρει μέσα από τη σύγχυση, στην τυχαιότητα των συναντήσεων, το νήμα που το εφικτό και το αναγκαίο εκτείνουν πέρα από την εγκατάλειψη στη ζωή όπως περνάει. Αλλά η γενική κίνηση της εποχής ήταν ισχυρότερη από την τάση προς την αδράνεια, και τα πιο διαφορετικά άτομα ωθήθηκαν προς τη συνάντησή τους εκείνο τον μήνα του Μάη που έμελλε να διακηρύξει γαλήνια ενώπιον του κόσμου την πρόθεσή του να επινοήσει εκ νέου τη ζωή. Προβλέποντας με εξαιρετική τόλμη όλη την εξέλιξη μέσω της οποίας τα προβλήματα της ταξικής κοινωνίας θα περιπλέκονταν επ’ αόριστον για να καταστήσουν απτή την αναγκαιότητα της κατάργησής της, η επανάσταση του Μάη διακήρυξε απλώς ότι αυτά μπορούν να επιλυθούν: ότι οι άνθρωποι δημιουργούν τη δική τους ιστορία, και ότι εναπόκειται μονάχα σε αυτούς να την δημιουργήσουν συνειδητά. Έπρεπε με κάποιον τρόπο αυτό το εφικτό μέλλον να αποκτήσει μια υπόσταση, οσοδήποτε φευγαλέα, για να μπορέσει να γίνει εντελώς πραγματικό και να επιδράσει σε αυτό που υπάρχει. Έπρεπε την πρώτη φορά να παραχωρήσει τη θέση του σε αυτό που προϋπήρχε έτσι ώστε κατά τη δεύτερη εισβολή του στην πραγματικότητα, σαν κάτι που είχε ήδη υπάρξει και προικισμένο με μια δύναμη τόσο φυσική όσο και ηθική, εσωτερική και εξωτερική, να μπορέσει τελικά να διεκδικήσει την καθολική ηγεμονία με την αίσθηση ότι αυτή του ανήκει αυτοδικαίως. Αλλά αυτή η δεύτερη εισβολή δεν θα μπορούσε πλέον να είναι το αθώο ξέσπασμα που μπορεί να αγνοεί περιφρονητικά τις δυσκολίες της ιστορικής πραγμάτωσης επειδή ασχολείται μόνο με τον εαυτό του, με την αγαλλίαση της ύπαρξής του, και αρκείται στο να υπάρχει εκεί, σε ένα ξέγνοιαστο παρόν της επόμενης μέρας, σε αυτή την Κυριακή της ζωής που δίνει μια στιγμιαία άδεια στην ιστορική δυστυχία. Η γοητεία που ασκεί για πολύ καιρό μια τέτοια στιγμή δεν βρίσκεται σε αντίθεση με αυτόν τον χαρακτήρα αθωότητας: συνδέεται αντιθέτως αξεδιάλυτα με το γεγονός ότι οι συνθήκες που επέτρεψαν σε μια τέτοια αθωότητα να δημιουργήσει τόσο σπουδαία αποτελέσματα, και υπό τις οποίες και μόνο μπορούσε να γεννηθεί, δεν θα μπορέσουν να επιστρέψουν ποτέ.

