Αναρχική Διάγνωση για το Μέλλον: Ανάμεσα στη κρίση της Δημοκρατίας και του Καπιταλισμού- Peter Gelderloos

Σε αυτή την εις βάθος ανάλυση, ο αναρχικός συγγραφέας Peter Gelderloos διερευνά τις τεχνολογικές και γεωπολιτικές αλλαγές που θα αντιμετωπίσουν τα κινήματα για την κοινωνική απελευθέρωση τις επόμενες δεκαετίες. Πώς θα προσπαθήσουν εκείνοι που κρατούν την εξουσία σήμερα να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές και πολιτικές κρίσεις του άμεσου μέλλοντος; Η τεχνητή νοημοσύνη και η βιοοικονομία θα σώσουν τον καπιταλισμό; Τι πιο επικίνδυνο: οι κυβερνήσεις αρνούνται να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή. Ποιές είναι οι τεχνοκρατικές λύσεις που θα προτείνουν; Θα δούμε την άνοδο του φασισμού ή την αναγέννηση της δημοκρατίας; Εάν μελετήσουμε τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο καπιταλισμός και το κράτος, μπορούμε να προετοιμαστούμε ώστε να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τις κοινωνικές συνθήκες και να προτείνουμε έναν άλλο, ριζικά διαφορετικό τρόπο ζωής, βασισμένο στην ισότητα και την ελευθερία.- ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ

Διάγνωση για το Μέλλον

Δεν αποτελεί μυστικό ότι και η δημοκρατία και ο καπιταλισμός βρίσκονται σε κρίση. Για περισσότερο από μισό αιώνα, οι κρατικοί επιτελάρχες και οι αυθεντίες τους χρειάζονταν απλά για να δικαιολογούν τη δημοκρατία ως «καλύτερο πολίτευμα από τον (κρατικό) κομμουνισμό». Για τη δεκαετία του 1990 και το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης δεκαετίας του 2000, δεν χρειάζονταν να προσφέρουν καμία αιτιολόγηση. Η δημοκρατία ήταν η μοναδική δυνατότητα που μπορούσαμε να φανταστούμε, το τελεολογικό πεπρωμένο ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Σήμερα, αυτό δεν ισχύει πλέον. Στην παγκόσμια σκηνή, οι δημοκρατικοί θεσμοί που βασίζονται σε διακρατικές συνεργασίες καταρρέουν, και η εμφάνιση νέων συμμαχιών και νέων στάσεων δείχνει ότι αρχίζει να σχηματοποιείται μια εναλλακτική λύση. Σε επίπεδο συγκεκριμένων εθνικών κρατών, το έδαφος που επέτρεψε την επίτευξη ευρείας κοινωνικής συναίνεσης για πολλές δεκαετίες έχει πλέον διαβρωθεί. Τα κινήματα της δεξιάς γίνονται όλο και πιο δημοφιλή με βασικό αίτημα την αναδιατύπωση του κοινωνικού συμβολαίου – και, στα πιο περιθωριακά άκρα, την πλήρη εξάλειψη της δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή η αριστερά ετοιμάζει ένα κύμα για την ανανέωση της δημοκρατίας και για την εξομάλυνση των αντιφάσεων της, ανανεώνοντας το όνειρο της καθολικής ενσωμάτωσης και ισότητας. Και τα δύο αυτά κινήματα υποδηλώνουν ότι η δημοκρατία, όπως είναι αυτή τη στιγμή, δεν μπορεί να συνεχίσει.

Εν τω μεταξύ, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 δεν έχει επιλυθεί, αλλά αποτράπηκε μέσω της μαζικής ιδιωτικοποίησης δημόσιων πόρων και τη δημιουργία νέων ακόμη μεγαλύτερων χρηματοοικονομικών φουσκών για την προσωρινή απορρόφηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός χρειάζεται απεγνωσμένα μια νέα περιοχή στην οποία θα επεκταθεί. Όποια και αν είναι η στρατηγική που υιοθετούν οι καπιταλιστές, θα πρέπει να προσφέρουν μια εκθετική μεγέθυνση των κερδοφόρων επενδυτικών ευκαιριών και μια λύση στη μαζική ανεργία που μπορεί να πλήξει περισσότερο από το μισό του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού, καθώς αυτό γίνεται περιττό, όσο πιο εντατική γίνεται η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης και η ρομποτοποίηση της εργασίας.

Αυτές οι δύο κρίσεις συνδέονται στενά. Οι καπιταλιστές θα υποστηρίξουν τα κυβερνητικά μοντέλα που προστατεύουν τα συμφέροντά τους, ενώ μόνο το κράτος μπορεί να ανοίξει νέα πεδία για συσσώρευση κεφαλαίου και να εξουδετερώσει την αντίσταση που προκύπτει πάντα. Ανοίγοντας τις ραφές που υπάρχουν σε αυτό το διάκενο, μπορούμε να αρχίσουμε να κάνουμε διάγνωση ενός μέλλοντος όπου όσοι βρίσκονται στην εξουσία θα προχωράνε δυναμικά σε μια προσπάθεια να θάψουν τις αποκλίνουσες και απελευθερωτικές δυνατότητες που θα φανούν μπροστά μας. Αν δεν κάνουμε τίποτα, αυτή η Μηχανή που πολεμάμε θα διορθώσει τις δυσλειτουργίες της και θα τελειοποιηθεί. Αν αναλύσουμε αυτές τις δυσλειτουργίες και τις προτεινόμενες λύσεις, μπορούμε να δράσουμε πιο έξυπνα. Η κρίση μας προσφέρει μια ευκαιρία για μια επανάσταση που μπορεί να καταργήσει το Κράτος και τον καπιταλισμό, αλλά μόνο αν κατανοήσουμε τους τρόπους με τους οποίους εξελίσσεται η κυριαρχία και προσπαθήσουμε να εμποδίσουμε την εξέλιξη της, αντί να προετοιμάσουμε το πεδίο για νέες μορφές κυριαρχίας όπως έκαναν τόσοι πολλοί επαναστάτες κατά το παρελθόν.

Για να πετύχουμε αυτό, θα εξετάσουμε την αρχιτεκτονική του σημερινού παγκόσμιου συστήματος και θα δείξουμε τι ακριβώς αποτυγχάνει σε αυτό το παγκόσμιο σύστημα. Η διάγνωση θα δείξει τί χρειάζεται ο καπιταλισμός για να βγει από την παρούσα κρίση και ποιες πιθανές προτάσεις του δίνουν την πιο πρόσφορη προοπτική, καθώς εστιάζουν στη δυνατότητα μιας βιο-οικονομικής επέκτασης. Παράλληλα, θα αναλύσουμε την κρίση της δημοκρατίας, τόσο στο επίπεδο του εθνικού κράτους όσο και στο επίπεδο της διακρατικής, παγκόσμιας συνεργασίας, συγκρίνοντας τις προτάσεις φασιστικών, προοδευτικών δημοκρατικών, υβριδικών και τεχνοκρατικών λύσεων για την αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης και την ικανοποίηση των αναγκών των καπιταλιστών. Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, θα εξετάσουμε την κλιματική αλλαγή, την κατανόηση της ως άξονα που επηρεάζει την κυβερνητική και οικονομική κρίση και επίσης προτείνει – ή και απαιτεί ακόμη– μια σύνθεση στις απαντήσεις αυτών των δύο κρίσεων. Τέλος, θα εξετάσουμε τι σημαίνει αυτό για εμάς σαν αναρχικούς και τις δυνατότητες μας για δράση.

Το Εθνοτικό Κράτος

Στις 20 Ιουλίου 2018, με την υπογραφή του νόμου για το «εβραϊκό έθνος κράτος», το Ισραήλ έγινε το πρώτο αμιγές εθνοτικό κράτος. Οι ενέργειες του Λικούντ και ο αντιδραστικός συνασπισμός που εκπροσωπεί, έκαναν ιδιαίτερα εμφανή τη συνεχιζόμενη κρίση της δημοκρατίας.

Το εθνοτικό κράτος είναι μια πρόσφατη μετεξέλιξη του κυρίαρχου έθνους κράτους, του θεμελιώδους στοιχείου της φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης από τη Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648 έως σήμερα. Η λέξη Ethnos και η λέξη Nation έχουν το ίδιο νόημα – το πρώτο από ελληνική ρίζα, το δεύτερο από λατινική ρίζα – έτσι η διαφορά εξαρτάται πάντα από τα συμφραζόμενα. (σ.τ.μ. : Στην Ελληνική γλώσσα ο όρος “nation” μεταφράζεται βέβαια ως έθνος, υπονοεί όμως μια χώρα με εθνοτικά ετερογενή πληθυσμιακή σύνθεση, ποιο κοντά στην Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο ή την Ισπανία. Από την άλλη ο όρος ethnos” μεταφράζεται στα ελληνικά ως «εθνοτικός» αναφερόμενος σε μια κατανόηση ποιό συμπαγούς και ομοιογενούς εθνοτικής ομάδας, πιο κοντά στην ιδέα που έχουν για αυτό οι Έλληνες, οι Ισραηλινοί, οι Γιαπωνέζοι ή οι Πολωνοί και σε μεγάλο βαθμό κατανοείται από τους γηγενείς πληθυσμούς και με όρους «φυλής»)

Από το 1648 έως το 1789, το έθνος κράτος εξελίχθηκε στην μορφή με την οποία είναι κατανοητό σήμερα ως ένα θεσμικό σύμπλεγμα που επιδιώκει να δώσει πολιτική έκφραση σε ένα πολυσυλλεκτικό, ανομοιογενές έθνος μέσω του μηχανισμού εκπροσώπησης, όπως διαμορφώνεται από την κοσμοθεωρία και τις αξίες της ισονομίας και των καθολικών δικαιωμάτων του Διαφωτισμού.

Σε ένα κόσμο που οι παλιοί μηχανισμοί εκπροσώπησης έχουν καταρρεύσει, το αίτημα για ένα εθνοτικό κράτος έρχεται σαν μια αντιδραστική απόκλιση από ένα πλέον ξεπερασμένο μοντέλο. Το αμιγές εθνοτικό κράτος είναι μια μορφή αναθεώρησης της κοσμοθεωρίας του Διαφωτισμού. Βασίζεται σε μια νέα κατανόηση των παλιών πολιτικών όρων. Τον 17ο αιώνα, κανένα από τα δυτικά κράτη δεν υπήρχε ως τέτοιο· εξακολουθούσαν να δημιουργούν τους εαυτούς τους μέσα από μυριάδες γλωσσικές και πολιτιστικές εκφράσεις και την επινόηση κοινωνικών θεσμών που θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν την πολιτιστική βαρύτητα που απαιτείται για να εξαναγκάσουν τους διαφορετικούς ανθρώπους σε μια κοινή διαταξική ταυτότητα. Το πιο συμπαγές πρώιμο έθνος-κράτος, η Βρετανία, εξακολουθούσε να είναι μια ιεραρχική συμμαχία πολλών εθνών. Οι δημιουργοί του έθνους-κράτους (ή του διαπολιτειακού) συστήματος, αυτοί στους οποίους αναφερόμαστε αναχρονιστικά ως Ολλανδούς, ήταν γνωστοί ως «Ενωμένες Επαρχίες» ή αλλιώς «Κάτω Χώρες». Η όποια ενότητα είχαν βασιζόταν περισσότερο στην κοινή τους αντίθεση στην αυτοκρατορική εξουσία της Ισπανίας των Αψβούργων παρά στην κοινή εθνική ταυτότητα. Δεν είχαν κοινή γλώσσα ή κοινή θρησκεία.

Αρχικά, η κυριαρχία της Βεστφαλίας ήταν ένα σύστημα διαχωρισμού και δικαιωμάτων των μειονοτήτων: ισχυρά σύνορα δημιουργήθηκαν μεταξύ των πολιτικών οντοτήτων, θέτοντας τέλος στο συνονθύλευμα της φεουδαρχίας, στο οποίο το μεγαλύτερο μέρος της γης ήταν αναφαίρετο και είχε πολλαπλούς ιδιοκτήτες και χρήστες. Με δεδομένο ότι οι φεουδάρχες είχαν κτήματα σε πολλές χώρες, σε καμία χώρα δεν ίσχυε μια ομοιόμορφη πολιτική ιεραρχία. Η Βεστφαλία ενίσχυσε αυτές τις ιεραρχίες, καταλήγοντας σε έναν υπέρτατο άρχοντα σε κάθε χώρα (επαρχία), και καθιερώνοντας τη θρησκεία των ηγεμόνων ως τη θρησκεία της χώρας (επαρχίας). Ωστόσο, τα μέλη των θρησκευτικών μειονοτήτων είχαν ακόμα το δικαίωμα να ακολουθούν την πίστη τους αρκεί να ήταν Καθολικοί, Λουθηρανοί ή Καλβινιστές (καθώς μόνο οι Ενωμένες Επαρχίες εφάρμοζαν θρησκευτική ανοχή αρκετά ευρεία ώστε να συμπεριλαμβάνει Αναβαπτιστές και Εβραίους). Στην αδιαμόρφωτη φάση του, το σύστημα αυτό χρησιμοποίησε τη θρησκευτική ταυτότητα για να επιτελέσει τη διαχωριστική λειτουργία που θα έπαιζε στη συνέχεια το έθνος.

Καθώς δεν υπήρχε ακόμη μια επιστήμη του έθνους, οι πολλές διαφορετικές στρατηγικές της οικοδόμησης του προέκυψαν στην διάρκεια των δυο επόμενων αιώνων και θεωρήθηκαν αρχικά όλες εξίσου έγκυρες: από την μια, το χωνευτήρι των Ηνωμένων Πολιτειών, από την άλλη η αποικιοκρατία του Διαφωτισμού της Γαλλίας, και συνάμα η επιστημονική ουσιοκρατία με την οποία οι κορυφαίοι στοχαστές του ακαδημαϊκού χώρου και της διακυβέρνησης σε όλο τον δυτικό κόσμο προσπάθησαν να καθορίσουν την εθνότητα ως μια βιολογική πραγματικότητα.

Οι αντιδραστικοί, όντας δυσαρεστημένοι με τη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη του 21ου αιώνα, επικαλούνται μια ξεπερασμένη επιστημονική ουσιοκρατία για να αμφισβητήσουν τις μεταμοντέρνες και μετα-ανθρωπιστικές εξελίξεις της αντίληψης μας για το έθνος. Αυτοί οι πιο προσαρμοστικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί συνδυάζουν την αυξανόμενη παγκόσμια ενσωμάτωση του καπιταλισμού με τη φιλοσοφική ενσωμάτωση της ανθρωπότητας. Οι μεταμοντέρνοι ξεγύμνωσαν τους ωμούς μηχανισμούς της οικοδόμησης του έθνους για να απεικονίσουν μια αποξενωμένη ομοιότητα που υποτίθεται ότι περικλείει τις ηπείρους, ενώ οι μετα-ανθρωπιστές προσαρμόζουν τις φιλελεύθερες αξίες σε μια λατρεία της βιο-μηχανής, στην οποία οι υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ των ανθρώπινων κοινοτήτων γίνονται παράλογες και μια εκσυγχρονισμένη, προοδευτική εκδοχή του δυτικού πολιτισμού προτείνεται ως ο νέος παγκόσμιος πολιτισμός.

Αντίθετα με αυτές τις ψυχο-οικονομικές καινοτομίες, οι αντιδραστικοί υποστηρικτές του εθνοτικού κράτους χρησιμοποιούν έναν βασικό πυλώνα της νεωτερικότητας εναντίον ενός άλλου. Δημιουργούν μια έννοια εθνικότητας που είναι ταυτόχρονα του 19ουκαι του 21ουαιώνα. Αναβιώνουν τον λευκό σοβινισμό που υπήρχε πάντα στη σκέψη του Διαφωτισμού, όμως απορρίπτουν το αλληλένδετο εκείνο συνεκτικό στοιχείο, δηλαδή τη δημοκρατική ισότητα.

Με άλλα λόγια, το σημερινό εθνοτικό κράτος δεν είναι απλά μια αναδιατύπωση του κλασικού έθνους κράτους: το εθνοτικό κράτος έρχεται από την άλλη πλευρά της δημοκρατίας προσπαθώντας να απομακρυνθεί από την παλιά σύνθεση του Διαφωτισμού. Ωστόσο, ταυτόχρονα, η νέα διατύπωση απαιτεί από το εθνοτικό κράτος να εκπληρώσει τον υποτιθέμενο αρχαίο σκοπό του έθνους-κράτους: να φροντίσει έναν λαό και να του δώσει πολιτική έκφραση. Οι υποστηρικτές του εθνοτικού κράτους κρίνουν ότι αυτό το καθήκον είναι σημαντικότερο από αυτό που εδώ και αιώνες θεωρήθηκε ως αναπόσπαστη, ταυτόχρονη λειτουργία μέσα στη δυτική σκέψη: την εγγύηση των ίσων δικαιωμάτων και τη δημοκρατική συμμετοχή.

Αν το εξετάσουμε προσεκτικά, βλέπουμε ότι το εθνοτικό κράτος είναι αντιδραστική απάντηση σε μια κρίση της δημοκρατίας και του έθνους-κράτους η οποία είναι, αν όχι γενικευμένη, σίγουρα παγκόσμια. Σημειώνοντας την πρώτη ένδειξη που θα μπορούσε να μας επιτρέψει να εντοπίσουμε ευρύτερα μοτίβα, ας θυμηθούμε ότι ήταν η εξωθεσμική αριστερά στα πλαίσια του κινήματος της «αντι-παγκοσμιοποίησης» – ή πιο σωστά του κινήματος για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση- που μίλησε για πρώτη φορά για την κρίση του έθνους-κράτους και κάλεσε τότε –όπως και σήμερα με τον ίδιο μίζερο τρόπο συνεχίζει να κάνει- το Κράτος να εκπληρώσει το καθήκον του και να φροντίσει τους ανθρώπους του.

Το ισραηλινό κράτος έδειξε την προθυμία του να απομακρυνθεί από τη δημοκρατική ισότητα, προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα σύνθεση νομοθετώντας μη-ίσα δικαιώματα. Αρνείται ρητά στους Άραβες, τους Μουσουλμάνους και άλλους μη Εβραίους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ή του δικαιώματος σε Γη και στέγη, και ιδιαίτερα αφαίρεσε ακόμη και μια συμβολική δέσμευση στη δημοκρατία με την διατύπωση αυτού του νέου νόμου.

Το Παγκόσμιο Σύστημα

Η περίοδος μεταξύ του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου αντιπροσώπευε μια μεσο-βασιλεία κατά τη διάρκεια της οποίας το Ηνωμένο Βασίλειο πάλεψε να διατηρήσει την κυριαρχία του σε ένα παγκόσμιο σύστημα που ήταν στο τέλος του, ενώ η Γερμανία και οι ΗΠΑ επεδίωκαν το ρόλο του αρχιτέκτονα ενός νέου παγκόσμιου συστήματος (μετά τον τερματισμό των πενιχρών προσπαθειών της ΕΣΣΔ για μια παγκόσμια μεταμόρφωση). Όπως υποστηρίζει ο Giovanni Arrighi, το κραχ του 1929 σηματοδότησε την τελική κρίση του βρετανικού συστήματος. Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ σχεδίασαν και καθοδήγησαν ένα παγκόσμιο σύστημα οικονομικής συσσώρευσης και διακρατικής συνεργασίας. Οι ΗΠΑ, φαινομενικά υπέρμαχες του αγώνα ενάντια στην αποικιοκρατία, ένα έθνος πρώην αποικιών που κέρδισε την ανεξαρτησία του, πέτυχαν τη συμμετοχή ολόκληρου σχεδόν του παγκόσμιου πληθυσμού στο σύστημά τους, δημιουργώντας τον ΟΗΕ και δίνοντας σε όλα τα νέα έθνη-κράτη μια θέση στο τραπέζι. Μέσω των θεσμών του Bretton Woods, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και αργότερα του GATT (Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου) και του WTO (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) – οι ΗΠΑ βελτίωσαν το προηγούμενο βρετανικό σύστημα και εντατικοποίησαν την παγκόσμια συμμετοχή στο καπιταλιστικό καθεστώς δημιουργώντας ένα νέο δίκαιο, ένα σύνολο κανόνων βασισμένο στην ιδεολογία του ελεύθερου εμπορίου.

Οι κανόνες ήταν δίκαιοι στο μέτρο που υποτίθεται ότι ήταν οι ίδιοι για όλους, σε αντίθεση με το προηγούμενο αποικιακό σύστημα που βασιζόταν ρητά στην κυριαρχία και τη στρατιωτική δύναμη – το είδος των ωμών πρακτικών που ήταν απαραίτητες για να σπρώξουν βίαια τον παγκόσμιο πληθυσμό προς μια καπιταλιστική οικονομία. Και οι κανόνες ήταν ελκυστικοί για τους σημαντικούς παίκτες επειδή απομάκρυναν τα εμπόδια. Το κεφάλαιο μπορούσε να συσσωρεύει περισσότερο κεφάλαιο, έτσι ώστε εκείνοι που είχαν τα περισσότερα να επωφεληθούν περισσότερο. Μέσα σε αυτή τη διαβολική διευθέτηση, οι ΗΠΑ μέσω του NATO διατήρησαν την στρατιωτική υπεροχή – το βασικό στοιχείο που κανείς δεν πρότεινε ποτέ να εξισωθεί.

Ίσως να ήταν μια σιδηρόφρακτη δομή, αλλά η εξουσία είναι πρωτίστως ένα σύστημα πίστεως και η δύναμη της ηλιθιότητας είναι τέτοια που τίποτα στον κόσμο δεν είναι αλάνθαστο. Δεν πρέπει ποτέ να περιμένουμε το Κράτος να είναι υπεράνω των αποτελεσμάτων της ηλιθιότητας· σε πολλά επίπεδα, το κράτος είναι η θεσμοθέτηση της ανθρώπινης βλακείας. Η πραγματική σοφία δεν χρειάστηκε ποτέ ένα κράτος.

Με μια τόσο εξαιρετική ισχύ, η κυρίαρχη τάξη των ΗΠΑ θεώρησε ότι ήταν πάνω από τους δικούς της κανόνες. Ήταν οι ΗΠΑ και ιδιαίτερα οι αντιδραστικοί της, που υπονόμευαν τον ΟΗΕ, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και το ΝΑΤΟ. Από τα τρία, η πτώση των Ηνωμένων Εθνών ήταν το πιο συνεργατικό εγχείρημα, στο οποίο συμμετείχαν σχεδόν όλοι οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικάνοι, αν και οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να κάνουν τον ΟΗΕ να αισθάνεται πως έχει μια επίπλαστη αξία, ακόμη και όταν τον εμπόδισαν να εκτελέσει την αποστολή του στο Βιετνάμ, το Ελ Σαλβαδόρ, τη Νικαράγουα, τη Νότια Αφρική και κυρίως στο Ισραήλ.

Είναι λογικό η νέα σύνθεση που θα μπορούσε να σημάνει το τέλος για το Αμερικανικό παγκόσμιο σύστημα να βρει την πρώτη έκφραση της στο Ισραήλ, τον πιο δαπανηρό σύμμαχο και πιο άκαιρο δικαιούχο. Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο αναθεματισμένο κράτος-υποτελή, ήταν η επιθετική χρήση της αμερικανικής υποστήριξης από το Ισραήλ που έκανε τον ΟΗΕ μια χάρτινη τίγρη ανίκανη να αντιμετωπίσει τις πιο καταφανείς αδικίες στον κόσμο. Ούτε ήταν αυτό το αναγκαίο τίμημα για να εξυπηρετηθούν τα Μακιαβιελικά γεωστρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και άλλα αραβικά κράτη έχουν αποδειχτεί περισσότερο αξιόπιστοι σύμμαχοι, με περισσότερους φυσικούς πόρους, από το μικροσκοπικό, πολεμοχαρές, αποσταθεροποιητικό Ισραήλ. Είναι πιθανόν αυτή η καταστροφική συμμαχία να είναι λιγότερο αποτέλεσμα στρατηγικής σκέψης και περισσότερο μια λευκή σοβινιστική και χριστιανική σκέψη– η ταύτιση της αμερικανικής πολιτικής τάξης με μια ιουδαιο-χριστιανική κουλτούρα. Ο ισραηλινός λευκός σοβινισμός είναι πολύ πιο ανεπτυγμένος από τον λευκό σοβινισμό της Σαουδικής Αραβίας. Όχι λόγω κάποιου λάθους των Σαουδάραβων, οι οποίοι δεν υστερούν στην κακοποίηση και στην εκμετάλλευση των δικών τους φυλετικών υποταγμένων, αλλά επειδή, χίλια χρόνια μετά τις Σταυροφορίες, οι Δυτικοί εξακολουθούν να βλέπουν τους Άραβες και τους Μουσουλμάνους ως απειλή.

Με περισσότερες στρατιωτικές ενισχύσεις ανά κάτοικο από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο (και τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο), το Ισραήλ ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο στο ΝΑΤΟ ως στρατιωτικό εργαστήριο για την ανάπτυξη τεχνικών όχι μόνο για διακρατικό αλλά και για ενδοκρατικό πόλεμο, του είδους που σχετίζεται περισσότερο με τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία: περιφραγμένες κοινότητες οργανωμένες ώστε να αμύνονται απέναντι σε φυλετικά γκέτο. Όμως, υπάρχουν και άλλες χώρες που θα μπορούσαν να παίξουν αυτό τον ρόλο χωρίς να αποσταθεροποιούν συνάμα ένα θερμό γεωπολιτικό σημείο του πλανήτη.

Τα παγκόσμια συστήματα έχουν πάντα διακυμάνσεις και τελικά φτάνουν στο τέλος τους. Τα πρότυπα αυτών των αλλαγών είναι χρήσιμα πεδία μελέτης. Μέχρι τώρα, τα διαδοχικά παγκόσμια συστήματα έχουν δείξει μια εναλλαγή μεταξύ επέκτασης και εντατικοποίησης. Ο κύκλος συσσώρευσης υπό την ηγεσία των Ολλανδών αντιπροσώπευε την εντατικοποίηση των μεθόδων της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης. Αυτή η εκμετάλλευση είχε ήδη εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον Ινδικό Ωκεανό και ως τη Νότια Αμερική από τους Πορτογάλους και την συνεταιρική σχέση Καστιλιάνων και Γενοβέζων, αλλά οι Ολλανδοί ήταν που τελειοποίησαν τους καταστροφικούς μηχανισμούς υπερεκμετάλλευσης των νέων οικονομιών και των νέων κοινωνιών.

Ο κύκλος συσσώρευσης υπό την ηγεσία των Βρετανών αντιπροσώπευε μια γεωγραφική επέκταση που οδήγησε την αποικιοκρατία (που εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί κατά βάση ολλανδικά οικονομικά και πολιτικά μοντέλα) να απορροφήσει και την τελευταία γωνιά της υφηλίου. Και ο κύκλος συσσώρευσης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ αντιπροσώπευε μια εντατικοποίηση των καπιταλιστικών και διακρατικών σχέσεων που είχαν δημιουργηθεί κατά τον προηγούμενο κύκλο, καθώς οι αποικίες απελευθερώνονταν, πολιτικά, ώστε να συμμετάσχουν πλήρως στον δυτικό καπιταλισμό και στις παγκόσμιες δημοκρατικές δομές.

Ο επιταχυνόμενος ρυθμός αυτών των αλλαγών δείχνει πως είμαστε έτοιμοι για έναν νέο κύκλο συσσώρευσης. Ο Arrighi υποστηρίζει πως η πετρελαϊκή κρίση του 1973 ήταν η εναρκτήρια κρίση του αμερικανικού κύκλου που σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη βιομηχανική στην χρηματοπιστωτική επέκταση και τη διόγκωση μιας μαζικής φούσκας, η οποία τελικά δημιούργησε την ύφεση του 2008- την τελική κρίση. Το φαινομενικό τέλος της ηγεμονίας των ΗΠΑ, που οι μελλοντικοί ιστορικοί μπορεί να ορίζουν ότι ξεκινά το 2018 εκτός αν το 2020 φέρνει ακραίες αλλαγές, δείχνει πως ενδέχεται ίσως να είμαστε ήδη στη μεσοβασιλεία. Σημάδια αυτού του γεγονότος περιλαμβάνουν τη δήλωση της Παλαιστίνης, μετά την μετακίνηση της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ, ότι δεν υπάρχει χώρος για τις ΗΠΑ στις μελλοντικές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις· δηλώσεις που η ΕΕ είναι έτοιμη να βάλει σε ισχύ χωρίς κάποια στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ· ο διευρυνόμενος ρόλος της Κίνας στη γεωπολιτική μέσω της Πρωτοβουλίας Belt and Road (Belt and Road Initiative, BRI)· την έναρξη της TTP (Σύμφωνο Συνεργασίας των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού)– δηλαδή την μεγαλύτερη ζώνη ελευθέρων συναλλαγών στον κόσμο – χωρίς τις ΗΠΑ· και τέλος η διπλωματική προσποίηση που έκανε η Βόρεια Κορέα κάνοντας αρχικά διμερείς διαπραγματεύσεις με τη Νότια Κορέα και την Κίνα και στη συνέχεια ξεχωριστές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, στις οποίες αυτές δεν είχαν πια κανένα πλεονέκτημα. Με αυτό τον τρόπο η Βόρεια Κορέα κατέστρεψε με μεγάλη επιτυχία την πιο αποτελεσματική διεθνή συναίνεση και το εμπάργκο που είχαν ενορχηστρώσει οι ΗΠΑ.

Η δημοκρατία, ως η ιδεολογία που στηρίζει το παγκόσμιο σύστημα των ΗΠΑ, βρίσκεται σε κρίση, διότι η ίδια η ηγεμονία των ΗΠΑ βρίσκεται σε κρίση- και αυτό συμβαίνει επειδή δεν επιτυγχάνει την πολιτική έκφραση που απαιτείται για να διατηρηθεί ο παγκόσμιος πληθυσμός ενσωματωμένος σε ένα ενιαίο οικονομικό και διακρατικό σύστημα, από την Ελλάδα και την Ουγγαρία ως την Μυανμάρ.

Ο αντιδραστικός συνασπισμός που δημιουργήθηκε από τον Netanyahu – όχι από τον Trump – δεν αντιπροσωπεύει τον μόνο δρόμο πέρα από τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Αλλά το γεγονός ότι ένα σημαντικό κράτος, ακολουθούμενο από ένα σώμα όλο και περισσότερων άλλων κρατών, διαλύει μια παλιά και ιερή σύνθεση –στρέφοντας το έθνος κράτος ενάντια στην παγκόσμια ισότητα – είναι αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι το παγκόσμιο σύστημα που μας κυβερνούσε μέχρι τώρα διαλύεται.

Η αντιδραστική Δεξιά

Ως πολιτικές ετικέτες, η αριστερά και η δεξιά αναφέρονταν αρχικά στους αριστερούς και δεξιούς πάγκους στη Συνέλευση των Τάξεων στην αρχή της Γαλλικής Επανάστασης, με διαφορετικές πολιτικές τάσεις να συγκεντρώνονται σε διαφορετικές σειρές. Φυσιολογικά, οι αναρχικοί δεν ανήκουν στην αριστερά, εκτός αν μετράμε τις επαίσχυντες στιγμές όταν μέρος του κινήματος εντάχθηκε στους μπολσεβίκους στη Ρωσία ή στην δημοκρατική κυβέρνηση στην Ισπανία. Αντί για δείγματα αποτελεσματικής αναρχικής δράσης, αυτοί ήταν μετριοπαθείς οπορτουνιστές και ποσιμπιλιστές (ΣτΜ: από φράξια των Γάλλων σοσιαλιστών που επεδίωκαν ως πολιτικούς στόχους μόνο ότι ήταν εφικτό) που δεν μπόρεσαν να εξουδετερώσουν τις αυταρχικές τάσεις των πρώην συμμάχων τους και ούτε να σώσουν τους εαυτούς τους.

Ωστόσο, οι αναρχικοί συμμετείχαν πάντοτε στα επαναστατικά κινήματα και ήταν σταθεροί εχθροί των αντιδραστικών κινημάτων, και έτσι συχνά βρήκαμε μεγάλη επαφή με τη βάση – όχι με την ηγεσία – των αριστερών οργανώσεων. Οι πρώτοι αναρχικοί που πήραν το όνομα αυτό ήταν οι Λυσσασμένοι (Les Enragés) της Γαλλικής Επανάστασης, οι οποίοι ήταν πολύ «ανεύθυνοι» για να ενταχθούν στους Ιακωβίνους και τους Γιρονδίνους, στην πολιτική της εξουσίας, σε οδυνηρές συμμαχίες, σε αποπνικτικές γραφειοκρατίες και σε σφαγές των αγροτών για λογαριασμό της μπουρζουαζίας.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η δεξιά είναι σίγουρα ο πιο αποκρουστικός βραχίονας της κυβέρνησης, αλλά όχι απαραίτητα και η πιο επικίνδυνη προοπτική για τους ανθρώπους στα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας. Πράγματι, στην περίπτωση της Γαλλικής Επανάστασης, οι αγρότες λιμοκτονούσαν κάτω από την εξουσία της μοναρχίας, αλλά σφαγιάστηκαν από τους Ιακωβίνους και τελικά απομακρύνθηκαν από τα κοινά για πάντα από διάφορους τύπους προοδευτικών φιλελευθέρων.

Από όλες τις τάσεις της εξουσίας, η αντιδραστική δεξιά είναι πιο προσαρμοστική στους τυχαίους, μεταβαλλόμενους ανέμους των καιρών. Κάθε προοδευτική αλλαγή στην οργάνωση του παγκόσμιου καπιταλισμού και του διακρατικού συστήματος έχει πάρει περισσότερα στοιχεία από την Αριστερά παρά από την Δεξιά, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η δεξιά είναι ξεπερασμένη ή χωρίς συνεισφορά. Η Δεξιά σίγουρα δεν είναι προοδευτική, και μπορεί να περιγραφεί ως το κομμάτι της άρχουσας τάξης που δεν έχει καμιά καλή ιδέα, αλλά οι συγκρούσεις που έχει δυναμιτίσει, επανειλημμένα στο παρελθόν, πέραν ​​του σημείου του κοινωνικού αναβρασμού γενικά διαμορφώνουν, αν και αρνητικά, το επερχόμενο καθεστώς. Το μέλλον σπάνια ανήκε στους Ναπολέοντες και τους Χίτλερ, αλλά αυτοί έχουν αφήσει το αιματοβαμμένο τους σημάδι, αποδεκατίζοντας τις κατώτερες τάξεις και τους κοινωνικούς αγώνες της εποχής τους. Και όταν η Αριστερά ήταν πιο επιτυχημένη στην κατασκευή νέων, αποτελεσματικότερων καθεστώτων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, το έκανε με την οικειοποίηση των απελπισμένων αντιδράσεων των κατώτερων τάξεων, καταπνίγοντας τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία και εφαρμόζοντας προοδευτικές συμμαχίες που φαινόντουσαν αναγκαίες εκείνη τη στιγμή για να διασφαλιστεί η επιβίωση ενάντια στις Δεξιές επιθέσεις.

