Ο μόνος εκβιασμός είναι πράγματι η μισθωτή σκλαβιά

Εμείς λοιπόν στεκόμαστε αντίθετα σε οποιαδήποτε προσπάθεια από πλευράς αφεντικών και κράτους να ποινικοποιήσουν τις αντιστάσεις, τους αγώνες και τις διεκδικήσεις μας. Στεκόμαστε αλληλέγγυα στα 7 διωκόμενα μέλη του ΣΣΜ και απαιτούμε την πλήρη απαλλαγή τους από οποιαδήποτε κατηγορία. Οι εργατικές διεκδικήσεις μας δεν είναι εκβιασμοί, είναι μονόδρομος όταν μας έχουν απλήρωτες, όταν μας κολλάνε μισά ένσημα, όταν δουλεύουμε μαύρα, όταν μας απολύουν επειδή διεκδικήσαμε, όταν απολύουν συναδέλφισσές μας επειδή έμειναν έγκυες. Οι εργατικές διεκδικήσεις μας είναι ό,τι πιο δίκαιο υπάρχει σε έναν κόσμο που σε αναγκάζει να πας κάθε μέρα για δουλειά παίρνοντας για μισθό κάτι ψίχουλα…

Ο μόνος εκβιασμός είναι πράγματι η μισθωτή σκλαβιά

Ιστορικό

Τον Ιανουάριο του 2014, 3 άτομα τα οποία εργάζονταν στο μεζεδοπωλείο Σαλαντίν και ήταν μέλη του ΣΣΜ ξεκίνησαν εργατικό αγώνα διεκδικώντας χρωστούμενα δεδουλευμένα, ασφαλιστική κάλυψη που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ώρες εργασίας τους καθώς και επαναπρόσληψη εφόσον είχαν απολυθεί εκδικητικά. Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλη του 2014, εργαζόμενη η οποία απολύεται από το Βοτανοπωλείο στα Πετράλωνα ξεκινάει και εκείνη εργατικό αγώνα, έχοντας την έμπρακτη στήριξη του ΣΣΜ, διεκδικώντας δεδουλευμένες οφειλές καθώς και την πραγματική ασφαλιστική της κάλυψη. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, τα εργαζόμενα άτομα έλαβαν τα δεδουλευμένα χρήματα. Στην περίπτωση του Σαλαντίν δικαιώθηκαν στο αστικό δικαστήριο το οποίο υποχρέωσε τον εργοδότη να καταβάλει όλο το διεκδικούμενο ποσό, ενώ στην περίπτωση του Βοτανοπωλείου η υπόθεση λύθηκε εξωδικαστικά.

Το σωματείο, προκειμένου να στηρίξει τους αγώνες αυτούς, κινήθηκε και θεσμικά και κινηματικά. Ως προς το κομμάτι της θεσμικής διεκδίκησης, τα εργαζόμενα άτομα έκαναν καταγγελία στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και στο ΙΚΑ. Στην περίπτωση του Σαλαντίν έκαναν και αγωγή στο αστικό δικαστήριο ενώ, στην περίπτωση του Βοτανοπωλείου κινήθηκε και η αυτόφωρη διαδικασία για τη μη καταβολή δώρου Πάσχα. Απευθύνθηκαν, με λίγα λόγια, σε όποιο αρμόδιο θεσμικό όργανο μπορούσαν να απευθυνθούν.

Πέρα όμως από τις θεσμικές αξιώσεις, το σωματείο και τα εργαζόμενα άτομα κίνησαν και συλλογικές κινηματικές διαδικασίες. Έκαναν παρεμβάσεις έξω από τα εν λόγω μαγαζιά, μοίρασαν κείμενα σε συναδέλφ@ και σε γύρω κατοίκους, φρόντισαν εν γένει για την επικοινώνηση και δημοσιοποίηση των διεκδικήσεων. Στην περίπτωση του Σαλαντίν έγινε επικοινωνία με το αφεντικό, έπειτα από προγραμματισμένο ραντεβού, ώστε να γίνουν γνωστές οι νόμιμες αξιώσεις από πλευράς εργαζομένων, ενώ στην περίπτωση του βοτανοπωλείου το σωματείο επικοινώνησε τηλεφωνικά με το αφεντικό για τον ίδιο λόγο.

