Μήνυμα του διωκόμενου συντρόφου Δημήτρη Χατζηβασιλειάδη, για τις 6 Δεκέμβρη

Τ’ αφεντικά και οι τεχνοκράτες τους κάνουν ταμείο κάθε μέρα. Ο χρόνος είναι χρήμα και καρέκλες. Αναπόδραστη καπιταλιστική συνθήκη. Η νέα κυβέρνηση εκλέχθηκε από μια φασιστική-αστική ολιγαρχία για να ισοπεδώσει τις υποτελείς τάξεις και να συνεχίσει την ληστρική πρωτογενή συσσώρευση για το κεφάλαιο. Πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν το κοινωνικό υλικό με την αχαλίνωτη τρομοκρατία. Λογαριάζουν όμως πάνω σ’ έναν χάρτη χωρίς αντίπαλο. Για πόσο μπορεί να έχει ισχύ ο νόμος του εκμεταλλευτή; Για πόσο μπορεί να διατηρείται μια μηχανική τάξη σα να ‘ναι οριστικά νεκροί οι υποτελείς; Όλη η γη να γίνει φυλακή, δεν θα χωρέσει την απόγνωση που γιγαντώνεται. Αυτοί που εγκλοβίστηκαν ένας ένας στην επιβίωση, την απομόνωση, την ηττοπάθεια και την απελπισία θα ξαναβγούν όλοι μαζί στους δρόμους. Όπως σήμερα σε όλες τις μεριές του πλανήτη. Είναι η στιγμή που οι λογαριασμοί της εξουσίας μηδενίζονται. Κι έρχονται στο βίαιο προσκήνιο οι δικοί μας λογαριασμοί, χρόνων, δεκαετιών, αιώνων, όπως έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν για τον άγγελο της ιστορίας.

Οι πιο καλές μέρες δεν ήρθαν ακόμα

Το τελεσίγραφο του νυν υπουργού αστυνομίας είναι ένα φάντασμα που τον στοιχειώνει από την προηγούμενη δεκαετία, ένας δικός του λογαριασμός, συνέπεια του ρόλου που ανέλαβε μέσα στους καθεστωτικούς μηχανισμούς στις απαρχές της ανέλιξής του. Ο λεγάμενος δεν είναι μόνο το αμερικανάκι που ξεκίνησε την μακρά, εγγενώς ατέρμονη εκστρατεία ξεριζώματος του σύγχρονου αντάρτικου από τον ελλαδικό χώρο. Είναι επίσης αυτός που ανέλαβε με την πρώτη αλλαγή κυβέρνησης μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου να διαλύσει ότι γεννήθηκε από την εξέγερση του Δεκέμβρη. Ο τεχνοκράτης της αντιεξέγερσης. Ο ίδιος που ανακοίνωσε πρώτος την κατασκευή στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Τ’ αφεντικά και οι τεχνοκράτες τους κάνουν ταμείο κάθε μέρα. Ο χρόνος είναι χρήμα και καρέκλες. Αναπόδραστη καπιταλιστική συνθήκη. Η νέα κυβέρνηση εκλέχθηκε από μια φασιστική-αστική ολιγαρχία για να ισοπεδώσει τις υποτελείς τάξεις και να συνεχίσει την ληστρική πρωτογενή συσσώρευση για το κεφάλαιο. Πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν το κοινωνικό υλικό με την αχαλίνωτη τρομοκρατία. Λογαριάζουν όμως πάνω σ’ έναν χάρτη χωρίς αντίπαλο. Για πόσο μπορεί να έχει ισχύ ο νόμος του εκμεταλλευτή; Για πόσο μπορεί να διατηρείται μια μηχανική τάξη σα να ‘ναι οριστικά νεκροί οι υποτελείς; Όλη η γη να γίνει φυλακή, δεν θα χωρέσει την απόγνωση που γιγαντώνεται. Αυτοί που εγκλοβίστηκαν ένας ένας στην επιβίωση, την απομόνωση, την ηττοπάθεια και την απελπισία θα ξαναβγούν όλοι μαζί στους δρόμους. Όπως σήμερα σε όλες τις μεριές του πλανήτη. Είναι η στιγμή που οι λογαριασμοί της εξουσίας μηδενίζονται. Κι έρχονται στο βίαιο προσκήνιο οι δικοί μας λογαριασμοί, χρόνων, δεκαετιών, αιώνων, όπως έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν για τον άγγελο της ιστορίας.