Εάν το «Μέλλον» είναι μια Μηχανή για τον έλεγχο άγνωστων καταλήξεων προς όφελος εκείνων που κυριαρχούν σε μια κοινωνία, αυτή η αλληλεπίδραση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς είναι από καιρό ένας από τους βασικούς του κινητήρες.

Η ιστορική ανάλυση καθιστά σαφές πως οι αλλαγές στα μοντέλα διακυβέρνησης και της εκμετάλλευσης δεν συμβαίνουν μόνο σε μία χώρα, αλλά μάλλον πάντα ως απάντηση σε μια δυναμική που είναι παγκόσμια εδώ και αιώνες.

Το ίδιο ισχύει και για μια νέα εκδοχή της αντιδραστικής δεξιάς, που από το κέντρο του παγκόσμιου συστήματος που είναι στο τέλος του– η αναχρονιστική Δύση –βρήκε κοινό έδαφος στη έκφραση του εθνοκρατικού προγράμματος. Όσοι ακολουθούν τις τάσεις του νεοφασισμού έχουν διαπιστώσει τη διεθνή εμβέλεια αυτής της ιδέας, αλλά σπάνια διατύπωσαν τον πρωταρχικό ρόλο που κατέχει η ισραηλινή δεξιά σε αυτή την ανάδειξη, μια παράλειψη που δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί μετά τον νέο νόμο της 20ηςΙουλίου. Το τυφλό σημείο αναφορικά με το Ισραήλ ήταν ιδεολογικά εγγεγραμμένο, δεδομένης της βαρύτητας που είχε η γερμανική αριστερά – επηρεασμένη από την φιλο-ισραηλινή και αντι-γερμανική ιδεολογία – στη σύνθεση του σύγχρονου αντιφασισμού. Αλλά περισσότερα για αυτό αργότερα.

Το κόμμα Λικούντ του Netanyahu είναι ο ηγέτης ενός νέου συνασπισμού που περιλαμβάνει την Ουγγαρία υπό τον Orban που κυβερνά από το 2010, την Πολωνία, σταθερά δεξιά από το 2015, και τον νέο ακροδεξιό συνασπισμό που κυβερνά την Αυστρία από τα τέλη του 2017.

Αυτή η πολιτική συμμαχία τελειώνει μία από τις πιο στείρες συζητήσεις του 20ού αιώνα, αυτή που αφορούσε τον Σιωνισμό. Πολλοί Εβραίοι με κριτική στάση απέναντι στο Ισραήλ (όπως η Arendt, ο Chomsky και ο Finkelstein) απονομιμοποιήθηκαν και λοιδορήθηκαν με την επίπλαστη καρικατούρα «ο Εβραίος που μισεί τον εαυτό του». Τώρα που οι υπερασπιστές του Σιωνισμού δεν προσπαθούν πλέον να δικαιολογήσουν το ρατσιστικό τους έργο με δημοκρατικούς όρους, γίνεται επίσης σαφές ότι η ισραηλινή δεξιά έχει μια πολιτική ανοχή για τον αντισημιτισμό- κάτι που δεν συμβαίνει με την εβραϊκή αριστερά. Ο Orban δεν έκανε μόνο αντισημιτικά σχόλια για τον George Soros, αυτός και η βάση του τιμούν τακτικά τους ναζί συνεργάτες που κυβερνούσαν την Ουγγαρία· η δεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας έκανε πρόσφατα την άρνηση του Ολοκαυτώματος υποχρεωτική, ποινικοποιώντας κάθε αναφορά στο γεγονός της συνενοχής της Πολωνίας στο Ολοκαύτωμα· και ο μικρός εταίρος στον συνασπισμό του Αυστριακού καγκελαρίου Kurz είναι το νεοφασιστικό «Κόμμα Ελευθερίας», το οποίο έχει μετριάσει την αντισημιτική ρητορική τους χωρίς να αλλάξει τις απόψεις του.

Έχει μια βραχυπρόθεσμη στρατηγική λογική για το Ισραήλ να προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη λεγόμενη διεθνή κοινότητα γενικά, επειδή πολλοί μέσα και στις δύο συμμαχίες θεωρούν το Ισραήλ ως παρία για τις καταφανείς παραβιάσεις των διεθνών συμφωνιών. Καταστρέφοντας τη συναίνεση αυτή, το Ισραήλ ανοίγει περισσότερες ευκαιρίες για την οικοδόμηση διμερών συμμαχιών και την επανένταξή του στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή. Ωστόσο, σε ένα άλλο επίπεδο, η στρατηγική αυτή σίγουρα είναι αντίθετη με τα βασικότερα συμφέροντά του. Διώχνοντας το σύνολο της ισραηλινής αριστεράς από την χώρα, σε αυτό που έχει πάρει την μορφή μιας νέας μεγάλης διασποράς, η δεξιά στερεί από το ισραηλινό κράτος τη δυνατότητα μιας μελλοντικής δημοκρατικής ανανέωσης όταν τα πράγματα πάνε στραβά, όπως θα πάνε αναπόφευκτα. Μη δείχνοντας κανένα ενδιαφέρον για την παλαιστινιακή ζωή, κάνουν όλο και πιο απίθανο ότι θα μπορούσαν να περιμένουν οποιοδήποτε έλεος από τους γείτονές τους τη στιγμή που η στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ – όχι μόνο στο Ισραήλ αλλά και στη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο – δεν θα προσφέρει πλέον καμιά αποτελεσματική ασπίδα.

Μια ορθολογιστικά σκεπτόμενη ισραηλινή άρχουσα τάξη θα έκανε παραχωρήσεις, θα προσποιούνταν ότι σέβεται τη διεθνή τάξη και θα προσάρμοζε τον εγγενή λευκό σοβινισμό της με τον ίδιο τρόπο που η κυρίαρχη τάξη των ΗΠΑ μεταρρύθμισε το δικό της εγγενή λευκό σοβινισμό τις δεκαετίες του 1960 και ’70 για να αποκαταστήσει την αμαυρωμένη νομιμότητά της. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η αντιδραστική δεξιά συχνά δεν μπορεί να δώσει προτεραιότητα σε μια ορθολογιστική κατανόηση των δικών της μακροπρόθεσμων συμφερόντων πάνω από τις θορυβώδεις ιδεολογίες με τις οποίες δικαιολογούν τις ανισότητες και τις ασταθείς αντιφάσεις που επιβάλλουν.

Οι Ναζί αυτοκτόνησαν ουσιαστικά πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν τη Γερμανία ως αποικιοκρατική δύναμη μέσω της στρατιωτικής επέκτασης όχι μόνο κατά της Βρετανίας και των συμμάχων της αλλά και κατά της ΕΣΣΔ. Και η ξενοφοβική δεξιά σήμερα έχει αποδυναμώσει τις ΗΠΑ και την Ευρώπη οικονομικά με αλματώδη ρυθμό. Η πρωτοποριακή οικονομία απαιτεί παγκόσμια ακαδημαϊκή στρατολόγηση και κατά συνέπεια σχετικά ανοιχτά καθεστώτα μετανάστευσης, γι’ αυτό και οι επιχειρήσεις της Σίλικον Βάλεϊ ήταν δηλωμένα φιλο-μεταναστευτικές και ενάντια στον Trump. Η απόφαση της Merkel να καλωσορίσει τους Σύριους πρόσφυγες ήρθε αμέσως πριν από μια ανακοίνωση της μεγαλύτερης ένωσης εργοδοτών της Γερμανίας ότι η εθνική οικονομία αντιμετώπιζε έλλειμμα εκατομμυρίων ειδικευμένων εργαζομένων. Η Merkel δεν έκανε καμία ενέργεια για να διασώσει τις κατώτερες τάξεις της Συρίας από τα στρατόπεδα προσφύγων στην Τουρκία, όπου σάπιζαν. Ολόκληρο το πρόγραμμά της σκοπό είχε να διευκολύνει την είσοδο στην Γερμανία των συριακών μεσαίων τάξεων με πανεπιστημιακή εκπαίδευση και όσων άλλων μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά ένα ταξίδι πολλών χιλιάδων ευρώ στην ΕΕ.

Η άκρα δεξιά δεν έχει απολύτως καμία απάντηση για αυτή την διανοητική δυσχέρεια, η οποία σήμερα απειλεί το ισχυρό πλεονέκτημα που έχει η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική στον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας απέναντι στην Κίνα, την αναδυόμενη κυρίαρχη παγκόσμια οικονομική δύναμη. Μέσα από εθνικιστικούς εμπορικούς πολέμους και λαϊκίστικους ελιγμούς όπως το Brexit, στην πραγματικότητα ζημιώνουν τις δικές τους οικονομίες. Με τη σπορά διαφωνιών ενάντια όσα υπήρξαν ισχυρά κέντρα νεοφιλελεύθερης συναίνεσης – τη NAFTA και την Ευρωπαϊκή Ένωση – βλάπτουν την ίδια την εμπιστοσύνη με την οποία οι επενδυτές συσχετίζουν συστηματικά την οικονομική ανάπτυξη.

Οι αντιδραστικοί είναι προϊόντα της εποχής τους. Αντιδρούν στην δημοκρατική συναίνεση που βρίσκεται υπό κατάρρευση και προτείνουν νέες δικές τους συνθέσεις. Με κάποιους τρόπους προσδοκούν αυτή την κατάρρευση και με άλλους τρόπους την επιταχύνουν. Ως αντιδραστικοί, είναι πρόθυμοι να πάνε μακριά για να ταράξουν το σύστημα και να αποκαταστήσουν τις ελιτιστικές ιδέες που πρεσβεύουν. Συχνά, τα σοκ που δημιουργούν οι αντιδραστικοί ωθούν το αποτυχημένο παγκόσμιο σύστημα να προωθεί νέα οργανωτικά πλάνα ώστε να ξεφύγει από μια περίοδο χάους και συστημικής δυσλειτουργίας. Όλα αυτά φυσικά συμβαίνουν, ενώ οι περισσότεροι πρωταγωνιστές ακόμα δεν έχουν καταλάβει ότι το παλιό καθεστώς είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό απαρχαιωμένο. Το πρόβλημα για τους αντιδραστικούς είναι ότι το νέο οργανωτικό πλάνο που εφαρμόζεται σπάνια βασίζεται πάνω στη σύνθεση που προτείνουν οι ακροδεξιοί.

Με άλλα λόγια, η άνοδος της ιδέας και του μοντέλου ενός αμιγώς εθνοτικού κράτους αναμφισβήτητα θα διαδραματίσει ρόλο στην αποσταθεροποίηση της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης και θα απειλήσει τις υπάρχουσες διαμορφώσεις εξουσίας. Η πιθανότητα όμως, να αντιπροσωπεύσει ένα νέο οργανωτικό μοντέλο για το μέλλον είναι πολύ μικρή.

Αναζητώντας ευκαιρίες στο Μέλλον.

Το Μέλλον είναι μια συλλογιστική μηχανή, γύρω από την οποία κτίζεται κάθε φορά η βασική αφήγηση, που σκοπό έχει την δημιουργία συνοχής σε ένα χάος από αντικρουόμενα γεγονότα. Το Μέλλον πλαισιώνει όλα τα γεγονότα, τονίζει μερικά από αυτά, και μας αποπροσανατολίζει μακριά από άλλα. Ως γενικότερη πολιτική στρατηγική, αυτή η μηχανή κινητοποιεί τεράστιες κρατικές ενέργειες για την παραγωγή επιθυμητών αποτελεσμάτων, αλλά ο ρευστός ορίζοντας του τι είναι τελικά τεχνολογικά και κοινωνικά εφικτό αποτελεί ένα βασικό περιορισμό. Την στιγμή της διαύγειας, εκεί όπου αποκαλύπτεται μια νέα αφήγηση, υπάρχει η πολιτική αναγνώριση της συγκεκριμένης εξέλιξης ως μια καινοτομία στρατηγικής σημασίας. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, οι επιχειρήσεις επιταχύνουν δημιουργώντας συνθήκες μιας κοινής καμπάνιας, ενώνοντας τους σχεδιαστές της ιδέας και τους καπιταλιστές σε μια κούρσα προς τα εμπρός. Αλλά πριν από αυτή τη στιγμή, στην αδιαμόρφωτη φάση, οι τεχνολογικές εταιρείες και οι ερευνητικοί οργανισμοί αναζητούν τα σκοτεινά σύνορα σαν να είναι μύκητες, αισθανόμενοι αναξιοποίητες δυνατότητες που καταγράφονται ως «κερδοφόρες». Το μοτίβο αυτής της φάσης είναι η θαυμαστή «διαίσθηση του επενδυτή». Οι επενδύσεις σε ένα αβέβαιο μέλλον που δεν έχει ακόμη υποβληθεί σε επιστημονικό έλεγχο είναι επικίνδυνα τυφλές. Χωρίς να υπάρχει κάποιο σύστημα αξιολογήσεων, αυτές οι επενδύσεις μοιάζουν περισσότερο με τα στοιχήματα ενός τζογαδόρου, παρά με τους ακριβείς υπολογισμούς ενός ιδιοκτήτη καζίνου.

Σε αυτή την περίπτωση, οι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ιδέες για πιθανά κέρδη υποβάλλονται στην ίδια, αποχαυνωτική διαδικασία μέτρησης. Το καζίνο καίγεται. Το να ποντάρεις τις μάρκες για έναν ακόμη γύρο πόκερ μπορεί να είναι πιο κερδοφόρο από το να προσπαθήσεις να σβήσεις τη φωτιά. Η καπιταλιστική τάξη επιδεικνύει ακριβώς αυτό το φάσμα συμπεριφορών, ενώ βρισκόμαστε στο χείλος του τέλους του τρέχοντος κύκλου συσσώρευσης.

Πρακτικά όλοι οι Αμερικάνοι καπιταλιστές, εκτός από τις χαλυβουργικές εταιρείες, ζημιώνονται από τον πόλεμο των δασμών, αλλά έλαβαν εκατοντάδες εκατομμύρια σε φορολογικές περικοπές και τους τρέχουν τα σάλια από τις δυνατότητες που έφερε η κατάργηση των περιβαλλοντικών κανονισμών. Οι καπιταλιστές της Σίλικον Βάλεϊ αναγνώρισαν ότι η αντι-μεταναστευτική πολιτική του Trump ήταν μια επιβλαβής επιχειρηματική στρατηγική, αλλά οι διαμαρτυρίες τους έχουν πλέον καταλαγιάσει. Εξάλλου, ο ρόλος των κυβερνήσεων δεν είναι απλά να περιορίζουν ή να επιτρέπουν την πρόσβαση στις αγορές, όπως πιστεύει η φιλελεύθερη φιλοσοφία. Δημιουργούν επίσης αγορές. Η Microsoft, η Google, η Amazon και η Accenture έχουν βάλει στα χέρια τους προσοδοφόρα συμβόλαια της ICE (Υπηρεσία Μετανάστευσης) και του Πενταγώνου, τροφοδοτώντας το κερδοφόρο καθεστώς των συνόρων. Το πρόγραμμα του Trump είναι ένα σαφές μάθημα ότι οι καπιταλιστές δεν υπαγορεύουν απλά κυβερνητικές ατζέντες. Το Κράτος είναι απαραίτητο, για να διαμορφώνει και να εξομαλύνει το κοινωνικό έδαφος στο οποίο λαμβάνει χώρα μια οικονομική επέκταση. Την ίδια στιγμή όμως, τα κράτη διαθέτουν επίσης πολλούς πόρους ώστε να κάνουν τους καπιταλιστές να επενδύσουν σε περιοχές που αντιβαίνουν τα συμφέροντά τους ή τους διάφορους μακράς και μεσαίας εμβέλειας στόχους τους.

Οι καπιταλιστές δεν γνωρίζουν το Μέλλον. Η μελέτη των προβλέψεων τους μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά στην καλύτερη περίπτωση μας βάζει στα κεφάλια ανθρώπων που ενώ είναι ειδικοί στο να βγάζουν κέρδος, είναι τόσο τυφλωμένοι από την ιδεολογία τους που αδυνατούν να καταλάβουν τον αντιφατικό χαρακτήρα του ίδιου του καπιταλισμού.

Σε γενικές γραμμές, αυτό που μπορούμε να δούμε από τη συμπεριφορά τους είναι μια επιδείνωση της αστάθειας του συστήματος.

Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να φιλοξενούν τη μεγαλύτερη ή τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά στον κόσμο, ανάλογα με το πώς υπολογίζεται. Ωστόσο, ο τυπικός επενδυτής από τις ΗΠΑ διατηρεί πλέον το 40% ή και το 50% του χαρτοφυλακίου του σε ξένες μετοχές, από δύο έως και τέσσερις φορές μεγαλύτερο ποσοστό από το αντίστοιχο της δεκαετίας του 1980. Μόνο για το 2017, το συνολικό ποσό των αμερικανικών χρημάτων που επενδύθηκαν στο εξωτερικό αυξήθηκε κατά 7,6% (427 δισεκατομμύρια δολάρια), κυρίως προς την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων ύψους 63 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ελβετικές εταιρείες (συν 168 δισεκατομμύρια δολάρια, που δεν υπολογίζονται ως επενδύσεις, κατατεθειμένα σε ελβετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς), με ακόμη περισσότερα να κατευθύνονται προς την Ιρλανδία. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στις ΗΠΑ άρχισαν να πέφτουν το 2017, πέφτοντας στο 36%.

Οι υπερ-πλούσιοι επενδύουν επίσης σε πολυτελή καταφύγια, πληρώνουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για ανακαινισμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή σιλό πυραύλων στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, εξοπλισμένα για να στηρίξουν τη ζωή για ένα έτος ή περισσότερο με αυτόνομο σύστημα αέρα, νερού και ενέργειας, εκτός από τις πισίνες, τις αίθουσες μπόουλινγκ και τους κινηματογράφους. Οι πωλήσεις καταφυγίων υψηλής τεχνολογίας από μία μεγάλη εταιρεία αυξήθηκαν κατά 700% από το 2015 έως το 2016 και συνέχισαν να αυξάνονται μετά τις προεδρικές εκλογές.

Για να προσθέσουμε κάτι ακόμα στα δυσοίωνα νέα, οι εμπειρογνώμονες της Τεχνητής Νοημοσύνης (Αrtificial Intelligence), συμπεριλαμβανομένων πολλών από τους ανθρώπους που κερδίζουν από την ανάπτυξη της, προειδοποιούν ότι μέσα σε δέκα έως είκοσι χρόνια, η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστια ανεργία, καθώς τα ρομπότ και τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών αντικαθιστούν τον άνθρωπο στις κατασκευές, τις λιανικές πωλήσεις και τις εργασίες κατ οίκον παράδοσης-delivery. Από τις 50 μεγαλύτερες κατηγορίες εργασίας στις ΗΠΑ, μόνο οι 27 δεν απειλούνται σημαντικά με αντικατάσταση από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Από τα 15 πρώτα, δεν απειλούνται μόνο τρία: νοσηλευτές, σερβιτόροι και βοηθοί προσωπικής φροντίδας. Ο κλάδος λιανικής πώλησης, ο οποίος βρίσκεται στο νούμερο ένα, με 4.602.500 εργαζόμενους το 2016, προβλέπεται να μειωθεί σημαντικά καθώς οι ηλεκτρονικές πωλήσεις συνεχίζουν να αυξάνονται. Στα φυσικά καταστήματα που θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν λόγω ευρέως διαδεδομένων προτιμήσεων για την αγορά συγκεκριμένων προϊόντων πρόσωπο με πρόσωπο, το προσωπικό λιανικής θα παραμείνει ακόμη και όταν δεν θα είναι πλέον τεχνολογικά απαραίτητο, καθώς πρωταρχικός στόχος τους είναι να δώσουν το ανθρώπινο άγγιγμα που ενθαρρύνει τις πωλήσεις, σε αντίθεση με τους ταμίες (η δεύτερη σε αριθμό εργαζόμενων θέση με 3,5 εκατομμύρια) που θα συνεχίσουν να τους αντικαθιστούν μηχανές.

Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες από τις κατηγορίες εργασίας που δεν αντικαθίστανται από μηχανές προστατεύονται όχι από τεχνολογικά αλλά από πολιτιστικά όρια. Η κοινωνία μας θα πρέπει να υποστεί μια τεράστια αλλαγή στις αξίες, ώστε να επιτρέπεται η αντικατάσταση των δικηγόρων (αριθ. 44) ή των δασκάλων δημοτικών σχολείων (αριθ. 22) από ρομπότ. Πάρτε το παράδειγμα των σερβιτόρων, την ταχύτερα αναπτυσσόμενη κατηγορία εργασίας. Σε κανένα σημείο της ιστορίας η εργασία δεν ήταν τεχνολογικά απαραίτητη. Το να υπάρχει ένα άτομο που η δουλειά του είναι να εξυπηρετεί, να είναι έτοιμο δηλαδή να μεταφέρει το φαγητό σας από την κουζίνα στο τραπέζι σας, δημιουργεί μια εμπειρία που οι άνθρωποι είναι από παλιά πολύ πρόθυμοι να πληρώσουν με τους πόρους τους.

Αν και οι χειρότερες επιπτώσεις της ΤΝ και της ρομποτικοποίησης δεν έχουν ακόμη γίνει αισθητές (εκτός από τους κλάδους της μεταποίησης, των τηλεπικοινωνιακών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών), η υποαπασχόληση είναι ήδη υψηλή, με όλο και περισσότερους ανθρώπους να αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα. Τα ποσοστά της πραγματικής ανεργίας στις ΗΠΑ λέγεται ότι είναι ιστορικά χαμηλά, αλλά αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο αυξανόμενος αριθμός ατόμων χωρίς απασχόληση δεν υπολογίζεται πλέον στο εργατικό δυναμικό.

Το χρέος των αμερικανικών πιστωτικών καρτών έφτασε τα 1 τρισεκατομμύρια δολάρια και τα επιτόκια αυξάνονται, πολύ ταχύτερα από τους μισθούς. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η μεγάλη φοροαπαλλαγή του Trump ανάγκασε την Κεντρική Τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια για να συγκρατήσει τον καλπάζοντα πληθωρισμό. Το ποσοστό των πληρωμών για την εξυπηρέτηση χρεών προς το διαθέσιμο εισόδημα ανά νοικοκυριό επέστρεψε πρόσφατα στα υψηλά επίπεδα που παρατηρήθηκαν λίγο πριν τη μεγάλη ύφεση του 2008. Σε απλά λόγια, οι άνθρωποι πρέπει να ξοδέψουν μεγαλύτερο μερίδιο από τα χρήματά τους για να πληρώνουν τα χρέη τους. Εν τω μεταξύ, τα οικονομικά κίνητρα που προβλέπονται από τις φορολογικές περικοπές του Trump αναμένεται να εξαντληθούν μέχρι το 2020. Ο υπουργός Ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας προειδοποίησε επίσης ότι μέχρι το 2020 η αυξανόμενη ζήτηση για πετρέλαιο θα ξεπεράσει την πτώση των προμηθειών, εκτός εάν υπάρξει σημαντική εισροή επενδύσεων για την εξόρυξη νέων. Και οι τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη αυξηθεί, γεγονός που τείνει να αυξήσει τις τιμές όλων των άλλων καταναλωτικών αγαθών.

Μιλώντας για πετρέλαιο, ο κλάδος έχει αποφασίσει σε μεγάλο βαθμό ότι ένας φόρος εκπομπών άνθρακα είναι αποδεκτός. Ακόμη και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί έχουν προτείνει έναν τέτοιο φόρο. Οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να πληρώσουν 24 δολάρια ανά τόνο για το δικαίωμα εκπομπής CO2 και αυτό το χρηματικό ποσό θα πήγαινε στα φτωχότερα νοικοκυριά και για την αναβάθμιση της υποδομής μεταφορών. Το πρόβλημα αυτής της πρότασης είναι ότι η κυβέρνηση θα χαλαρώσει τους κανονισμούς για τις εκπομπές, επομένως οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να κάνουν ότι θέλουν στην ατμόσφαιρα για όσο πληρώνουν γι’ αυτή και θα προστατευόταν από το είδος της αστικής ευθύνης που επιβάλλεται στη καπνοβιομηχανία και ακόμη και στη Monsanto. Όλα αυτά δείχνουν ότι οι εταιρείες ενέργειας επιθυμούν κίνητρα για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών ενέργειας, αναμένουν ότι οι τιμές του πετρελαίου θα συνεχίσουν να αυξάνονται και φοβούνται ότι μια αντίδραση θα τους αναγκάσει να πληρώσουν για τις ζημιές.

Το εταιρικό χρέος βρίσκεται σε νέο υψηλότερο επίπεδο. Η αξία των εκκρεμών εταιρικών ομολόγων αυξήθηκε από το 16% του αμερικανικού ΑΕΠ το 2007 σε 25% το 2017. Υπάρχει ακόμα περισσότερος επιχειρηματικός δανεισμός σε αναδυόμενες αγορές και σε πιο επικίνδυνα δάνεια. Όσο τα επιτόκια είναι χαμηλά, οι περισσότερες εταιρείες θα μπορέσουν να συνεχίσουν αυτή την πρακτική, αλλά εάν αυξηθούν τα επιτόκια, όπως αναμένεται, για να διατηρηθεί ο πληθωρισμός υπό έλεγχο, αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει ένα ντόμινο αθέτησης υποχρεώσεων – φούσκα – ιδίως αν συμπέσει με την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας που αναμένεται να ξεκινήσει μεταξύ 2020 και 2022. Τα επιτόκια αυξάνονται καθώς ο κύκλος εργασίας μειώνεται: οι εταιρείες δεν μπορούν να πληρώσουν όλα τα χρέη τους ή να πάρουν νέα δάνεια για να πληρώσουν τα παλιά.

Αυτό δεν είναι μόνο ένα αμερικανικό πρόβλημα. Αν και η ινδική και ιδιαίτερα η κινεζική οικονομική ανάπτυξη υπήρξε αστρονομική, η Κίνα επιβραδύνεται και αρχίζει να δείχνει σημάδια ότι ενδέχεται να αντιμετωπίσει συντριβή χρηματιστηριακών αγορών και η Ινδία αντιμετωπίζει ένα είδος νομισματικών προβλημάτων που θα μπορούσαν σύντομα να σταματήσουν την ανάπτυξή της.

Από την ίδια του τη φύση, ο καπιταλισμός δημιουργεί φούσκες και μπαίνει συνεχώς στο μονοπάτι της οικονομικής κατάρρευσης. Ωστόσο, αυτές οι καταρρεύσεις μπορεί να είναι πλέον πολύ δύσκολο να προβλεφθούν. Ένα από τα καλύτερα αναδρομικά μοντέλα μέχρι σήμερα που παρέχουν μια μακροπρόθεσμη εικόνα αυτών των κύκλων συσσώρευσης, το οποίο επεξεργάστηκε ο θεωρητικός των παγκόσμιων συστημάτων Giovanni Arrighi, ήδη υστερεί στις προβλέψεις του. Ο Arrighi παρατηρεί μια εκθετική επιτάχυνση της συχνότητας των παρελθουσών κρίσεων: καθώς ο καπιταλισμός αυξάνεται εκθετικά, το κεφάλαιο συσσωρεύεται και καταρρέει όλο και πιο γρήγορα. Ωστόσο, για να διατηρηθεί η γεωμετρική ακρίβειά του, η μεγάλη ύφεση του 2008 θα έπρεπε να ήταν η τερματική κρίση του αμερικανικού κύκλου συσσώρευσης. Παρόλο που, ως ένα βαθμό, η ύφεση έχει απλά αναβληθεί και δεν έχει ξεπεραστεί πλήρως, η φαινομενική ανάκαμψη εξακολουθεί να σπάει το πρότυπο παρελθόντων μεταβάσεων από τον έναν κύκλο στον άλλο.

Μέρος αυτού εξηγείται από την αυξανόμενη νοημοσύνη και την θεσμική πολυπλοκότητα του καπιταλισμού, δηλαδή από τον αυξανόμενο ρόλο του κρατικού σχεδιασμού στην οικονομία και από τις όλο και πιο ισχυρές και στιβαρές κρατικές οικονομικές παρεμβάσεις. Αυτό αντικρούει τους νεομαρξιστές που εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για να ανακοινώσουν την απαξίωση του κράτους, ανεξάρτητα από το πόσες φορές έχουν αποδειχθεί πως κάνουν λάθος.

Το NewDeal του FDR, μια σημαντική επένδυση κρατικών χρημάτων σε δημόσια έργα για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, επέτρεψε στις ΗΠΑ να βγουν από τη Μεγάλη Ύφεση πριν από τους Ευρωπαίους, καθιστώντας την οικονομικό σωτήρα της κατεστραμμένης από το πόλεμο Ευρώπης και της Ασίας και, ως εκ τούτου, αρχιτέκτονα του επόμενου κύκλου συσσώρευσης. Οι τεράστιες κυβερνητικές δαπάνες ως ένα σταθερό οικονομικό κίνητρο αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα του αμερικανικού συστήματος που συνδέεται με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και ένα παγκόσμιο δίκτυο κεντρικών τραπεζών και νομισματικών ιδρυμάτων που διατηρούν τον πληθωρισμό εντός αποδεκτών ορίων και διασώζουν ιδιωτικές τράπεζες ή μικρότερες κυβερνήσεις που αποτυγχάνουν.

Παραδόξως, όλο αυτό το καθεστώς οικονομικής σταθερότητας βασίζεται στο χρέος. Για να μην καταρρεύσει ο καπιταλισμός, οι ΗΠΑ και πολλά άλλα κράτη δαπανούν συστηματικά πολύ περισσότερα χρήματα από όσα έχουν στην πραγματικότητα. Το έλλειμμα των ΗΠΑ – το ποσό δηλαδή που δαπανούν κάθε χρόνο πέρα ​​από τα πραγματικά τους έσοδα– είναι σήμερα περισσότερο από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, και το συνολικό χρέος είναι πλέον 21 τρισεκατομμύρια δολάρια, μεγαλύτερο από το ΑΕΠ ( την συνολική παραγωγή της αμερικανικής οικονομίας). Η κυβέρνηση θα καταβάλει φέτος εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τους πιστωτές της.

Ωστόσο, το σύστημα δεν είναι τόσο ασταθές όσο φαίνεται. Από καπιταλιστική άποψη, είναι αρκετά καλά οργανωμένο (αν και, σε αντίθεση με την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς, εξαρτάται εξ ολοκλήρου από το κράτος). Περίπου το ένα τρίτο του χρέους είναι προς άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες, κυρίως την Κοινωνική Ασφάλιση. Αυτή η πρακτική ενός κρατικού δανεισμού από μόνη της σταθεροποιεί ένα τεράστιο κομμάτι του χρέους, διατηρώντας το έξω από τα χέρια ιδιωτών πιστωτών που θα μπορούσαν να εξαργυρώσουν ομόλογα ή να σταματήσουν να δίνουν δάνεια. Δίνει επίσης στους καπιταλιστές μια διαβεβαίωση: αν οι ΗΠΑ αθετήσουν το χρέος τους, μπορούν να επιλέξουν να χρεοκοπήσουν πρώτα τους δικούς τους απλούς πολίτες, επομένως αυτοί που θα υποφέρουν είναι οι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι και όχι οι επενδυτές. Αυτό είναι παρόμοιο με αυτό που σημειώθηκε πρόσφατα στο Πουέρτο Ρίκο.

Περίπου το ένα τέταρτο του χρέους ανήκει σε αμοιβαία κεφάλαια, σε τράπεζες, σε ασφαλιστικές εταιρείες και σε άλλους ιδιώτες επενδυτές και πάνω από το ένα τρίτο κατέχεται από ξένες κυβερνήσεις, κυρίως από την Κίνα και την Ιαπωνία. Τόσο ο ιδιώτης όσο και ο ξένος κρατικός επενδυτής αγοράζουν το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ επειδή θεωρείται ένα σίγουρο στοίχημα. Όποιος έχει πολλά μετρητά στο χέρι, πιθανότατα θέλει να τοποθετήσει ένα σημαντικό μέρος αυτών των μετρητών σε μια ασφαλή επένδυση που θα αποφέρει συνεχώς μετριοπαθείς αλλά ασφαλείς πληρωμές τόκων. Αλλά αυτό λέει πολύ λίγα για τα μαθηματικά αυτού του στοιχήματος. Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πώς οι ΗΠΑ θα μπορούσαν ποτέ να πληρώσουν το χρέος τους χωρίς να υποτιμήσουν μαζικά το νόμισμά τους και έτσι να καταστρέψουν την παγκόσμια οικονομία. Και όσο περισσότερο αυξάνεται το χρέος, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο τόκος, έως ότου οι οφειλόμενοι τόκοι υπερβούν την ικανότητα του προϋπολογισμού των ΗΠΑ να τους πληρώσει.

Βασικά, η ευνοϊκή αξιολόγηση του χρέους των ΗΠΑ σημαίνει μόνο ότι στο πλαίσιο του σημερινού παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, οι επενδυτές δεν μπορούν να διανοηθούν ότι οι ΗΠΑ δεν είναι σε θέση να καταβάλλουν τόκους για τα χρέη τους. Αλλά ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί η αθέτηση υποχρεώσεων είναι αν οι επενδυτές και οι ξένες κυβερνήσεις συνεχίσουν να δανείζουν τις ΗΠΑ με αυξανόμενα χρηματικά ποσά για πάντα. Και η Κίνα και η Ιαπωνία (οι δύο μεγαλύτεροι δανειστές) έχουν επιβραδύνει την αγορά τους αμερικανικού χρέους, ενώ η Ρωσία ξεφορτώθηκε πρόσφατα το σχετικά μικρό δικό της μερίδιό.

Η καπιταλιστική κρίση συνδέεται συχνά με τον πόλεμο, καθώς τα εθνικά-κράτη παλεύουν για τον έλεγχο του παγκόσμιου συστήματος. Ο πόλεμος είναι επίσης χρήσιμος για τον καπιταλισμό, διότι καταστρέφει μια τεράστια ποσότητα πλεονάζουσας αξίας, καθαρίζοντας το πεδίο για νέες επενδύσεις. Αυτός είναι βασικά ένας τρόπος σωτηρίας του καπιταλισμού από τον εαυτό του. Το οικονομικό σύστημα δημιουργεί συνεχώς μια εκθετικά αυξανόμενη ποσότητα κεφαλαίου, μέχρι να έχει περισσότερα από όσα μπορεί να επενδύσει. Αυτή η αφθονία –που δεν είναι ανθρώπινη αφθονία, αλλά μια καθαρά μαθηματική αφθονία, καθώς οι άνθρωποι εξακολουθούν να λιμοκτονούν ακόμη και σε αυτή τη Χρυσή Περίοδο– απειλεί να καταστρέψει τη σωρευτική αξία όλων των κεφαλαίων. Έτσι ένα μέρος από αυτό καταστρέφεται μέσω του πολέμου, όσοι στοιχηματίζουν στην χαμένη πλευρά απομακρύνονται από το παιχνίδι και οι άλλοι συνεχίζουν.