Στοχοποίηση του σωματείου

Αυτές λοιπόν οι απολύτως νόμιμες και θεσμικά κατοχυρωμένες επικοινωνίες του σωματείου με τα εν λόγω αφεντικά, στάθηκαν αφορμή για να στηθεί σε βάρος του δικογραφία για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης με απειλή βλάβης της επιχείρησης(!), αδίκημα το οποίο θεωρείται μάλιστα κακούργημα. Και όχι μόνο μεθοδεύτηκε η ποινική δίωξη 7 μελών του σωματείου με την παραπάνω κατηγορία, αλλά την υπόθεση ανέλαβε το τμήμα Προστασίας του Κράτους και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, στο οποίο κατέθεσαν ότι απειλούνται και εκβιάζονται και τα 2 αφεντικά. Φανταζόμαστε ότι το εν λόγω τμήμα ανέλαβε την υπόθεση με περισσή χαρά, παρόλο που είναι σούπερ άσχετο με εργατικές υποθέσεις.

Είναι σχεδόν αστείο θα λέγαμε να ανάγονται οι εργατικές διεκδικήσεις σε κίνδυνο για το δημοκρατικό πολίτευμα. Ωστόσο, καθόλου δε μπορούμε να γελάσουμε γιατί ακριβώς αυτή η σουρεαλιστική αναγωγή των εργατικών αξιώσεων σε κίνδυνο για τη δημοκρατία, είναι στην ουσία μια απροκάλυπτη προσπάθεια ποινικοποίησης και διάλυσης του σωματείου.

Γιατί και θεσμικές διεκδικήσεις;

Στο σημείο αυτό, θα θέλαμε να κάνουμε μια παρένθεση σχετική με τους λόγους για τους οποίους απευθυνόμαστε σαν εργαζόμενα άτομα ή σωματεία σε θεσμικά όργανα, παρόλο που δεν πιστεύουμε ότι αυτά έχουν δημιουργηθεί για να εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Καταρχάς, θεωρούμε πως θα ήμασταν εκτός πραγματικότητας αν πιστεύαμε πως δεν πρέπει να απευθυνόμαστε καθόλου σε θεσμικά όργανα και εκτός πραγματικότητας θεωρούμε πως είναι και όποιος καταγγέλλει τις πρακτικές απεύθυνσης σε αυτά ως μη επαναστατικές ή ρεφορμιστικές. Μακάρι να μπορούσαμε να ερχόμαστε σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τα αφεντικά μας στους χώρους δουλειάς και στον χρόνο που επιλέγουμε εμείς και αυτό να είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όχι πως δεν το κάνουμε και αυτό βέβαια! Αλλά επειδή σε αυτές τις αντιπαραθέσεις συνήθως είμαστε λίγα, το αποτέλεσμα είναι πολύ συχνά η απόλυση. Μακάρι να ήμασταν όλα τα εργαζόμενα άτομα μαζί και να αποτελούσαμε σε κάθε χώρο δουλειάς ενιαίο μέτωπο ενάντια στο εκάστοτε αφεντικό. Μακάρι οι συνάδελφοί μας να είχαν περισσότερη ταξική συνείδηση και να μην ήταν ορισμένοι από αυτούς ρουφιάνοι, ομοφοβικοί, σεξιστές ή ρατσιστές και τα πράγματα να ήταν καλύτερα. Μακάρι να είχαμε τόση δύναμη σαν εργάτ@ και να μη χρειαζόταν να διαμεσολαβούνται από το κράτος και τους θεσμούς του οι αξιώσεις μας. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα!

Εφόσον λοιπόν ζούμε σε εποχές ταξικής ήττας και υποτίμησης, εκ των πραγμάτων απευθυνόμαστε και σε θεσμικά όργανα για τις διεκδικήσεις μας. Εξαντλούμε, με λίγα λόγια, όποια οδό υπάρχει για να βρούμε το δίκιο μας.

Το ΣΕΠΕ και τα αστικά δικαστήρια δεν είναι φίλοι μας

Είπαμε όμως προηγουμένως πως θεσμοί όπως το ΣΕΠΕ και τα αστικά δικαστήρια, δεν έχουν φτιαχτεί για να εξυπηρετούν τα συμφέροντα μας. Αυτό δεν το λέμε λόγω κάποιας αφηρημένης εχθρότητας απέναντι στο κράτος αλλά επειδή πολλά από εμάς έχουμε απευθυνθεί σε αυτούς τους θεσμούς και έχουμε καταλάβει πολλά.