Η συνέχεια ήταν από κάθε άποψη δυσκολότερη. Θα προσπαθήσουμε, στην Ιστορία δέκα χρόνων που θα ακολουθήσει αυτή την Προκαταρκτική συζήτηση, να περιγράψουμε τις εξελίξεις που γνώρισε αυτός ο κόσμος αντιπαλεύοντας την ιστορική προοπτική της κατάργησής του. Ας πούμε εδώ μόνο ότι αυτή η κίνηση υλικής εμβάθυνσης του διαχωρισμού, η οποία επιταχύνθηκε από την κοινωνική κρίση που ώθησε όλες τις ιδιοκτήτριες τάξεις να ενισχύσουν τις γραφειοκρατικές-τεχνολογικές γραμμές της άμυνάς τους, επέβαλε διαλεκτικά να ξεπεραστεί το μερίδιο της συνάφειας που είχαν αναγκαστικά οι κριτικές διατυπώσεις της προηγούμενης περιόδου, οι οποίες είχαν γεννηθεί σε μια από τις λιγότερο αναπτυγμένες μεταξύ των μοντέρνων χωρών. Το καθήκον σήμερα δεν συνίσταται πλέον στο να οξύνουμε την παντού επικρεμάμενη δυσφορία κάνοντας γνωστή μια γενική θεωρία που καταδικάζει την τάξη των πραγμάτων, αλλά μάλλον σε ένα αντίθετο καθήκον: να επικαιροποιήσουμε αυτή την οικουμενική καταδίκη και να την καταστήσουμε εκ νέου συνεκτική συνδέοντάς την με το πλήθος των μερικών δυσφοριών που εκδηλώνονται εφεξής· δηλαδή καταλύοντας ταυτόχρονα τη μορφή της ως αμετάβλητου αποτελέσματος, ως προκαθορισμένης και στερεοποιημένης σκέψης. Με λίγα λόγια, το ζητούμενο είναι για άλλη μια φορά να ξαναγράψουμε τις θεωρίες με τη βοήθεια των γεγονότων, και να τις καταστήσουμε έτσι πιο κατάλληλες για να εφαρμοστούν στην πράξη.

Αυτή η μεγάλη παρέκβαση μας επαναφέρει λοιπόν τελικά στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε: στο ζήτημα της μεθόδου έκθεσης αυτής της Εγκυκλοπαίδειας. Πράγματι, αυτή που επιλέξαμε προσφέρεται ειδικά για το καθήκον να συνεχιστεί η αξιολόγηση του κόσμου που ξεκίνησε από την επαναστατική θεωρία διενεργώντας ταυτόχρονα την αξιολόγηση της θεωρίας από τον κόσμο. Γιατί “η συνείδηση κατέχει τις δύο στιγμές: αυτή της γνώσης κι εκείνη της αντικειμενικότητας που είναι το αρνητικό σε σχέση με τη γνώση” (Χέγκελ). Έτσι η αλφαβητική σειρά, με την ίδια την αυθαιρεσία της, εμπεριέχει ένα είδος αντικειμενικού χιούμορ πλούσιου σε δυνατότητες μέσω της αντίφασης που αντιμετωπίζει και πρέπει να ξεπεράσει. Από τη μια πλευρά, για όποιον την χρησιμοποιεί με όλη την πανουργία που απαιτείται στη χρήση μιας τόσο συμβατικής μεθόδου, λειτουργεί ως εκείνο το μέρος της δεσμευτικής συστηματοποίησης, του κανόνα, που είναι απαραίτητο για κάθε συλλογικό παιχνίδι. Από την άλλη πλευρά, συνάπτει μια συνάντηση τυπικά τυχαία, αν και θεμελιωδώς αναγκαία, όπου δεν είναι πλέον μόνο οι άμεσες πραγματικότητες που καταγράφει το λεξικό αυτές που βλέπουν την όψη τους ως αυτονόητων πραγμάτων να διαλύεται από την ιστορική κριτική, αλλά είναι επίσης η ιστορική κριτική αυτή που οφείλει να εγκαταλείψει την ακαμψία των παλιών αποτελεσμάτων της και να κατακτήσει εκ νέου την αλήθεια της ξαναβρίσκοντας η ίδια τον εαυτό της μέσα στον αγώνα ενάντια σε ό,τι αυτός ο κόσμος γίνεται.