Ωστόσο, από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν υπήρξε άμεσος πόλεμος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, σε μεγάλο βαθμό λόγω της αρχής της Αμοιβαίας Διασφάλισης Καταστροφής που έφεραν τα πυρηνικά όπλα. Η τεχνολογική πρόοδος του πολέμου έχει υπερβεί τη χρησιμότητά του ως πολιτικό εργαλείο, εκτός μόνο από τους μικρότερους πολέμους μέσω τρίτων.

Ωστόσο, σε μια οικονομία που βασίζεται στο χρέος, είναι δυνατόν να καταστραφεί ένα τεράστιο ποσό της πλεονάζουσας αξίας δίχως πόλεμο. Η κατάργηση του αμερικανικού χρέους θα έβλαπτε τις κυβερνήσεις της Ιαπωνίας και της Κίνας και συνεπώς τις οικονομίες τους, θα κατέστρεφε πολλά τραπεζικά και αμοιβαία κεφάλαια και θα άφηνε το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής εργατικής τάξης χωρίς ιατρική περίθαλψη ή συνταξιοδοτικές παροχές.

Σε αυτή την περίπτωση, εκτός αν ξέσπαγε επανάσταση, μια ισχυρή οικονομία ικανή για υψηλό βαθμό βιομηχανικής παραγωγής, ρευστό κεφάλαιο για τις απαραίτητες επενδύσεις και δάνεια θα μάζευε τα κομμάτια ξεκινώντας έναν νέο κύκλο συσσώρευσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η Κίνα μπορεί να είναι σε τέτοια θέση. Η πρώτη, διότι η πολιτική της για μη- ελλειμματικές δαπάνες της δίνει ένα μέτρο προστασίας και μπορεί να την ξεχωρίσει ως μοντέλο υπεύθυνης οικονομικής πολιτικής, αν το μοντέλο των ΗΠΑ καταρρεύσει μαζικά. Η δεύτερη λόγω της μεγαλύτερης κυβερνητικής ικανότητάς της να προσαρμόζει ολόκληρη την οικονομία με τεχνοκρατικό τρόπο αλλά και λόγω των τεράστιων βιομηχανικών δυνατοτήτων της.

Ανάλογα με το πόσο μεγάλο είναι το πολιτικό χάος της κατάρρευσης και την ικανότητά τους να προβάλουν στρατιωτική ισχύ, οι νέοι παγκόσμιοι ηγέτες θα επιδιορθώσουν και θα ανοικοδομήσουν οποιεσδήποτε θεσμικές συνιστώσες του σημερινού συστήματος θεωρούν πιο χρήσιμες στα στρατηγικά τους σχέδια, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, ο ΟΗΕ. Στην άλλη περίπτωση, αν οι συγκρούσεις εξελιχθούν σε οριστικές ρήξεις με την παλιά αρχιτεκτονική του συστήματος – θα πρέπει να εξαντλήσουν την πολιτική επιρροή τους για να φέρουν αρκετούς παίκτες στο τραπέζι και να δημιουργήσουν ένα νέο συγκρότημα παγκόσμιων θεσμών.

Εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Για να συνεχιστεί ο καπιταλισμός, ο νέος κύκλος συσσώρευσης μετά την επόμενη κατάρρευση θα πρέπει να είναι εκθετικά μεγαλύτερος από αυτόν που είχε προηγηθεί. Αυτό φαίνεται να είναι ένα από τα λιγότερο μεταβλητά χαρακτηριστικά του ιστορικού μοντέλου του παιχνιδιού. Από τη φύση του, το ποσό του κεφαλαίου που πρόκειται να επενδυθεί αυξάνεται συνεχώς. Αυτό εξηγεί την ιστορική διακύμανση μεταξύ περιόδων γεωγραφικής επέκτασης, όταν νέα εδάφη έρχονται σε επαφή με τον καπιταλισμό μέσω μιας βασικής σχέσης που χαρακτηρίζεται καλύτερα ως πρωταρχική συσσώρευση κάτω από κάποιο είδος αποικιακού ελέγχου και περιόδους εντατικοποίησης, όταν οι κάτοικοι των ζωνών που αποικίστηκαν κατά την προγενέστερη περίοδο είναι πιο ενταγμένοι και αναπαράγονται ως καπιταλιστικά υποκείμενα, όχι μόνο με την καταναγκαστική εργασία -ώστε να παράγουν πρώτες ύλες για μακρινές αγορές και να αγοράζουν ένα μικρό μέρος της πλεονάζουσας παραγωγής από τη μητρόπολη-, αλλά να ζουν, να αναπνέουν και να τρώνε καπιταλισμό, να γίνουν καπιταλιστές και μισθωτοί εργαζόμενοι οι ίδιοι.

Ο «αμερικανικός αιώνας» είδε την εντατικοποίηση της καπιταλιστικής σχέσης στο σύνολο της περιοχής που τέθηκε υπό τον έλεγχο του κεφαλαίου κατά τη διάρκεια του βρετανικού κύκλου, η οποία ήταν ουσιαστικά ολόκληρος ο κόσμος. Δεν υπάρχει άλλη επίγεια γεωγραφία ώστε ένας μελλοντικός κύκλος συσσώρευσης να επεκταθεί. Σίγουρα, η Ινδική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται και οι Κινέζοι κρατικοί καπιταλιστές περνούν από την Αφρική, την Ωκεανία και την Καραϊβική, συμμετέχοντας σε ένα είδος δανεισμού για την απόκτηση υποδομών που η Παγκόσμια Τράπεζα δημιούργησε στη δεκαετία του 1970 και του ’80, ενώ η Google και μερικές άλλες εταιρείες κάνουν διστακτική είσοδο στην Αφρική για να ενθαρρύνουν μια λειτουργική οικονομία υψηλής τεχνολογίας εκεί. Αλλά αυτοί οι λεγόμενοι υπανάπτυκτοι πληθυσμοί είναι μικρότεροι και όχι μεγαλύτεροι από τους πληθυσμούς της Βόρειας και Νότιας Αμερικής, της Ευρώπης, της Ασίας και της Αυστραλίας, όπου η καπιταλιστική ανάπτυξη φτάνει σε σημείο κορεσμού. Πιο απλά, το επόμενο έδαφος για την καπιταλιστική επέκταση θα πρέπει να είναι μεγαλύτερο για να φιλοξενήσει τον επόμενο κύκλο.

Αυτός ο γρίφος είναι που οδήγησε στην πρόβλεψη ενός «Στοιχήματος για το Μέλλον» και στην «Εξωγήινη Εκμετάλλευση» πως η επόμενη επέκταση θα είναι εξωπλανητική, στο φεγγάρι, την ζώνη των αστεροειδών, και τελικά στον Άρη. Πολλοί από τους πιο έξυπνους καπιταλιστές σήμερα ασχολούνται με σοβαρές επενδύσεις και σχεδιασμό για να την κάνουν δυνατή. Αλλά μπορούμε να ευχαριστήσουμε τη τύχη μας εδώ στη Γη πως τα τελευταία δύο χρόνια, δεν έχουν κάνει προόδους αρκετά γρήγορα για να σώσουν τον καπιταλισμό από την επικείμενη κατάρρευση του.

Οι επαναχρησιμοποιούμενες ρουκέτες του SpaceX και το σύστημα ανάκτησης των drone παρέχουν ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια για έναν πιθανό εξωγήινο κύκλο συσσώρευσης – φθηνή πρόσβαση στο διάστημα – αλλά κανένα από τα επόμενα κομμάτια δεν έχει υλοποιηθεί. Αυτά περιλαμβάνουν μια επιβατική υπηρεσία πολυτελείας σε τροχιά και τελικά στο φεγγάρι, η οποία ποτέ δεν θα αποτελούσε μείζονα βιομηχανία, αλλά θα συνέβαλε στην εισροή ταμειακών ροών σε ένα κρίσιμο στάδιο για την ανάπτυξη δυνατοτήτων μεγαλύτερης απόστασης από την Γη, καθώς και την πώληση της επιθυμίας του χώρου στους υπερ-πλούσιους για να αποσπαστεί ακόμη μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Το δεύτερο, πιο σημαντικό κομμάτι είναι οι αστεροειδείς και η σεληνιακή εξόρυξη. Η Ιαπωνία και η NASA, μεταξύ άλλων, βρίσκονται επί του παρόντος στη διαδικασία εναπόθεσης ρομποτικών ανιχνευτών σε αστεροειδείς για να πραγματοποιήσουν χημικές αναλύσεις που θα διευκολύνουν μελλοντικές έρευνες. Όμως, οι ανιχνευτές αυτοί δεν προβλέπονται μέχρι το 2020 και το 2023, αντίστοιχα, ενώ λείπουν και άλλα βήματα προτού αρχίσει η εμπορική εξόρυξη. Χωρίς αυτά τα άλλα κομμάτια, οι φθηνότεροι πύραυλοι συμβάλλουν μόνο στην κερδοφορία μιας πλήρως γεωκεντρικής οικονομικής δραστηριότητας, την εκτόξευση όλο και περισσότερων δορυφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μια άλλη πιθανή κατεύθυνση για την καπιταλιστική επέκταση. Όπως χαρακτηριστικά είπε ο Richard Feynman το 1959, «υπάρχει αρκετός χώρος στο πάτο».

Βιο-Οικονομική Επέκταση

Τα επτά δισεκατομμύρια ανθρώπινα όντα στον πλανήτη είναι ένα μικρό κοπάδι, αν κάθε μορφή ζωής και κάθε είδος ζωής μπορεί να ενταχθεί στον καπιταλισμό. Δεν υπάρχει κανένας λόγος μια νέα παραγωγική επέκταση του καπιταλισμού να πρέπει να είναι γεωγραφική, αφού ο καπιταλισμός λειτουργεί σε ένα χώρο ροών, στη διαχείριση των σχέσεων και όχι σε ένα χώρο εκτάσεων που διαχειρίζεται τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Μια βιο-οικονομική επέκταση θα αποτελούσε την εισβολή του καπιταλισμού στις διαδικασίες μέσω των οποίων παράγεται και αναπαράγεται η ίδια η ζωή. Τα προηγούμενα για αυτή τη δραστηριότητα είναι σημαντικά, διότι αντιπροσωπεύουν τις πρώτες εισβολές, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέχρι στιγμής, ώστε να προκαλέσουν ένα νέο κύκλο συσσώρευσης. Τέτοια προηγούμενα περιλαμβάνουν, την παραγωγή της βιολογικής ζωής, γενετική μηχανική, την αναπαραγωγή της ανθρώπινης ζωής και τις τεχνολογίες κοινωνικής δικτύωσης. Οι πρώτες επέτρεψαν σε λίγες εταιρείες να κάνουν πολλά χρήματα, αλλά δεν ήταν τρομερά αποτελεσματικές και εξακολουθούν να απέχουν πολύ από τη δυναμική του να αλλάξουν τη σχέση μας με την παραγωγή τροφίμων, τις ασθένειες και άλλους τομείς παρέμβασης. Από την άλλη οι τεχνολογίες κοινωνικής δικτύωσης έχουν παράγει μαζική αποχαύνωση και απείρως βελτιωμένες τεχνικές κοινωνικού ελέγχου, αλλά εξακολουθούν να μετρούνται με τα διαφημιστικά δολάρια που παράγουν από την πώληση πραγματικών αγαθών, ένας τεταρτογενής τομέας παρά μια οικονομία από μόνη της.

Μια βιο-οικονομική επέκταση θα είχε ως αποτέλεσμα την κερδοφορία από τις πλανητικές διαδικασίες που, μόλις ενταχθούν σε μα καπιταλιστική λογική, θα μπορούσαν να αναλυθούν ως «αναπαραγωγικές»· οι βιολογικές διεργασίες που είναι συνεχώς αντικείμενο εκμετάλλευσης μέσω της πρωταρχικής συσσώρευσης αλλά δεν έχουν ακόμη ενταχθεί σε καπιταλιστική αρχιτεκτονική· οι οργανικές χημικές διεργασίες που αποτελούν τη συνεχή εξέλιξη της ζωής· και οι κοινωνικές διαδικασίες που ομαδοποιούνται κάτω από το χαρακτηρισμό του «ελεύθερου χρόνου» που έως τώρα τις έχει εκμεταλλευτεί αδέξια ο καταναλωτισμός. Οι στοιχειώδεις αρχές των κερδοσκοπικών μοντέλων που στοχεύουν τα τρία πρώτα μπορούν να βρεθούν στο εμπόριο άνθρακα, στις θεραπείες γονιμότητας και στη γονιδιακή θεραπεία, αντίστοιχα.

Κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες, αυτοί οι τομείς θα μπορούσαν να επεκταθούν με τους ακόλουθους τρόπους:

  • Η ανάπτυξη τροχιακών ανακλαστήρων ή άλλων συσκευών για τη μείωση και στη συνέχεια την μικρο-ρύθμιση της ποσότητας ηλιακής ακτινοβολίας που φτάνει στον πλανήτη. Μαζί με την αύξηση των τεχνολογιών δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα, αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει τον επιχειρηματικό μηχανικό έλεγχο του κλίματος, όχι ως βιόσφαιρα εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η οικονομία, αλλά ως ένα άλλο πεδίο οικονομικής εκμετάλλευσης.
  • Η χρήση της κλωνοποίησης για την πρόληψη της εξαφάνισης οικονομικά χρήσιμων ειδών. Μαζί με ένα συνολικό απόθεμα βιοποικιλότητας που ρυθμίζεται από Τεχνητή Νοημοσύνη που μπορεί να αναπτύξει drones και γενετικά κωδικοποιημένα nanobots ικανά να εντοπίσουν και να καταστρέψουν μέλη στοχευόμενων ειδών, αυτό θα μπορούσε θεωρητικά να επιτρέψει τον ολικό ορθολογικό έλεγχο όλων των οικοσυστημάτων, σύμφωνα με τις παραμέτρους και τους στόχους που θέτει η κάθε κοινοπραξία εταιρειών και κυβερνήσεων που κατέχουν την τεχνολογία και επιβλέπουν τις διαδικασίες.
  • Η κατασκευή νανο-υλικών φτιαγμένων κατά παραγγελία και η χρήση γενετικά τροποποιημένων ζώων/εργοστασίων για την παραγωγή σύνθετων οργανικών ενώσεων. Αυτό θα εξαλείψει την έννοια των «φυσικών πόρων» μετατρέποντας τα πρώτες ύλες σε ένα βιομηχανικό προϊόν που δεν συνδέεται με φυσικά όρια.
  • Η ανάπτυξη της νανο-ιατρικής και της γονιδιακής θεραπείας για την περαιτέρω απομάκρυνση της ανθρώπινης ζωής από τα καπρίτσια του θανάτου και των ασθενειών, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά την ανθρώπινη παραγωγικότητα. Ο θάνατος ιδιαίτερα είναι πρόβλημα, καθώς επιτρέπει στους ανθρώπους να ξεφύγουν για πάντα από την κυριαρχία.
  • Μια μετατόπιση από την μονοκαλλιέργεια ανοικτού πεδίου σε ένα αποκεντρωμένο μοντέλο ολικού ελέγχου της γεωργίας που βασίζεται στην παραγωγή θερμοκηπίου και στην υδροπονία, όπου η παραγωγή τροφίμων λαμβάνει χώρα σε ένα κατασκευασμένο περιβάλλον το οποίο ελέγχεται πλήρως ανάλογα με το φως, τη θερμότητα, την ατμόσφαιρα, το νερό και τα θρεπτικά στοιχεία, απομακρυνόμενη από την γεωργία της Πράσινης Επανάστασης που επιχείρησε να πραγματοποιήσει την παραγωγή τροφίμων τροποποιώντας βιομηχανικά το φυσικό περιβάλλον. Η αποκεντρωμένη γεωργία θα είναι πιο ενεργειακά αποδοτική, μειώνοντας την εξάρτηση από τη μεταφορά μεγάλων αποστάσεων και τα βαριά μηχανήματα και προσωρινά θα επιτρέψει την αύξηση της απασχόλησης και των επενδύσεων ως γεωργικής γης – το 40% της επιφάνειας του πλανήτη – επανασχεδιάζεται και ενδεχομένως επανεντάσσεται στον αστικό ιστό.

Η κεφαλαιοποίηση των κοινωνικών διαδικασιών μπορεί να προχωρήσει μέσα από την επέκταση των θεραπευτικών, ψυχαγωγικών, σεξοεπιδραστικών, ψυχαγωγικών οικονομιών και την αλγοριθμική παρακολούθηση και οργάνωση τους. Αυτό θα συνεπαγόταν την πλήρη κατάκτηση και την κατάργηση τελικά – αυτής της μερικής νίκης που κερδήθηκε μέσα από αιώνες εργατικών αγώνων-, του «ελεύθερου χρόνου».

Μια φορά κι έναν καιρό, οι καπιταλιστές ήταν μόνο σε θέση να εκτιμήσουν την παραγωγική αξία των υποτελών τους, τους οποίους θεωρούσαν είτε δούλους είτε μηχανήματα, ανάλογα με το πόσο προοδευτικοί ήταν. Η αντίσταση των υπό εκμετάλλευση τάξεων απέτυχε να καταργήσει αυτή τη σχέση, αλλά κατάφερε να κερδίσει ένα χώρο ελευθερίας. Η επίτευξη υψηλότερων μισθών ήταν πάνω από όλα η επίτευξη του «ελεύθερου χρόνου». Οι εργάτες δεν ήθελαν υψηλότερους μισθούς για τις ίδιες 12 ή 14 ώρες εργασίας την ημέρα· αυτό το άφησαν για τις επαγγελματικές τάξεις, όπως οι δικηγόροι και οι γιατροί, των οποίων η αίσθηση της αυτοεκτίμησης προέρχεται εξ ολοκλήρου από την αξία τους στην αγορά. Ήθελαν να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους πιο εύκολα, προκειμένου να διατηρήσουν ένα μέρος της ζωής τους για τη δική τους απόλαυση. Η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και την εργασία δεν μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη.

Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να καταλήξει σε καμία αυτονομία, ούτε σε απελευθερωμένο χώρο, αλλά ούτε και θα μπορούσε να ξεπεράσει την αντίσταση των εκμεταλλευόμενων. Για έναν αιώνα, η στρατηγική του δέσμευση στον ελεύθερο χρόνο ήταν να παράγει εναλλακτικές εμπορικές δραστηριότητες για να αξιοποιήσει τις επιλογές που έκαναν οι άνθρωποι ενώ δεν εργάζονταν. Ο ελεύθερος χρόνος ήταν ακόμα ελεύθερος, αλλά αν οι καπιταλιστές και οι κρατικοί σχεδιαστές μπορούσαν να υποβαθμίσουν τη φαντασία και το κοινωνικό τοπίο σε βαθμό που οι άνθρωποι να είναι πιο πιθανό να επιλέξουν τις καταναλωτικές δραστηριότητες έναντι μη- εγχρήματων μορφών παιχνιδιού και χαλάρωσης, τότε όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα παραμείνουν συνδεδεμένοι με τις καπιταλιστικές σχέσεις με έναν τρόπο που δημιουργεί τεχνητές επιθυμίες, και έτσι στηρίζει νέους παραγωγικούς τομείς.

Οι κοινόχρηστοι χώροι και τα «κοινά» ασφαλτοστρώθηκαν, η κομματική πολιτική και η κρατική καταστολή οδήγησαν στην πτώση των εργατικών κέντρων, τα πεζοδρόμια και οι πλατείες απορροφήθηκαν ως χώροι εστιατορίων, ο καναπές μπροστά από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση αντικατέστησε τη βεράντα ή τις καρέκλες και τα παγκάκια κατευθείαν στο δρόμο, οι κοινόχρηστοι χώροι ράψιμου ρούχων και πλύσης αντικαταστάθηκαν από μηχανές, οι αθλητικοί αγώνες έγιναν επαγγελματικοί και εμπορευματοποιήθηκαν, τα μπαρ αντικατέστησαν το ποτό στο δάσος ή στα πάρκα, οι βόλτες στα βουνά έδωσαν τη θέση τους σε εξειδικευμένα αθλήματα που βασίζονται στην απόκτηση ακριβών εργαλείων, τα πλαστικά και αργότερα τα ηλεκτρονικά τερατουργήματα εξαφάνισαν τα απλά, όλο φαντασία και εκπαιδευτική συνεισφορά ξύλινα παιχνίδια που οι θείοι θα σκάλιζαν για τους ανιψιούς και τις ανιψιές τους και τα απλά ξύλα που τα παιδιά έπαιρναν από το έδαφος και τα μετέτρεπαν σε εκατομμύρια διαφορετικά πράγματα ανάλογα με τις φανταστικές και αμοιβαία αναγνωρισμένες ανάγκες τους.

Οι καπιταλιστικές εισβολές στον ελεύθερο χρόνο απαιτούσαν διαφήμιση, η οποία έλαβε τη μορφή μιας όλο και πιο επιθετικής, πανταχού παρούσας έκκλησης για προσοχή, την απόσπαση δηλαδή από τις μη κερδοσκοπικές δυνατότητες μέσα στα όρια του ελεύθερου χρόνου, αντικείμενο μειούμενων αποδόσεων, καθώς οι στόχοι της διαφήμισης έγιναν όλο και πιο επιθετικοί, κυνικοί, εκλεπτυσμένοι, κορεσμένοι ή εγωκεντρικοί. Η διαρκώς μειούμενη αποτελεσματικότητα της διαφήμισης αποκαλύπτει ότι ο ελεύθερος χρόνος εξακολουθεί να προσφέρει στους ανθρώπους μια επιλογή. Παρόλα αυτά οι καπιταλιστές κερδίζουν συντριπτικά σε αυτόν τον διαρκή ανταγωνισμό τους με την αδιαμεσολάβητη φύση, τη φαντασία και την κοινωνικότητα (εδώ το αυτόματο λεξικό μου πηδάει με μια κοφτερή κόκκινη γραμμή για να μου πει ότι το «αδιαμεσολάβητο» δεν υπάρχει σαν λέξη). Συνάμα η καταναλωτική οικονομία είναι εξαιρετικά επικερδής και γίνεται όλο και περισσότερο όσο περνάει ο καιρός. Παρά την μείωση της αποτελεσματικότητας της διαφήμισης, όσοι βρίσκονται στην εξουσία συνεχίζουν να επιδιώκουν να μην έχουμε καμιά επιλογή που να έχει νόημα.

Ας είναι λοιπόν: στη νέα οικονομία δεν υπάρχει πλέον διάκριση μεταξύ χρόνου εργασίας και ελεύθερου χρόνου ή ακόμα και του χρόνου παραγωγής και του χρόνου κατανάλωσης· αντίθετα, όλος ο βιωμένος χρόνος απορροφάται σε μια ενοποιημένη καπιταλιστική λογική που οδηγεί σε μια ποιοτική πρόοδο την παραγωγή υποκειμενικότητας. Με την έλευση του κινητού τηλεφώνου, οι εργαζόμενοι είναι πάντα σε ετοιμότητα, αλλά οι κοινωνικές τεχνολογίες που έχουν δημιουργηθεί πρόσφατα ή περιμένουν λίγο πέρα από τον ορατό ορίζοντα σηματοδοτούν το επίπεδο όπου ολόκληρος ο χρόνος που ζούμε είναι αντικείμενο επιτήρησης, εμπορευματοποίησης και εκμετάλλευσης. Ενώ πριν οι πληροφορίες σχετικά με τους καταναλωτές μπορούσαν να πωληθούν σε διαφημιστές οι οποίοι θα μπορούσαν να βγάλουν λεφτά με το να πείσουν τους πολίτες να αγοράσουν υλικά αγαθά, με ολόκληρη την οικονομική αλυσίδα να εξαρτάται από την πώληση ενός κατασκευαστικού αγαθού στο τέλος, έχουμε δει ένα ποιοτικό άλμα στο οποίο τα δεδομένα έχουν καταστεί πόρος με εγγενή αξία (βλέπε bitcoin). Για να διατηρήσουμε την ιδιότητά μας ως κοινωνικά όντα πρέπει να προσφέρουμε όλες τις διαδικασίες κοινωνικοποίησης μας σε ψηφιακούς μηχανισμούς που εξορύσσουν τη δραστηριότητά μας για την παραγωγή δεδομένων.

Πριν, μπορούσες να είσαι ακόμα κοινωνικός άνθρωπος αν έπαιζες ποδόσφαιρο στο πάρκο, καλούσες τους ανθρώπους για φαγητό ή να κάνετε μαζί κάμπινγκ στο δάσος αντί να αγοράσεις εισιτήρια για το ποδοσφαιρικό παιχνίδι, να συναντηθείτε σε ένα μπαρ ή να κάνετε bungee jumping. Σήμερα, είσαι κοινωνικός παρίας όπως και εκτός εργασίας αν δεν έχεις smartphone, δεν έχεις Facebook ή Instagram, δεν έχεις GPS και δεν χρησιμοποιείς όποιο ανόητο app είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να προσκαλείς ανθρώπους σε γεγονότα.

Δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να περνάς ελεύθερο χρόνο στο δάσος ως μη εμπορική δραστηριότητα όταν οι κινήσεις σου εντοπίζονται στο GPS, επιτρέποντας στις σχετικές οντότητες να αποδίδουν αξία σε φυσικά πάρκα ή να σχεδιάσουν την εμπορική εκμετάλλευση αυτού του χώρου.

Ο Nixon μας έβγαλε από το Χρυσό Κανόνα για να επιτρέψει στην οικονομική επέκταση να συνεχιστεί ανεξέλεγκτα. Για να ξανακερδίσει τη σταθερότητα, ο καπιταλισμός μπορεί να σταθεροποιήσει την οικονομική αξία των δεδομένων – σε μία μορφή οικονομίας bit ή κάτι άλλο.

Η κοινωνική οικονομία θα πρέπει να αναπτυχθεί σημαντικά εάν θέλει να επιτρέψει έναν νέο κύκλο καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αν και η προσφορά πρόσβασης στο Διαδίκτυο και τα smartphones σε μια παγκόσμια πλειοψηφία είναι ασφαλώς απαραίτητη προϋπόθεση, αυτή καθ’ εαυτή δεν επαρκεί για να αποτελέσει μια βιομηχανική επέκταση . Θυμηθείτε ότι η οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ στη μεταπολεμική περίοδο βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στο να πάρει ο καθένας αυτοκίνητο, και όλοι η μεσαία τάξη ένα σπίτι στα προάστια. Σε σύγκριση με τα σπίτια και τα αυτοκίνητα, τα τηλέφωνα είναι αρκετά φτηνές συσκευές για να αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά μιας βιομηχανικής επέκτασης, δεδομένου ότι κάθε κύκλος πρέπει να είναι εκθετικά μεγαλύτερος από τη βιομηχανική και οικονομική επέκταση που επετεύχθη στον κύκλο που προηγήθηκε.

Ο χώρος για την ανάπτυξη στην κοινωνική οικονομία θα πρέπει να περιλαμβάνει μια περαιτέρω ενοποίηση της παρακολούθησης της ζωτικής σημασίας δραστηριότητας των ανθρώπων και της αξιοποίησης του παραγωγικού δυναμικού τους, έτσι ώστε η επιτήρηση να μην περιορίζεται στον εντοπισμό της εγκληματικής συμπεριφοράς ή στον εντοπισμό των προϊόντων προς διαφήμιση, αλλά να συλλαμβάνει τα πάντα με μια οικονομική λογική, καλώντας έτσι τους ανθρώπους να εκφραστούν ή να συνεισφέρουν τη δημιουργικότητά τους στην στολισμό των εικονικών και κοινωνικών χώρων – επιτρέποντας σε όλους να είναι «επηρεαστές» (influencers) κατά κάποιο τρόπο. Θα περιλαμβάνει επίσης την ανέλιξη του crowd-sourcing σε κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο, εκμεταλλευόμενο τη συνολική συνδεσιμότητα για να αντιμετωπίζει τον πληθυσμό ως μια μόνιμα διαθέσιμη ομάδα εργασίας έτοιμη να αφιερωθεί στην επίλυση του ενός ή του άλλου προβλήματος, συχνά χωρίς αμοιβή σε αντάλλαγμα. Θα υπάρξει επίσης μια εκθετική ανάπτυξη θεραπευτικών, ψυχαγωγικών, σεξο-συναισθηματικών, γαστρονομικών, ταξιδιωτικών, ιατρικών, σχεδιαστικών οικονομιών σε μια συγχωνευμένη οικονομία ποιότητας ζωής ικανή να δημιουργήσει τα εκατοντάδες εκατομμύρια προφίλ απασχόλησης που θα αντικαταστήσουν εκείνα που η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ρομποτοποίηση θα καταστήσουν παρωχημένα στον τομέα της μεταποίησης, των τηλεπικοινωνιών, του λιανικού εμπορίου, του σχεδιασμού και της αρχιτεκτονικής, των εργασιών καθαρισμού και υγιεινής και ενδεχομένως της μεταφοράς και παράδοσης, των εργασιών γραφείου, της λογιστικής και της γραμματείας, των διατομεακών, εποπτικών και διευθυντικών θέσεων, τις κατασκευές, την παρακολούθηση και την ασφάλεια.

Ο τομέας της ποιότητας ζωής θα αντισταθμίσει τη δυστυχία και την αλλοτρίωση της καπιταλιστικής ζωής μέσα από μια συνολικά κατασκευασμένη κοινωνικότητα. Ο καθένας θα είναι σε κάποιο είδος θεραπείας, η ανώτερη μεσαία τάξη και οι ανώτεροι θα έχουν συναισθηματικούς και σωματικούς θεραπευτές, προσωπικούς εκπαιδευτές και συμβούλους διατροφής· θα τρώνε πολύ πιο συχνά από ότι μαγειρεύουν στο σπίτι και η ζωή τους θα περιστρέφεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από δραστηριότητες αναψυχής. Οι επισφαλείς θα λειτουργούν όχι μόνο σε εστιατόρια και πωλήσεις, αλλά και σε μια διευρυνόμενη βιομηχανία σεξουαλικής εργασίας που διακρίνεται από άλλες μορφές απασχόλησης με ολοένα και πιο θολά σύνορα, ή αλλιώς ως εκπαιδευτές γιόγκα, οδηγοί για ακραία αθλήματα και περιπετειώδη τουρισμό, βοηθοί ή συμπληρώματα για εμπορευματοποιημένο LARPing, paintball και παρόμοια παιχνίδια. Οι σχεδιαστές και οι προγραμματιστές θα αποτελούν ένα μεγάλο και ιδιαίτερα αμειβόμενο τμήμα της εργατικής τάξης, χαμηλότερο μόνο από τα στελέχη και τους καπιταλιστές, και θα ακολουθούνται διαδοχικά από επαγγελματίες όπως δικηγόρους, γιατρούς, τεχνοκράτες και καθηγητές, μετά αστυνομικούς, νοσηλευτές και άλλους θεραπευτές με ευρύ φάσμα ευθυνών και βαθμών αμοιβής. Πιο χαμηλά στην βαθμίδα θα είναι οι επισφαλείς αλλά καλοπληρωμένοι «δημιουργοί», μετά τα υπόλοιπα επαγγέλματα του μπλε κολάρου, όπως οι ξυλουργοί και οι επισκευαστές που ασχολούνται σε καταστάσεις πολύ μεταβλητές για να χειριστεί μια Τεχνητή Νοημοσύνη, μετά εκπαιδευτικοί και στη συνέχεια ο κύριος όγκος των επισφαλών στην οικονομία ποιότητας ζωής.

Και τί γίνεται με τον Άρη;

Συμπωματικά, οι τεχνολογικοί τομείς – πλανητικοί, βιολογικοί, χημικοί και κοινωνικοί – που θα έπρεπε να προοδεύσουν ώστε να ανοίξουν το δρόμο για μια νέα βιομηχανική επέκταση, είναι οι ίδιοι τομείς που θα πρέπει να προοδεύσουν για να επιτρέψουν μια επακόλουθη εξωπλανητική επέκταση του καπιταλισμού και τον ουσιαστικό αποικισμό του διαστήματος. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό αυτών των τεχνολογιών, σε αντίθεση με τις κύριες τεχνικές παραγωγής και συσσώρευσης που χαρακτηρίζουν τον κύκλο που τελειώνει τώρα, είναι η αποκέντρωσή τους. Με τον ίδιο τρόπο, ο αποικισμός του Άρη, για παράδειγμα, θα απαιτούσε μικρής κλίμακας αποκεντρωμένη τεχνολογία. Δεν μπορούν να μεταφέρουν μεγάλες βιομηχανικές μηχανές. Η αποστολή θα ήταν εφικτή μόνο με nano-robots, 3D εκτυπωτές και αυτοαναπαραγόμενα μηχανήματα. Τα νανο-υλικά που κατασκευάζονται προς παραγγελία θα είναι κρίσιμα για κατασκευές ικανές να αντέξουν ακραία περιβάλλοντα και η κλωνοποίηση σε συνδυασμό με τη γεωργία θερμοκηπίου σε πλήρως ελεγχόμενα περιβάλλοντα θα είναι απαραίτητη για να ξεκινήσει η παραγωγή τροφίμων και η παραγωγή βιόσφαιρας. Επιπλέον, θα είναι αδιανόητη η αποτελεσματική γαιο-διαμόρφωση αν το Κράτος δεν έχει ήδη εμπειρία με τον αποτελεσματικό έλεγχο του κλίματος εδώ στη Γη.

Όσο για τις κοινωνικές τεχνολογίες, ίσως και να είναι η ασφάλεια. Η αποκεντρωμένη τεχνολογία, όπως θα ήταν απαραίτητη για τον εξωγήινο αποικισμό, μπορεί να βοηθήσει στην πολιτική αποκέντρωση. Οποιεσδήποτε καπιταλιστικές επιχειρήσεις, επιστημονικοί σύλλογοι και κρατικές υπηρεσίες που θα συνεργαστούν για να αποικίσουν τον Άρη ή κάποιο άλλο ουράνιο σώμα, αναμφισβήτητα θα αντιμετωπίσουν, μαζί με χιλιάδες άλλα θέματα τεχνικής, το θέμα του πώς θα διατηρηθεί ο έλεγχος των αποικιών. Η άσκηση στρατιωτικής και γραφειοκρατικής μόχλευσης σε έναν πληθυσμό που βρίσκεται ένα ή περισσότερους μήνες ταξιδιού μακριά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πεντακόσια χρόνια πριν, οι ευρωπαίοι αποικιοκράτες το πέτυχαν αυτό μέσα από τις κοινωνικές τεχνολογίες του χριστιανισμού και της λευκότητας του δέρματος, αν και όχι χωρίς κάποιες μεγάλες ανταρσίες και λιποταξίες.