Έτσι η δική μας ιστορία ξαναξεκινάει κάθε πρωί από την 6η Δεκέμβρη του 2008. Τότε που η δύναμη της απόγνωσης έδειξε ότι είναι ικανή να κάψει τον κόσμο της εκμετάλλευσης. Μια πρώτη στάση σημαίνουσας μνήμης, στις 8 Δεκέμβρη 2008: Οι μαθητές σε όλη την χώρα επιτίθενται στα αστυνομικά τμήματα. Στην Αθήνα κατεβαίνουν από τις γειτονιές στο κέντρο, κάποια σχολεία περνούν και στέκονται μπροστά από το Πολυτεχνείο φωνάζοντας συνθήματα. Ξεχύνονται στην πόλη, σπάνε και καίνε τράπεζες, υπουργεία, χλιδάτα καταστήματα. Το βράδυ μετατρέπουν το Πολυτεχνείο σε νταμάρι-αυτοοργανωμένο εργοτάξιο της ελπίδας.

Κάθε κύκλος της εδώ αντιστασιακής ιστορίας έχει βάλει τις σημαίες του στον «βούρκο»1, στη λαϊκή εκκλησία των επαναστατικών προταγμάτων. Κι ο «βούρκος», έχοντας γίνει ένας συσσωρευτής ιστορικής συμπύκνωσης χαρίζει στους εκάστοτε υπερασπιστές του μια διαύγεια ενότητας ανάμεσα στις μυριάδες αφετηρίες και τον πολικό αστέρα της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Σ’ ετούτο το σμίξιμο του χρόνου με μια στιγμή που πέφτουν λογαρισμοί στην πίστα της άγριας ταξικής πάλης, θα βάλω μερικά σήμαντρα, μερικούς κόκκους από το συλλογικό καλάθι εμπειρίας της κοινωνικής εξέγερσης, από τα μονοπάτια που οδηγούν στον έναν και κοινό προορισμό.

Το κράτος βιαζόταν να κλείσει τους λογαριασμούς του με την εξέγερση. Έρχονταν οι επόμενες μάχες, ο ξεσηκωμός ενάντια στην σαρωτική επέλαση των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων. Αναδύθηκε ένα εξεγερσιακό κίνημα πολύχρονο, με τοπικές βάσεις και συγκεντρωτικές εξάρσεις. Η αντιεξέγερση εκδηλώθηκε ωμά. Με εντατικό χημικό πόλεμο και μαζικά βασανιστήρια, εξευτελισμούς, κάθε είδους τρομοκρατία, αστυνομική και οικονομική. Το Φλεβάρη του 2012 εκείνο το κίνημα έσπασε τελικά από την στρατοκρατική βία.

Η απάντηση δεν ήρθε από καμία πολιτική οργάνωση, δεν ήρθε από τα σωστά πολιτικά προγράμματα - ήρθε από την εξέγερση, πάλι. Οι μαχητικές εκφάνσεις της κινητοποίησης μνήμης για τον δολοφονημένο αντιφασίστα Παύλο Φύσσα, τον Σεπτέμβρη του 2014, προεικόνισαν μια αναγέννηση. Από την κόλαση και την απελπισία της 12ης Φλεβάρη βγήκαμε μ’ έναν ακόμα Δεκέμβρη, εκείνον που πυροδότησε η απεργία πείνας του αναρχικού αιχμάλωτου Νίκου Ρωμανου. Η ενσυναίσθηση και η οργή που ενέπνευσε ο έγκλειστος σύντροφος, οι φωτιές των Εξαρχείων, το περικυκλωμένο κατειλημμένο Πολυτεχνείο, οι πολυάριθμες καταλήψεις κι επιθετικές πρωτοβουλίες πανελλαδικά, επανέφεραν το φάντασμα της αναρχίας πάνω από την βασιλεύουσα τάξη.