Γιατί πρέπει βεβαίως να παραδεχτούμε ότι όλα συνεχίζονται, και να δούμε πώς, πέρα από μια πρώτη ιστορική επαλήθευση των γενικών θέσεων της επαναστατικής κριτικής, εδώ και δεκαπέντε χρόνια είναι κυρίως η δεσπόζουσα οργάνωση του κοινωνικού ψεύδους, η εμβάθυνσή του με όλα τα υλικά μέσα που διαθέτει, και όχι τόσο η επικοινωνία αυτής της κριτικής διαμέσου μιας πρακτικής αμφισβήτησης, αυτή που επιβεβαίωσε την αλήθεια της. Και δεν μπορούμε να χαιρόμαστε με μια τέτοια επιβεβαίωση σαν να αφορούσε μια επιστημονική υπόθεση, διότι η αλήθεια μιας επαναστατικής θεωρίας εξαρτάται εξολοκλήρου από την ικανότητά της να γίνει μια πρακτική δύναμη απόκρυσταλλώνοντας τις κοινωνικές ανάγκες μιας εποχής. Υπάρχουν λοιπόν ακόμα λιγότεροι λόγοι για να χαίρεται κανείς, σύμφωνα με το παλιό μοντέλο της ασώματης υπο-μαρξιστικής παρατήρησης, καθώς οι πρόοδοι της πλαστοποίησης διαβρώνουν αναπόφευκτα τις άμεσα βιωμένες πραγματικότητες με τις οποίες είναι ακόμα δυνατό να συγκρίνουμε τα υποκατάστατα που διανέμονται από το θέαμα, και με βάση τις οποίες είναι δυνατό να τα καταγγείλουμε. Καθώς δεν μπορούν να ικανοποιήσουν πραγματικά τους ανθρώπους με αυτά τα υποκατάστατα, επιχειρούν τουλάχιστον να τους αφαιρέσουν κάθε μέσο σύγκρισης, έτσι ώστε η δυσαρέσκειά τους, στερημένη από μέσα αξιολόγησης, να εκπέσει στη μη επικοινωνήσιμη δυσφορία, στην ανορθολογικότητα. Το ζητούμενο είναι η ιστορική αμνησία, μέσω της υποταγής στο αιώνιο παρόν χωρίς μέλλον του θεάματος, να ενεργήσει έτσι ώστε να χαθεί, μαζί με την αντίληψη του παρελθόντος, η αίσθηση του εφικτού.

Όσο το προλεταριάτο ως ιστορικό υποκείμενο που αναδύεται πρακτικά δεν απλουστεύει όλα τα φαινομενικά δυσεπίλυτα προβλήματα αυτού του κόσμου, ανάγοντάς τα στον κοινό παρονομαστή που είναι η ίδια η ύπαρξή της, η ταξική κοινωνία ζει από τις επ’ αόριστον περιπλεκόμενες αντιφάσεις της, από τον κατατεμαχισμό τους και από την ισορροπία που το Κράτος διατηρεί μεταξύ τους. Έτσι, για παράδειγμα, κάθε περίπτωση βιομηχανικής ρύπανσης, εφόσον δεν αποτελεί ευκαιρία για ένα κίνημα αμφισβήτησης να προωθήσει πρακτικά το επαναστατικό πρόγραμμα της διακοπής της αντι-ιστορικής παραγωγής, έρχεται απλώς να καταδείξει την αναγκαιότητα του κρατικού ελέγχου. Αυτή η διαλεκτική της αποσύνθεσης και της ενδυνάμωσης έχει ως πεδίο δράσης της το σύνολο της αλλοτριωμένης ζωής (για παράδειγμα ως διαλεκτική της καταστολής και της ανασύστασης) και χαρακτηρίζει την περίοδο της λανθάνουσας κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε, όπου όλοι αυτοί που δεν εξαπατώνται πλέον από την οργάνωση του κοινωνικού ψεύδους παραμένουν ωστόσο στερημένοι από τα πρακτικά μέσα της συνείδησης, και ως εκ τούτου αφήνουν την πρωτοβουλία στον εχθρό. Η διείσδυση του εμπορευματικού θεάματος στο σύνολο της ζωής ως προς την οποία έμοιαζε άλλοτε εξωτερικό μπορεί βέβαια να γενικεύει την απέχθεια γι’ αυτόν τον κόσμο, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να γεννήσει τη διάθεση του πρακτικού ξεπεράσματος: πρέπει γι’ αυτό, αφού τρώγοντας έρχεται η όρεξη, να έχει ήδη γευτεί κανείς την εφικτή αντιστροφή, και πρώτα απ’ όλα εκείνη την πρωταρχική αντιστροφή του διαχωρισμού που είναι η επικοινωνία των λόγων της δυσαρέσκειας, η οποία την μετασχηματίζει σε συνειδητή άρνηση.