Και πάλι, είναι πιο λογικό να αναλύεται η κατάσταση μέσω της οπτικής του κοινωνικού ελέγχου, παρά από την οπτική της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός έχει ευνοήσει από παλιά πολύ πιο αναποτελεσματικές, συγκεντρωτικές τεχνικές βιομηχανικής παραγωγής, επειδή το Κράτος δεν διέθετε τις τεχνικές για να διατηρήσει τον έλεγχο σε μια αποκεντρωμένη παραγωγή. Αντί της απλής οργανωτικής επιτροπής του Κεφαλαίου, το Κράτος αντικαθιστά και ενσωματώνει το Κεφάλαιο, γιατί το έδαφος που είναι πραγματικά ελεγχόμενο από το κράτος είναι το μόνο έδαφος στο οποίο μπορεί να λειτουργήσει ο καπιταλισμός. Έτσι, ο αποκεντρωμένος έλεγχος που επιτρέπεται από τις νέες κοινωνικές τεχνολογίες (το διαδίκτυο των πραγμάτων στις οποίες είμαστε τα πρωταρχικά πράγματα) είναι ένα ζωτικό συστατικό της εξωγήινης αποικιοκρατίας.

Η αναγκαιότητα της Κλιματικής Αλλαγής

Οι πρόσφατες αναταράξεις στην Τουρκική οικονομία, οι οποίες σχεδόν βύθισαν την ΕΕ, επιβεβαιώνουν ότι η οικονομική ανάπτυξη που συνεχίζεται σήμερα εξακολουθεί να βασίζεται σε μια μη βιώσιμη οικονομική συσσώρευση. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν έχουν πουθενά στην Ευρώπη να επενδύσουν όλα τα κέρδη τους, για αυτό χρηματοδοτούν ένα τεράστιο κύμα κατασκευών στην Τουρκία, ενώ οι τουρκικές εταιρείες αναπτύσσονται με δανεισμό δολαρίων, εκμεταλλευόμενες το χαμηλό επιτόκιο. Βραχυπρόθεσμα, δωρεάν χρήματα. Όμως, καθώς το αμερικανικό επιτόκιο αυξάνεται, η αξία της τουρκικής λίρας καταρρέει και αφού η τοπική οικονομία δεν είχε ζητήσει ποτέ την κατασκευαστική άνθηση, δεν είχε τα μέσα να πληρώσει όλα τα δάνεια. Τα αποθέματα σε όλες τις μεγάλες τράπεζες της Ευρώπης μειώθηκαν. Θα μπορούσε να είναι η αρχή της μεγάλης συντριβής. Αλλά το Κατάρ παρενέβη με δάνειο ύψους 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Τουρκία, δείχνοντας και πάλι τη σημασία της πολιτικής: μία από τις πρώτες διπλωματικές κινήσεις του Trump στην περιοχή ήταν να φτάσει στη Σαουδική Αραβία και να υποστηρίξει πλήρως τον εξοστρακισμό του Κατάρ από το Βασίλειο. Στη συνέχεια, το Trump μπήκε σε διαμάχη με την Τουρκία και προσπάθησε να βυθίσει την οικονομία της, οπότε το Κατάρ παρεμβαίνει για να τη σώσει, προς το παρόν. Η Merkel, επίσης πρόσφατα εξαπατημένη από τις ΗΠΑ, προσπάθησε να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με την Τουρκία ενώ ήταν ένας από τους βασικούς επικριτές της.

Υπάρχουν παρόμοιες κατασκευαστικές φούσκες στη Βραζιλία, στην Κίνα, στη Σιγκαπούρη. Η επόμενη κρίση θα μπορούσε να ξεκινήσει οπουδήποτε, αλλά σχεδόν σίγουρα θα εξαπλωθεί παντού.

Εάν μια βιο-οικονομική επέκταση είναι ο πιο βιώσιμος τρόπος για τον καπιταλισμό να αποφύγει τις αντιφάσεις του και να συνεχίσει την τρελή καταστροφή του, ποιες πολιτικές στρατηγικές θα επέτρεπαν αυτή την επέκταση; Ορισμένες από τις τεχνολογικές αλλαγές που περιγράφονται παραπάνω συμβαίνουν ήδη, αλλά πολλά βασικά συστατικά απαιτούν μια τόσο δραστική αλλαγή, που θα απαιτούσε στρατηγικό κρατικό σχεδιασμό σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό δεν είναι καλό σημάδι για τον καπιταλισμό, αφού οι παγκόσμιοι θεσμοί για διακρατική συνεργασία βρίσκονται σε χάος, χάρη σε μεγάλο βαθμό στις ακροδεξιές φιγούρες, από τον Netanyahu μέχρι τον Putinκαι στο Trump.

Ο «Πόλεμος Κατά της Τρομοκρατίας» απέτυχε να συσπειρώσει τις παγκόσμιες δυνάμεις και να δημιουργήσει μια νέα εποχή παγκόσμιας συνεργασίας. Επειδή βασίστηκε πολύ στον μηδενικού αθροίσματος οριενταλισμό του Ψυχρού Πολέμου, οδήγησε στη διάβρωση μόνο των παγκόσμιων πολιτικών δομών που διατηρούσαν την ηγεμονία των ΗΠΑ.

Προς το παρόν, η μόνη βιώσιμη πλατφόρμα από την οποία θα ξεκινήσει ένα νέο σχέδιο διακρατικής συνεργασίας ικανό να αναπτύξει και να διαχειριστεί τις αλλαγές που θα απαιτούσε μια βιο-οικονομική επέκταση του καπιταλισμού μπορεί να βρεθεί στην κλιματική αλλαγή. Η αλλαγή του κλίματος παρέχει μια αφήγηση ενοποιημένων παγκόσμιων συμφερόντων. Κάθε πολιτική εξουσία που ενεργεί στο όνομα της αντιμετώπισης της αλλαγής του κλίματος, μπορεί να ενεργήσει στο όνομα ολόκληρης της ανθρωπότητας: αυτό προσφέρει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός ηγεμονικού έργου, όπως και η αφήγηση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπόκεινται σε ένα ηγεμονικό έργο μετά τη φρίκη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Οι πολιτικές δομές για διακρατικό συντονισμό και παγκόσμια παρέμβαση θα δικαιολογούσαν τα ολιστικά μέτρα που είναι απαραίτητα για τη σωτηρία ολόκληρης της βιόσφαιρας και θα μπορούσαν επίσης να έχουν ένα δικαιολογημένο καθαρά τεχνοκρατικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν παρουσιάσει επιτυχώς την κλιματική αλλαγή ως επιστημονικό και όχι οικονομικό ή πνευματικό ζήτημα.

Η κυριότερη αδυναμία του αμερικανικού συστήματος ήταν ότι ο ΟΗΕ, ως φορέας διαφύλαξης των ανθρωπίνων και κρατικών δικαιωμάτων, δεν μπορούσε παρά να διαμαρτυρηθεί. Το ΔΝΤ και ο ΠΟΕ, που επέβαλαν από την άλλη κυρώσεις για την πραγματοποίηση τεχνοκρατικών παρεμβάσεων και τη διασφάλιση της οικονομικής τάξης, είχαν σαφώς μισθοφορικό χαρακτήρα, φέρνοντας τον καπιταλισμό ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα ενώ υποτίθεται ότι με την επιρροή της φιλελεύθερης δημοκρατίας αυτά τα δυο θα έπρεπε να καταλήγουν σε μια μορφή αρμονικής σύνθεσης. Κάτω από ένα καθεστώς που καθοδηγείται από τις ανάγκες ανταπόκρισης στην αλλαγή του κλίματος, οι ισχυρές τεχνοκρατικές παρεμβάσεις και η διαφύλαξη των κοινών συμφερόντων θα βρουν την τέλεια σύνθεσή τους. Όσο η κλιματική αλλαγή αντιμετωπίζεται ως καθαρά επιστημονικό ζήτημα, οι απαντήσεις θα πρέπει να είναι συμβατές με τις προϋπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, τις πηγές χρηματοδότησης και τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων πρέπει να πραγματοποιηθούν. Με άλλα λόγια, μια τεχνοκρατική προσέγγιση της αλλαγής του κλίματος δεν θα έθετε σε κίνδυνο τον καπιταλισμό.

Αλλά οι ίδιοι οι καπιταλιστές είναι ανίκανοι να οικοδομήσουν την πλατφόρμα για να καταφέρουν το είδος της συστημικής αλλαγής που χρειάζονται. Οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μειώθηκαν κατά 7% το 2017. Η αστάθεια της αγοράς δεν θα παράγει ποτέ τους πόρους που απαιτούνται για τη μετατόπιση φάσης των ενεργειακών τεχνολογιών. Ο φιλελεύθερος καπιταλισμός θα μας άφηνε να τσιγαριζόμαστε– ή μάλλον να βράζουμε – σε μια οικονομία ορυκτών καυσίμων. Η ταχεία μετάβαση σε μια οικονομία της αλλαγής του κλίματος δεν θα είναι δυνατή χωρίς οι περισσότερες μεγάλες κυβερνήσεις να εισάγουν βαθιές πολιτικές αλλαγές και να επιβάλουν νομικά τις επενδύσεις σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας και μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος ως σημαντικό μέρος του συνολικού προϋπολογισμού τους, παράλληλα με την υγειονομική περίθαλψη ή τις στρατιωτικές δαπάνες.

Ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει μεγάλη ανάγκη για στρατηγική αλλαγή, για μια κυβερνητική εντολή ικανή να ανακατευθύνει τους κοινωνικούς πόρους σε μια συντονισμένη, μαζική κλίμακα. Αυτό είναι το σημείο, που το ζήτημα των διαφόρων κυβερνητικών μοντέλων καθίσταται εξαιρετικά σημαντικό, καθώς ορισμένοι τύποι κυβέρνησης είναι πιο κατάλληλοι για να κάνουν μια τέτοια μετατόπιση από άλλους και κάποιες πολιτικές τάσεις είναι σε θέση να αδράξουν τη πλατφόρμα της κλιματικής αλλαγής, ενώ άλλες είναι ανίκανες.

Ο φασισμός, ιστορικά.

Μέχρι τώρα, αναφέροντας τους όμοιους του Netanyahu ή του Trump, μίλησα για αντιδραστικούς ή ακροδεξιούς. Υπάρχουν όσοι ευνοούν τη συναισθηματική υπερβολή στην ιστορική σαφήνεια και ταξινομούν ολόκληρο το αντιδραστικό αυτό κίνημα ως «φασιστικό». Αν αμφισβητώ αυτήν την ορολογία, δεν είναι επειδή απολαμβάνω σημασιολογικές διαμάχες, αλλά επειδή μερικές φορές, οι λέξεις έχουν σημασία. Σε αυτή την περίπτωση, η θεωρητική ακρίβεια είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί υπάρχει μια μακρόχρονη ένταση μεταξύ δικτατορικών και δημοκρατικών μεθόδων άσκησης της κρατικής εξουσίας.

Στην δικτατορική μέθοδο, ένα τμήμα της άρχουσας τάξης χρησιμοποιεί στρατιωτικά μέσα για να επιβάλει τις στρατηγικές προτάσεις του στην υπόλοιπη κυρίαρχη τάξη και στην κοινωνία γενικότερα. Το κάνουν αυτό στηριζόμενοι σε ένα ισχυρό στρατιωτικό μηχανισμό ή κινητοποιώντας ένα μέρος των κατώτερων τάξεων ενάντια σε έναν κατ’ επίφαση «εσωτερικό εχθρό» – συνήθως, κάνουν και τα δύο. Μπορούν να ακολουθήσουν αυτή την πορεία επειδή αισθάνονται ότι οι δομές εξουσίας στις οποίες βασίζονται απειλούνται με τρόπο που δεν εκτιμά η υπόλοιπη κυρίαρχη τάξη ή λόγω μιας πολιτιστικής σύγκρουσης που τους οδηγεί να δουν την υπόλοιπη κυρίαρχη τάξη ως εχθρούς παρά ως όμοιους τους, ή επειδή δεν έχουν τον απαραίτητο έλεγχο στις κατώτερες τάξεις για να δημιουργήσουν κοινωνική συναίνεση.

Στην δημοκρατική μέθοδο, η άρχουσα τάξη συζητά στρατηγικές προτάσεις και προσπαθεί να κερδίσει την εθελοντική συμμετοχή στη στρατηγική της, έτσι ώστε να επιτευχθεί ένα είδος συναίνεσης, από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας. Παρόλο που μπορεί να εμπλακούν σε σκληρές μάχες με τους αντιπάλους τους, δεν αρνούνται στους αντιπάλους τους το δικαίωμα να υπάρχουν, ούτε προσπαθούν να καταστρέψουν τους μηχανισμούς που επιτρέπουν τη συζήτηση και τη συμμετοχική λήψη αποφάσεων. Σε διάφορες καμπές της ιστορίας, οι άρχουσες τάξεις έχουν αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματα του δημοκρατικού τρόπου. Τους δίνει τη δυνατότητα να καταλαγιάσουν επαναστατικά κινήματα και να οικειοποιηθούν λαϊκές αξίες, ώστε όχι μόνο να προστατεύονται από τις δικές τους κατώτερες τάξεις, αλλά να επιστρατεύουν αυτές τις κατώτερες τάξεις για να βοηθήσουν στη διαχείριση των διαδικασιών εκμετάλλευσης. Τους επιτρέπει να πραγματοποιούν έξυπνες και περιοδικές αναπροσαρμογές στις κυβερνητικές στρατηγικές, καθιστώντας τον κρατικό μηχανισμό όλο και ισχυρότερο και πιο επιστημονικά καταρτισμένο. Αυτό δημιουργεί ένα παιχνίδι θετικού αθροίσματος που δίνει προτεραιότητα στον αμοιβαίο εμπλουτισμό όλων των μελών της κοινωνίας με ιδιοκτησία αντί των εσωτερικών συγκρούσεων αρνητικού αθροίσματος.

Τα κράτη εναλλάσσονται ιστορικά μεταξύ δικτατορικών και δημοκρατικών μεθόδων άσκησης εξουσίας, ανάλογα με τις περιστάσεις. Ωστόσο, μπορούν να κάνουν αυτή την άμεση εναλλαγή μόνο αν έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο ψυχοκοινωνικό σύμπλεγμα που εκπαιδεύει τους ανθρώπους να ταυτίζονται με τον δικτάτορα τους ή με τη δημοκρατία τους. Συνήθως, όσο ισχυρότερο είναι το κράτος, τόσο ισχυρότερο είναι το ιδεολογικό ικρίωμα που συνοδεύει και δικαιολογεί τον δικτατορικό ή δημοκρατικό τρόπο. Και επομένως, όσο πιο σταθερή είναι η μέθοδος, τόσο μεγαλύτερη είναι η κρίση που χρειάζεται για να ισχύσει μια αλλαγή στη λειτουργία.

Η σαφής διάκριση μεταξύ αυτών των δύο μεθόδων είναι σημαντική εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο η βιωματική εμπειρία της διακυβέρνησης μεταβάλλεται από τη μια κατάσταση στην άλλη.

Ο φασισμός είναι ένα συγκεκριμένο πολιτικό κίνημα που ξεκίνησε στη δεκαετία του 1920 στην Ιταλία, εμπνέοντας παρόμοια πολιτικά κινήματα που πήραν την εξουσία σε δώδεκα ακόμη χώρες, το καθένα μια παραλλαγή του αρχικού μοντέλου. Αυτό το μοντέλο δεν είχε ποτέ το χρόνο να ομογενοποιηθεί, επειδή ο φασισμός νικήθηκε από τα δημοκρατικά και τα σοσιαλιστικά κράτη, τα πρώτα εκ των οποίων συνέχισαν να κατασκευάζουν το νέο παγκόσμιο σύστημα.

Ορισμένοι αναρχικοί στο παρελθόν, όπως και ο Voline, χρησιμοποίησαν έναν ευρύτερο ορισμό του φασισμού για να επικρίνουν τη Σοβιετική Ένωση. Το έκαναν επειδή ο φασισμός ήταν το κυρίαρχο κακό της εποχής και επειδή ήταν πολιτικά σκόπιμο να χρησιμοποιηθεί η ετικέτα ευρύτερα. Παρόλα αυτά, δεν χρειάστηκε να συμμετάσχουν σε πνευματική ατιμία για να διευρύνουν αυτή την ετικέτα, όπως έκανε το Κομμουνιστικό Κόμμα, περιγράφοντας τους Γερμανούς σοσιαλιστές ως «σοσιαλφασίστες» για να δικαιολογήσουν τη δική τους συνεργασία με το ναζιστικό κόμμα στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπήρχαν οργανικές σχέσεις μεταξύ αριστερού και δεξιού αυταρχισμού εκείνη την εποχή. Οι Ιταλοί φασίστες υπό την ηγεσία του Mussolini βγήκαν σε μεγάλο βαθμό από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και βελτίωσαν τη σοσιαλιστική τακτική κινητοποίησης ενός υπάκουου μαζικού κινήματος για να κατακτήσουν την κρατική εξουσία. Το ναζιστικό αστυνομικό κράτος βασίστηκε άμεσα στο σοβιετικό ομόλογό του, για να μην αναφέρω τη συγγένεια που είναι εμφανής στο σύμφωνο μη επίθεσης Ναζί και Σοβιετικών ή την ουσιαστική συνωμοσία μεταξύ του KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας) και των Ναζί για να σαμποτάρουν τη γερμανική δημοκρατία.

Ο ευρύτερος ορισμός που χρησιμοποιείται από τον Voline και μερικούς συγχρόνους του εξακολουθεί να έχει μια βασική ακρίβεια, επειδή διακρίνει μεταξύ δικτατορικών και δημοκρατικών μεθόδων εξουσίας. Ο Voline δεν αγαπούσε την αστική δημοκρατία, αλλά γνώριζε ότι ήταν σημαντικό να γίνει μια βασική διάκριση μεταξύ αυτών των διαφορετικών μεθόδων. Έτσι, η δικαιολογία για τον ορισμό της Σοβιετικής Ένωσης ως «φασιστικής» ήταν η καταστολή της ελευθερίας του λόγου, του ελεύθερου Τύπου και των εκλογών – με μια λέξη, το σύνταγμα της ως δικτατορία.

Οι σημερινοί κοινωνικοί σχολιαστές για τους οποίους ο Trump και η May αντιπροσωπεύουν τον «φασισμό» δεν κάνουν τέτοια διάκριση. Συνολικά αρνούνται να ορίσουν το φασισμό. Αντίθετα, μερικές φορές υποστηρίζουν ότι, δεδομένου ότι κάποιοι ιστορικοί είναι ακόμη πιο αυστηροί – αμφισβητώντας αν οι Ναζί ή οι Φαλαγκιστές επίσης χαρακτηρίζονται ως φασίστες – δικαιολογούνται με το να πηγαίνουν στο αντίθετο άκρο και να είναι χαλαροί στον δικό τους ορισμό έως του σημείου να μην κάνουν πκαμία διάκριση μεταξύ φασιστικών και δημοκρατικών τρόπων λευκής υπεροχής. Επιπλέον, παρουσιάζουν δυσοίωνες προειδοποιήσεις ότι ο φασισμός μπορεί να επιστρέψει σε εντελώς διαφορετικές ιστορικές συνθήκες επειδή υπήρχαν άνθρωποι στη δεκαετία του ’30 που δεν πίστευαν ότι θα μπορούσε να συμβεί. Και τα δύο αυτά αβάσιμα επιχειρήματα μπορούν να βρεθούν στο κείμενο «Ναι, ο Trump εκπροσωπεί τον Φασισμό». Άλλοι προσφέρουν στοιχεία ενός ορισμού που θα μπορούσε να αποδοθεί σε σχεδόν κάθε κράτος, επικαλούμενοι χαρακτηριστικά όπως ο «εκλεκτικός λαϊκισμός, ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, η παραδοσιαρχία, η ανάπτυξη του Νιούσπικ και η αδιαφορία για τον ορθολογικό διάλογο»–ανεξάρτητα από το γεγονός πως όλα αυτά είναι «κοινά χαρακτηριστικά κάθε μορφής ακροδεξιάς πολιτικής (και στην πραγματικότητα, το Νιούσπικ ήταν αρχικά χαρακτηριστικό του σταλινισμού)», όπως επεσήμανα σε μια προηγούμενη κριτική.

Συχνά δημιουργούν την εμφάνιση διπλών μέτρων και σταθμών ή επιχειρημάτων κοινής λογικής, όπως ο McKenzie Wark: «Είναι περίεργο πως οι πολιτικές κατηγορίες των φιλελεύθερων, συντηρητικών και ούτω καθεξής αντιμετωπίζονται ως δια-ιστορικές, αλλά υποτίθεται ότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την κατηγορία του φασισμού έξω από ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο… Αλλά ίσως να το αντιμετωπίσουμε όχι ως εξαίρεση, αλλά ως κανόνα. Αυτό που χρειάζεται να εξηγηθεί δεν είναι ο φασισμός αλλά η απουσία του».

Αυτός ο ρητορικός γρίφος είναι εύκολο να απαντηθεί. Ο φιλελευθερισμός αποτελεί βασική δομή της νεωτερικότητας. Εξακολουθούμε να ζούμε στο οικονομικό και πολιτικό σύστημα που δημιουργήθηκε από τον φιλελευθερισμό, επομένως η ορολογία του φιλελευθερισμού εξακολουθεί να είναι σχετική, ιστορική. Αποδίδοντας τον όρο «φιλελεύθερος» και «συντηρητικός» στον Μεσαίωνα ή στην πρώιμη δυναστεία των Χαν της Κίνας, αυτό θα ήταν «δια-ιστορικό».

Αντίθετα, ο φασισμός έχασε. Δεν δημιούργησε ποτέ ένα παγκόσμιο σύστημα και οι συνθήκες που προέκυψαν ως απάντηση δεν ισχύουν πλέον. Έχουν υπάρξει δεκάδες παραλλαγές στην αυταρχική πολιτική και στην λευκή σοβινιστική ιδεολογία, οι περισσότερες από τις οποίες αμοιβαία αντιθετικές ή ασυνεπείς. Για να δικαιολογηθεί η προσέλκυση του «φασισμού» ως γενικής κατηγορίας, κάποιος θα χρειαζόταν να κατασκευάσει ένα θετικό επιχείρημα σχετικά με το γιατί αυτό μας δίνει θεωρητικά εργαλεία που διαφορετικά δεν θα είχαμε. Από όσο μπορώ να δω, αυτό το επιχείρημα δεν έχει ακόμη διατυπωθεί. Φαίνεται ότι ο λόγος που οι άνθρωποι μιλάνε για φασισμό ως επικείμενο σύγχρονο κίνδυνο είναι επειδή ακούγεται τρομακτικός και τους κάνει να ακούγονται σημαντικοί. Δεν παίρνετε την ίδια αντίδραση μιλώντας για «μια ολοένα και πιο βάναυσή δημοκρατία», παρόλο που οι δημοκρατικές κυβερνήσεις είναι υπεύθυνες για ένα μεγάλο μέρος των πιο αιματηρών γενοκτονιών στην παγκόσμια ιστορία (συμπεριλαμβανομένης της εξαφάνισης ή αποδεκατισμό εκατοντάδων αυτοχθόνων εθνών από τα δημοκρατικά εδραιωμένα κράτη, ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδά, Χιλή και Αργεντινή· τη μαζική δολοφονία από δημοκρατικές δυνάμεις όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες και τη Γαλλία στην Ινδία, το Κονγκό, την Ινδονησία, την Αλγερία, το Βιετνάμ και άλλες αποικίες· και τις γενοκτονίες που πραγματοποιούνται από μετά-αποικιοκρατικές δημοκρατίες όπως η Κολομβία και η Μυανμάρ). Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το γνωρίζουν αυτό, διότι το μεγάλο βάρος δίνεται στα αδικήματα των δικτατορικών καθεστώτων. Τα εγκλήματα της δημοκρατίας καλύπτονται. Οι αναρχικοί θα έπρεπε να γνωρίζουν καλύτερα, αλλά ένας αυξανόμενος αριθμός τους επιλέγει την πολιτική σκοπιμότητα από την πνευματική ειλικρίνεια και το δύσκολο καθήκον να μοιράζονται τις αλήθειες που κανείς άλλος δεν θέλει να αγγίξει.

Η κριτική αυτής της θεωρητικής δυσκολίας είναι σημαντική επειδή η ανάλυση μας της ιστορίας είναι ζωτικής σημασίας. Η ιστορική αμνησία είναι ένα από τα μεγαλύτερα επαναλαμβανόμενα εμπόδια στρατολόγησης στα επαναστατικά κινήματα.

Εδώ είναι ένας σύντομος ορισμός του φασισμού από ένα παλιότερο άρθρο:

«Ο φασισμός δεν είναι απλώς μια ακραία δεξιά θέση. Είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που κινητοποιεί ένα λαϊκό κίνημα υπό την ιεραρχική κατεύθυνση ενός πολιτικού κόμματος και καλλιεργεί παράλληλες δομές πίστης στην αστυνομία και το στρατό, για να κατακτήσει την εξουσία είτε με δημοκρατικά είτε με στρατιωτικά μέσα· στη συνέχεια καταργεί τις εκλογικές διαδικασίες για να εξασφαλίσει τη συνέχεια ενός μοναδικού κόμματος· δημιουργεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με την εγχώρια εργατική τάξη, που από τη μια μεριά οδηγεί σε ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί υπό από τον φιλελεύθερο καπιταλισμό και, από την άλλη, προστατεύει τους καπιταλιστές με μια νέα κοινωνική ειρήνη· και εξοντώνει τους εσωτερικούς εχθρούς τους οποίους είχε κατηγορήσει για την αποσταθεροποίηση του προηγούμενου καθεστώτος».

Η κατάργηση του ελεύθερου εκλογικού συστήματος είναι καθοριστικής σημασίας. Με τις ελεύθερες εκλογές, δεν υπάρχει δικτατορία· χωρίς δικτατορία, δεν υπάρχει φασισμός. Ο πολυκομματικός φασισμός με έναν ελεύθερο καπιταλιστικό Τύπο είναι μια ασήμαντη αντίφαση που ξεγυμνώνει τη γλώσσα από οποιασδήποτε ακρίβεια ή χρησιμότητα υπέρ μιας ενισχυμένης δημαγωγίας, σε αντίθεση με το στυλ που προτιμούν οι λαϊκιστές όλων των ειδών, από τον Trump μέχρι τους πραγματικούς φασίστες.

Η παρουσία μιας ιεραρχικά οργανωμένης παραστρατιωτικής δύναμης είναι επίσης βασική για την ρήξη του δημοκρατικού συστήματος ελέγχων και ισορροπιών και για να υποστηρίξει την αυταρχική δημιουργία μιας νέας νομιμότητας κατά τη μεταβατική περίοδο. Στον ιστορικό φασισμό, οι μελανοχίτωνες ή τα τάγματα κρούσης ήταν ζωτικής σημασίας στα πολύ αρχικά χρόνια, μόνο για να αποδυναμωθούν ή ακόμα και να κατασταλούν μετά την επαρκή θεσμοθέτηση της νέας φασιστικής νομιμότητας.

Οι Ami du Radical προειδοποιούν για «οργανώσεις μελανοχιτώνων σε κάθε κράτος», αλλά αυτό είναι υπερβολή. Η Alt-Right (Εναλλακτική Δεξιά) στις ΗΠΑ είναι δολοφονική. Tο να τους στερηθεί το δημόσιο βήμα και να τους διώξουμε από τους δρόμους είναι η απόλυτα σωστή κατεύθυνση δράσης. Αλλά αυτές οι ανοργάνωτες ομάδες των πολεμιστών του Διαδικτύου και των τρολ είναι ασήμαντες μπροστά στους ιστορικούς μελανοχίτωνες ή στη Kου Kλουξ Kλαν κατά την Ανασυγκρότηση. Δεν έχουν ενιαία ηγεσία, καμία εκτεταμένη στρατιωτική δομή, δεν έχουν πειθαρχία, και έχουν σχετικά μικρό μέγεθος. Οι προαναφερθέντες παραστρατιωτικοί ανέλαβαν ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο. Οι θάνατοι ήταν χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες. Είναι σημαντικό να το αναγνωρίσουμε αυτό. Γιατί είναι άλλο πράγμα για τους αναρχικούς να είναι σε θέση να νικήσουν μια διασκορπισμένη, περιθωριοποιημένη Alt-Right και θα είναι κάτι εντελώς άλλο πράγμα να συγκρουστούμε με μια πραγματική οργάνωση μελανοχιτώνων.

Το διαφορετικό οργανωτικό στυλ είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό. Αν υπήρχε μια πραγματική ιεραρχικά οργανωμένη παραστρατιωτική οργάνωση μέσα από ένα πολιτικό κόμμα με φασιστικό (αντιδημοκρατικό) πρόγραμμα, αυτό θα έλεγε πολλά για την αδυναμία της κυβέρνησης και τις ανησυχίες της καπιταλιστικής τάξης που θα ήταν πρόθυμες να επιτρέψουν μια τέτοια παραβίαση των δικών τους κανόνων. Αυτές οι συνθήκες απλά δεν υπάρχουν τώρα, και όποιος δεν το αναγνωρίζει επιτίθεται σε ανεμόμυλους. Δεύτερον, το πραγματικό οργανωτικό πρότυπο της ακροδεξιάς στις ΗΠΑ είναι απόλυτα συνεπές με τον διάχυτο τρόπο παραστρατιωτικής βίας που υφίσταται στις συνθήκες δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η σύγχυση με την άλλη μορφή δίνει ελεύθερο πεδίο στη δημοκρατική λευκή υπεροχή και αποτελεί σημαντικό στρατηγικό σφάλμα.

Υπήρξε ένα πραγματικό νεοφασιστικό κόμμα τα τελευταία χρόνια, με φασιστικό πρόγραμμα που αποσκοπούσε στην κατάληψη της εξουσίας και την οικοδόμηση μιας παραστρατιωτικής δύναμης με μη δημοκρατική πίστη στην αστυνομία και το στρατό. Η Χρυσή Αυγή, στην Ελλάδα. Θυμάστε τι συνέβη σε αυτούς; Σίγουρα αποδυναμώθηκαν από τις αναρχικές άμεσες ενέργειες, αλλά η δημοκρατική κυβέρνηση της Ελλάδας την έκλεισε από μια μέρα στην άλλη, αφού ξεπέρασαν την εντολή τους, σκοτώνοντας καλλιτέχνες και επιτιθέμενοι σε δημοσιογράφους, αντί να σκοτώνουν μόνο μετανάστες και να τραυματίζουν αναρχικούς.

Πριν και μετά τις διώξεις που επικεντρώνονταν στην ηγεσία της, η Χρυσή Αυγή χρησιμοποίησε παρόμοια ρητορική με το AfD στη Γερμανία και άλλα ακροδεξιά κόμματα. Οι βασικές διαφορές ήταν η παραστρατιωτική τους δομή, η συνεχιζόμενη χρήση της ναζιστικής αισθητικής ακόμη και μετά την εμφάνιση τους στο προσκήνιο των μέσων ενημέρωσης και η συνεχιζόμενη προβολή μιας πραξικοπιματικής στρατηγικής γύρω από μια φιγούρα τύπου Führer. Τα ακροδεξιά κόμματα χρησιμοποιούν το προβολέα των μέσων ενημέρωσης για να γίνει αποδεκτός ο εθνικισμός και η ξενοφοβία. Η AfD, για παράδειγμα, χαιρέτησε το πως οι Χριστιανοδημοκράτες υιοθέτησαν στοιχεία της πλατφόρμας τους που σχετίζονται με τη μετανάστευση. Η Χρυσή Αυγή, από την άλλη πλευρά, μεταδίδει τις δικτατορικές της προθέσεις. Αυτό είναι κάτι που στις ΗΠΑ θα κάνουν μόνο οι πιο ακραίες παρυφές της ακροδεξιάς, ενώ κάθε ομάδα που θέλει να φλερτάρει με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ή με πλούσιους δωρητές υποβαθμίζει την ναζιστική αισθητική και επικεντρώνεται στη λήψη συγκεκριμένων πολιτικών προγραμμάτων που υιοθετούνται στο δημοκρατικό σύστημα. Όσον αφορά τις παραστρατιωτικές δυνάμεις, υπό μια δημοκρατία, αυτές οφείλουν να διοικούνται από τις υπηρεσίες πληροφοριών, αντί να δουλεύουν άμεσα για ένα πολιτικό κόμμα. Αν και αυτή η διάκριση είναι μερικές φορές θολή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υπό τη διακυβέρνηση του Trump, με επιπτώσεις που είναι τόσο τρομακτικές όσο και επικίνδυνες, δεν μπορούμε να μιλάμε για τίποτα που να μοιάζει σε ένα ενοποιημένο φασιστικό κίνημα με παραστρατιωτικές ομάδες υπό τον άμεσο έλεγχο ενός μεγάλου πολιτικού κόμματος.

Από τον θρίαμβο των δημοκρατικών καπιταλιστικών δυνάμεων στο τέλος του 2ουΠαγκοσμίου Πολέμου, ο φασισμός έχει εξημερωθεί και είναι σε λουρί ως κατοικίδιο τέρας, κλειδωμένο στη δημοκρατική εργαλειοθήκη. Οι φασίστες στον Παγκόσμιο Βορρά χρησιμοποιούνται για να προωθήσουν τον αποδεκτό διάλογο προς τα δεξιά, να επιτεθούν και να εκφοβίσουν τους κοινωνικά περιθωριοποιημένους, να δημιουργήσουν ένταση ή πολιτικές κρίσεις – αλλά ποτέ δεν ξεφεύγουν από το λουρί. Οι φασίστες που ενεργούν σαν να μην υπάρχει λουρί καταλήγουν στο δικαστήριο, όπως οι ηγέτες της Χρυσής Αυγής και τα επιζόντα μέλη ενός γερμανικού νεοναζιστικού πυρήνα που είχε στενές επαφές με τις γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών αλλά κατέληξαν να σκοτώσουν έναν αστυνομικό μετά από αυτό που φαντάζομαι πως αντιμετωπίζονταν από τους ηγέτες τους ως μια επιτυχημένη σειρά δολοφονιών μεταναστών.