Η έκτη επέτειος της δολοφονίας του Αλέξη έβαλε μια νέα ρίζα. Καμία επέτειος δεν θα μπορούσε να είναι μια στείρα επανάληψη. Οι επόμενοι Δεκέμβρηδες αποτέλεσαν στιγμές δοκιμασίας της αγκύρωσής μας στο έδαφος. Ο συντονισμός και η εμπιστοσύνη όλων όσων συγκροτούσαν το μέτωπο της σύγκρουσης, η προετοιμασία και η σταθερή αποφασιστικότητα του καθενός, τα οδοφράγματα και οι ταράτσες, η ζύμωση στη γειτονιά και η συμμετοχή του ανοργάνωτου πλήθους. Τίποτα δεν ήταν πλέον όπως πριν. Κι έτσι είναι κάθε φορά. Μα κάθε νέα στιγμή κοινωνικής σύγκρουσης μεταφέρει στοιχεία ικανά να ξανασυνδέσουν όλη την ιστορία μας.

Εγώ γεννήθηκα στην λαϊκή εκκλησία, τον Γενάρη του 1990. Στην μακρόχρονη κατάληψη του Πολυτεχνείου που ακολούθησε τη νύχτα οργής για την αθώωση του μπάτσου που είχε δολοφονήσει τον Μιχάλη Καλτεζά. Τα Πολυτεχνεία δεν ήταν ποτέ του Μίκυ. Ήταν εξαρχής του Κουμή και της Κανελλοπούλου, μετά και του Μιχάλη. Της εξεγερμένης πλέμπας. Του καθενός μας. Στην κατάληψη του ‘90 γεννήθηκε μια συνέλευση αναρχικών μαθητών. Συνεχίσαμε μ’ έναν πυρήνα αναρχικών μαθητών. Ορισμένοι απ’ τους καλύτερους έφυγαν απ’ τη ζωή βίαια, πολύ νωρίς. Θα τους βρούμε στην πορεία της μνήμης.

Θα διατρέξω όλα τα Πολυτεχνεία που άφησαν σημάδια έκτοτε, σα να συνοψίζουμε μια μέρα. 10 κι 11 Γενάρη 1991 εν’ μέσω μαθητικών καταλήψεων, η δολοφονία του κομμουνιστή καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα από τάγμα εφόδου της Νέας Δημοκρατίας στην Πάτρα, προκαλεί την πιο μαζική εξέγερση από το 1973. Το καλοκαίρι, με αφορμή την επίσκεψη του προέδρου των ΕΠΑ, Μπους (επικεφαλής της πρώτης επέμβασης στο ΙΡΑΚ), το Πολυτεχνείο μετατρέπεται προκαταβολικά σε εστία εξόρμησης, ενάντια στην διακρατική κυριαρχία. Τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, μετά από μαθητική πορεία που δέχτηκε σφοδρή καταστολή, το Πολυτεχνείο γίνεται ο χώρος επανασυσπείρωσης και το έσχατο ανάχωμα των διαδηλωτών. Το κράτος πυρπολεί με δακρυγόνο το κτήριο της Πρυτανείας και το πρωί εισβάλει. Όταν σταθήτε σ’ ένα οδόφραγμα να ξέρετε ότι πιθανώς να στέκονται ακόμα δίπλα σας και κάποιοι που είχαν μείνει μέχρι τέλος σ’ εκείνο το ανάχωμα. Ύστερα, ο Νοέμβρης του 1995, με τις φυλακές να φλέγονται, το κράτος πάλι εισβάλει στο Πολυτεχνείο και βρίσκει μπροστά του ένα μαζικό κίνημα.