Θεωρούμε λοιπόν ότι μέσα σε αυτή τη στενωπό όπου βρισκόμαστε, και της οποίας την έξοδο πρέπει να βρούμε, οι λέξεις διατηρούν όλη τη σημασία τους. Σαν κωδικοί διέλευσης, αποτελούν αυτό που διακυβεύεται σε έναν αγώνα ταχύτητας ανάμεσα στην απαξίωση μέσω της πνευματικής εκπόρνευσης –τότε εκδίδονται όπως στους οίκους ανοχής– και τη συνεκτική χρήση τους μέσω της πρακτικής αναγνώρισης που τις ανατροφοδοτεί με το νόημά τους. Ξεπεσμός της συνείδησης και συνείδηση του ξεπεσμού. Όσο η κοινωνία θα παραμένει διαιρεμένη σε ανταγωνιστικές τάξεις, η ιστορική γνώση θα γεννιέται πάντα μέσα από την ανάληψη θέσης σε αυτή τη σύγκρουση. Είδαμε στην Πολωνία με ποιον τρόπο το κοινωνικό κίνημα που αντιμετωπίζει το γραφειοκρατικό Κράτος άρχισε να δημιουργεί για τον εαυτό του, μαζί με τις πρακτικές συνθήκες του διαλόγου, το περιβάλλον ύπαρξης της αλήθειας το οποίο απουσιάζει από παντού. Δεν βρισκόμαστε εκεί στη Γαλλία, αλλά εφόσον είναι θεμιτό να εφαρμοστεί στην περίπτωσή μας ένα “πολωνικό ημερολόγιο” που εκθέτει περιληπτικά, συμπυκνωμένες στον χρόνο μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας, κάποιες οικουμενικές ιστορικές προθεσμίες, υποστηρίζουμε ότι βρισκόμαστε σήμερα σε εκείνο το σημείο όπου είναι σημαντικό, προκειμένου να την μεταβιβάσουμε στις βαθύτερες συγκρούσεις που θα ακολουθήσουν, να διαφυλάξουμε ενάντια στον κονφουζιονισμό και την πλαστοποίηση, τη μνήμη όσων έχουν ήδη γίνει, να επικοινωνήσουμε μέσω της ανάπτυξής της την αλήθεια των αγώνων που άρχισαν να διαιρούν αυτή την κοινωνία σε δύο κόμματα, εκ των οποίων το ένα επιθυμεί την εξαφάνισή της.

Από το 1968, πολλά προλεταριακά κινήματα απείλησαν στην Ευρώπη την ταξική κοινωνία επιδιώκοντας να οργανώσουν με βάση τις συνελεύσεις τους έναν ισότιμο διάλογο από τον οποίο θα μπορούσε να αναδυθεί η καθολική συνείδηση του αγώνα τους. Νικήθηκαν, και κάθε φορά εξαφανίστηκαν χωρίς να μπορέσουν να υπερασπιστούν, μαζί με την αλήθεια τους, τη συνέχεια μιας συνειδητής και σωρευτικής ιστορικής διαδικασίας. Στην Πολωνία αντιθέτως, μετά τις συγκρούσεις του 1970-1971, και ακόμα περισσότερο μετά από αυτές του 1976, η ανάπτυξη πρωτίστως αμυντικών δράσεων (παράνομες εκδόσεις, “ιπτάμενο πανεπιστήμιο”, επιτροπές ενάντια στην καταστολή, εργατικές εφημερίδες, κ.λπ.) επέτρεψε όχι μόνο να προστατευτεί το κίνημα από την πτώση του ηθικού του, αλλά επίσης να προετοιμαστούν οι μεγάλες επαναστατικές απεργίες του Αυγούστου του 1980· και να εμφυτευτεί έτσι μέσα στο γραφειοκρατικό σύστημα ο σπόρος της οριστικής διάλυσής του.