Ας ξεκινήσουμε από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Σε περίπτωση λοιπόν που το αφεντικό δεν τηρεί με κάποιο τρόπο την εργατική νομοθεσία, μπορεί όποιο δουλεύει να κάνει καταγγελία στο ΣΕΠΕ. Εφόσον γίνει η καταγγελία, ορίζεται ημερομηνία επίλυσης της εργατικής διαφοράς. Την ημέρα λοιπόν αυτή, πηγαίνει η πλευρά του αφεντικού, πηγαίνει και η πλευρά του εργαζομένου ατόμου και η κάθε πλευρά λέει τι θεωρεί ότι συμβαίνει κατ’ εκείνη. Έπειτα, ο επιθεωρητής ή η επιθεωρήτρια γνωμοδοτεί υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Και το ρήμα «γνωμοδοτεί» έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία. Το ΣΕΠΕ δεν υποχρεώνει το αφεντικό να πληρώσει ή να τηρήσει την εργατική νομοθεσία που τον προηγούμενο καιρό παραβίαζε. Απλώς γνωμοδοτεί. Ακόμη δηλαδή κι αν γνωμοδοτήσει φιλεργατικά, το αφεντικό μπορεί κάλλιστα να αγνοήσει τη γνώμη αυτή. Αυτά ως προς την εργατική διαφορά.

Βέβαια, εφόσον το ΣΕΠΕ διαπιστώσει πως πράγματι υπάρχει παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας με κάποιο τρόπο, μπορεί να κινήσει, μετά από απαίτηση του εργαζόμενου ατόμου, ποινικό δικαστήριο εναντίον του αφεντικού με στόχο να του επιβληθεί πρόστιμο λόγω παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας. Αυτό όμως το πρόστιμο δεν έχει καμία σχέση με την διεκδίκηση από πλευράς του εργαζομένου ατόμου. Αν ,για παράδειγμα, το αφεντικό χρωστάει δεδουλευμένα και αυτός ήταν και ο λόγος που έγινε η καταγγελία στο ΣΕΠΕ, μπορεί μια χαρά να πληρώσει το πρόστιμο και να είναι εντάξει ως προς τις ποινικές κυρώσεις αλλά παρ’ όλα αυτά να μην πληρώσει τα δεδουλευμένα. Είναι άλλο δηλαδή το ποινικό δικαστήριο που μπορεί να κινήσει το ΣΕΠΕ και άλλο η εργατική διεκδίκηση.

Με λίγα λόγια, είναι ιδιαίτερα πιθανό να αποδειχθεί πλήρως ατελέσφορη η διαδικασία απεύθυνσης στο ΣΕΠΕ. Φυσικά, αν το αφεντικό δεν έχει όρεξη, για όποιους λόγους, να τρέχει σε εργατικές διαφορές ή να στέλνει σε αυτές δικηγόρους ή λογιστές ή να ασχολείται με ποινικά δικαστήρια και πρόστιμα, μπορεί και να ικανοποιήσει τις εργατικές αξιώσεις. Αν όμως έχει πλήρως εκδικητική διάθεση, το ΣΕΠΕ δε μπορεί να τον υποχρεώσει να ικανοποιήσει τίποτα!

Άλλωστε το κράτος το κάνει πολύ σαφές από μόνο του. Η διαδικασία απεύθυνσης στο ΣΕΠΕ είναι μια συμφιλιωτική διαδικασία. Πήγαινε και ίσως γίνεις φίλη με το αφεντικό σου. Τώρα αν εσύ δε τα καταφέρεις να συμφιλιωθείς, τράβα στα αστικά δικαστήρια.