Χάσμα στον χρόνο και πάλι εδώ. Μετά τον Δεκέμβρη του ‘08 ούτε τα Πολυτεχνεία θα είναι τα ίδια. Δεν είχαν διστάσει να συλλάβουν πεντακόσιους μια δεκαπενταετία πριν κι ωστόσο, το ‘14 οι δεκαπέντε που έμειναν μέσα, φρουρά όταν οι πολλοί έπρεπε να είναι στους δρόμους, ήταν αρκετοί για να φρενάρουν τον δολοφονικό μηχανισμό. Το Νοέμβρη του 2016, που χρωματίστηκε από την επίσκεψη του τότε προέδρου των ΕΠΑ, Ομπάμα, φάνηκε σε όλους τι έχει αλλάξει. Εκεί, στο Πολυτεχνείο όλοι ξέραμε ότι δεν θα τους αφήσουμε να μπουν. «Με τη φωτιά, με τις μπετόβεργες, με τα χέρια μας, με τα δικά τους όπλα, με άσβεστο μίσος. Τέρμα τα μακάβρια αστεία της εξουσίας. Έχουμε κάψει πολλά πνευμόνια, μαζέψαμε αρκετές βουρδουλιές, κουβαλάμε πολλούς νεκρούς. Έχουμε πάθει ανοσία. Πολλοί νεκροί, σαν φαντάσματα στοιχειώνουν την εξουσία. Καθένας τους μια κόκκινη θάλασσα ικανή να βυθίσει την πολιτεία. Καθένας τους μια μαύρη στρατιά απυρόβλητη»2.

Είναι σε τέτοιες στιγμές, που οι χρόνοι συγχωνεύονται κλειδώνοντας πορεία. Όπως εκείνο το ‘16 απ’ όπου πέρασε τιμητικά ο γέρος αγωνιστής του ΚΚΕ «που είχε ξανάρθει εδώ» κι αφού είπε μονολεκτικά «σχολείο» βλέποντας τα παιδιά στην φάμπρικα, χαιρέτησε έναν προς έναν κατά πρόσωπο τους κουκουλωμένους καταληψίες, μ’ ένα «γεια σου σύντροφε». Η μνήμη – στράτα των κατακτήσεων, των βιωμάτων, των οραμάτων που δεν θα παραδοθούν ποτέ. Γεια σου σύντροφε. Οι πιο καλές μέρες δεν ήρθαν ακόμα. Συνεχίζουμε.

Πριν ολοκληρώσει τον κύκλο της αυτή η μέρα θα μας βρίσκει πάντα ανάμεσα στους αβράκωτους «πραξικοπηματίες» του Νοέμβρη του 2017, που πήραν την εκκλησία της εξέγερσης από τα κουμάντα της εικοσαετούς κομματικής κυριαρχίας και σήψης, λυγίζοντας το πνεύμα που καθοδηγούσε τις στρατιές εκατοντάδων εξοπλισμένων ταξινόμων. Η «τρέλα» που οδήγησε στην ύστατη ξεφτύλα τα κομπρεμί με την καθεστωτική αριστερά. Όλα τα εξεγερμένα Πολυτεχνεία ήταν γενοτυπικές προεικονίσεις μιας κοινωνικής δημοκρατίας. Οικουμενικής αφότου βγήκαν μπροστά στις μάχες διεθνείς φυγάδες κι αναζητητές της αγωνιζόμενης κοινότητας.

Καθώς σουρουπώνει στην βόλτα από την λαϊκή εκκλησία, οφείλω έναν χαιρετισμό θαυμασμού κι ελπίδας -οι περασμένοι χρόνοι πρέπει να επιστρέφουν σαν μαθητές- στ’ αλάνια που δεν άφησαν την τελευταία πρωτομαγιά (2019) να φύγει δίχως χάδια. Μετριόντουσαν στα δάχτυλα ενός χεριού οι τελευταίοι του ταμπουριού κι όμως κρατούσαν την πύλη της Τοσίτσα με μερικές βέργες, απέναντι στις αλλεπάλληλες εφόδους μιας λυσσασμένης διμοιρίας. Τα τελσίγραφα, ο κοινός Δεκέμβρης, το σφαγείο που θέλει να γίνει γενικός κανόνας… Τι να μας πουν τρεις τύποι στην Τοσίτσα; Πως δεν πέφτουν οι πύλες, πως δεν γκρεμίζονται τα ντουβάρια, πως κρατιέται ο δρόμος ανοιχτός.