Η μεταβατικά αμυντική λειτουργία που αναθέτουμε σε αυτή την Εγκυκλοπαίδεια είναι λοιπόν να διατηρήσει ζωντανές και ενεργές την ιστορική μνήμη και την αυτόνομη κριτική γλώσσα για τις οποίες η κοινωνική ανάγκη, που υπάρχει κατά τρόπο λανθάνοντα, συγκαλυμμένη από την κονφουζιονιστική οργάνωση των φαινομένων, θα εκδηλωθεί περίτρανα κατά την επόμενη επαναστατική κρίση. Στην Πολωνία, οι διανοούμενοι που προσπάθησαν να εκπληρώσουν αυτή την κρίσιμη λειτουργία ενάντια στο σύστημα του κυρίαρχου ψεύδους, ενώ ξεκίνησαν μόνο ως αντιφρονούντες, με την πιο αυθεντική έννοια αυτού του κακομεταχειρισμένου όρου, μπόρεσαν στη συνέχεια να ενωθούν με το προλεταριακό κόμμα της έμπρακτης αλήθειας στου οποίου την οργανωτική προετοιμασία είχαν συνεισφέρει. Αυτοί που μέσα στην Αλληλεγγύη παρέμειναν “ειδήμονες”, αυτοί που προσπάθησαν έτσι να διασώσουν μια εξουσία ειδικών στο εσωτερικό ενός θεμελιωδώς αντι-ιεραρχικού κινήματος, μπόρεσαν ωστόσο να το καταφέρουν επειδή η ασυμβίβαστη κριτική κάθε πνευματικής εξειδίκευσης δεν είχε αναπτυχθεί επαρκώς από τα στοιχεία που ήταν ειλικρινά αποφασισμένα να σαμποτάρουν τη λειτουργία τους μέσα στο σύστημα· και βέβαια επίσης επειδή η πλειονότητα των εργατών ανέχθηκε τελικά αυτούς τους ανεξέλεγκτους “ειδήμονες”, παρόλο που καταγγέλθηκαν ως τέτοιοι σε αρκετές περιπτώσεις. Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή, μια βαθύτερη κριτική θεωρία, που δεν θα ανεχόταν καμία ιεραρχία της γνώσης, θα μπορούσε να γίνει ένα αποφασιστικό όπλο στα χέρια των ριζοσπαστών εργατών.

Όσο για μας, μπορούμε δικαιολογημένα να αποκαλέσουμε τους εαυτούς μας λιποτάκτες της επίσημης κουλτούρας: με δεδομένη την ποιότητα του σημερινού προσωπικού της, μάλλον δεν θα φανεί υπερβολικά αλαζονικό να ισχυριστούμε ότι καθένας από μας θα μπορούσε πολύ εύκολα να πετύχει σε οποιαδήποτε από τις καριέρες που αυτή προσφέρει. Και η αποτελεσματικότητα αυτής της Εγκυκλοπαίδειας θα μετρηθεί, μεταξύ άλλων, από την ικανότητά μας να προκαλέσουμε στο στρατόπεδο του εχθρού και άλλες λιποταξίες, εκ μέρους εκείνων που είναι δεκτικοί να καταλάβουν ότι τους δίνουμε την ευκαιρία για μια καλύτερη χρήση των ταλέντων τους και των γνώσεών τους. Είμαστε όμως αποφασισμένοι να μην επιτρέψουμε να διατηρηθεί ανάμεσά μας κανένα είδος πνευματικού κύρους που θα μπορούσε να θεμελιώσει οποιαδήποτε εξουσία στη συνέχεια της διαδικασίας. Θα εφαρμόσουμε επομένως χωρίς καμία εξαίρεση τον πρακτικό κανόνα της ανωνυμίας σε όλα τα κείμενα που θα δημοσιεύουμε. Αυτός ο κανόνας θα επιτρέψει να διαλέξουμε μεταξύ των αποστατών εκείνους που είναι πραγματικά αποφασισμένοι να καταστρέψουν την εξειδίκευσή τους και το σύστημα που τους χρησιμοποιεί, χωρίς να επιζητούν ένα ανατρεπτικό κύρος που θα τους έδινε τη δυνατότητα να πουλήσουν αργότερα τον εαυτό τους λίγο πιο ακριβά από τους συναδέλφους τους. Δεν μπορούμε να δεχτούμε στις τάξεις μας παρά μόνο εκείνους που είναι εξίσου απρόθυμοι να αποκτήσουν φήμη σε έναν κακόφημο κόσμο. Η ανωνυμία θα επιτρέψει ταυτόχρονα σε ορισμένους ειδικούς να συνεργαστούν με το εγχείρημά μας χωρίς να εκτεθούν αναίτια στα αντίποινα που θα μπορούσε να επιφέρει η αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με συγκεκριμένες αισχρότητες τις οποίες είναι σε θέση να γνωρίζουν.