Στον Παγκόσμιο Νότο, η εξίσωση είναι λίγο διαφορετική, κυρίως επειδή το δημοκρατικό παγκόσμιο σύστημα επέτρεπε πάντοτε τη δικτατορία στις μετα-αποικιακές κοινωνίες. Αυτό ήταν στην πραγματικότητα ο κανόνας σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου η δημοκρατική κυβέρνηση ήταν ένα σημάδι προνομίων και προόδου και όχι καθολική εγγύηση. Η δικτατορία είναι ιδιαίτερα συμβατή με τις οικονομίες που βασίζονται κυρίως στην απόσπαση πόρων όπως η εξόρυξη, το πετρέλαιο, η γεωργία και η δασοκομία. Όταν ο καπιταλισμός παίρνει τη μορφή γυμνής λεηλασίας, δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη να καλλιεργηθούν οι αξίες του πολίτη. Ο εκδημοκρατισμός τείνει να συνοδεύει μεγαλύτερες και πιο σύνθετες επενδύσεις, όπως και τοπικούς κύκλους συσσώρευσης – αν όμως η δημοκρατία δεν καταφέρει να δημιουργήσει κοινωνική ειρήνη, η δικτατορία μπορεί να επανεμφανιστεί γρήγορα. Ήδη, από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περισσότερες δικτατορίες δεν έχουν τοποθετηθεί ως αντίπαλοι της δημοκρατικής παγκόσμιας τάξης, αλλά ως σύμμαχοι της. Ακολουθώντας τα σήματα των ΗΠΑ, ανέλαβαν τη σταυροφορία εναντίον του κομμουνισμού χωρίς να παρουσιαστούν ως κληρονόμοι του φασισμού. Παρεμπιπτόντως, αυτό ήταν ακριβώς το ίδιο ιδεολογικό μεσαίο έδαφος που η φιλελεύθερη δημοκρατία κατέλαβε στη δεκαετία του 1930 και στη δεκαετία του ’40.

Το Against the Fascist Creep του Alexander Reid Ross είναι μία από τις πιο εκτεταμένες προσπάθειες να χαρτογραφηθεί ο φασισμός ιστορικά και θεωρητικά. Το βιβλίο καταγράφει την εξέλιξη των φιλοσοφιών και των στοχαστών που θα συνέχιζαν να δημιουργούν φασιστικά κινήματα στην Ιταλία και αλλού. Η έρευνα είναι εκτενής και ενδιαφέρουσα, αλλά η διαμόρφωση υποφέρει από ένα λάθος που καθιστά το έργο άσχετο από θεωρητική άποψη: παίρνει σοβαρά τον φασισμό ως φιλοσοφικό κίνημα. Ούτε ο Mussolini, ούτε ο Hitler, ούτε ο Franco, ούτε ο Codreanu, ούτε οποιοσδήποτε από τους άλλους φανατικούς ηγέτες ήταν ικανός στοχαστής. Ήταν αποτελεσματικοί λαϊκιστές, πράγμα που σημαίνει ότι ανέμιξαν και συνταίριαξαν κάθε τύπο διεκδικήσεων, φιλοσοφιών και κοσμοθεωριών που θα κινητοποιούσε τη βάση τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι φασίστες ήταν ταυτόχρονα Χριστιανοί, παγανιστές και αθεϊστές· μποέμ και αισθητές· καπιταλιστές και σοσιαλιστές· επιστημονικοί και μυστικιστές· ορθολογιστές και ανορθολογιστές. Αυτή η ψευδο-διανοητική πτυχή υπήρξε ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ακροδεξιάς σε ολόκληρο τον 20ό αιώνα και μέχρι σήμερα. Είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο δεν έχει νόημα να συμμετάσχει κανείς μαζί τους στο επίπεδο της αιτιολογημένης συζήτησης, γιατί θα πουν οτιδήποτε θα προκαλέσει το είδος της αντίδρασης που θέλουν να προκαλέσουν.

Είναι ανόητο να εντοπίσουμε το φασισμό πίσω στο Nietzsche και το Sorel, εκτός εάν κάποιος έχει απωθημένα. Σε δομικό και οργανωτικό επίπεδο, ο φασισμός δανείστηκε πάρα πολλά από τα αριστερά, ιδιαίτερα από τον συνδικαλισμό και τα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα. Ωστόσο, οι φιλοσοφικοί γενεαλόγοι του φασισμού προσπαθούν πάντα να τον συνδέσουν με τα περιθωριοποιημένα στοιχεία των αντικαπιταλιστικών κινημάτων·οι μηδενιστές, οι φυσιοδίφες και οι ατομικιστές είναι συνήθεις ύποπτοι. Αυτό δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για την κατανόηση του φασισμού. Αντίθετα, είναι ένας μηχανισμός με τον οποίο οι αριστεροί καθαρίζουν το σπίτι τους και περιθωριοποιούν περαιτέρω τους πιο ριζοσπαστικούς κριτές τους.

Μια χρήσιμη ιστορική ανάλυση του φασισμού θα ήταν σε γενικές γραμμές οικονομική, θέτοντας το ερώτημα: Σε ποιο σημείο αρχίζουν οι καπιταλιστές να υποστηρίζουν τα φασιστικά κινήματα; Η στιγμή που το βιομηχανικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Γερμανίας αποφάσισε να στηρίξει τους Ναζί ήταν πέρα ​​από κάθε αμφιβολία μια κρίσιμη καμπή στην μετεξέλιξη μιας μικρής ομάδας βίαιων βλαμμένων σε ένα τεράστιο κόμμα ικανό να αναλάβει τη χώρα. Η στρατιωτική και καπιταλιστική υποστήριξη έπαιξε επίσης αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή της ναζιστικής ιδεολογίας και στην υποβάθμιση πολλών από τις πιο εσωτερικές, αντικοινωνικές πεποιθήσεις που ο Ross πέρασε τόσο πολύ χρόνο στην διερεύνηση τους.

Χωρίς την οικονομική υποστήριξη των καπιταλιστών, δεν υπάρχει φασισμός. Οι αναρχικοί θα πρέπει να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή σε ότι λένε οι σημαντικοί καπιταλιστές για το πώς να ανταποκριθούν στη συνεχιζόμενη κρίση και να ξοδεύουν λιγότερο χρόνο στους στα φόρουμ της Alt-Right. Πρόκειται για ζήτημα προτεραιότητας, και όχι κριτική για την δραστηριότητα αυτή. Η Alt-Right δεν είχε καμιά καπιταλιστική υποστήριξη εκτός από την οικογένεια Mercer, στην καλύτερη περίπτωση καπιταλιστές μεσαίας κατηγορίας, και όταν έγινε η ρήξη μεταξύ του Trump και του Bannon, επέλεξαν σαφώς τον Trump (δείχνοντας πως υπάρχουν πραγματικές αποκλίσεις μεταξύ της δημοκρατικής λευκής υπεροχής και της φασιστικής λευκής υπεροχής, όπως υποστήριξα προηγουμένως, και όπως αντιθέτως απέτυχε να κατανοήσει συγγραφέας του «Yes!» περιγράφοντας τον Trump και τον Bannon ως «επιστήθιους φίλους» οκτώ μήνες πριν από την ρήξη τους). Δεν υπάρχουν ουσιαστικά καπιταλιστές σε παγκόσμια κλίμακα που κοιτάζουν προς κάποιο φασισμό για να λύσουν τα προβλήματά τους. Και θα το ξέραμε αν ήταν. Στη δεκαετία του 1930, οι Ford, Dupont και άλλοι κορυφαίοι καπιταλιστές εξέφραζαν ανοιχτά τον θαυμασμό τους για το Mussolini και οργάνωσαν δημόσια ομάδες που έμοιαζαν με τους μελανοχίτωνες. Μερικοί από αυτούς είχαν επίσης επαφές με το στρατό για να συζητήσουν ένα ενδεχόμενο πραξικόπημα.

Όλα τα στοιχεία δείχνουν σήμερα ότι οι καπιταλιστές εκτιμούν τον Trump για την βραχυπρόθεσμη φορολογική απαλλαγή που τους έδωσε, φοβούνται τους εμπορικούς του πολέμους και αποδοκιμάζουν τις περισσότερες από τις στρατηγικές μεσαίας εμβέλειας (ή ότι παρουσιάζονται ως στρατηγικές στο περιβάλλον του Trump) και αναπνέουν με αναστεναγμό ανακούφισης κάθε φορά που βάζει απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και την άκρα δεξιά. Οι καπιταλιστές θα ασχοληθούν με το Trump όσο έχει τα χέρια του στους μοχλούς ελέγχου. Δεν ενδιαφέρονται για τον Bannon. Στην Ευρώπη, οι επενδυτές τρέμουν σε κάθε νίκη της άκρας δεξιάς, από το Brexit μέχρι την εκλογή του Salvini στην Ιταλία.

Όσο ισχυρότερος είναι ο καπιταλιστής, τόσο ασθενέστερη είναι η δέσμευση του στο ένα ή στο άλλο πολιτικό όραμα. Οι καπιταλιστές είναι διάσημοι για το πως κερδίζουν υπό εντελώς διαφορετικά είδη κυβέρνησης. Θα κάνουν βραχυπρόθεσμα κέρδη από μια κυβέρνηση που διαπράττει πολιτική αυτοκτονία και μακροπρόθεσμα κέρδη από μια κυβέρνηση που εφαρμόζει μια πιο έξυπνη στρατηγική. Αυτό που δεν θα κάνουν είναι να σαμποτάρουν ένα παγκόσμιο σύστημα που τους παρέχει σταθερότητα, να ενθαρρύνουν στρατηγικές αυτοκτονίας στις χώρες από τις οποίες εξαρτώνται ή να ξεκινήσουν πολιτικές σταυροφορίες που θυσιάζουν τα κέρδη, αυξάνουν την αστάθεια και βάζουν εμπόδια στην παγκόσμια οικονομία και το εμπόριο.

Περιέργως, στη δεκαετία του 1930, τα οικονομικά ήταν συχνά παρόμοια μεταξύ των δημοκρατικών και φασιστικών πλάνων τύπου New Deal, και οι δύο επικεντρώθηκαν σε φιλόδοξα κυβερνητικά προγράμματα για την τόνωση της απασχόλησης. Αυτό δείχνει πως ανεξάρτητα από την κυβερνητική πολιτική, οι καπιταλιστές τείνουν να αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα τις ίδιες ανάγκες σε παγκόσμια κλίμακα και να επιτυγχάνουν το ίδιο ευρύ οικονομικό πρόγραμμα μέσα από μια ποικιλία πολιτικών μοντέλων. Οι θριαμβευτές δημοκράτες έπεισαν τους διεθνείς καπιταλιστές να επενδύσουν σε αμερικανικές ελλειμματικές δαπάνες, ενώ οι φασίστες προσπάθησαν καταστροφικά να πάνε σε πόλεμο με όλους και να κλέψουν τους πόρους που θα χρειαστούν για να χρηματοδοτήσουν εξίσου μεγάλες δαπάνες. Αυτό ήταν σαφώς ένα παιχνίδι με αρνητικό άθροισμα, και έληξε άσχημα για εκείνους που στοιχημάτισαν πολύ στην γερμανική πλευρά. Οι Γερμανοί καπιταλιστές, όμως, μπλοκαρίστηκαν έξω από τις αποικιακές αγορές από τον αγγλικό και γαλλικό θρίαμβο στον 1οΠαγκόσμιο Πόλεμο, οπότε είχαν ελάχιστες επιλογές.

Πόσοι άνθρωποι που φωνάζουν σήμερα «φασισμός!», έχουν αναρωτηθεί εάν η κατάσταση σήμερα είναι ανάλογη; Η απάντηση είναι εύκολη: δεν είναι. Ούτε υπάρχει οικονομική ανάγκη για πόλεμο μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων όπως υπήρχε στη δεκαετία του 1930. Η Αμοιβαία Εξασφαλισμένη Καταστροφή του πυρηνικού πολέμου εξαλείφει τα οικονομικά οφέλη που προσφέρει ο συμβατικός πόλεμος, η συνεχιζόμενη πολιτική ψυχρού πολέμου σημαίνει ότι οι στρατιωτικές δαπάνες βρίσκονται συνεχώς σε επίπεδο πολέμου και οι πολλαπλοί συνεχιζόμενοι πόλεμοι που κληροδοτήθηκαν από τον Πόλεμο Κατά της Τρομοκρατίας παρέχουν όλα τα απαραίτητα κίνητρα για στρατιωτική παραγωγή.

Δημοκρατικός λευκός σοβινισμός

Οι άνθρωποι πρέπει να ξεχάσουν το ότι η δημοκρατία είναι καλό πράγμα. Η πραγματική δημοκρατία δεν αποκλείει τη δουλεία. Η πραγματική δημοκρατία σημαίνει καπιταλισμός. Η πραγματική δημοκρατία απαιτεί πατριαρχία και μιλιταρισμό. Η δημοκρατία περιλάμβανε πάντοτε αυτά τα πράγματα. Δεν υπάρχει καμιά ακριβής ιστορία της δημοκρατίας που να μας δίνει ένα παράδειγμα για το αντίθετο.

Έχουμε δει, δυστυχώς, πόσο επικίνδυνοι είναι οι φασίστες στο δρόμο. Αλλά η ιστορία των ΗΠΑ είναι γεμάτη με υπενθυμίσεις για το πώς οι λευκοί ρατσιστές στηρίζουν τη δημοκρατία αντί για το φασισμό, προκειμένου να κάνουν εγκλήματα σε πιο συστηματική κλίμακα. Κατά κάποιους παρόμοιους τρόπους με το κίνημα του TeaParty, η Kου Kλουξ Kλαν γεννήθηκε εν μέρει για να προστατεύσει την αμερικανική δημοκρατία – μια χώρα λευκών ρατσιστών από την γέννηση της – από αλλαγές που ήταν ανεπιθύμητες για τους πλούσιους λευκούς. Κινήθηκαν για να αποτρέψουν τους μαύρους ανθρώπους να ψηφίσουν, να αποτρέψουν τους μαύρους ανθρώπους από την κοινοκτημοσύνη της γης που κατασχέθηκε από τους ιδιοκτήτες φυτειών (και σε αυτό βοήθησε ο στρατός της Ένωσης) και να επιτεθεί σε λευκούς πολιτικούς που προσπαθούσαν να αλλάξουν την ιστορική σχέση της Νότιας τάξης. Προσπάθησαν να επηρεάσουν τις εκλογές με ποικίλα μέσα (συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας στην περίπτωση της ΚΚΚ και των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην περίπτωση του TeaParty), αλλά νομιμοποίησαν επίσης το εκλογικό σύστημα αντί να σχεδιάζουν πως να αρπάξουν τον έλεγχο και να το καταργήσουν.

Επιστρέφοντας στα πρώτα κράτη, όλες οι μορφές διακυβέρνησης βασίζονται σε ένα συνδυασμό μηχανισμών ενσωμάτωσης και αποκλεισμού. Η δημοκρατία κηρύσσει τα καθολικά δικαιώματα και ως εκ τούτου την ενσωμάτωση, αλλά επιτρέπει επίσης στο κράτος να καθορίσει ποιος είναι και ποιος δεν είναι πολίτης και, ως εκ τούτου, να έχει πλήρη δικαιώματα επάνω τους. Προβλέπει συγκεκριμένους τρόπους για να θεωρούνται κάποιοι άνθρωποι και χρησιμοποιεί την γενοκτονία και τον αποικισμό εναντίον εκείνων που έχουν άλλους τρόπους για να είναι άνθρωποι. Οι δημοκρατικές κυβερνήσεις ποτέ δεν παραδέχτηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα σε κοινωνίες που δεν αποδέχονται την ιδιωτική ιδιοκτησία ή την υποχρεωτική εργασία (μισθός ή σκλάβος). Οι συντηρητικοί τείνουν να αποκλείουν και οι προοδευτικοί να ενσωματώνουν περισσότερους, αλλά και οι δύο είναι υπεύθυνοι για πολέμους εξολόθρευσης ενάντια σε μορφές ζωής που δεν υποστηρίζουν τις λευκές σοβινιστικές, πατριαρχικές αξίες του Διαφωτισμού σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το διάχυτο μοντέλο της λευκής υπεροχής στην ιστορία των ΗΠΑ, τόσο διαφορετικό από το συγκεντρωτικό μοντέλο του φασισμού, είναι τόσο σημαντικό. Η Roxanne Dunbar-Ortiz γράφει για ένα παρόμοιο μοτίβο όταν περιγράφει την «μέθοδο πολέμου» της Αμερικής, που βασίζεται στον ολοκληρωτικό πόλεμο και την εξολόθρευση που πραγματοποιούν εθελοντικές πολιτοφυλακές εποίκων. Δεν πρόκειται για περίπτωση ρατσιστικής βίας που πρέπει να οργανωθεί από μια εμπροσθοφυλακή· μάλλον, είναι μια κοινή προσδοκία όλων των λευκών. Έτσι, ξεπερνά τα κόμματα και ευδοκιμεί σε ένα δημοκρατικό σύστημα.

Η κρίση της λευκότητας που αξιοποίησε αποτελεσματικά ο Trump προέρχεται από τον βαθιά ριζωμένο φόβο ότι ο ιστορικός παραστρατιωτικός ρόλος των λευκών γίνεται όλο και πιο ξεπερασμένος. Είναι μια ενστικτώδης ανασφάλεια πως ο μακροχρόνιος ρόλος των λευκών ως πρωταγωνιστών έχει ξεθωριάσει. Στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, ο ρόλος αυτός υποστηρίζει πάντοτε την αμερικανική δημοκρατία, επιτίθεται βίαια στους εχθρούς του έθνους αλλά και καθορίζει τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος και να αξίζεις δικαιώματα. Αυτή η μορφή λευκής υπεροχής υπάρχει ακόμη και μέσα στην αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος ως το υποτιθέμενο δικαίωμα να ορίζει τις αποδεκτές μορφές αντίστασης παίρνοντας αυτόβουλα τον ρόλο του πρωταγωνιστή σε αγώνες άλλων ανθρώπων, είτε ως εκχωρητές της ελευθερίας (και των σχέσεων ιδιοκτησίας του καπιταλισμού) στον εμφύλιο πόλεμο και την ανασυγκρότηση, ή ως «λευκοί σύμμαχοι» στο κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων και μέχρι σήμερα.

Η λευκότητα αναπτύχθηκε ακριβώς για αποικιακές καταστάσεις στις οποίες ο καπιταλισμός απαιτούσε αποκεντρωμένη οικονομική δραστηριότητα και περιοριζόταν στην ικανότητά του να συγκεντρώνει τον πολιτικό έλεγχο: με άλλα λόγια, το κράτος αποικία. Όχι μόνο μια αποκεντρωμένη, δημοκρατική λευκή υπεροχή είναι πιο αποτελεσματική σε μια αποικιοκρατία, μια δικτατορική ή φασιστική επανάληψη της λευκής υπεροχής σε τέτοιες περιπτώσεις είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για την κρατική εξουσία. Ο φασισμός απαιτεί την καταστολή των προνομιούχων στοιχείων της κοινωνίας που δεν ακολουθούν τη γραμμή του κόμματος. Σε μια κατάσταση αποικιοκρατίας, αυτό θα αναγκάσει τα προοδευτικά μέλη της κάστας των αποίκων (λευκοί) να καταλήξουν σε συμμαχίες αυτοάμυνας με τα χαμηλότερα υποκείμενα του αποικιακού ή νεοαποικιακού εργατικού δυναμικού (φυλετικές μειονότητες), απειλώντας την ισορροπία δυνάμεων που δίνει ζωή στο κράτος. Αναλογιστείτε πώς στις χώρες που κατείχαν οι Ναζί, οι προοδευτικοί επαγγελματίες και οι πλούσιες οικογένειες προχωρούσαν σε συμμαχίες με τους Εβραίους και τους αντικαπιταλιστές της εργατικής τάξης για να πολεμήσουν το καθεστώς, περιορίζοντας προσωρινά και τον αντισημιτισμό τους και τον ταξικό τους χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, το αντάρτικο κίνημα ήταν τόσο ευρύ και ισχυρό ώστε να μπορεί να νικήσει στρατιωτικά τους Ναζί σε αρκετές περιοχές και να τους παρενοχλεί συνεχώς σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη.

Κατά την γέννηση τους, τα κράτη αποικίες τείνουν να ασκούν μια αποκεντρωμένη λευκή υπεροχή, επειδή σκοπός είναι όλοι όσοι έχουν ταξινομηθεί ως λευκοί να την αναπαράγουν οικειοθελώς. Καθώς ωριμάζουν, τα κράτη των εποίκων προτιμούν μια δημοκρατική οργάνωση που επιτρέπει στους προοδευτικούς και τους συντηρητικούς να εφαρμόζουν την λευκή υπεροχή, ο καθένας με τους δικούς του τρόπους. Μάλλον δεν τυχαίο πως αυτό που αποτέλεσε, κατά πάσα πιθανότητα, την μεγαλύτερη φασιστική επανάσταση σε μια αποικιοκρατία, δηλαδή ο Περονισμός στην Αργεντινή, επέτρεπε τόσο τις δεξιές όσο και τις αριστερές παραλλαγές και δεν έδινε έμφαση στη φυλετική καθαρότητα τόσο έντονα όσο άλλα φασιστικά κινήματα, καταφέρνοντας η λευκή υπεροχή στην Αργεντινή να αναπαραχθεί με διάχυτο τρόπο, που δεν υπόκειται στο συγκεντρωτισμό του νέου κρατικού μοντέλου.

Βεβαίως, ένα μεγάλο μέρος της ακροδεξιάς στις ΗΠΑ είναι ουσιαστικά νεοφασιστές. Θέλουν να μετατρέψουν τις ΗΠΑ σε ένα αμιγώς λευκό εθνοτικό κράτος και σε δικτατορία. Και οι παραδοσιακά δημοκρατικές ομάδες της ακροδεξιάς δεν δίστασαν να συνεργαστούν με αυτούς τους νεοφασιστές. Αυτό αντιπροσωπεύει την ιδεολογική ασυνέπεια που χαρακτηρίζει την άκρα δεξιά, μια αγανάκτηση με το ρεπουμπλικανικό κόμμα και τους δημοκρατικούς θεσμούς που υποστήριζαν παλιά μια πιο εμφανή λευκή σοβινιστική τάξη, και τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις την προθυμία των κεντρώων στοιχείων να κάνουν χρήση ακραίων στοιχείων στο δρόμο, αν και καταλαβαίνουν ότι τα ακραία στοιχεία έχουν ελάχιστες πιθανότητες νίκης και τα εγκαταλείπουν όταν η συμμαχία δεν είναι πλέον βολική. Με άλλα λόγια, τα στοιχεία της ακροδεξιάς που δεν επιδιώκουν πραγματικά να ανατρέψουν την αμερικανική κυβέρνηση και να εγκαθιδρύσουν δικτατορία, είτε μπερδεύονται με τις ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους, ενθουσιάζονται από τη νέα ενέργεια και την προσοχή των μέσων ενημέρωσης που φέρνουν τα φασιστικά στοιχεία και ο διασπαστικός λόγος τους, ή απλά βλέπουν την ευκολία να συγκεντρώνουν περισσότερες δυνάμεις στους δρόμους και να έχουν τους οργανισμούς στα δεξιά τους να σπρώχνουν τα όρια της αποδεκτής πολιτικής ώστε οι δικές τους θέσεις να φαίνονται πιο μετριοπαθείς.

Είναι πιθανό πως η ιστορικά δημοκρατική ακροδεξιά στις ΗΠΑ θα μπορούσε να γίνει μακροπρόθεσμα φασιστική στη πλειοψηφία της, αν και αυτό θα την απομάκρυνε περισσότερο από τα θεσμικά όργανα που επιδιώκει να επηρεάσει. Υπάρχει, ωστόσο, η άποψη ότι οι καπιταλιστές θα αλλάξουν ξαφνικά την πολιτική τους όταν συμβαίνει μια οικονομική κρίση. Οι Ami du Radical ισχυρίζονται ότι ο φασισμός είναι ιστορικά μια απάντηση στην οικονομική κρίση. Αυτό είναι λάθος.

Τα πρωτότυπα και οι πρώτες εκφράσεις του οργανωμένου φασισμού στην Ιταλία και τη Γερμανία ήταν αντιδράσεις σε πολιτικές κρίσεις που προηγήθηκαν της μεγάλης οικονομικής κρίσης: η Biennio Rosso και οι καταλήψεις εργοστασίων στην Ιταλία και οι διάφορες εργατικές κομμούνες που καταστάληκαν από τα Freikorps στη Γερμανία. (Φυσικά, ήρθε η υψηλή ανεργία με το τέλος του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ήταν η ρητά επαναστατική κατάσταση που οδήγησε τους μελανοχίτωνες και το Freikorps στη δράση). Τα φασιστικά κινήματα ήταν ήδη καλά αναπτυγμένα και ήδη έλεγχαν την Ιταλία, όταν συνέβη η οικονομική κατάρρευση του 1929. Η Αγγλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ υπέστησαν την ίδια οικονομική κρίση, αλλά δεν στράφηκαν στον φασισμό· στην πραγματικότητα, δύο από αυτές μετακινήθηκαν αριστερά, διότι τόσο η φύση των πολιτικών κρίσεων που αντιμετώπισαν όσο και οι τοπικές μακροπρόθεσμες στρατηγικές πολιτικού ελέγχου ήταν διαφορετικές. Οι καπιταλιστές σε χώρες με περιορισμένες γεωπολιτικές προοπτικές άρχισαν να υποστηρίζουν τα φασιστικά κινήματα ως απάντηση σε μια πολιτική κρίση, ενώ τα οικονομικά μέτρα που υποστήριζαν ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοια με εκείνα των δημοκρατικών κρατών.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι νέες εκδοχές αυτού που μερικοί αποκαλούν με ευκολία φασισμό προϋπήρχαν κατά πολύ της οικονομικής κρίσης του 2008.

Το χωνευτήριο για το αντιδραστικό δικαίωμα στις ΗΠΑ ήταν η κήρυξη των «Πολέμων της Κουλτούρας» στη δεκαετία του ’70. Πάνω από όλα, αυτό ήταν ένα κάλεσμα για επένδυση σε μια δεξιά ιδεολογική αναγέννηση. Μετά τις προοδευτικές αλλαγές των Πολιτικών Δικαιωμάτων και της Μεγάλης Κοινωνίας, η δεξιά ήταν δομικά ισχυρή αλλά πολιτιστικά ετοιμοθάνατη, εκπροσωπούμενη από τόσο ντροπιαστικούς ανθρώπους των σπηλαίων όπως η John Birch Society και η Kου Kλουξ Kλαν. Αντί να ορίσουν μια στρατηγική κατεύθυνση, δεν είχαν καμιά, και ο δίχως όραμα Nixon με τον αδιαμφισβήτητα μακιαβελικό Kissinger αποκάλυπταν την χρεοκοπία τους . Εντόπισαν λοιπόν την στρατηγική αδυναμία τους και ανέλαβαν να οικοδομήσουν τα δικά τους μέσα ενημέρωσης, πολιτιστικά δίκτυα, think tank και άλλες δομές που θα βοηθούσαν να διαμορφωθεί μια ιδεολογία γύρω από την οποία θα οικοδομηθεί μια νέα πολιτική συναίνεση. Είναι προφανές ότι είχαν μαζί τους την υποστήριξη πολλών λενινιστών που έγιναν νεοσυντηρητικοί έχοντας αποτραβηχτεί από τις πολιτικές της ταυτότητας που προωθούσε η Νέα Αριστερά και ότι κατανοούσαν τις τεχνικές για την προσέγγιση της λευκής εργατικής τάξης (στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει μια παρόμοια τάση των πρώην τρατσκιστών που έγινε ακροδεξιά και κήρυκες υπέρ της αγοράς). Το μεγάλο τους έργο δεν είχε ως στόχο την αύξηση της γεωπολιτικής εξουσίας των ΗΠΑ ή τη βελτίωση της αποτελεσματικής διαχείρισης του καπιταλισμού, αλλά βασιζόταν μάλλον στη διανοητική ατιμία, τις προκαταλήψεις και το φόβο. Η προτεραιότητά τους ήταν να διασώσουν ορισμένες ελιτιστικές αξίες που ταύτιζαν με την αμερικανική ιστορία και δύναμη, αντί να κάνουν μια καθαρή, στρατηγική διάκριση μεταξύ συμφερόντων και αξιών – ένα κοινό λάθος στα δεξιά. Αλλά οι μέθοδοι που σχεδίασαν εξήχθησαν γρήγορα και μετατράπηκαν σε μια όλο και περισσότερο διεθνής ιδεολογία.

Οι Πόλεμοι της Κουλτούρας πέτυχαν για λίγο να οδηγήσουν τη συζήτηση προς τα δεξιά αλλά τα αντι-παγκοσμιοποιητικά, φεμινιστικά και αντιρατσιστικά κινήματα τελικά κατάφεραν να σφαγιάσουν όλες τις ιερές αγελάδες της δεξιάς, ακόμη και όταν η αριστερά κατάφερε να θεσμοθετήσει αυτά τα κινήματα και να περιορίσει την ανατρεπτική τους δύναμη. Τελικά, οι Πόλεμοι της Κουλτούρας άφησαν εδραιωμένες, ανυπότακτες μειονότητες στις ΗΠΑ και σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, σχεδόν ανίκανες για πολιτικό διάλογο και ευφυείς στρατηγικές διακυβέρνησης. Συμβάλλουν στην κρίση της δημοκρατίας, αλλά δεν δείχνουν κάποια διέξοδο.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι νεοφασιστές δεν χρειάζεται να ανατρέψουν την κυβέρνηση αν μπορούν να δημιουργήσουν ένα μονοκομματικό σύστημα μέσα σε μια δημοκρατική κυβέρνηση. Το Ισραήλ του Netanyahu, η Τουρκία του Erdogan και η Ουγγαρία του Orban παρέχουν ένα δυνητικό μοντέλο, αν και το να περιγράφει κανείς μια εβραϊκή κυβέρνηση ως αρχιτέκτονα ενός νέου τύπου φασισμού είναι ένας επικίνδυνος ελιγμός για τους ανθρώπους που δεν είναι απόλυτα σίγουροι για την επιλογή των λέξεων τους. Είναι δύσκολο να βρούμε άλλα παραδείγματα δημοκρατικών δεξιών κυβερνήσεων που έχουν κρατήσει την εξουσία για οκτώ ή εννέα χρόνια –μια όχι ασυνήθιστη χρονική περίοδος για να διατηρηθεί ένα κόμμα στην εξουσία σε ένα πολυκομματικό σύστημα. Έτσι ακόμα και με αυτή την φτωχή λίστα παραδειγμάτων, δεν είναι σαφές εάν η ιδέα ενός μονοκομματικού συστήματος εντός της δημοκρατίας δεν είναι απλώς υπερβολή. Το γεγονός ότι ορισμένοι ισχυρίζονται ότι το μονοκομματικό σύστημα έχει ήδη φτάσει στις ΗΠΑ λόγω της προσωρινής πλειοψηφίας των Ρεπουμπλικανών δείχνει πώς έχουν μετατρέψει τον πανικό και την ανυπομονησία σε αναλυτικές αξίες.

Επιδεικνύει επίσης ανοχή για ένα θεμελιωδώς δημοκρατικό σύστημα αξιών. Προειδοποιώντας για τους κινδύνους του να περάσουν σε ένα μονοκομματικό σύστημα, υποδηλώνουν σιωπηρά ότι η νίκη του δεύτερου κόμματος, των Δημοκρατών, είναι μια αποτροπή της απειλής, μια νίκη για τον αντιφασισμό. Αυτό θέτει τις βάσεις για μια δημοκρατική αναβίωση.

Αλλά ας πάρουμε την απειλή σοβαρά`: το πλεονέκτημα ενός τέτοιου μοντέλου είναι ότι η ακραία δεξιά δεν χρειάζεται να ανατρέψει την κυβέρνηση ή να προκαλέσει μια αποσταθεροποιητική ρήξη. Με άλλα λόγια, η συγκέντρωση όλων των θεσμικών οργάνων και η παραγωγή μόνιμης πλειοψηφίας είναι πιθανώς ευκολότερη σήμερα από την έναρξη κάποιου είδους πραξικοπήματος. Το μειονέκτημα είναι ότι ένα μονοκομματικό σύστημα παραλείπει σχεδόν όλα τα πλεονεκτήματα της δημοκρατικής κυβέρνησης, όπως η εφησυχασμός της διαφωνίας, η στρατηγική διόρθωση της πορείας και η θεσμοθέτηση της πολιτικής αλλαγής και ανανέωσης. Ο Netanyahu, ο Erdogan, και ο Orban έχουν κατασκευάσει αρκετά σταθερές πλειοψηφίες, οι οποίες έχουν ενισχυθεί με τον πρόσφατο νόμο για το εθνοτικό κράτος, το συνταγματικό δημοψήφισμα και τον περιορισμό των ΜΚΟ αντίστοιχα. Αλλά καμία από αυτές τις χώρες δεν παρέχει ένα μοντέλο που μπορεί να εξαχθεί εύκολα σε μεγάλες χώρες, ούτε αποδεικνύεται πως είναι αποδοτικά οικονομικά μοντέλα. Οι πολιτικές του Netanyahu οδήγησαν στην μεγάλης κλίμακας έξοδο προοδευτικών Εβραίων, δημιουργώντας το είδος του πολιτιστικού ζουρλομανδύα που συνήθως δεν συνδέεται με την οικονομική ανάπτυξη και την καινοτομία. Η κατασκευή της πλειοψηφίας του έρχεται με το κόστος του μέλλοντος του Ισραήλ, έναν υπολογισμό ο οποίος ήταν εφικτός μόνο σε ένα κράτος-θύλακα που βλέπει τη γεωπολιτική κυρίως με στρατιωτικούς όρους. Μια παρόμοια κατάσταση επικρατεί στην Τουρκία, όπου ο εμφύλιος πόλεμος αποτελεί καθοριστική πτυχή της εγχώριας πολιτικής. Ηκατασκευή μιας πλειοψηφίας με την σιδερένια πυγμή του Erdogan έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην καταστροφή της τουρκικής οικονομίας, αποξενώνοντας τη χώρα από πολλούς πιθανούς εμπορικούς εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της ΕΕ. Όσον αφορά την Ουγγαρία, όπου ο Orban έχει κατασκευάσει την πλειοψηφία του στην πλάτη ενός διαβόητα ξενοφοβικού αγροτικού πληθυσμού, η εδραιωμένη δεξιά έχει περιορισμένη σημασία σε ευρωπαϊκή κλίμακα, σίγουρα ως παράδειγμα των δυσκολιών της πολιτιστικής ολοκλήρωσης, ενδεχομένως και ως επιχείρημα για μεγαλύτερο τεχνοκρατικό αυταρχισμό, αλλά όχι ως μοντέλο προς αντιγραφή. Από την οπτική γωνία των διοικητών της ΕΕ και των ευρωπαίων καπιταλιστών, η Ουγγαρία είναι ένα προβληματικό, χαμένο κράτος που δεν είναι σε θέση να δώσει συμβουλές σε κανέναν.

Όσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν υπάρχει σταθερή πλειοψηφία και είναι ελάχιστες οι πιθανότητες οι πολιτικές του Trump και της May να σηματοδοτήσουν μια μόνιμη αλλαγή στην πολιτική και οικονομική κατεύθυνση αυτών των δύο χωρών. Αλλά εάν οι κήρυκες μιας φασιστικής απειλής είναι πεπεισμένοι ότι βρισκόμαστε στην πορεία προς ένα μονοκομματικό σύστημα, ας βάλουμε στοίχημα. Πιθανότατα αυτές οι απόψεις θα αποδειχθούν λανθασμένες μόλις το 2020, αλλά για να έχουν κάποια ουσία αυτές οι κακές προειδοποιήσεις, θα πρέπει να δούμε αυτό το νέο στυλ πολιτικής να παραμείνει στο τιμόνι για τουλάχιστον τρεις θητείες. Αυτό μπορεί να γίνει με αποτελεσματική συγκέντρωση της εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας και με την αύξηση του δεξιού ελέγχου στα μέσα ενημέρωσης. Οι κινδυνολόγοι θα αποδειχθούν σωστοί αν ο Trump μπορεί να παραδώσει την εξουσία σε έναν διάδοχο το 2024 ή αν είναι σε θέση να καταργήσει το συνταγματικό όριο και να κερδίσει μια Τρίτη θητεία. Αυτό πιθανότατα δεν πρόκειται να συμβεί: η σημερινή ταλάντευση προς τα δεξιά θα ακολουθηθεί από μια ταλάντευση προς τα αριστερά, στο ατελείωτο, συγκλονιστικό εκκρεμές της δημοκρατίας.

Δημοκρατική Ανανέωση

Με όρους μακροζωίας, η πιο επιτυχημένη φασιστική χώρα ήταν η Ισπανία του Φράνκο. Διήρκεσε από το 1936 έως το 1976. Ξεπέρασε τους πιο πολεμοχαρείς ομοϊδεάτες του κατά δεκαετίες, πρωτίστως επειδή μπορούσε να υποταχθεί σε ένα δημοκρατικό παγκόσμιο σύστημα – στην πραγματικότητα, ο Franco λάμβανε από τη Βρετανία κρυφά βοήθεια μόλις από τις πρώτες στιγμές του πραξικοπήματος. Η ιστορία της ισπανικής μετάβασης στη δημοκρατία είναι υψίστης σημασίας για τους αναρχικούς, όχι μόνο επειδή έλαβε χώρα στη διάρκεια ενός από τα μεγαλύτερα απεργιακά κινήματα στο κόσμο, αλλά επειδή ήταν οι ίδιοι οι φασίστες που ξεκίνησαν τη μετάβαση, αντιλαμβανόμενοι πως κάτω από μια δημοκρατική καπιταλιστική κυβέρνηση, θα μπορούσαν να κερδίσουν περισσότερα και να δημιουργήσουν μια πιο σταθερή, ισχυρή κυβερνητική δομή. Περισσότερο από τις αμερικανικές και σοβιετικές νίκες στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό το επεισόδιο απεικονίζει την οριστική υποταγή του φασισμού στη δημοκρατία. Όταν οι φασιστές συνειδητοποιούν ότι μπορούν να πετύχουν τους στόχους τους κάτω από την αιγίδα της παλιάς τους νέμεσης, της δημοκρατίας, ο φασισμός ως κυβερνητικό μοντέλο παύει να είναι σημαντικός.

Η μετάβαση είναι επίσης μια περίπτωση μελέτης για το πώς ο φόβος της ενοποιημένης αντιπολίτευσης στην φαινομενική εξαιρετικότητα του φασισμού έχει συστηματικά χρησιμοποιηθεί από την άρχουσα τάξη για την ενίσχυση του καπιταλισμού. Στην Ισπανία, η δημοκρατική ανανέωση της δεκαετίας του 1970 και της δεκαετίας του ’80 κατάφερε να θεσμοθετήσει ή να καταστείλει πολύ ισχυρά αντικαπιταλιστικά κινήματα. Εγκαταλείποντας τα φαλαγγίστικα σύμβολά τους και ενωμένοι με τους φιλελεύθερους, τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές υπό την αιγίδα της δημοκρατίας, οι φασίστες της Ισπανίας κατάφεραν να δημιουργήσουν τις συνθήκες για να αναπτυχθεί σταθερότερα ο καπιταλισμός.

Παρόμοιοι παράγοντες λειτουργούσαν στο τελείωμα των στρατιωτικών δικτατοριών της Βραζιλίας, της Αργεντινής, της Χιλής, της Βολιβίας και πρόσφατα της Μυανμάρ.

Μια αντιφασιστική δημοκρατική ανανέωση είναι απλώς μια παραλλαγή στο αντιεπαναστατικό μοντέλο που χρησιμοποίησαν τα δημοκρατικά κινήματα από τις αρχές της σύγχρονης εποχής:

  • απευθύνουν έκκληση στις κατώτερες τάξεις εναντίον ενός κοινού εχθρού (αρχικά της αριστοκρατίας και της Εκκλησίας) ·
  • βασίζονται σε διφορούμενες κοινές αρχές όπως τα δικαιώματα και η ισότητα που φαίνονται καλύτερα από τις αξίες του παλαιού συστήματος·
  • εξαιρούν τις αξίες των κατώτερων τάξεων, όπως η υπεράσπιση των κοινών και η μη αντιπροσωπευτική αυτο-οργάνωση, με το σκεπτικό ότι αυτά είναι αναχρονιστικά ή θα «αποξενώσουν» την αστική τάξη που στην ουσία διευθύνει ολόκληρο τον συνασπισμό·
  • χρησιμοποιούν τις κατώτερες τάξεις ως αναλώσιμες και τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία τους ως μπαμπούλα για να τρομάξουν τους μετριοπαθείς μεταξύ των τωρινών κατόχων της εξουσίας, έτσι ώστε να τους εξαναγκάσουν να κάτσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων·
  • στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, συμπεριλαμβάνουν εκπροσώπους των επίσημων θεσμικών δομών – εκείνων που είναι σε θέση να παράγουν αντιπροσώπους και πειθαρχημένη, υπάκουη συμμετοχή – εξαιρώντας παράλληλα τους ριζοσπάστες και τις μάζες.

Σε όλη τη διάρκεια των φιλελεύθερων επαναστάσεων του 18ου και 19ου αιώνα, σε όλους τους αντιαποικιακούς αγώνες του 20ού αιώνα, το ίδιο μοντέλο έχει χρησιμοποιηθεί ξανά και ξανά για να εκτονώσει τα ριζοσπαστικά κινήματα που απειλούσαν να καταστρέψουν ολόκληρη την καπιταλιστική και διακρατική τάξη. Για να απορροφήσουν τεχνητά ένα μέρος των ανταρτών και να καταστείλουν τους άλλους, επιτρέπουν στους καπιταλιστές και τους επιστημονικούς διευθυντές να απομακρύνουν τον έλεγχο της κυβέρνησης από τους πιο αρχαϊκούς κατόχους εξουσίας, ώστε να δημιουργήσουν ένα κράτος που είναι πιο ισχυρό, ελέγχει καλύτερα τους πληθυσμούς του, και είναι σε θέση να δημιουργήσει τις συνθήκες για καπιταλιστική συσσώρευση. Έχουμε ηττηθεί από αυτό το ίδιο μοντέλο τόσες φορές, θα πρέπει να κάνουμε τατουάζ το περίγραμμα του στο μέτωπό μας έτσι ώστε να το βλέπουμε κάθε φορά που κοιτάζουμε στον καθρέφτη.

Τα σημάδια είναι άφθονα που οι περισσότεροι από τις ελίτ των ΗΠΑ – ειδικά τα πιο έξυπνα τμήματά της– επιδιώκουν μια σημαντική δημοκρατική ανανέωση, χρησιμοποιώντας το φόβο του αυταρχικού καθεστώτος του Trump ως κινητοποιητική τακτική.

Πριν από το Trump, η αμερικανική δημοκρατία αντιμετώπισε ήδη μια κρίση, όπως και πολλές άλλες φιλελεύθερες δημοκρατίες σε όλο τον κόσμο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κρίση έπληξε την καρδιά της ουσιαστικής βάσης της χώρας ως αποικιακού κράτους. Τεράστια πλήθη απέρριπταν βίαια το δικαίωμα της αστυνομίας να δολοφονεί άτομα που δέχονται ρατσιστικές διακρίσεις, όπως και το δικαίωμα των εταιρειών εξόρυξης που συνδέονται με την κυβέρνηση να εκμεταλλεύονται ή να μολύνουν την γη των αυτόχθονων. Οι εμπειρίες των μαύρων και των αυτόχθονων ήταν στην πρώτη γραμμή και στους δύο αυτούς αγώνες, αλλά ταυτόχρονα οι ρατσιστικές αφηγήσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά για να διαιρέσουν τους ανθρώπους και να αποτρέψουν τη διαπολιτισμική αλληλεγγύη, αν και προοδευτικοί που συνδεόταν με ΜΚΟ, εκκλησίες και το Δημοκρατικό Κόμμα σίγουρα προσπάθησαν.

Με την εκλογή του Trump και την προσωρινή άνοδο της ακροδεξιάς, η αφήγηση έχει μετατοπιστεί δραστικά. Η αστυνομία δεν βρίσκεται πλέον στο προσκήνιο και παρόλο που δεν έχουν κάνει καλή δουλειά στο να παίζουν το ρόλο των ουδέτερων ειρηνευτικών δυνάμεων που αποτρέπουν τις διαμάχες μεταξύ Ναζί και Αντίφα, οι επικρισεις που αντιμετωπίζουν τώρα τονίζουν ότι πρέπει να παίζουν αυτό το ρόλο, ενώ στις ημέρες του Ferguson, το βασικό αίτημα ήταν ότι πρέπει να σκάσουν και να πεθάνουν.

Η νέα αφήγηση απεικονίζει μια διεφθαρμένη, δεξιά κυβέρνηση με επικίνδυνους δεσμούς με ακροδεξιές ομάδες – μια κυβέρνηση που παρενοχλεί τον Τύπο, συνεργάζεται με τον μεγάλο εχθρό, τη Ρωσία, φέρεται με αβρότητα στους δικτάτορες και επιτίθεται στο ελεύθερο εμπόριο.

Αυτή η αφήγηση είναι ιδανική για το Δημοκρατικό Κόμμα. Η προφανής λύση είναι να ευνοηθεί η αυστηρότερη νομική εποπτεία της χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών και το λόμπινγκ, η εξύμνηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η ενθάρρυνση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, η προστασία του ΝΑΤΟ, της NAFTA, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των «άλλων» μας συμμάχων, να εγκριθεί μεγαλύτερη λογοκρισία στο Twitter, στο Facebook και σε παρόμοιες πλατφόρμες και η προετοιμασία για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο ενάντια στη Ρωσία. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από μια εμπνευσμένη και ανατρεπτική, αν και σύντομη κατάληψη αεροδρομίων στην αρχή της θητείας του Trump, οι κύριοι πρωταγωνιστές της αντίστασης κατά του Trump ήταν δικαστές, το FBI, η CIA, ηγέτες όπως οι Trudeau, Merkel και Macron, «έντιμοι» πολιτικοί όπως ο McCain, αστέρια του Χόλιγουντ και κεντρώα μέσα όπως το CNN και οι New York Times.

Η νέα κοινωνική σύγκρουση συγκεντρώνει ένα ευρύ αριστερό μέτωπο για την καταπολέμηση μιας επικίνδυνης δεξιάς με τρόπο που δεν αμφισβητεί καμία θεμελιώδη πτυχή του κράτους. Αντίθετα, το νέο έδαφος διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να κατευθύνει τις προσπάθειές μας για την ανανέωση του κράτους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μόνη κριτική θέση είναι στο περιθώριο. Το αντίθετο. Η πρόσφατη ανατροπή του μνημείου Silent Sam στο Τσάπελ Χιλ είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα ανθρώπων που ενεργούν γενναία και έξυπνα σε δύσκολες συνθήκες για να νικήσουν ταυτόχρονα το την λευκή σοβινιστική δεξιά και για να αποτρέψουντον καθησυχασμότης θεσμικής αριστεράς. Το αντεπιχείρημαείναι ότι το φάσμα του Trump και της ακροδεξιάς καθιστά ακόμη πιο εύκολη τη διαμόρφωση σχέσεων αλληλεγγύης με περισσότερους ανθρώπους και την εξάπλωση των πρακτικών αυτοάμυνας και άμεσης δράσης σε πολλές περισσότερες καταστάσεις από τις αντι-αστυνομικές εξεγέρσεις που ξεσπούσαν και διαδίδονταν πριν από τον Trump.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι νέες συμμαχίες είναι πολύ πιο ευάλωτες στην οικειοποίηση ή την εξουδετέρωση από τις πολιτικές ταυτότητας, την αυταρχική αριστερά και τους κομματικούς ακτιβιστές.

Δεν γίνεται τίποτα ευκολότερο όταν πολλοί αναρχικοί και αντιφασιστές υιοθετούν ουσιαστικά την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου και κάνουν το έργο των Δημοκρατικών. Στο πλαίσιο αυτό, έχουμε τους Ami du Radical να προειδοποιούν για ένα «διεφθαρμένο δικαστικό σύστημα», αυτοί και άλλοι που υποστηρίζουν τα «ανθρώπινα δικαιώματα», και οι αντιφασίστες του Πόρτλαντ απαιτούν την καλύτερη εκπαίδευση της αστυνομίας.

Κάθε φορά που συμμετέχουμε σε ευρείες αριστερές θέσεις, αυτές οι λογικές αφθονούν και όλα αυτά πάνε μαζί. Στο βαθμό που οι λόγοι αυτοί είναι πέρα​​από τον έλεγχό μας, το μόνο ερώτημα για εμάς είναι πώς να απαντήσουμε αποτελεσματικά σε αυτούς, επισημαίνοντας τα ελαττώματά τους χωρίς να είμαστε αφελείς ή καταπιεστικοί. Αλλά όταν αναπαράγουμε αυτές τις λογικές για να ταιριάξουμε μέσα σε αυτές ή γιατί έχουμε φοβηθεί τόσο από την δεξιά ώστε να αρχίσουμε να υποστηρίζουμε τα σχέδια της αριστεράς, σκάβουμε τους τάφους μας. Είναι ζωτικής σημασίας να διατυπώνουμε συγκεκριμένα αναρχικές θέσεις σχετικά με τις κοινωνικές συγκρούσεις και όχι να καταλήγουμε στις θέσεις των κατώτερων κοινών παρονομαστών, ακριβώς επειδή οι θέσεις αυτές διατυπώνονται για να ευνοούν τα συμφέροντα του κοινωνικού ελέγχου – μακροπρόθεσμα, αυτές οι θέσεις δεν αποκλείουν την λευκή υπεροχή.

Οι προειδοποιήσεις του ερχομού της τυραννίας και του φασισμού αφθονούν στην κεντροαριστερά. Τι σημαίνει όταν ένα μεγάλο μέρος του περιεχομένου σε έναν αναρχικό ιστότοπο είναι γεμάτο με τις θέσεις που δημοσιεύονται στο CNN και στους New York Times; Παραδείγματα είναι ο Jeffrey Sachs που γράφει για το CNN πώς βρισκόμαστε στο δρόμο προς την τυραννία ή στα πρόσφατα best seller, On Tyranny (Σχετικά με την Τυραννία), από τον Timothy Snyder, The Plot to Destroy Democracy (Το Σχέδιο για την Καταστροφή της Δημοκρατίας) του Malcolm Nance, και το Fascism: A Warning (Φασισμός: Μια προειδοποίηση) της Madeleine Albright. Επίσης, κορυφαίες εταιρίες, όπως η Microsoft συμμετέχουν με το νέο πρόγραμμα της «Defending Democracy– Υπερασπιζόμενοι την Δημοκρατία».

Υπάρχει μια κοινή αντίληψη των Δημοκρατικών ως πολιτικά ανίκανων, και αυτή τη φήμη δεν βγήκε για το τίποτα. Ωστόσο, έχουν περισσότερη επιρροή στους δρόμους από ότι θα θέλαμε να παραδεχτούμε, ειδικά σε σχέση με τους αναρχικούς. Το 2008, το Δημοκρατικό Κόμμα απέδειξε ότι θα μπορούσε να διαχειριστεί ένα μεγάλο, λαϊκό κίνημα δρόμου, το οποίο προσωρινά σίγαζε πιο κρίσιμες προσπάθειες και έστρεψε τις προσπάθειες των ακτιβιστών στην προεκλογική εκστρατεία. Οι Πορείες των Γυναικών έδειξαν ότι δεν έχουν ξεχάσει πώς να μετατρέπουν τις λαϊκές ανησυχίες σε εκλογική βάση. Η Πορεία για τη Ζωή Μας ανακάλυψε έναν τρόπο για να δημιουργούν ένα κίνημα πολύ μικρότερης ηλικίας, κινητοποιώντας εκατοντάδες χιλιάδες μαθητών γυμνασίου που θα έχουν ηλικία ψήφου το 2020.

Και στο πιο κυνικό τους, οι Δημοκρατικοί χρησιμοποίησαν το Κίνημα εναντίον του Διαχωρισμού των παιδιών των μεταναστών, για να δείξουν ότι μπορούσαν να οικειοποιηθούν ένα κίνημα με δυνητικά ριζοσπαστικές συνέπειες και να το χρησιμοποιήσουν για να προστατεύσουν το ίδιο το καθεστώς των συνόρων ενάντια στο οποίο είχε δημιουργηθεί. Οι διαμαρτυρίες κατά του χωρισμού των οικογενειών των μεταναστών και της φυλάκισης των παιδιών και των γονέων δίχως χαρτιά οργανώθηκαν εν μέρει από ΜΚΟ που λαμβάνουν κρατικά χρήματα για τη διαχείριση κέντρων κράτησης μεταναστών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο κοινός εγκλεισμός των οικογενειών παρουσιάστηκε ως νίκη, το μίσος εναντίον των συνόρων αντικαταστάθηκε από το μίσος για την ICE και τον Trump (θυμηθείτε ότι η ICE μπορεί να αντικατασταθεί από άλλες υπηρεσίες) και όλοι ξέχασαν ότι τα παιδιά μεταναστών ήταν επίσης κλειδωμένα επί Obama. Στην πραγματικότητα, τα δικαστήρια έπρεπε να αναγκάσουν τη κυβέρνηση Obama να σταματήσει τον επ’ αόριστο εγκλεισμό των οικογενειών των αιτούντων άσυλο –«σε ιδιαίτερα κακές συνθήκες», προκειμένου να αποτρέψουν άλλους αιτούντες άσυλο, βασικά ένα είδος ελαφριάς τρομοκρατίας που αποσκοπεί στην αποτροπή της πρόσβασης σε αυτό που η δημοκρατική τάξη υποτίθεται ότι αποτελεί βασικό ανθρώπινο δικαίωμα. Και ενώ η κυβέρνηση Ομπάμα μόνο «περιστασιακά» χώριζε τα παιδιά από τους γονείς τους στα σύνορα. Κάθε ένας από τους περισσότερους από 2,5 εκατομμύρια ανθρώπους που απέλασε ο Ομπάμα όμως, άφησε πίσω του τα παιδιά του ή άλλους αγαπημένους.

Τα σύνορα χωρίζουν οικογένειες. Αυτό κάνουν. Και όσοι υποστηρίζουν τα σύνορα – δηλαδή εκείνοι που στηρίζουν τα κράτη και τις εκλογές και όλα τα άλλα που έρχονται με αυτά – βλέπουν μόνο 2 πιθανές καταστάσεις- είτε οι μετανάστες θα αξαθλιωθούν είτε να υποστηρίξουμε τις ανθρώπινες μεθόδους φυλάκισης και διάσπασης των οικογενειών τους.

Ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου του 2018, θα πουν σε όλους μας πως είμαστε τέρατα αν δεν ψηφίσουμε υπέρ της υποστήριξης πιο ανθρώπινων συνόρων, πιο ανθρώπινων φόνων από την αστυνομία, πιο ανθρώπινων πολέμων και τυποποιημένων νεοφιλελεύθερων εμπορικών συμφωνιών και πολιτικών συμμαχιών. Αυτή η διαδικασία θα ενισχυθεί κατά πολλές βαθμίδες για την προεκλογική εκστρατεία του 2020, η οποία ξεκινάει από τις 7 Νοεμβρίου. Το Δημοκρατικό Κόμμα θα ξοδεύει εκατομμύρια δολάρια για να οικειοποιηθεί ή να σιωπήσει τις ευρύτερες αριστερές συμμαχίες που δημιουργήθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια στα πλαίσια της οργάνωσης των αντιφασιστικών και φιλο-μεταναστευτικών αγώνων. Οι άνθρωποι που διατηρούν κρίσιμες θέσεις θα ονομάζονται εγκληματίες, ρατσιστές, ότι χρειαστεί. Οι ακτιβιστές των ΜΚΟ που μοιράζονται χώρους μαζί μας έχουν μάθει τη γλώσσα μας και ξέρουν πώς να μας εξουδετερώνουν σχεδόν όπως το FBI εξουδετέρωσε τους Μαύρους Πάνθηρες στη δεκαετία του 1960 και του ’70.

Εν τω μεταξύ, δεκάδες εκατομμύρια νέων και όχι τόσο νεαρών Αμερικανών θα προσφέρουν τις ελπίδες τους σε μια προοδευτική αναγέννηση. Τα νεαρά κορίτσια μεταναστών θα ονειρεύονται να σπουδάσουν ως δικηγόροι και δικαστές στα «δικαστήρια του κατακτητή», για να δανειστώ μια φράση από τον ιστορικό ανώτατο δικαστή, John Marshall. Οι ριζοσπάστες των γυμνασίων θα προσδιοριστούν ως σοσιαλιστές και θα προχωρήσουν μέχρι να στηρίξουν τα διευρυμένα κυβερνητικά προγράμματα υγειονομικής περίθαλψης και το δωρεάν πανεπιστήμιο. Όλοι, χωρίς να το λένε, θα συνωμοτήσουν για να ξανακάνουν την Αμερική μεγάλη.

Για να επιτύχει αυτή την ανανέωση, το Δημοκρατικό Κόμμα θα πρέπει να μεσολαβήσει κάποιο είδος λειτουργικής συναίνεσης μεταξύ των κεντρώων και προοδευτικών τάσεων του. Οι προοδευτικοί που κέρδισαν τις προκαταρκτικές εκλογές θα πρέπει να δείξουν ότι μπορούν να κερδίσουν έδρες τον Νοέμβριο του 2018· χωρίς αυτό και μια σημαντική βελτίωση στη μηχανή της βάσης που απέτυχε να χρίσει υποψήφιο τον Bernie Sanders το 2016, ο υποψήφιος για το 2020 θα αντιπροσωπεύσει την κεντρική ομάδα. Το 2016, οι δημοκρατικές προκαταρκτικές εκλογές ήταν βασικά ένα δημοψήφισμα για το ποιος ήταν καλύτερα συνδεδεμένος με το μηχανισμό του κόμματος, παρά με ποιος είχε περισσότερες πιθανότητες να νικήσει τους Ρεπουμπλικάνους. Αν οι δημοκράτες είναι εξίσου ηλίθιοι και δεν δίνουν προτεραιότητα στα κριτήρια που σχετίζονται με την ικανότητα να κερδίσουν, μπορεί να χάσουν δύο άχαστες εκλογές στη σειρά. Εάν είναι έξυπνοι, θα ορίσουν κάποιον χαρισματικό που θα είναι σε θέση να κάνει σημαντικές αναφορές στις προοδευτικές θεματολογίες που από μεριάς τους θα κινητοποιήσουν μια βάση ακτιβιστών. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν εξετάσουμε δύο παράγοντες: την έντονη αριστερή κλίση των νεότερων ηλικιακών ομάδων και την ακόμη μεγαλύτερη μείωση της προσέλευσης των νέων. Προωθώντας τους κεντρώους υποψηφίους, αποθαρρύνουν τους προοδευτικούς ψηφοφόρους. Οι δημοκράτες διαπράττουν πολιτική αυτοκτονία, χρησιμοποιώντας μια κεντρώα αριθμητική προσέγγιση που δεν ισχύει πλέον για την τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα.

Οι Δημοκρατικοί θα λάβουν κάποια επιπλέον βοήθεια, ίσως ακόμη και να τους καταστήσουν και απρόσβλητους στην ηλιθιότητα με τον τρόπο με τον οποίο Trump έκανε τον εαυτό του απρόσβλητο από σκάνδαλα, αν η οικονομία αρχίσει να καταρρέει πριν από το Νοέμβριο του 2020. Θα πρέπει να εργαστούν σκληρά για να μην κερδίσουν τις εκλογές το 2020 και αν τις κερδίσουν, θα ξεκινήσουν αμέσως μια επιθετική αναστροφή της πολιτικής των ΗΠΑ. Ο τερματισμός των δασμών, οι στενότερες σχέσεις με την ΕΕ, η επιστροφή στην υπερβολικά καθυστερημένη συμφωνία του Παρισιού, στη στάση εναντίον της ρωσικής επιρροής στη Μέση Ανατολή, την αναθέρμανση των σχέσεων με το Ιράν, μια λιγότερο επιθετική πολιτική περιορισμού της Κίνας και μια υποκριτική προσπάθεια να μεταδώσει έναν εμπνευσμένο και συνεπή προσηλυτισμό προς τη δημοκρατία. Στο εσωτερικό, εάν το επιτρέψουν οι πλειοψηφίες του Κογκρέσου, θα επιδιώξουν μια μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης – είτε να προωθήσουν το Obamacare είτε να εφαρμόσουν κάτι που έχει νόημα – και να νομιμοποιήσουν τους μετανάστες σε μαζική κλίμακα σε συνδυασμό με την περαιτέρω ενίσχυση των συνόρων και των μηχανισμών απέλασης.

Πάνω από όλα, θα πουλήσουν ένα όνειρο για έναν πατριωτισμό χωρίς αποκλεισμούς, ένα όραμα τον οποίο ήδη προσπαθούν να προωθήσουν τα κυρίαρχα μέσα. Υπενθυμίζουμε εδώ την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, την πιο προοδευτική σε όλη την Ευρώπη, που εκτός από τη θέσπιση των σκληρότερων μέτρων λιτότητας κέρδισε επίσης τη διάκριση ότι είναι ακόμη πιο στρατιωτική από τους συντηρητικούς προκατόχους τους.

Με την πάροδο του χρόνου, οι δημοκρατικές εκλογικές περιφέρειες είναι πιθανό να συνεχίσουν να κινούνται προς όφελος της προοδευτικής φράξιας, η οποία μπορεί να φέρει προοδευτικό υποψήφιο μέχρι το 2028. Φυσικά, εάν η οικονομική κατάρρευση είναι τόσο καταστροφική όσο έχει δυνατότητες να είναι, όλες οι πολιτικές τους θα περιστραφούν και θα περιοριστούν από αυτήν και από τη συνακόλουθη γεωπολιτική αναταραχή.

Εν τω μεταξύ, η κατά-φαντασία υπέρ-πλειοψηφία του Trump θα συνεχίσει να μειώνεται. Οι ηλικιακές ομάδες που κέρδισε ξεκινούν από το 65, έτσι περισσότεροι από αυτούς θα πεθαίνουν κάθε χρόνο, και αν δεν προχωρήσουν ξαφνικά οι προοδευτικοί σε Πόλεμο Κουλτούρας και τον χάσουν, δεν θα αναπληρώνονται γρήγορα. Για κάποιο χρονικό διάστημα, όμως, θα διαιρέσουν θανάσιμα τις ρεπουμπλικάνικες εκλογικές περιφέρειες, αναγκάζοντας το κόμμα αυτό στην εξισορροπητική πράξη του να κατευνάσει δύο πολωμένες φράξιες, καμία από τις οποίες δεν θα είναι τρομερά κινητοποιημένη στο να υποστηρίξει την άλλη στις εκλογές (ειδικά τώρα που το κίνητρο της πλειοψηφίας του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν ισχύει πλέον).

Αν κατά κάποιον τρόπο οι Ρεπουμπλικανοί κερδίσουν το 2020, είτε θα επιστρέψουν (π.χ. αντικαθιστώντας τον καθαιρεμένο Trump με τον Pence), είτε θα εδραιώσουν την καταστροφή της πολιτικής ηγεμονίας των ΗΠΑ και την οικονομική κυριαρχία τους. Το πρόγραμμα του Trump, όπως είναι, δεν είναι «ρεβανσιστικό» όπως ισχυρίστηκαν ορισμένοι υπερβολικοί αντιφασιστές· αντί να προσπαθεί να ανακτήσει την κυρίαρχη θέση της Αμερικής στον κόσμο, στην πραγματικότητα την καταστρέφει. Στις οικονομικά υποβαθμισμένες και γεωπολιτικά τελειωμένες ΗΠΑ, στο εναλλακτικό μέλλον στο οποίο οι τραμπικοί Ρεπουμπλικάνοι συνεχίζουν να κερδίζουν, μπορούμε να φανταστούμε τις συνθήκες για πιο φασιστικά κινήματα, αλλά τι θα κάνουν όλοι οι εξαιρετικά ισχυροί Αμερικανοί καπιταλιστές στα ενδιάμεσα χρόνια καθώς παρακολουθούν οι περιουσίες τους να εξαφανίζονται; Θα κάνουν ότι μπορούν για να το αποτρέψουν, όπως έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν, με πολλές από τις σημαντικότερες αμερικανικές εταιρείες να μιλάνε ανοιχτά εναντίον των πολιτικών του Trump. Και πάλι, αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον απλοϊκό αντιφασιστικό ισχυρισμό ότι η οικονομική ύφεση ισοδυναμεί με περισσότερο φασισμό. Είναι πολύ πιο περίπλοκο από αυτό: μερικές φορές, οι οικονομικές κρίσεις ωθούν τους καπιταλιστές να υποστηρίξουν περισσότερη δημοκρατία, όχι λιγότερη, όπως συνέβη στην Ισπανία στη δεκαετία του ’70 και όπως συμβαίνει σήμερα.

Το ερώτημα για τους αναρχικούς, λοιπόν, μπροστά σε μια αναγεννημένη δεξιά και την ακόμα μεγαλύτερη πιθανότητα μιας θριαμβεύτριας αριστεράς, είναι: ποιες είναι οι θέσεις που είναι στην καρδιά του προβλήματος, ανεξάρτητα από το ποιος είναι στην εξουσία, ενώ μιλώντας επίσης στο συγκεκριμένο, ποιες είναι λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο η εξουσία τσαλαπατά τους ανθρώπους;

Δεν είναι τόσο δύσκολο να βρούμε έναν τρόπο για να αντιταχθούμε στην κρατική εξουσία και στη ρατσιστική βία που αυτή μας προσφέρει διάχυτη παντού, ισχυρή και στα πόδια μας; Ανεξάρτητα από το ποιος θα κερδίσει το Νοέμβριο, πολλοί αναρχικοί κάνουν ακριβώς αυτό, αναζητούν έναν τρόπο για να αντιταχθούμε στην κρατική εξουσία. Ως αναρχικοί, θα παλεύουμε πάντα ενάντια στα σύνορα, κατά του ρατσισμού, κατά της αστυνομίας, κατά του μισογυνισμού και της τρανσφοβίας, και έτσι θα είμαστε πάντα στην πρώτη γραμμή ενάντια σε οποιαδήποτε αναβίωση της δεξιάς. Αλλά δεν είναι τα σύνορα, η αστυνομία, η συνέχιση των αποικιακών θεσμών και η ρύθμιση του φύλου και των οικογενειών επίσης θεμελιώδες μέρος του προοδευτικού έργου;

Η κύρια υποκρισία των προοδευτικών μπορεί συχνά να βρεθεί στη σιωπηρή τους υποστήριξη της κατασταλτικής πολιτικής, αυτή την αδιάσπαστη αλυσίδα που συνδέει τον πιο «κακό» φασίστα με τον πιο «ανθρωπιστή» αριστερό. Για αυτό είναι λογικό οι αναρχικοί να προβάλλουν την απεργία των κρατουμένων και να φέρουν το θέμα της αλληλεγγύης προς τους κρατούμενους των αγώνων κατά των εξορύξεων και των αγωγών στην καρδιά οποιουδήποτε συνασπισμού με την αριστερά – όπως επίσης και την υποστήριξη των κρατουμένων από συγκρούσεις και εξεγέρσεις ενάντια στην αστυνομία. Εάν δηλώνουν ότι θέλουν να προστατεύσουν το περιβάλλον, θα υποστηρίξουν τους Marius Mason και Joseph Dibee; Εάν οι δημοκράτες και οι αριστεροί πραγματικά πιστεύουν ότι η κατασκευή όλο και περισσότερων αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι ασυγχώρητο λάθος, θα σταθούν στην ίδια πλευρά του οδοφράγματος με τους Water Protectors; Αν διακηρύσσουν ότι αποθαρρύνουν τον ρατσισμό της αστυνομίας, είναι έτοιμοι να στηρίξουν υλικά και πολιτικά τους ανθρώπους που εξακολουθούν να κλειδώνονται στις φυλακές μετά από τις εξεγέρσεις στο Φέργκιουσον, τη Βαλτιμόρη, το Όκλαντ και αλλού, κυρίως μαύροι που αντιστέκονται από τις πρώτες γραμμές ενάντια στην αστυνομική βία;

Μια τέτοια έμφαση θα διαχωρίσει τα στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος από ειλικρινείς ακτιβιστές στην περιβαλλοντική, μεταναστευτική αλληλεγγύη και στα κινήματα Black Lives Matter. Θα αμφισβητήσει επίσης την ψευδαίσθηση ότι οι νέοι πολιτικοί θα λύσουν αυτά τα προβλήματα και θα διαδώσουν την ευρύτερη υποστήριξη για την τακτική της άμεσης δράσης και της συλλογικής αυτοάμυνας.

Δημοκρατικός ή Τεχνοκρατικός Σοσιαλισμός

Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, και παρόλο που οι δημοκρατικές στρατηγικές διακυβέρνησης και εκμετάλλευσης μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα, αυτό δεν σημαίνει ότι το ίδιο θα ισχύει και αύριο. Η δημοκρατία ως κυβερνητική πρακτική ανίκανη να υλοποιήσει τα ιδανικά της βρίσκεται σε κρίση στην Αμερική και σε πολλές άλλες χώρες, αλλά η δημοκρατία και ως δομή διακρατικής συνεργασίας και συσσώρευσης κεφαλαίου αντιμετωπίζει κρίση επίσης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Λόγω της εγχώριας κρίσης, η δημοκρατία δεν καταφέρνει να κατανοήσει τις προσδοκίες των υποκειμένων της. Τα είδη της ισότητας που εγγυάται κατά κύριο λόγο είναι είτε αδιάφορα είτε επιζήμια, και τα οφέλη μειώνονται ακόμη περισσότερο όσο κατεβαίνεις τις κοινωνικές βαθμίδες. Η δημοκρατική διακυβέρνηση δεν κατάφερε να προσφέρει δίκαιες κοινωνίες και δεν κατόρθωσε να καλύψει τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στους έχοντες και τους μη-έχοντες. Έχει καταλήξει να είναι άλλο ένα αριστοκρατικό σύστημα, όχι πολύ καλύτερο από αυτά που αντικατέστησε.

Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία χάνει την πρωτοποριακή της ικανότητα να κατευνάζει τις αντιστάσεις. Μέχρι το 2008 περίπου, όμως, οι νεοφιλελεύθερες ελίτ ελάχιστα ενδιαφέρονταν για την αντίσταση. Νόμιζαν ότι είχαν νικήσει, πως είχαν θάψει τις επαναστατικές δυνατότητες τόσο βαθιά που δεν χρειαζόταν πλέον ούτε καν να πετάνε στο πλήθος ψίχουλα, δεν είχαν καμία ανάγκη να προσποιούνται. Καθώς οι δεκαετίες του 1990 και του 2000 περνούσαν, οι ελίτ έγιναν όλο και πιο ωμές στη σταυροφορία τους για να συγκεντρωθεί ο πλούτος σε όλο και λιγότερα χέρια, καταστρέφοντας το περιβάλλον και περιθωριοποιώντας όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού. Τώρα που αποκάλυψαν το αληθινό τους πρόσωπο, θα χρειαστεί λίγος χρόνος για να κάνουν τους ανθρώπους να ξεχάσουν και υπνωτιστούν. Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης στους δημόσιους θεσμούς έρχεται σε κακή στιγμή για τις κάποτε ηγεμονικές χώρες του ΝΑΤΟ και για τους συμμάχους τους.

Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί είναι τόσο απογοητευτικά μυωπικό όταν οι ριζοσπάστες βοηθούν να αποκατασταθεί η αποπλανητική δύναμη της δημοκρατίας μιλώντας για το πως πρέπει να μοιάζει η «πραγματική δημοκρατία»: είναι σαν την ιστορία του μηχανικού της Γαλλικής Επανάστασης, του οποίου η ζωή σώθηκε την τελευταία στιγμή επειδή δεν δούλευε ο μηχανισμός της γκιλοτίνας, μέχρι την στιγμή που ο ίδιος σήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε προσεχτικά την γκιλοτίνα και είπε : «Νομίζω ότι βρήκα που είναι το πρόβλημά».

Αν η παγκόσμια κρίση της δημοκρατικής τάξης κορυφωθεί προτού ανανεωθεί η σαγηνευτική αξία της δημοκρατίας, θα είναι πολύ πιο δύσκολο για τις ελίτ να αποτρέψουν την μετατροπή επαναστατικών κινημάτων σε πραγματικές απειλές. Αυτή η δεύτερη κρίση περιστρέφεται γύρω από τη συνεχιζόμενη κατάρρευση των διακρατικών πολιτικών μηχανισμών που φθίνουν μεσολαβώντας στις συγκρούσεις – και την επικείμενη οικονομική κατάρρευση που απειλεί να κλείσει το μπουφέ στον οποίο τα περισσότερα κράτη του κόσμου ικανοποιούσαν τη λαιμαργία τους, πρόθυμοι να συνεργαστούν επειδή όλοι είχαν ευκαιρίες για οικονομική ανάπτυξη.

Τα πολυάριθμα και αυξανόμενα προβλήματα του παγκόσμιου συστήματος των Ηνωμένων Πολιτειών οδήγησαν πολλούς σχεδιαστές του κράτους και της αγοράς να μιλήσουν για τρόπους βελτίωσης του σημερινού δημοκρατικού συστήματος. Διαφορετικές προτάσεις για την επίλυση της εγχώριας κρίσης της δημοκρατίας περιλαμβάνουν μετατοπίσεις σε πιο εκλαϊκευτική ή συμμετοχική δημοκρατία, ψηφιακή ή ηλεκτρονική δημοκρατία ως τρόπους ανάκαμψης της μαζικής συμμετοχής των πολιτών, την επανασύνδεση της κοινωνικοοικονομικής με την πολιτική ισότητα, τον έλεγχο της συσσωρευτικής δύναμης της ελίτ. Αυτό το ρεύμα έχει ιδιαίτερα μικρή επιρροή στους πολιτικούς θεσμούς και τους διαμορφωτές πολιτικής. Κάποτε υποστηρίχτηκε από τους καλά διαβασμένους αλλά δίχως διασυνδέσεις ιδεαλιστές της πολιτικής επιστήμης, πέρασε στο δρόμο, και σήμερα υποστηρίζεται κυρίως από ανθρώπους στον τομέα της τεχνολογίας που σκέφτονται ότι τα νέα τους gadgets μπορούν να φέρουν επανάσταση στον τρόπο διακυβέρνησης –υποθέτοντας άκριτα πως τα κακά αποτελέσματα της κυβέρνησης ήταν αποτελέσματα των τεχνολογικών περιορισμών. Το αίτημα για περιορισμό της συσσωρευτικής δύναμης των ελίτ εκφράζεται επίσης από προοδευτικά κόμματα στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, κυρίως με επιρροή σε δημοτικό επίπεδο.

Οι περισσότεροι ερευνητές με πολιτικές διασυνδέσεις και οι ομάδες προβληματισμού υιοθετούν την αντίθετη προσέγγιση: η μαζική συμμετοχή των πολιτών είναι ένας μη ρεαλιστικός ή ανεπιθύμητος στόχος, με πολλούς να κατηγορούν ακόμη και τους πληβείους για την καθοδική πορεία της δημοκρατίας. Μία αντίθετη πρόταση αποπειράται να διπλασιάσει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία επιλύοντας την κρίση μέσω διαβουλεύσεων σε «μίνι-κοινά». Αυτά αντικαθιστούν τη μαζική συμμετοχή των πολιτών, αφού άλλωστε κάτι τέτοιο θεωρείται πλέον μη-ρεαλιστικός στόχος ως θεσμική μορφή ελέγχου της εξουσίας που έχουν στα χέρια τους οι ελίτ- σύμφωνα πάντα με τους υποστηρικτές αυτής της θεωρίας. Άλλοι μιλούν για την ανάγκη για περισσότερο επαγγελματισμό και διαρθρωτικά βελτιωμένους μεσάζοντες (πολιτικά κόμματα και ομάδες συμφερόντων), ένα είδος υβριδισμού μεταξύ της δημοκρατίας και μιας πιο επαγγελματικής αντιπροσωπευτικής πολιτικής. Αλλά επειδή η βασική, πρώτη κρίση αφορά τόσο την αντίληψη όσο και τα αποτελέσματα, είναι μάλλον απίθανο οι κορδωμένοι χαρτογιακάδες επιστήμονες με την έμφυτη δυσπιστία απέναντι στο κοινό να ξέρουν πώς να την επιλύσουν, ανεξάρτητα από την ποιότητα των δεδομένων τους.

Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μην μπορούν να συνδυαστούν αυτά τα δύο ρεύματα: περισσότερα δημοψηφίσματα και ψηφιακές δημοσκοπήσεις σε τοπική κλίμακα· μεγαλύτερη και πιο ειδικευμένη επαγγελματικότητα, τεχνοκρατικές αξιολογήσεις και διαρθρωτική βελτίωση των πολιτικών κομμάτων σε εθνικό επίπεδο. Το πρώτο ενισχύει την εμπιστοσύνη του κοινού και τα αισθήματα ενδυνάμωσης, το δεύτερο θα ελαττώσει την ανικανότητα και θα αποτρέψει ξαφνικές καταστροφικές λαϊκίστικες μετατοπίσεις στην πολιτική. Το μεγαλύτερο εμπόδιο στις στρατηγικές αυτές αλλαγές είναι η πολιτική κουλτούρα, η θεσμική αδράνεια ενός πολύπλοκου συστήματος που κυριαρχεί εδώ και πολλές δεκαετίες. Δείτε την πρακτική αδυναμία να ξεπεραστεί το δικομματικό σύστημα στις ΗΠΑ. Σκεφτείτε ότι στις περισσότερες χώρες, οποιαδήποτε αλλαγή στη δομή των πολιτικών κομμάτων και άλλων ενδιαμέσων, πέραν των εκστρατειών για απλές οικονομικές αναπροσαρμογές (που ήδη εφαρμόζονται σε πολλές δημοκρατίες) απαιτούν δύσκολα επιτεύξιμες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.

Όσον αφορά τη δεύτερη κρίση, φαίνεται ότι υπάρχει πολύ λιγότερη συζήτηση. Τα δυτικά οικονομικά περιοδικά αποκαλύπτουν μια σχεδόν πλήρη συναίνεση ως προς την ανάγκη απόρριψης του οικονομικού εθνικισμού και την αποκατάσταση της «πολυμερούς εμπορικής τάξης που έχουν δημιουργήσει οι ίδιες οι ΗΠΑ». Οι μόνες φωνές υπέρ του οικονομικού εθνικισμού είναι εκείνες ορισμένων οικολόγων με μικρή πολιτική επιρροή· τα υπολείμματα του αριστερού αντιπαγκοσμιοποιητικού «περονισμού» στη Λατινική Αμερική, που έχουν ξεπεραστεί από καιρό από τα ενδογενή ρεύματα νεοφιλελευθερισμού που ακολούθησαν τα σημάδια του Λούλα και των άλλων· και μερικοί αντιδραστικοί πολιτικοί του Παγκόσμιου Βορρά που δεν καταλαβαίνουν τίποτα για την οικονομία και έφτασαν στην εξουσία απλά και μόνο επειδή ήταν οι πρώτοι που εφάρμοσαν τις εξελίξεις στην ανάλυση δεδομένων, στις οποίες οι περισσότεροι κεντρώοι πολιτικοί, σίγουροι για τις νίκες τους, δεν έχουν στραφεί ακόμα. Η ελίτ των εταιρειών αντιμετωπίζει στο σύνολο της τον οικονομικό εθνικισμό ως κίνδυνο – ένα κακό πράγμα – και οργανώνουν αυτήν την περίοδο ένα διάλογο για τον τρόπο με τον οποίο «οι πολυεθνικές εταιρείες πρέπει να ξεπεράσουν τα προστατευτικά συναισθήματα μεταξύ καταναλωτών και κυβερνητικών ρυθμιστικών αρχών και να εφεύρουν εκ νέου τα πρότυπα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης τους».

Υπάρχει μόνο μία σημαντική εξαίρεση σε αυτή τη συναίνεση, και στην πραγματικότητα η μόνη πραγματική εναλλακτική λύση που προτείνεται στην τρέχουσα δημοκρατική τάξη: η τεχνοκρατία, η οποία μερικές φορές προσδιορίζεται με μια μορφή οικονομικού εθνικισμού διακριτό από εκείνη που προτείνει ο Bannon.

Το κινεζικό κράτος είναι το κύριο μοντέλο και υποστηρικτής ενός τέτοιου συστήματος, αν και υπήρξαν επίσης ειλικρινείς συζητήσεις για ένα τέτοιο μοντέλο στη Δύση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ένα υβρίδιο μεταξύ ενός τεχνοκρατικού και δημοκρατικού μοντέλου, αν και δεν μπορεί να προωθήσει γενικά μια τέτοια υβριδική κατάσταση, γιατί η αναγνώριση του χάσματος μεταξύ δημοκρατίας και τεχνοκρατίας έρχεται σε αντίθεση με τη θεμελιώδη ταυτότητα της ΕΕ.

Ένα τεχνοκρατικό σύστημα αφήνει πολιτικές αποφάσεις στους διορισμένους ειδικούς που ανεβαίνουν στις βαθμίδες της εξουσίας, φαινομενικά με βάση τις επιδόσεις· οι διορισμοί γίνονται από τον ίδιο το θεσμό, όπως σε ένα πανεπιστήμιο, όχι με κάποια μορφή διαβούλευσης με το κοινό. Τα περισσότερα ηγετικά στελέχη του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, για παράδειγμα, είναι μηχανικοί και άλλοι επιστήμονες. Ωστόσο, θα ήταν αφελές να αγνοήσουμε ότι είναι πρωτίστως πολιτικοί. Απλώς πρέπει να ανταποκριθούν στην εσωτερική ισορροπία της εξουσίας αντί να εστιάζουν στο να λειτουργούν για να ωφελούν το ευρύ κοινό.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πολύ σημαντική Ομοσπονδιακή Τράπεζα λειτουργεί τεχνοκρατικά, αν και είναι υποταγμένη στη δημοκρατική ηγεσία. Τα τεχνοκρατικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, έχουν πολύ μεγαλύτερη εξουσία καθορισμού πολιτικών και συχνά μπορούν να υπαγορεύσουν όρους στις δημοκρατικές κυβερνήσεις των κρατών μελών. Ωστόσο, η ΕΕ ήταν προσεκτική στο να εκμεταλλευτεί την παλιά φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας: με τον υποβιβασμό της τεχνοκρατίας σε μια υποτιθέμενη οικονομική σφαίρα, η ΕΕ διατηρεί την υποχρεωτική της δέσμευση στη δημοκρατία.

Μία από τις κύριες αδυναμίες της δυτικής δημοκρατίας που μπορεί να υποστηρίξει ένα τεχνοκρατικό σύστημα είναι η τάση για ξαφνικές, παράλογες μετατοπίσεις πολιτικής που προκαλούνται από μια λαϊκιστική προσπάθεια αρπαγής της εξουσίας. Κάποιος όπως ο Trump μπορεί να ισχυρίζεται οτιδήποτε βασισμένος στη παραπληροφόρηση, η οποία όμως αντιστοιχεί με τις εμπειρίες που έζησε ένα μέρος του εκλογικού σώματος – για παράδειγμα, η NAFTA (Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής) έβλαψε πολλούς ανθρώπους, αλλά οι λόγοι για τους οποίους έγινε και οι συνέπειες της εναλλακτικής λύσης που πρότεινε, είναι αρκετά διαφορετικές από αυτές που ισχυριζόταν ο Trump. Στην κυβέρνηση, η απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του προγράμματος που προτείνει κάποιος είναι αυτός να αποκτήσει τον έλεγχο των οργάνων εξουσίας. Κάτω από ένα δημοκρατικό σύστημα, η απόκτηση του ελέγχου των μέσων αυτών εξαρτάται από την επιτυχή προσφυγή στη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος μέσω των ελιτίστικων φίλτρων των εταιρικών μέσων ενημέρωσης και της χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, τα κόμματα το κατόρθωναν αυτό με τη διάκριση μεταξύ λαϊκών και επαγγελματικών διαβουλεύσεων. Με άλλα λόγια, έλεγαν τακτικά ψέματα στις μάζες για το τι θα κάνουν ενώ γνώριζαν πως θα κάνουν άλλα στην πραγματικότητα, συμβάλλοντας χρόνο με το χρόνο στην κρίση της δημοκρατίας. Οι λαϊκιστές σαν το Trump έδειξαν πως θα απομακρυνθούν από αυτό το μοτίβο, παραβιάζοντας όλους τους άλλους κανόνες της αποδεκτής πολιτικής. Το πρόβλημα (από τη σκοπιά του Κράτους) είναι ότι μια τέτοια στρατηγική έχει αποτέλεσμα στην εκλογική νίκη αλλά δεν είναι αποτελεσματική στην επιδίωξη των συμφερόντων των θεσμικών οργάνων.

Τα τεχνοκρατικά συστήματα επιλύουν αυτό το πρόβλημα, αφαιρώντας τον άσχετο βρόγχο ανατροφοδότησης του εκλογικού σώματος. Στηρίζουν άμεσα την πρόσβαση στην εξουσία ανάλογα με τις επιδόσεις που έχουν οι διάφορες στρατηγικές στο να ενισχύουν την εξουσία. Με αυτόν τον τρόπο, οι τεχνοκράτες, επίσης θεωρητικά, προστατεύονται από τον κίνδυνο κακών ηγετών. Οι ηλίθιοι, χαρισματικοί ηγέτες είναι χαρακτηριστικό της δημοκρατίας, αλλά ο κίνδυνος που παρουσιάζουν στο σύστημα εξουδετερώνεται από τους ευφυείς, μη χαρισματικούς συμβούλους που τους κρατούν από κοντά. Ο George W. Bushκαι ή ο Ronald Reagan ήταν τέλεια, λειτουργικά παραδείγματα αυτού του μοντέλου. Κατά το σπάσιμο του λουριού, ο Trump έδειξε ότι η πολιτική του δεν μπορεί να αποτελέσει δομικό χαρακτηριστικό της δημοκρατικής διακυβέρνησης, και επομένως αποτελεί ένα πιθανό αδύναμο κρίκο.

Ένα άλλο πλεονέκτημα των τεχνοκρατικών συστημάτων είναι η ικανότητά τους να συγκεντρώνουν τα συμφέροντα. Σε κάθε δημοκρατικό σύστημα, υπάρχουν πολλά ανταγωνιστικά συμφέροντα που δυσκολεύουν τη συναίνεση· αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εδραιωμένη, πολωμένη, κομματική πολιτική. Κατά τη Χρυσή Εποχή της δημοκρατίας, υπήρξε συναίνεση στην ελίτ σχετικά με τις θεμελιώδεις στρατηγικές διακυβέρνησης. Πλέον βλέπουμε όλο και περισσότερο την απόκλιση των συμφερόντων της ελίτ και την ασυμβατότητα των διαφόρων στρατηγικών σχεδίων διακυβέρνησης. Ένα τεχνοκρατικό σύστημα χρησιμοποιεί την τεράστια δύναμη του κράτους όχι για να δημιουργήσει ένα έδαφος στο οποίο οι καπιταλιστές μπορούν να ευημερήσουν, αλλά να δομήσει στρατηγικά τα εγχειρήματα του κεφαλαίου σε μια συγκλίνουσα τροχιά. Τα τελευταία χρόνια, το κινεζικό κράτος συλλαμβάνει, φυλακίζει και εξαφανίζει δισεκατομμυριούχους κατηγορώντας τους για διαφθορά, που σημαίνει ότι δρουν μέσα στην αγορά πέρα από τον έλεγχο του κόμματος, συμμετέχοντας σε ένα εναλλακτικό ή αυτόνομο σχέδιο αγοράς.

Στο γεωπολιτικό επίπεδο, το κινεζικό τεχνοκρατικό μοντέλο έχει ένα συγκεκριμένο πλεονέκτημα. Η μια χώρα μετά την άλλη και η μια εταιρεία μετά την άλλη υποτάχθηκαν στις απαιτήσεις του Πεκίνου και σταμάτησαν να αναγνωρίζουν την Ταϊβάν ως ανεξάρτητη χώρα. Η Κίνα όχι μόνο είναι μια μεγάλη οικονομία, αλλά έχει μεγαλύτερη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτή την οικονομία για πολιτικούς σκοπούς, συνδυάζοντας μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας με μια βελτιστοποιημένη στρατηγική προσέγγιση που αρνείται τη διαίρεση της πολιτικής και της οικονομίας.

Ωστόσο, υπάρχει μια μεγάλη μυθολογία γύρω από την τεχνοκρατική διακυβέρνηση. Δεν μπορείς να έχεις μια καθαρά «επιστημονική» κυβέρνηση επειδή τα «αντικειμενικά συμφέροντα» είναι αντιφατικά. Ο απλός εμπειρισμός δεν μπορεί να αναγνωρίσει κάτι τόσο υποκειμενικό όσο τα συμφέροντα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι επιστημονικοί φορείς είναι υποχρεωμένοι να κατασκευάζουν διακριτές ιδεολογίες, οι οποίες μεταμφιέζονται ως ουδέτερες εικόνες της πραγματικότητες, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα και σίγουρα δεν υπάρχει συντονισμένη έρευνα και ανάπτυξη χωρίς συμφέροντα. Φυσικά, οι κυβερνήσεις δεν είναι τίποτα χωρίς συμφέροντα. Αποτελούν, στην πιο βασική τους μορφή, τη συγκέντρωση πολλών πόρων, εξουσίας και ικανότητας για βία με σκοπό την ικανοποίηση των συμφερόντων μιας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων. Η σχέση γίνεται πιο περίπλοκη καθώς οι κυβερνήσεις γίνονται πιο περίπλοκες, με διαφορετικούς τύπους ανθρώπων να αναπτύσσουν διαφορετικά ενδιαφέροντα όσον αφορά την κυβέρνηση και τους θεσμούς. Αυτοί με την σειρά τους παράγουν υποκειμενικότητες και διαμορφώνουν τις αντιλήψεις που έχουν οι άνθρωποι για τα ίδια τους τα συμφέροντά. Παρ’ όλα αυτά η κεντρική θέση των συμφερόντων παραμένει, όπως και ότι η ιεραρχική εξουσία τυφλώνει τους ανθρώπους στα πάντα εκτός από μια πολύ στενή πραγματικότητα, και μια τέτοια αναισθησία σε συνδυασμό με μια τόσο μεγάλη εξουσία είναι μια σίγουρη συνταγή για πρωτοφανή ηλιθιότητα.

Ένα παράδειγμα αυτού είναι το Φράγμα Τριών Φαραγγιών, ίσως το μεγαλύτερο οικοδόμημα του 20ού αιώνα, και σίγουρα ένα σύμβολο της ικανότητας του Κομμουνιστικού Κόμματος να εκτελεί στρατηγικό σχεδιασμό που θυσιάζει τα τοπικά συμφέροντα για ένα θεωρητικά ευρύτερο καλό. Αλλά το φράγμα έχει προκαλέσει τόσες δημογραφικές, περιβαλλοντικές και γεωλογικές δυσκολίες που ίσως ξεπερνούν τα οφέλη από την παραγωγή ενέργειας. Το κυριότερο κίνητρο για την κατασκευή του φράγματος ήταν πιθανότατα η ύβρις– το κράτος κόμπαζε για την τεχνοκρατική του δύναμη – παρά μια υπολογισμένη εκτίμηση ότι το φράγμα θα άξιζε.

Η πολιτική ισχύς μπορεί επίσης να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην κρίση δανεισμού της Κίνας. Οι μικρότερες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν δάνεια από το καθιερωμένο τραπεζικό σύστημα της Κίνας, το οποίο παραδοσιακά ευνοούσε τις κρατικές επιχειρήσεις και τις μεγάλες ή με πολιτικές διασυνδέσεις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις αυτές να στραφούν σε νεότερες πλατφόρμες δανειοδότησης τύπου peer to peer, πολλές από τις οποίες έκλεισε η κυβέρνηση ή διαφορετικά κατέρρευσαν, προκαλώντας μια τεράστια απώλεια αποταμιεύσεων. Το πρόβλημα παίρνει πρόσθετες διαστάσεις όταν δούμε πόσο σημαντικές είναι οι νέες επιχειρήσεις στην αμερικανική οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες: σκεφτείτε τις Apple, Google, Amazon, Facebook. Αναμφισβήτητα, αυτές μόνο οι εταιρείες επιτρέπουν στις ΗΠΑ να διατηρήσουν την πρώτη θέση στην παγκόσμια οικονομία. Και ενώ οι νεοσύστατες τεχνολογικές φίρμες όπως η Didi και η Alibaba ήταν σημαντικές για την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας και κατάφεραν επίσης να αναρριχηθούν στις τάξεις για να λάβουν ζωτική κρατική στήριξη, δεν έχουν ακόμη δείξει την ικανότητα για καινοτομία αιχμής που απαιτείται από ένα παγκόσμιο ηγέτη. Ίσως να μπορούν να γίνουν αντιληπτές με μεγαλύτερη ακρίβεια ως αντίγραφα καθιερωμένων δυτικών εταιρειών που μπόρεσαν να λάβουν χρηματοδότηση μόνο αφού τα δυτικά ανάλογα τους είχαν αποδείξει τη σημασία αυτών των εταιρειών. Αν αυτό είναι ακριβές, αυτό δεν είναι καλό συμπέρασμα για την ικανότητα του κινεζικού κρατικού καπιταλισμού να δημιουργήσει ένα κλίμα που θα ευνοήσει περισσότερες καινοτομίες αιχμής σε σχέση με τα δυτικά καπιταλιστικά κράτη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει επίσης προβλήματα λόγω της τεχνοκρατικής διοίκησης. Εκτός από τις προσωρινές εξεγέρσεις που προκλήθηκαν από τις αποφάσεις που πήρε το σιδερένιο χέρι της Κεντρικής Τράπεζας, σήμερα η κύρια υπαρξιακή απειλή για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να εντοπιστεί στη Συμφωνία του Δουβλίνου. Εκεί συναντάμε μια πρώιμη Ευρωπαϊκή συμφωνία, η οποία δεν ελέγχθηκε ιδιαίτερα κατά την υπογραφή της.

Οι μετανάστες μπορούν να απελαθούν από οποιοδήποτε σημείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πίσω στην πρώτη χώρα εισόδου τους σε αυτήν. Τα βασικά κράτη της ΕΕ (Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ένωση Μπενελούξ: Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) ενοχοποιούν συνήθως τα φτωχότερα κράτη, προστατεύοντας τις βασικές βιομηχανίες τους, υπαγορεύοντας παράλληλα ποιες βιομηχανίες πρέπει να αναπτύξουν ή να εγκαταλείψουν αυτά τα φτωχότερα μέλη. Και ενώ οι μεσογειακές χώρες μπόρεσαν να ανεχθούν το να μετατραπούν σε αποικίες χρέους και τουριστικές κολάσεις, δεν ήταν τόσο ανεκτικές στην πολιτική μετανάστευσης, η οποία συνάμα δίνει στους ηγέτες έναν αποδιοπομπαίο τράγο για αυτά τα άλλα δύο προβλήματα.

Η μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ είναι μια προφανής ζημιά για την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία και, σε μικρότερο βαθμό, την Πολωνία και άλλα κράτη των συνόρων. Αυτές είναι ακριβώς οι χώρες που δεν μπορούν να αντέξουν ένα τέτοιο οικονομικό βάρος στις παρεχόμενες κοινωνικές υπηρεσίες τους, καθώς η Γερμανία απορροφά τους πιο μορφωμένους μετανάστες και στέλνει τους φτωχότερους πίσω στα κράτη των συνόρων. Αυτή η πολιτική υπήρξε η κύρια αιτία όλων των ακροδεξιών απειλών για την ακεραιότητα της ΕΕ. Αν και είναι προϊόν σχεδίων των τεχνοκρατών, αντικατοπτρίζει την ίδια την αλαζονεία που συνοδεύει κάθε εξουσιαστική πολιτική.

Υπάρχει επίσης το ζήτημα της αντίστασης. Η κινεζική κυβέρνηση στοιχηματίζει πως έχει την τεχνολογική και στρατιωτική δύναμη να καταπνίξει όλα τα κινήματα αντίστασης, μόνιμα. Αν κάνει λάθος, κινδυνεύει με πλήρη πολιτική κατάρρευση και επανάσταση. Οι δημοκρατικές κυβερνήσεις απολαμβάνουν μεγαλύτερη ευελιξία, διότι μπορούν να στρέψουν τα κινήματα των διαφωνούντων προς την κατεύθυνση της επιδίωξης κάποιας μεταρρύθμισης, η οποία αναζωογονεί το σύστημα, αντί να τους αναγκάζει να σκάσουν ή να εκραγούν. Οι ευρωπαϊκοί δημοκρατικοί θεσμοί έχουν αποδείξει ότι αυτός ο μηχανισμός «βαλβίδας αποσυμπίεσης» εξακολουθεί να λειτουργεί, με προοδευτικά κόμματα να εμποδίζουν την ανάπτυξη επαναστατικών κινημάτων στην Ελλάδα, την Ισπανία και τη Γαλλία. Έπειτα υπάρχει το πρόβλημα της συνέχειας. Συγκεντρώνοντας τόση δύναμη στο πρόσωπο του Xi Jinping, το κινεζικό κράτος προετοιμάζεται για το παλιό πρόβλημα της διαδοχής· πώς να μεταφέρει τελικά την εξουσία σε έναν εξίσου ικανό ηγέτη.

Επομένως, το τεχνοκρατικό μοντέλο δεν είναι σαφώς ανώτερο. Ακόμα κι αν ήταν, οι Δυτικές δυνάμεις θα δυσκολευτούν να το δεχτούν σε κάτι περισσότερο από υβριδική μορφή. Αυτό οδηγεί στη λευκή υπεροχή και κεντρικότητά της Δημοκρατίας στο δυτικό παράδειγμα. Η Δημοκρατία παίζει θεμελιώδη ρόλο στη λευκή σοβινιστική μυθολογία και στους σιωπηρούς ισχυρισμούς των λευκών προοδευτικών για ανωτερότητα. Βασιζόμενοι στις μυθικές ρίζες της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα, οι λευκοί μπορούν να θεωρήσουν τους εαυτούς τους ως ιδρυτές του πολιτισμού και έτσι ικανούς δασκάλους για τις υπόλοιπες κοινωνίες του κόσμου. Οι οριενταλιστικές παρανοήσεις βασίζονται στη σύνδεση των ανατολικών πολιτισμών με την αυτοκρατορία και το δεσποτισμό. Η δυτική αίσθηση αυτοπεποίθησης καταρρέει χωρίς αυτή την αντίθεση.

Στην πραγματικότητα, το κινεζικό κράτος κάνει πολλές δηλώσεις για τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, την ισότητα και το κοινό καλό, εξίσου έγκυρες όσο και οι ισχυρισμοί των δυτικών κρατών. Αλλά οι ισχυρισμοί αυτοί επικυρώνονται μέσα σε ένα μοντέλο που είναι διαφορετικό από αυτό που χρησιμοποιούν οι δυτικές ελίτ για να δικαιολογήσουν τις δικές τους ατέλειες. Η κινεζική δημοκρατία αντλεί σχεδόν ίσα στοιχεία από τον λενινισμό και την Κομφουκιανή επιστήμη του κρατικού πολιτισμού. Στο μοντέλο αυτό, το ΚΚ διαβουλεύεται με τα μειονοτικά συμβαλλόμενα μέρη και τις ομάδες συμφερόντων πριν συντάξει μια θέση συναίνεσης που θεωρείται ότι εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Αυτή η αντίληψη δεν μεταφράζεται καλά σε ένα δυτικό φιλελεύθερο παράδειγμα. Οι δυτικές άρχουσες τάξεις δεν μπορούν να πεισθούν από ένα τέτοιο μοντέλο· αισθάνονται ότι απειλούνται από την προοπτική της κινεζικής κυριαρχίας, ακόμα κι αν πιστεύουν στην ίδια τους την υποκρισία.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Κίνας αποκτά όλο και περισσότερο αυτές τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες. Όμως, καθώς οι γεωπολιτικές συγκρούσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας εξακολουθούν να διαβρώνουν τους υφιστάμενους διακρατικούς θεσμούς, οι σημερινές ρήξεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν μεγαλύτερη στροφή προς μια αντιπαράθεση μεταξύ διαφορετικών μοντέλων διακυβέρνησης σε παγκόσμια κλίμακα.

Η προαναφερθείσα τάση, στην οποία πολλές χώρες έχουν αλλάξει τις διπλωματικές τους σχέσεις από την Ταϊβάν προς την Κίνα, έχει μια σημασία που ξεπερνά κατά πολύ την τύχη του νησιού που ήταν παλιότερα γνωστό ως Φορμόζα. Πολλές από τις χώρες που έχουν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Πεκίνου είναι μικρές χώρες της Καραϊβικής και της Κεντρικής Αμερικής που είναι ιστορικά συνδεδεμένες με τις ΗΠΑ. Το γεγονός ότι απομακρύνονται από την σύμμαχο των ΗΠΑ, Ταϊβάν συμβολίζει επίσης ένα πάγωμα στη σχέση τους με τις ΗΠΑ. Στο αναδυόμενο σύστημα, έχουν εναλλακτικές λύσεις και αυτές οι εναλλακτικές λύσεις εξουδετερώνουν την αμερικανική κυριαρχία όχι μόνο στην Κεντρική Αμερική αλλά και σε πολλά γεωπολιτικά σημεία. Όπως δήλωσε ο Erdogan της Τουρκίας σε απάντηση στις συνήθεις προσπάθειες των ΗΠΑ να ισχυροποιούν την εξωτερική πολιτική τους, «Πριν είναι πολύ αργά, η Ουάσιγκτον πρέπει να εγκαταλείψει την λανθασμένη αντίληψη ότι η σχέση μας μπορεί να είναι ασύμμετρη και να συμφωνήσει με το γεγονός ότι η Τουρκία έχει εναλλακτικές λύσεις».

Η Σαουδική Αραβία έχει επιδείξει την ίδια συνείδηση ​​μιας νέας γεωπολιτικής κατάστασης με την απέλαση του πρεσβευτή του Καναδά και την αναστολή των εμπορικών συμφωνιών ύστερα από μια τυπική κριτική για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την τυπική υποκριτική επίκριση που οι δυτικές χώρες κάνουν πάντα πριν συνεχίσουν να κάνουν τις δουλειές τους. Η δολοφονία του αντιπολιτευόμενου δημοσιογράφου Khashoggi από τη Σαουδική Αραβία και η αντίδραση των δυτικών κυβερνήσεων δείχνουν επίσης ότι οι κανόνες ξαναγράφονται. Μερικοί παίκτες προσπαθούν να αλλάξουν τα προνόμιά τους, ενώ άλλοι αντιστέκονται. Ο ρόλος που παίζει το τουρκικό κράτος, που εκμεταλλεύεται έξυπνα τη διαμάχη για δικό του όφελος, δείχνει πώς τα πάντα είναι διαθέσιμα σε αυτή την κατάσταση: κάθε συμμαχία και κάθε χώρα μπορεί να βελτιώσει τη θέση της ή να την χάσει.

Οι έντονες επικρίσεις της Κίνας εναντίον της Σουηδίας για ρατσισμό, μετά το σχετικό εξευτελισμό μιας μικρής ομάδας κινέζων τουριστών, είναι εξίσου σημαντικές. Η κριτική είναι σωστή, αλλά το πραγματικό της περιεχόμενο είναι ασήμαντο, καθώς το κινεζικό κράτος θα μπορούσε να κάνει παρόμοιες επικρίσεις για πολύ πιο σοβαρές επιθέσεις εναντίον κινέζων ταξιδιωτών και μεταναστών στη Δύση για πάνω από εκατό χρόνια. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι ένα κράτος από τον παγκόσμιο Νότο αμφισβητεί τώρα το ηθικό πλεονέκτημα της Δύσης, χτυπώντας στην ίδια την καρδιά της αυταρέσκειας των Σκανδιναβών, και συνδυάζει αυτή την κριτική με μια οικονομική απειλή: το κινεζικό κράτος συνδύασε την διαμαρτυρία με προειδοποίηση που συμβουλεύει τους πολίτες της για τουρισμό στη Σουηδία και υπήρξαν επίσης εκστρατείες για μποϋκοτάρισμα των σουηδικών προϊόντων.