Να γιατί εγκαταστάθηκαν οι ορδές των ένστολων βασανιστών, βιαστών και δολοφόνων στα Εξάρχεια. Επειδή το Πολυτεχνείο απλώθηκε σ’ αυτήν τη γειτονιά. Επειδή οι νέοι αγωνιστές έκαναν την κάθε νύχτα 6 Δεκέμβρη. Μπορεί το κράτος να καταργήσει τη νύχτα; Τον Αύγουστο ξεκίνησε με αποκλεισμό του Πολυτεχνείου. Πήραν φωτιά οι δρόμοι. Στις 26 άρχισε το σφυροκόπημα των καταλήψεων. Η Gare ήταν πρώτη μαζί με τις μεταναστευτικές. Η Τοσίτσα κι η Καλλιδρομίου έγιναν no mans land, μα και σημεία διαρκούς σύγκρουσης. Το κράτος δεν μπορεί να παράξει τίποτα που να μην το εξαναγκάζει σε εντατικότερη καταστολή. Φυτεύει στρατό. Δεν θα ‘ρθουν οι μάγοι με τα δώρα; Είναι βέβαιο ότι θα βουτήξουν στη μαγεία της εξέγερσης ακόμα περισσότεροι.

Στα μέσα της επερχόμενης νύχτας ξαναβρίσκουμε τον Βασίλη (εφημερίδα «Οδόφραγμα»), τον σύντροφο στις πρώτες μας σπίθες. Να μην ξεχνάμε μεγαλώνοντας την ειλικρίνεια, το πάθος, την άδολη αποφασιστικότητα, την αμέριστη συντροφικότητα της νιώτης. Αυτή που κράτησε τις σημαίες, που άνοιξε περάσματα μπροστά, που δημιούργησε τους Δεκέμβρηδες.

Ξημερώματα, μέσα στη σιωπή, ξανανταμώνουμε στα βλέμματα αμοιβαίας αφοσίωσης στις επάλξεις των αντιστεκόμενων καταλήψεων και των μαχητικών ανακαταλήψεων. Στον κοινωνικό διεθνισμό, όπου γίναμε ένα, ντόπιοι και φυγάδες. Εκεί θα κρατάει το πιο ψηλό πόστο ο Δημήτρης που έγινε λάμψη παντοτινή (νωρίς κι ετούτος) μέσα στην ορμή της αλληλεγγύης.

Τα πρωϊνά μας περιμένει ο Παντελής (έσβησε κι αυτός νωρίς) στην Ερμού, ο καταληψίας που δεν έλλειψε από καμία εργατική παρέμβαση και δεν τσιγκουνευόταν τους αμέτρητους λόγους - αγκαλιές αλληλεγγύης κι ελπίδας που χάριζε στους εργάτες του εμπορίου. Με τον ίδιο αυθορμητισμό με τον οποίο μπήκε στην μπροστινή αλυσίδα στον απεργιακό φραγμό που υποδέχτηκε τα ΜΑΤ. Για να θυμίζει ότι αυτό που λέγεται με μισόλογα «κοινωνική απεύθυνση» είναι έργο που προϋποθέτει συμπόνοια και κατανόηση για τον άλλο καταπιεζόμενο, εξεγερσιακό πάθος, ταπεινοφροσύνη και χαρά.

Με το φως του μεσημεριού σφηνώνονται στον ύπνο της συνείδησης οι Ολικοί Αρνητές Στράτευσης, ψιθυρίζοντας ότι δεν υπάρχει ούτε ο ελάχιστος αγώνας δίχως προσωπική θυσία. Στην στοργή αυτής της αχτίδας ξαναζωντανεύει ο Νίκος που πήδηξε από την ταράτσα αρνούμενος να καταταγεί. Προυσία που θα συνθλίβει το αυγό του εθνικισμού μέσα στην αναρχία.

Το απόγευμα, για να ξεκουραστεί ο ήλιος πρέπει να πιούμε τον πικρό καφέ της αβυσσαλέας απόστασης που χωρίζει κι ενώνει ταυτόχρονα τους μέσα και τους έξω από την φυλακή. Να κρατήσουμε ενός αιώνος σιγή περίσκεψης για εκείνους που κάνουν την αναρχία βλαστερή και τους τιτάνες που ορθώνουν το επαναστατικό ήθος στον ουρανό μέσα από τους κρύους τοίχους. Ύστερα μπορούμε να γελάσουμε σα να ‘μασταν πάλι μαζί αυτοί που μοιράστηκαν ένα κελί. Στον αποχαιρετισμό μας θα φιλήσω εσάς τους έντιμους που δεν κάνατε την πληγή γαλόνια για μικροκομματική σπέκουλα και δεν επιστρέψατε υποδεικνύοντας στους νεότερους πως να μην αγωνίζονται.