Για να επιστρέψουμε τέλος στη μέθοδο της έκθεσής μας, στα πλεονεκτήματα της αλφαβητικής σειράς, εκτός από την ευελιξία της που επιτρέπει να οργανωθούν ευκολότερα ο συνεισφορές, οι οποίες μπορεί να είναι πολύ διαφορετικής φύσης, ενός σχετικά άτυπου δικτύου συνεργατών, αυτή επιτρέπει επίσης την ενασχόληση με οποιοδήποτε θέμα ανά πάσα στιγμή, κάτι που, ομολογουμένως, αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα για μια έκδοση που θα τηρεί επίσης το χρονικό των τρεχουσών βλαβών. Στον βαθμό που είναι ακόμα πιο αυθαίρετη από κάθε άλλη, η αλφαβητική σειρά μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ένα χιούμορ τουλάχιστον ισάξιο εκείνου των πρώτων εγκυκλοπαιδιστών, για τους οποίους είναι γνωστό ότι έπαιζαν με τους τίτλους των καταχωρίσεων για να ξεγελάσουν τους λογοκριτές που, επειδή ο καθένας τους διάβαζε ό,τι φαινόταν σύμφωνα με τον τίτλο του να ανήκει στην ειδικότητά του, βρίσκονταν αντιμέτωποι με ένα κείμενο στο οποίο δεν έβρισκαν τίποτα να προσάψουν επειδή δεν ήταν αρμόδιοι για το εξεταζόμενο θέμα. Από την πλευρά μας δεν χρειάζεται, προς το παρόν τουλάχιστον, να περάσουμε λαθραία τις ιδέες μας αξιοποιώντας τον καταμερισμό της εργασίας στο εσωτερικό της κρατικής λογοκρισίας, αλλά χρειάζεται να εξουδετερώσουμε την εργασία του καταμερισμού μέσω της οποίας οι κατηγορίες της κυρίαρχης σκέψης καταφέρνουν ακόμα να λογοκρίνουν την επαναστατική επιθυμία στο μυαλό των ανθρώπων. Θα κλονίσουμε τις φετιχοποιημένες κατηγορίες όχι μόνο αναδεικνύοντας, αναφορικά με κάθε εξεταζόμενη πραγματικότητα, τις σχέσεις τους με το σύνολο των αλλοτριωμένων πραγματικοτήτων, αλλά επίσης επαναφέροντας το καθετί στην πρακτική θεώρηση της εφικτής ανατροπής που επιτρέπει να κρίνουμε αυτή την αλλοτρίωση. Έτσι, θα προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε μια Εγκυκλοπαίδεια που ακόμα και αν, με δεδομένη την αφθονία της ύλης, δεν θα χρειαζόταν να ξεπεράσει ποτέ το γράμμα Β, δεν θα αφορούσε λιγότερο την ολότητα.

Το εγχείρημά μας είναι αναμφίβολα εξαιρετικά φιλόδοξο, αλλά ελπίζουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο εκθέσαμε την ιστορική αναγκαιότητά του θα έχει πείσει τον αναγνώστη ότι διαθέτουμε τα προσόντα που απαιτούνται για την υλοποίησή του. Είμαστε τόσο λίγο αλαζόνες ώστε δεν ισχυριζόμαστε ότι γνωρίζουμε εξίσου όλα τα σημεία όπου πρέπει να επανοικειοποιηθούμε τις γνώσεις που μονοπωλούνται από αυτόν τον τρόπο παραγωγής, αλλά μονάχα ότι έχουμε την ευφυΐα να προχωρήσουμε έτσι ως ανιχνευτές του κοινωνικού κινήματος που θα χρειαστεί να εκπληρώσει αυτό το καθήκον στην πράξη. Πρόκειται για ένα μακροπρόθεσμο εγχείρημα, αλλά κολακευόμαστε διαβλέποντας ότι μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα η σημασία του θα έχει αναγνωριστεί τόσο από τους εχθρούς του όσο και από τους φίλους του.