Εάν το κινεζικό κράτος γίνει αρχιτέκτονας ενός νέου παγκόσμιου κύκλου συσσώρευσης, θα χρειαστεί ένα σύστημα διακυβέρνησης των διακρατικών σχέσεων συμβατό με το τεχνοκρατικό μοντέλο του για την κρατική ρύθμιση του εγχώριου καπιταλισμού. Όλες οι ενδείξεις υποδεικνύουν ότι θα επιδιώξει την παγκόσμια σταθερότητα θέτοντας ρητά τα κρατικά δικαιώματα πάνω από οποιοδήποτε άλλο είδος. Αυτό σημαίνει ότι αν η Τουρκία θέλησε να ισοπεδώσει ολόκληρο το Μπακούρ, αν η Σαουδική Αραβία θελήσει να υποδουλώσει τους οικιακούς εργάτες της, εάν η Κίνα ήθελε να φυλακίσει ένα εκατομμύριο Ουιγούρους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, αυτό είναι δικαίωμα τους και δεν είναι δουλειά κάποιου άλλου. Αυτή είναι μια δυνητικά αποτελεσματική στρατηγική για τη δημιουργία περισσότερης καλής θέλησης και απρόσκοπτης οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών, με την οργανωμένη στρατιωτική δύναμη ως εγγυητή του δικαιώματος. Επίσης, δεν μας εκπλήσσει πως μια τέτοια φιλοσοφία προέρχεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο εδώ και πολύ καιρό αγκάλιασε την αντίληψη των Ιακωβίνων πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Η CIA παρεμβαίνει στη δημόσια συζήτηση για να προειδοποιήσει τον κόσμο ότι η Κίνα θέλει να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ ως παγκόσμια υπερδύναμη. Για να φανεί κάτι τέτοιο σαν κάτι κακό, πρέπει να υποδείξουν ότι ο κόσμος είναι καλύτερος ως προτεκτοράτο των ΗΠΑ παρά ως κινεζικό προτεκτοράτο. Σύμφωνα με έναν πράκτορα, ‘είμαι και εγώ αισιόδοξος ότι στη μάχη για νόμους, κανόνες και πρότυπα συμπεριφοράς, η φιλελεύθερη εθνική τάξη πραγμάτων είναι ισχυρότερη από τα κατασταλτικά πρότυπα που παράγουν οι Κινέζοι. Είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι δεν θα θέλουν να ακολουθήσουν αυτά τα πρότυπα».

Εμφανώς, οι ΗΠΑ πρέπει να πείσουν τον κόσμο ότι το δημοκρατικό μοντέλο μπορεί να προσφέρει ένα καλύτερο διακρατικό σύστημα. Αλλά παρά τον περισσότερο από έναν αιώνα δυτικής προπαγάνδας, αποτελεί δύσκολη πρόκληση. Όχι μόνο οι λαϊκιστές, όπως ο Trump, δείχνει εσκεμμένα τις αδυναμίες του δημοκρατικού συστήματος υπονομεύοντας τις δυτικές συμμαχίες στην πιο κρίσιμη στιγμή τους από το 1940 – ακόμη και στις καλύτερες στιγμές της, η δημοκρατία απέφερε απογοητευτικά αποτελέσματα. Οι ΗΠΑ είναι γνωστές για συστηματικό ρατσισμό και αδικία. Με κάθε Μπρίξτον και Τότεναμ, το Ηνωμένο Βασίλειο δείχνει πως είναι στην ίδια κατάσταση και το αυξανόμενο κύμα ακροδεξιών κινήσεων σε όλη την Ευρώπη δείχνει ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες από τη Σουηδία στην Ιταλία δεν ήταν ποτέ λιγότερο ρατσιστικές από τις ΗΠΑ, όπως τους άρεσε να πιστεύουν. Την στιγμή που οι άνθρωποι από τις φυλετικές μειονότητες κέρδισαν την ορατότητα σε αυτές τις κοινωνίες, δήθεν πεφωτισμένοι πολίτες έτρεξαν στις αγκαλιές των ξενοφοβικών, ακροδεξιών κομμάτων. Ακόμη και η μεγάλη αριστερά της Γερμανίας έχει αρχίσει να υιοθετεί ανοιχτά θέσεις κατά των μεταναστών.

Στον Παγκόσμιο Νότο, όπου οι Δυτικές δυνάμεις έχουν από καιρό κηρύξει τη δημοκρατία ως πανάκεια, ακόμη και όταν συνεχίζουν να υποστηρίζουν στρατιωτικές δικτατορίες, τα αποτελέσματα της δημοκρατίας ήταν απογοητευτικά. Στη Νότιο Αμερική, η δημοκρατική διακυβέρνηση έχει καταφέρει μόνο να κάνει εμφανή την υποκείμενη κοινωνική πόλωση που προκαλείται από τον καπιταλισμό και τη νεοαποικιοκρατία και επέφερε τέτοια επίπεδα αστάθειας που απαιτούσαν αρχικά στρατιωτικές δικτατορίες. Στη Μυανμάρ, η εδώ και πολύ καιρό, πρόεδρος που κέρδισε το βραβείο Νόμπελ δεν συμπλήρωσε ένα χρόνο στην εξουσία πριν η κυβέρνησή της ξεκινήσει γενοκτονία εναντίον των Ροχίνγια και διώξεις διαφωνούντων δημοσιογράφων. Αλλά ποια δημοκρατία δεν έχει κάνει ποτέ μια μικρή γενοκτονία, σωστά;

Σε άλλο επίπεδο, η ηθική υπεροχή που τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και οι κυβερνητικοί θεσμοί προσπαθούν να χτίσουν ενάντια στην θεωρητική κινεζική απειλή είναι εξίσου κούφια. Αντιδρώντας στον αυξανόμενο οικονομικό ανταγωνισμό στην Αφρική, που από παλιά θεωρείται ως η «πίσω αυλή» της Ευρώπης, άρθρο μετά το άρθρο φανερώνεται η ενόχληση για την πρακτική που εξασκεί η Κίνα επιθετικής δανειοδότησης, να εκφορτώνει, δηλαδή, φτηνά δάνεια για άσκοπες υποδομές στις φτωχές χώρες της Αφρικής και του υπόλοιπου Παγκόσμιου Νότου και εν συνεχεία να οικειοποιείται ολόκληρο το δημόσιο τομέα τους, τους πόρους τους και τα μελλοντικά τους κέρδη όταν δεν μπορούν να εξοφλήσουν τα χρέη.

Οι New York Times περιγράφουν τα κινεζικά δεσμά της Μαλαισίας που βασίζονται στο χρέους της χώρας και εξυμνούν την τοπική κυβέρνηση για την υποτιθέμενη αντίσταση της στην πρακτική αυτή. Φτάνουν να μιλούν για «μια νέα εκδοχή αποικιοκρατίας». Προς το παρόν, δεν υπάρχει τίποτα το ανακριβές: υπήρξε μόνο ένας αιώνας από τους τελευταίους είκοσι (1839-1949), που η Κίνα δεν ήταν ενεργά αποικιακή ή αυτοκρατορική εξουσία με το δικό της τύπο εθνικής ανωτερότητας. Ο αποικισμός έχει λάβει πολλές μορφές πέρα​​από το συγκεκριμένο φυλετικό παράδειγμα που εξελίχθηκε στο Τριγωνικό Εμπόριο του Ατλαντικού. Μια πραγματικά παγκόσμια αντιαποικιακή πρακτική δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια Ευρωκεντρική κατανόηση της φυλής ή μια απλοϊκή αντιπολίτευση που τοποθετεί όλους τους λευκούς στη μία πλευρά και όλους τους ανθρώπους με χρώμα ομοιόμορφα από την άλλη.

Αυτό που είναι στην πραγματικότητα ανακριβές στο κείμενο των ανήσυχων New York Times είναι ότι δεν αναφέρεται πως αυτή η «νέα εκδοχή της αποικιοκρατίας» αναπτύχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις δεκαετίες αμέσως μετά τον 2οΠαγκόσμιο Πόλεμο. Όποιος είναι εξοικειωμένος με τις ιδέες του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης (ή ας το ονομάσουμε καλύτερα το κίνημα υπέρ μιας εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης) γνωρίζει ότι ο θεσμός του Bretton Woods που δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ εισήγαγε την πρακτική της δουλείας χρέους και της οικειοποίησης της δημόσιας υποδομής άλλων χωρών. Τα εταιρικά μέσα μαζικής ενημέρωσης προφανώς ελπίζουν ότι όλοι έχουν ξεχάσει αυτές τις κριτικές πλέον.

Εάν αυτή η υπερβολικά καθυστερημένη, υπερβολικά κούφια ανησυχία είναι η καλύτερη που μπορούν να σκεφτούν οι υποστηρικτές της δυτικής δημοκρατίας, ο ανταγωνισμός χάνεται ήδη. Θα χρειαστεί μια σημαντική αναμόρφωση για να διασωθούν οι σημερινοί θεσμοί διακρατικής συνεργασίας και να δημιουργηθεί η δυνατότητα για έναν άλλο αμερικανικό αιώνα ή τουλάχιστον για έναν αμερικανο-ευρωπαϊκό. Αυτό θα σήμαινε τη μετατροπή του ΟΗΕ σε έναν οργανισμό που μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη, μια οργάνωση που θα μπορούσε να απομονώσει χώρες που δεν σέβονται το κοινό νομικό πλαίσιο. Για να επιτευχθεί αυτό, οι ΗΠΑ θα πρέπει να τερματίσουν τον ρόλο τους ως τον κύριο σαμποτέρ των Ηνωμένων Εθνών και να κάνουν αδιαμφισβήτητες χειρονομίες, όπως το τέλος της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.

Οι πολιτικοί σχεδιαστές θα λάβουν μόνο τέτοια δραστικά βήματα αν πιστέψουν ότι ο αμερόληπτος σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι απαραίτητος για τις επιχειρήσεις και την ευρύτερη διεθνή συνεργασία. Και στον 21ο αιώνα, ένας ουσιαστικός σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους οικολογικούς προβληματισμούς, αν και από μια ανθρωποκεντρική προοπτική. Αυτό δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο από μια εντατική κρατική παρέμβαση στις οικονομικές διαδικασίες ώστε να περιοριστούν οι επιδιώξεις βραχυπρόθεσμων συμφερόντων και να αναληφθεί μια ανθρωπιστική διαχείριση του κλίματος και όλων των άλλων γεωβιολογικών συστημάτων. Και δεδομένου ότι μια τέτοια παρέμβαση θα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το ζήτημα της τεχνολογίας, και ως εκ τούτου με την Τεχνητή Νοημοσύνη, οι πολιτικοί σχεδιαστές θα πρέπει να εξομαλύνουν την αντίφαση της δημοκρατίας μεταξύ πολιτικής ισότητας και οικονομικής ανισότητας, εισάγοντας τον σοσιαλισμό με τη μορφή ενός καθολικού βασικού εισοδήματος. Και αυτά μέσα στις επόμενες μια-δυο δεκαετίες.

Με άλλα λόγια, οι δυτικές κυβερνήσεις θα πρέπει να υποβληθούν σε μια δραστική μετατόπιση των πρακτικών προκειμένου να μπορέσουν να συνεχίσουν να διαμορφώνουν το παγκόσμιο σύστημα. Η πρόκληση είναι μάλλον πάρα πολύ μεγάλη για αυτές. Οι λίγοι προοδευτικοί οραματιστές που μπορούν να δουν τι πρέπει να γίνει είναι αλυσοδεμένοι, με τη λογική της δημοκρατίας, με το βαρίδι του κέντρου. Δεν βοηθά τα πράγματα ότι η Κίνα πήρε από την Ευρώπη την πρωτιά ως αδιαφιλονίκητος παγκόσμιος ηγέτη στην παραγωγή ηλιακών κυψελών και άλλων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. (Το 75% των ηλιακών συλλεκτών παγκοσμίως κατασκευάζονται είτε στην Κίνα είτε σε κινεζικές εταιρείες σε βιομηχανικές νεοαποικίες στη Νοτιοανατολική Ασία· αυτό οφείλεται σε μια επιθετική κυβερνητική εκστρατεία που σπρώχνει τις κρατικές τράπεζες να επενδύσουν.) Εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ κατευθύνονται προς ακόμη μια υπερκατανάλωση πετρελαίου, ανοίγοντας αναξιοποίητα αποθέματα στην Περμιανής περιόδου λεκάνη του Τέξας, που περιγράφεται ως πολύ μεγαλύτερη από τα κοιτάσματα πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας.

Με άλλα λόγια, μπορούμε σχεδόν να γράψουμε τον επικήδειο για το παγκόσμιο σύστημα που κατασκευάστηκε από τις ΗΠΑ. Αλλά αυτό που έρχεται στη συνέχεια δεν είναι κάτι σαφές. Η ίδια η Κίνα κατευθύνεται προς την οικονομική καταστροφή. Η χρηματιστηριακή της αγορά αναταράσσεται και η χώρα έχει τεράστιο χρέος, ιδίως οι μεγάλες εταιρείες της. Η Κίνα απέφυγε την ύφεση του 2008 με τεράστια τεχνητή εκστρατεία τόνωσης. Τώρα οι ηγέτες του κόμματος πιέζουν για την απαγόρευση του δανεισμού με υψηλό κίνδυνο, αλλά αυτό οδηγεί σε έλλειψη πιστώσεων που προκαλεί επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης. Πάρτε το παράδειγμα της Αυστραλίας, που εξυμνείται επειδή η χώρα δεν είχε τεχνική ύφεση για 27 χρόνια: αυτό οφείλεται εν μέρει και στις μεγάλες κυβερνητικές δαπάνες. Ωστόσο, τα νοικοκυριά πέφτουν όλο και περισσότερο σε χρέη και συνεπώς ξοδεύουν λιγότερα, προκαλώντας έτσι επιβράδυνση των εγχώριων δαπανών και ο κύριος εμπορικός εταίρος της Αυστραλίας είναι η Κίνα, όπου η αποδυνάμωση του γουάν θα πλήξει επίσης την ικανότητα των κινέζων καταναλωτών να αγοράσουν εισαγόμενα αγαθά, όπως αυτά που προέρχονται από την Αυστραλία. Με την οικονομική επιβράδυνση στην Τουρκία και τη Βραζιλία, όπου οι φούσκες υπερεπενδύσεων είναι επίσης έτοιμες να σκάσουν, η Κίνα είναι ο τελευταίος μεγάλος παίκτης που στέκεται όρθιος. Αν πέσει, η οικονομική κρίση θα είναι πιθανώς παγκόσμια και πιθανόν πολύ χειρότερη από το 2008. Όλες οι αντιφάσεις του καπιταλισμού συγκλίνουν προς αυτή την κατεύθυνση αυτή τη στιγμή.

Για να στηρίξει την οικονομία της, η Κίνα ακολουθεί μια παρόμοια πορεία με τις ΗΠΑ: μείωση των φόρων, δαπάνες περισσότερο για τις υποδομές και αλλαγή των κανόνων έτσι ώστε οι εμπορικοί δανειστές να μπορούν να βγάζουν μεγαλύτερο χρηματικό ποσό σε δάνεια σε σύγκριση με τις πραγματικές τους καταθέσεις.

Η πιθανότητα η Κίνα να μπορεί να γίνει ο αρχιτέκτονας ενός νέου παγκόσμιου συστήματος δεν βασίζεται στην οικονομική ανάπτυξη ή τη στρατιωτική της δύναμη. Δεν χρειάζεται να κερδίσει έναν πόλεμο εναντίον των ΗΠΑ, αρκεί να έχει στρατιωτική αυτονομία στη δική της γωνιά του κόσμου· όλοι οι προηγούμενοι παγκόσμιοι αρχιτέκτονες κέρδισαν αμυντικούς πολέμους ενάντια στους προηγούμενους παγκόσμιους ηγέτες δεκαετίες προτού ανέβουν στον ίδιο τον ρόλο, και η Κίνα το έκανε ήδη στον πόλεμο της Κορέας. Αντίθετα, θα πρέπει να γίνει το κέντρο της οργάνωσης του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Το κρίσιμο ερώτημα που θα μπορούσε να γίνει είναι, ποια χώρα μπορεί να βγει πιο αποτελεσματικά από την οικονομική κρίση και να ανοίξει νέες κατευθύνσεις και νέες στρατηγικές για την επέκταση του καπιταλισμού; Και δεύτερον, ποιες θα είναι αυτές οι στρατηγικές;

…και οι Αναρχικοί;

Ένα από τα λίγα σίγουρα πράγματα είναι ότι κανείς ζωντανός σήμερα δεν έχει δει ξανά τέτοιο επίπεδο παγκόσμιας αβεβαιότητας. Ένα κατεστραμμένο σύστημα μπορεί να συνεχίσει να σέρνεται για άλλες δύο ή ακόμα και τρεις δεκαετίες, σπέρνοντας τον όλεθρο. Μια προοδευτική αναγέννηση μπορεί να σώσει το σύστημα αυτό μέσω του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της οικομηχανικής και του μετανθρωπισμού. Ένας συνασπισμός άλλων κρατών θα μπορούσε να εγκαινιάσει μια πιο τεχνοκρατική τάξη μεγάλων κρατών με βάση θεσμικά όργανα και κοινωνικά συμβόλαια που δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη.

Καμία από αυτές τις δυνατότητες, φυσικά, δεν περιλαμβάνει τον ορίζοντα της ελευθερίας, της ευημερίας και της θεραπείας του πλανήτη. Όλοι αυτοί υποθέτουν την επιβίωση του κράτους. Δεν μίλησα για τους αναρχικούς στις προηγούμενες σκέψεις, επειδή χάνουμε την ικανότητά μας να εμφανιζόμαστε ως κοινωνική δύναμη υπό τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Δεν κατορθώσαμε να αντισταθούμε στην τεχνολογική ευκολία, ξεπερνώντας τους διάφορους εθισμούς που μας ενσταλάζει ο καπιταλισμός, εγκαταλείποντας τις πουριτανικές συνήθειες που παρουσιάζονται ως «πολιτική», εξαπλώνοντας επαναστατικές φαντασιώσεις ή κοινωνικοποιώντας την καθημερινή ζωή. Η ικανότητά μας να ενεργοποιούμε ταραχές ήταν αρκετή για να αλλάξουμε τον κοινωνικό λόγο και να ανοίξουμε μερικές νέες δυνατότητες για τα κοινωνικά κινήματα τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αν όμως το σύστημα δεν επιδιορθωθεί γρήγορα, οι μάχιμες δεξιότητές μας μπορεί να γίνουν ανεπαρκείς και αόρατες δίπλα στις πολύ μεγαλύτερες συγκρούσεις που θα προκύψουν. Η ικανότητα που μπορεί να είναι πιο σημαντική και που φαίνεται να είναι η πιο ελλιπής, είναι η ικανότητα μετατροπής της επιβίωσης σε κοινό ζήτημα. Δυστυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι μοιάζει να περνούν στην ακραία πλευρά του ατομικισμού, δηλαδή στις πιο ακραίες μορφές αλλοτρίωσης.

Όλα αυτά μπορούν φυσικά να αλλάξουν. Εν τω μεταξύ, είναι πιο λογικό να μιλάμε για το τι μπορεί να είναι η ζωή για εμάς τους ίδιους τα επόμενα χρόνια σε συνθήκες συστημικής αναταραχής. Έχουμε ακόμα τη δυνατότητα να διαδίδουμε νέες ιδέες σε κοινωνική κλίμακα, να παίζουμε το ρόλο της συνείδησης της κοινωνίας. Ο καπιταλισμός έχει ελάχιστη πια νομιμοποίηση· πρέπει να ξεμπερδεύουμε μαζί του πριν αναπτύξει μια νέα αφήγηση για να δικαιολογήσει την ακόρεστη επέκτασή του.

Για να μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό, πρέπει να αναπτύξουμε μια ξεκάθαρη γνώση των διαδρομών διαφυγής που εξακολουθούν να είναι ανοικτές για όσους θα διατηρήσουν και θα ανανεώσουν τον καπιταλισμό και να τους υπονομεύσουμε προτού μπορέσουν να ενισχυθούν και να μετατραπούν σε φέροντα στοιχεία της επόμενης παγκόσμιας αφηγηματικής δομής . Απλές κριτικές για τη φτώχεια, την ανισότητα και τη οικολογική καταστροφή δεν αρκούν. Αποκομμένες από μια αναρχική στρατηγική, κάθε μία από αυτές τις γραμμές διαμαρτυρίας θα βοηθήσει μόνο να λειάνει τις γραμμές μιας συγκεκριμένης γραμμής διαφυγής από τις αντιφάσεις που υπάρχουν σήμερα προς ένα καπιταλιστικό μέλλον.

Μόλις λήξει ο νεοφιλελευθερισμός και καταστραφεί σημαντική ποσότητα της παγκόσμιας αξίας από τυχαίες χρεοκοπίες ή πόλεμο, κάτι σαν το καθολικό βασικό εισόδημα (UBI, universal basic income) θα γίνει πιθανώς μια ελκυστική στρατηγική για την επανένταξη. Θα μπορούσε να επανεντάξει τους φτωχούς και περιθωριοποιημένους, να παράσχει μια νέα ομάδα για δανεισμό που υποστηρίζεται από την κυβέρνηση και να προσφέρει λύση για τη μαζική ανεργία που επιδεινώνεται από τις εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης. Επιπλέον, οι εκδοχές του καθολικού βασικού εισοδήματος είναι απόλυτα συμβατές τόσο με μια προοδευτική, αναγεννητική πολιτική όσο και με μια δεξιά, ξενοφοβική πολιτική που θα συνδέσει τέτοια οφέλη με την υπηκοότητα. Το εγγυημένο βασικό εισόδημα μπορεί να πάρει την θέση του αιτήματος για ευημερία και μπορεί να δικαιολογηθεί τόσο με τη ρητορική της κοινωνικής δικαιοσύνης όσο και με τη ρητορική της περικοπής της κυβερνητικής γραφειοκρατίας. Μια τέτοια διμερής συνεργασία αυξάνει τις δυνατότητες μιας νέας πολιτικής συναίνεσης. Οι εταιρικοί υποστηρικτές του καθολικού βασικού εισοδήματος – και αυτοί είναι σε άνοδο– μπορούν να κάνουν χρήση των αντικαπιταλιστικών κριτηρίων της φτώχειας και της ανισότητας για να καλέσουν τις κυβερνήσεις να επενδύσουν στις ίδιες μορφές κοινωνικής χρηματοδότησης και μηχανικής που θα εξομαλύνουν τα προβλήματα που προκαλούν οι ίδιες οι εταιρείες και θα διατηρήσουν μια βιώσιμη καταναλωτική βάση που θα συνεχίσει να αγοράζει τα προϊόντα τους.

Οι επικρίσεις της ανισότητας μπορούν να απαντηθούν ευκολότερα με υποσχέσεις μεγαλύτερης συμμετοχής: την προαναφερθείσα δημοκρατική ανανέωση. Όσον αφορά τις κριτικές ανισότητας σχετικά με το φύλο, τη φυλή και άλλους άξονες καταπίεσης που συνδέονται με πολλές από τις κοινωνικές συγκρούσεις που υπονομεύουν τη δημοκρατική τάξη, ο φεμινισμός της ισότητας και ο αντιρατσισμός της ισότητας έχουν ήδη θριαμβεύσει. Το πρώτο έχει τροποποιήσει τις κυρίαρχες αντιλήψεις για το φύλο, ενισχύοντας τη δυαδικότητα, αλλά επιτρέποντας στους ανθρώπους να κατανοήσουν το φύλο ως μια ακόμη καταναλωτική επιλογή αυτοέκφρασης. Βρίσκονται στο δρόμο για την πλήρη ενσωμάτωση όλων των ταυτοτήτων μέσα σε μια πατριαρχική, λευκή σοβινιστική πρακτική. Απορρίπτοντας ονομαστικά τις ασκήσεις παραστρατιωτικής εξουσίας που ιστορικά ήταν απαραίτητες για τη διατήρηση των κοινωνικών ιεραρχιών (π.χ. βιασμός, λιντσαρίσματα), μπορούν τελικά να «μοιραστούν» τις συμπεριφορές και τα προνόμια που προηγουμένως ήταν κρατημένα αποκλειστικά για τους ετεροφυλόφιλους λευκούς. Στην πράξη, η ισότητα σημαίνει ότι όλοι μπορούν να ενεργούν όπως ο ετεροφυλόφιλος λευκός άνδρας, μόλις «καθησυχαστεί» αυτό το κανονιστικό θέμα οι παραστρατιωτικές του λειτουργίες θα αναληφθούν ξανά από επαγγελματικούς φορείς όπως η αστυνομία, το ιατρικό κατεστημένο, οι διαφημιστικοί οργανισμοί κ.ο.κ.

Μια τέτοια πρακτική ισότητας εξουδετερώνει την απειλή που έχουν θέσει τα φεμινιστικά και αντιαποικιοκρατικά κινήματα στον καπιταλισμό και το κράτος. Η μόνη διέξοδος από αυτό είναι η συσχέτιση μη-κανονικών φορέων με πρακτικές που είναι εγγενώς ανατρεπτικές και όχι με ουσιοκρατικές ετικέτες ταυτότητας που μπορούν να αφομοιωθούν. Δεν επικρίνουμε το Κράτος επειδή δεν υπάρχουν αρκετές γυναίκες να το καθοδηγούν, αλλά επειδή ήταν πάντοτε πατριαρχικό· όχι επειδή οι ηγέτες του είναι ρατσιστές, αλλά επειδή το ίδιο το Κράτος είναι μια αποικιοκρατική επιβολή, και η αποικιοκρατία θα είναι ζωντανή με τη μια ή με την άλλη μορφή μέχρι να καταργηθεί το Κράτος. Μια τέτοια άποψη απαιτεί να δοθεί περισσότερη έμφαση στις ιστορικές συνέπειες της καταπίεσης και όχι στους συμβολικούς δείκτες της καταπίεσης στην παρούσα στιγμή.

Όσον αφορά τις κριτικές για την οικολογική καταστροφή, ο καπιταλισμός «πρέπει να αρχίσει να φροντίζει το περιβάλλον». Είναι σαφές ότι πρέπει να επικεντρωθούμε στην αμφισβήτηση του «τι σημαίνει αυτό» αντί να εστιάζουμε στους αντιδραστικούς που εξακολουθούν να μην συμφωνούν με κάποια εκδοχή του. Οι καπιταλιστικές ανησυχίες για το περιβάλλον θα περιλαμβάνουν αναγκαστικά τη διαχείριση και τη μηχανική φύση. Η αντικαπιταλιστική ανησυχία για το περιβάλλον δεν έχει νόημα αν δεν είναι οικο-κεντρική και αντιαποικιοκρατική.

Αυτό που γίνεται στον πλανήτη είναι αποτρόπαιο. Οι υπεύθυνοι πρέπει να στερηθούν κάθε κοινωνική εξουσία και να απαντήσουν για τα εκατοντάδες εκατομμύρια θανάτων και εξαφανίσεων που έχουν προκαλέσει. Πάνω από όλα, δεν μπορούμε να τους εμπιστευτούμε για την επίλυση ενός προβλήματος από το οποίο οι ίδιοι επωφελούνται. Η ρίζα του προβλήματος δεν είναι τα ορυκτά καύσιμα, αλλά η μακρόχρονη ιδέα ότι ο πλανήτης –πρακτικά, ολόκληρο το σύμπαν – υπάρχει για την ανθρώπινη κατανάλωση. Αν δεν μπορέσουμε να επιτύχουμε μια αλλαγή σχήματος και να φέρουμε στο προσκήνιο την ιδέα ότι ο σκοπός μας είναι να βοηθήσουμε και να φροντίσουμε τη γη, να είμαστε ένα σεβαστό μέρος μιας συμβιωτικής ζωής, δεν υπάρχει ελπίδα για να σώσουμε την άγρια​​φύση, να απελευθερώσουμε την ανθρωπότητα ή να σταματήσουμε τον καπιταλισμό.

Η τεχνολογία βρίσκεται στο σταυροδρόμι όλων των οδών διαφυγής από την οικολογική κρίση που είναι ανοιχτές μπροστά στον καπιταλισμό. Η τεχνολογία δεν είναι ένας κατάλογος εφευρέσεων. Αντίθετα, είναι η αναπαραγωγή της ανθρώπινης κοινωνίας όπως φαίνεται μέσα από έναν τεχνικό φακό: το «πως» της κοινωνικής αναπαραγωγής. Τα πάντα για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συνδέονται με τον υπόλοιπο πλανήτη και πώς δομούμε τις εσωτερικές μας σχέσεις διαμορφώνεται από την τεχνολογία μας. Αντί να βουλιάζουμε στο τυπικά ηλίθιο πλαίσιο της συζήτησης – τεχνολογία, καλή ή επικίνδυνη;– πρέπει να επικεντρωθούμε στον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία, όπως υπάρχει στην παγκόσμια κοινωνία, λειτουργεί ως ένας οδοστρωτήρας τύπου όλα ή τίποτα. Η μόνη συζήτηση σχετικά με την τεχνολογία από όπου δεν μπορούμε να απέχουμε και η οποία παραμένει εκτός των κυρίαρχων πλαισίων, αντιμετωπίζει τον αυταρχικό χαρακτήρα της τεχνολογίας όπως υπάρχει σήμερα. Η τεχνολογία παρουσιάζεται ως επιλογή των καταναλωτών, αλλά κάθε νέα πρόοδος καθίσταται υποχρεωτική μέσα λίγα χρόνια. Είμαστε αναγκασμένοι να την υιοθετήσουμε ή να αποκλειστούμε εντελώς. Κάθε νέα πρόοδος ξαναγράφει τις κοινωνικές σχέσεις, αποκλείοντας μας σταδιακά από τον έλεγχο της ζωής μας και δίνοντας αυτό τον έλεγχο στις κυβερνήσεις που μας παρακολουθούν και στις εταιρείες που μας εκμεταλλεύονται. Αυτή η απώλεια ελέγχου σχετίζεται άμεσα με την καταστροφή του περιβάλλοντος.

Πουλάμε όλο και περισσότερο μια μετανθρωπιστική αφήγηση στην οποία η φύση και το σώμα παρουσιάζονται ως περιορισμοί που πρέπει να ξεπεραστούν. Αυτή είναι η ίδια παλιά ιδεολογία του Διαφωτισμού που οι αναρχικοί έχουν αγκαλιάσει ξανά και ξανά και στηρίζεται σε ένα μίσος του φυσικού κόσμου και μια σιωπηρή πίστη στην (δυτική) ανθρώπινη υπεροχή και στο απεριόριστο δικαίωμα πάνω στο κόσμο. Χρησιμοποιείται επίσης όλο και περισσότερο για να κάνει το καπιταλιστικό μέλλον δελεαστικό και ελκυστικό, σε μια εποχή που μια από τις κύριες απειλές για τον καπιταλισμό είναι ότι πολλοί άνθρωποι δεν βλέπουν τα πράγματα να βελτιώνονται. Αν εμείς οι αναρχικοί δεν μπορούμε να ανακτήσουμε τη φαντασία μας, αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την πιθανότητα μιας ευτυχισμένης ύπαρξης, όχι μόνο για φευγαλέες στιγμές άρνησης αλλά και για το είδος της κοινωνίας που θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε, για τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να συσχετιστούμε ο ένας με τον άλλο σε αυτό πλανήτη, τότε δεν πιστεύω ότι έχουμε πιθανότητες να αλλάξουμε το τι θα συμβεί στη συνέχεια.

Το σύστημα εισέρχεται σε μια περίοδο χάους. Οι κοινωνικοί πυλώνες που θεωρούνταν πολύ σταθεροί, τραντάζονται. Εκείνοι που κατέχουν και κυβερνούν αυτόν τον κόσμο ψάχνουν τρόπους να κρατήσουν την εξουσία ή να χρησιμοποιήσουν την κρίση για να αποκτήσουν ένα πλεονέκτημα απέναντι στους αντιπάλους τους. Οι δομές που έχουν οικοδομηθεί από παλιά είναι σε μια πορεία σύγκρουσης και δεν μπορούν να συμφωνήσουν τι διόρθωση πρέπει να κάνουν, αλλά δεν θα μας αφήσουν να κατέβουμε από αυτή την αυτοκτονική διαδρομή. Μπορούν να μας προσφέρουν θέσεις εργασίας, βιολογικά τρόφιμα και ταξίδια στο φεγγάρι· μπορούν και να μας τρομοκρατήσουν σε υποταγή.

Είναι μια τρομακτική στιγμή και τα διακυβεύματα είναι υψηλά. Αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία δεν έχουν τον έλεγχο. Δεν γνωρίζουν τι θα συμβεί στη συνέχεια, τα συμφέροντά τους αποκλίνουν και δεν έχουν συμφωνήσει σε ένα σαφές σχέδιο. Παρόλα αυτά, ρίχνουν όλους τους πόρους που έχουν στην κατοχή τους για να κρατηθούν στην εξουσία. Εν τω μεταξύ, οι αποτυχίες τους είναι ορατές σε όλους και η αβεβαιότητα αιωρείται στην ατμόσφαιρα. Είναι μια στιγμή που απαιτεί ποιοτικά περισσότερα από εμάς: κοινοτικές πρακτικές αλληλεγγύης που μπορούν να κλιμακωθούν από κοντινές ομάδες σε γειτονιές, στην κοινωνία συνολικά, σχέδια για το τι θα μπορούσαμε να κάνουμε αν είχαμε τον έλεγχο της δικής μας ζωής και σχέδια για το πώς θα φτάσουμε εκεί, πρακτικές αυτοάμυνας και δολιοφθοράς που μπορούν να μας επιτρέψουν να σταθούμε όρθιοι και να αποτρέψουμε όσους βρίσκονται στην εξουσία να διαφεύγουν συνεχώς.

Είναι ένα δύσκολο έργο. Κανονικά εμείς οι αναρχικοί, δεν θα έπρεπε να είμαστε καν στη σκηνή πια. Ο καπιταλισμός έχει εισβάλει σε κάθε γωνιά της ζωής μας, στρέφοντάς μας εναντίον των εαυτών μας. Η ισχύς του Κράτους έχει αυξηθεί εκθετικά και μας έχουν νικήσει τόσες φορές πριν. Παρόλα αυτά, το σύστημά τους καταρρέει ξανά. Τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά, θα αναζητήσουν λύσεις. Θα προσπαθήσουν να μας στρατολογήσουν ή να μας σιωπήσουν, να μας ενώσουν ή να μας χωρίσουν –αλλά πάνω από όλα, θέλουν να σιγουρευτούν ότι αυτό που θα συμβεί στη συνέχεια δεν θα εξαρτάται από εμάς.

Αυτό είναι το Μέλλον, μια μηχανή που είναι απασχολημένη με το να παράξει μια νέα έκδοση της ίδιας παλιάς κυριαρχίας, προκειμένου να θάψει όλες τις αχαρτογράφητες δυνατότητες που η φθορά του συστήματος ανοίγει μπροστά μας. Μπορούμε να καταστρέψουμε αυτό το Μέλλον και να ξανακερδίσουμε τη ζωή μας, ξεκινώντας από το μακρύ καθήκον να μετατρέψουμε την παρούσα ερημιά σε ένα κήπο γεμάτο ζωή και ελευθερία. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα αναγκαστούμε απλά να υποκύψουμε.

____________

Peter Gelderloos

Μετάφραση για τη συλλογικότητα ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ: Τάσος Σαγρής – με τη βοήθεια των συντρόφων από την ιστοσελίδα https://geniusloci2017.wordpress.com/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License