Την ώρα που χάνεται η μέρα μέσα στη νύχτα πιάνει την διπλανή καρέκλα ο Χριστόφορος, που μας ζητούσε να μην ξεχαστεί το πέρασμά του από την επαναστατική αναρχία, γνωρίζοντας ότι και σήμερα, μια φορά ακόμα κι άλλη μια, στον επόμενο σταθμό τον περιμένει μια σφαίρα. Γιατί οι κοινωνικά νεκροί εξακολουθούν να προσπαθούν να θάψουν τους ζωντανούς. Οι πιο άθαρροι απ’ αυτούς εξακολουθούν να το αναθέτουν στο κράτος.

Όταν πέσει το βαθύ σκοτάδι συνάσονται κάτω από τον Αλέξη και τον Berkin και από τον Erkan, κάτω από τον Mazlum, τον γυιό του Metin, τον Hosseini και τον Baran, τα ήρεμα πρόσωπα των Τούρκων και Κούρδων συντρόφων που συνεχίζουν αγέροχοι, υπομονετικοί, όλοι σακατεμένοι και πενθούντες από τα βουνά, τις φυλακές και τις απεργίες πείνας. Πρόσωπα που μεταστοιχειώνουν τον πόνο σε απέραντη συναίσθηση.

Δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβουμε. Την ιστορία την γράφουν ετούτοι που την σηκώνουν στην πλάτη τους με τ’ όπλο στο χέρι. Σαν τα κορίτσια με τα πολυβόλα στους ώμους, στο Καντίλ, στο Γκάρε και στο Ζάγρος, στους σιτοβολώνες της Συρίας, αύριο παντού.

Οι πιο καλές μέρες δεν ήρθαν ακόμα. Θα είναι πάντα μπροστά μας.

Χρειάζεται οργάνωση γι’ αυτό; Ναι. Εκείνη που γεννιέται κι απλώνεται στη διαρκή εξέγερση. Εκείνη που οπλίζει τις ταξικές και κοινωνικές αντιστάσεις και θυσιάζει τις σάρκες της στις «χαμένες» μάχες του σήμερα. Εκείνη που βάζει ρίζες και δίνει εδώ και τώρα ισχύ στην κοινωνική αυτοδιεύθυνση. Εκείνη που ενώνει τα ανίσχυρα κομμάτια σε μια συλλογική αντεπίθεση. Η βάση μιας τέτοιας επαναστατικής οργάνωσης είναι η αλόγιστη αγάπη για την ελευθερία και για τον άνθρωπο δίπλα μας3.

5 Δεκεμβρη 2019 Δημήτρης Χατζηβασιλειάδης

1. «Βούρκο» ή «χύμα» και «ζόφο» αποκαλούσαν την κατάληψη του Πολυτεχνείου κατά την διάρκεια του Δεκέμβρη του ‘08 οι πολιτικοί αντίπαλοί της. Στον υφέρποντα σεχταρισμό, ελιτισμό, εναλλακτισμό είχε δωθεί μια εμπεριστατομένη απάντηση. Ένα σύνθημα: «Το χύμα με τρελαίνει, ο ζόφος με πορώνει, ...».

2. https://athens.indymedia.org/post/1566792/

Παρενθετικά, εκείνη η «αστυνομική ράβδος» (σαν εκείνες που δολοφόνησαν τον Ζακ λίγο καιρό μετά) δεν ήταν ανάμεσα στα όπλα που χάθηκαν με δική μου υπαιτιότητα. Το είχα πει ότι δεν είναι ούτε στο σπίτι μου, ούτε σε γιάφκα. Θα παραδοθεί στην περιφρούρηση της συντακτικής συνέλευσης του νέου ελεύθερου κόσμου. (Τσίπρα, άργησες).

3. Παρότι υπερασπίζομαι τον αντισπισιστικό αγώνα, την επανάσταση θα την κάνουν άνθρωποι.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License