ΚΑΘΩΣ ΠΕΡΝΑΝΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ,

Η ΜΝΗΜΗ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΝΑ ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΕΙ

ΤΟ ΝΗΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΓΙΑ ΝΑ ΒΓΟΥΜΕ

ΑΠΟ

ΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΗΣ

ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΜΨΕΙΣ ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΙ ΕΠ’

ΑΟΡΙΣΤΟΝ Η ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΜΙΑΣ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Ενημερωτικό Δελτίο της Εγκυκλοπαίδειας των Βλαβών, Σεπτέμβριος 1984)

Σε αντίθεση με όσα εμπνέουν κατά κανόνα την εκδοτική αγορά ή την ιδεολογία του Κράτους, η Εγκυκλοπαίδειά μας δεν ισχυρίζεται σε καμία περίπτωση ότι αποτελεί τον κληρονόμο και τον συνεχιστή του παλιού έργου των εγκυκλοπαιδιστών του 18ου αιώνα. Η μόνη σχέση που επιθυμεί να διατηρήσει με τη θετική πλευρά του δικού τους απογραφικού εγχειρήματος είναι να αντιστρέψει το νόημά του, τόσο ριζικά όσο η ιστορία αντέστρεψε εκείνο της υλικής προόδου που κυοφορούσε τις ελπίδες τους. Έτσι πιστεύουμε άλλωστε ότι μπορούμε να προσδώσουμε ξανά όλη την ιστορική χρήση της στην παθιασμένη άρνηση των αλυσίδων της δεισιδαιμονίας και της ιεραρχίας που ενέπνεε αυτό που χωρίς εκείνη δεν θα ήταν παρά ένας βαρετός κατάλογος. Με αυτή την προοπτική, μόνο ένα πραγματικό Λεξικό του παραλόγου στις επιστήμες, τις τέχνες και τα επαγγέλματα μπορεί να αποτελέσει σήμερα το αντικείμενο μιας Εγκυκλοπαίδειας άξιας του ονόματός της.

Η διαπίστωση της ύπαρξης των βλαβών πολύ σπάνια βγάζει τα απαραίτητα συμπεράσματα: διότι αυτά δεν περιλαμβάνονται στην επέκτασή τους (πολύ πέρα από τη βιομηχανική ρύπανση) ούτε στην ενότητά τους (ως κεντρικής παραγωγής μιας κοινωνίας που καταπολεμάει τις ίδιες τις δυνατότητές της).

Ήταν σημαντικό λοιπόν να παρουσιάσουμε στο φως της αλήθειας τις αδιάκοπες προσπάθειες που καταβάλλουν οι κατακλυσμιαίες συνέπειες των πράξεών τους για να πείσουν τους ανθρώπους σχετικά με τη δύναμη που έχουν αποκτήσει και να τους δείξουν ότι οι κακοτυχίες τους οφείλονται στους ίδιους τους εαυτούς τους. Διότι εν μέσω των πιο φρικτών βλαπτικοτήτων μιας παραγωγής περήφανα χειραφετημένης από οποιαδήποτε φροντίδα για κάθε φυσική ισορροπία όπως και για κάθε παλιά αρμονία ενός ανθρώπινου περιβάλλοντος, εξακολουθεί να είναι εφικτή η ελευθερία μιας εποχής που πλανάται καταστροφικά, και που βυθίζει μέσα στην ιστορική δυστυχία όσα παρέμεναν ακόμα έξω από το πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας ή όσα διατηρούνταν από ένα παρελθόν που ήταν καλύτερο. Ιδού ένα επίτευγμα για το οποίο αυτή η κοινωνική οργάνωση δεν καυχιέται, και όμως είναι το μόνο αναμφισβήτητο. Θα προσπαθήσουμε να του δώσουμε τη δημοσιότητα που του αξίζει, χωρίς ωστόσο να έχουμε την αδυναμία να πιστεύουμε ότι βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο τους συγχρόνους μας να αναγνωρίσουν ότι δημιουργούν, προς δική τους βλάβη, εξολοκλήρου τον κόσμο τους, θα μπορούσαμε κατά κάποιον τρόπο να τους αναγκάσουμε να τον δημιουργήσουν ελεύθερα: όποιος επιδιώκει την ελευθερία για οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτή την ίδια αξίζει τη σκλαβιά.