Ως προς τα αστικά δικαστήρια τώρα… Από πού να αρχίσουμε και πού να τελειώσουμε; Από τα υπέρογκα, συγκριτικά με τους μισθούς μας, ποσά; Από τις αλλεπάλληλες αναβολές και την εκδίκαση εν τέλει της υπόθεσης σε 2, 3, 5 ακόμη και 10 χρόνια; Από το γεγονός ότι ο χώρος και ο χρόνος ορίζεται πλήρως από το κράτος και μεταφέρεται σε ένα κυριολεκτικά δικό τους έδαφος, ελεγχόμενο από αυτό και όχι από την εργατική πλευρά; Από το γεγονός ότι η έκβαση της υπόθεσης κρίνεται όχι από το πόσο δίκιο έχουμε εμείς αλλά από το αν ο δικαστής είναι περισσότερο ή λιγότερο σκουπίδι και κυρίως από το πόσες «φιλεργατικές» και πόσες «αντεργατικές» αποφάσεις περιλαμβάνει η εκάστοτε κρατική στρατηγική; Νομίζουμε είπαμε αρκετά…

Γιατί συλλογική και κινηματική δουλειά;

Για όλους τους παραπάνω λόγους εμείς ξέρουμε πως η πραγματική μας δύναμη δε βρίσκεται σε όλους αυτούς τους κρατικούς θεσμούς. Η πραγματική μας δύναμη είναι οι συντροφικές και πολιτικές μας σχέσεις, η αλληλεγγύη και η φροντίδα. Η πραγματική μας δύναμη είναι οι συζητήσεις με συναδέλφους και συναδέλφισσες, η οργάνωση ενάντια στα αφεντικά και οι μεγάλες και μικρές εργατικές μας αρνήσεις, από την άρνηση να κάνουμε απλήρωτες υπερωρίες μέχρι ολόκληρους εργατικούς αγώνες που σηκώνουμε σφίγγοντας τα δόντια μας και βρίσκοντας την υπομονή και το κουράγιο που δεν έχουμε.

Γι’ αυτό θα συνεχίζουμε να στηρίζουμε τα σωματεία βάσης, θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε και άλλα σαν και εμάς, να μοιράζουμε κείμενα, να κάνουμε παρεμβάσεις, να κολλάμε αφίσες γιατί αυτά είναι που μας δίνουν δύναμη, που μας φορτίζουν κουράγιο όταν αυτό μας τελειώνει…

Και αυτά είναι που στην πραγματικότητα φοβούνται και τα αφεντικά. Γι’ αυτό λυσσάνε κάθε φορά που διεκδικούμε, γι’ αυτό μας απειλούνε με απολύσεις σε κάθε μας αντίσταση, γι’ αυτό μας απαγορεύουν να μιλάμε μεταξύ μας, γι’ αυτό ψοφάνε να βρουν ρουφιάνους και να μας διαχωρίσουν από φόβο μην είμαστε ενωμένα, γι’ αυτό απαντάνε με μηνύσεις σε κάθε μας διεκδίκηση. Κι πάνω από όλα, γι’ αυτό δε γουστάρουν καθόλου τα σωματεία βάσης, γιατί φοβούνται τη συλλογική μας δύναμη.

Αλληλεγγύη στο ΣΣΜ

Εμείς λοιπόν στεκόμαστε αντίθετα σε οποιαδήποτε προσπάθεια από πλευράς αφεντικών και κράτους να ποινικοποιήσουν τις αντιστάσεις, τους αγώνες και τις διεκδικήσεις μας. Στεκόμαστε αλληλέγγυα στα 7 διωκόμενα μέλη του ΣΣΜ και απαιτούμε την πλήρη απαλλαγή τους από οποιαδήποτε κατηγορία. Οι εργατικές διεκδικήσεις μας δεν είναι εκβιασμοί, είναι μονόδρομος όταν μας έχουν απλήρωτες, όταν μας κολλάνε μισά ένσημα, όταν δουλεύουμε μαύρα, όταν μας απολύουν επειδή διεκδικήσαμε, όταν απολύουν συναδέλφισσές μας επειδή έμειναν έγκυες. Οι εργατικές διεκδικήσεις μας είναι ό,τι πιο δίκαιο υπάρχει σε έναν κόσμο που σε αναγκάζει να πας κάθε μέρα για δουλειά παίρνοντας για μισθό κάτι ψίχουλα…

Καλούμε στη συνέχεια της δίκης την Παρασκευή 21/2 και ώρα 09:00 π.μ.Ευελπίδων, κτίριο 13, αίθουσα 106

λεζαμί

[1] Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και έχει ως έργο την επίβλεψη της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, την ανακάλυψη των παραβιάσεων και την δίωξη αυτών των περιπτώσεων. Έτσι μας λένε οι δημιουργοί του τουλάχιστον. Μη φανταστείτε πως είναι και κάνας τρομερός κυνηγός των αφεντικών που παρανομούν…

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License