Έτσι δεν θα βρείτε εδώ ένα χυδαίο απόθεμα θεμάτων για θρηνολόγηση. Τα κλαψουρίσματα των οικολόγων αυτής της εποχής δεν είναι παρά σοφίσματα. Το να ζητάει κανείς από το Κράτος βοήθεια και προστασία ισοδυναμεί με την εκ των προτέρων αποδοχή όλων των ταπεινώσεων που αυτό το Κράτος θα θεωρήσει αναγκαίο να επιβάλλει, και μια τέτοια αποστέρηση είναι ήδη η μείζων βλάβη, εκείνη που καθιστά ανεκτές όλες τις άλλες. Το πρόβλημα δεν είναι καν να έχουν ή όχι οι άνθρωποι τη δυνατότητα να διαχειρίζονται οι ίδιοι άμεσα την υπάρχουσα οργάνωση των υλικών δυνάμεων, διότι αυτή η διαχείριση δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να είναι καλύτερη από εκείνα που θα έβρισκε να διαχειριστεί, αλλά να αποκτήσουν τη δυνατότητα να τα κρίνουν όλα αυτά, για να μπορέσουν να τα μετασχηματίσουν στο όνομα πλουσιότερων αναγκών, υπερβαίνοντας το πλαίσιο που επιβάλλεται σήμερα στη χρήση της ζωής. Για τον σκοπό αυτό, θεωρούμε επείγον να ανασυγκροτηθούν οι βάσεις της αυτόνομης κρίσης των ατόμων σχετικά με τον κόσμο τους, στην πρώτη θέση των οποίων βρίσκονται η ιστορική μνήμη και η γλώσσα, κριτική ή ποιητική, της πραγματικής ζωής. Ένα από τα παράδοξα της θέσης μας είναι ότι, μέσα στη σημερινή αποσύνθεση της κοινωνίας –αιτία και αποτέλεσμα της αδιάκοπης ενίσχυσης των κρατικών και εμπορευματικών ελέγχων–, πρέπει ταυτόχρονα να αναπτύξουμε μια κριτική που οδηγεί πέρα από αυτή την κατάσταση πραγμάτων και να ανακτήσουμε, να αποσαφηνίσουμε και να εμβαθύνουμε σε ορισμένες ιδιότητες και αξίες που η ίδια η γραφειοκρατικοποίηση καταστρέφει, και που έμοιαζε παλιότερα δυνατό να ξεπεραστούν άμεσα μέσα στην αφθονία μιας ελεύθερης κατασκευής της ζωής.

Είμαστε λοιπόν, με όποιον τρόπο και αν θέλουμε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας, από μια άλλη εποχή. Δεν εξαρτάται μόνο από εμάς να γίνει αυτή η εποχή πραγματικά η επόμενη, αλλά όλα όσα θα υποστούν κριτική εδώ θα την υποστούν εντούτοις από τη σκοπιά της κοινωνικής κατάλυσης των υλικών και πνευματικών βλαβών, προκειμένου να ανασυγκροτηθεί μια τέτοια σκοπιά, από την οποία η σημερινή οργάνωση της ιστορικής άγνοιας πιστεύει ότι είναι πρόωρα απαλλαγμένη.

“Ποτέ δεν ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβουμε τον κόσμο”, διακηρύττει αλαζονικά μια από τις εκδόσεις με εγκυκλοπαιδικές αξιώσεις που πασχίζουν να τον εξηγήσουν στους δυστυχείς κατοίκους του. Όσο για μας, δεν αποσκοπούμε σε τίποτα τέτοιο, αλλά μόνο στο να καταστήσουμε απτό πώς αυτός ο κόσμος περικλείει πάντα την ιστορική δυνατότητα να μετασχηματιστεί εξολοκλήρου, για να γίνει έτσι κατανοητός μέσω της κατάργησης των κοινωνικών βάσεων του ιεραρχικού μυστικού και της εξειδικευμένης γνώσης· και πώς αρνείται και καταπολεμά αυτή τη δυνατότητα.

Αρχεία:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License