Όταν ακούς για «ανάπτυξη», «ανάπλαση» και «καθαριότητα», ετοιμάσου για μια νέα επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο

Προκήρυξη της Συνέλευσης Εργαζομένων-Ανέργων από την πλατεία Συντάγματος που μοιράστηκε στην απεργιακή διαδήλωση στις 2 Οκτωβρίου και διακινείται σε κινηματικούς χώρους.

Όταν ακούς για «ανάπτυξη», «ανάπλαση» και «καθαριότητα», ετοιμάσου για μια νέα επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο

«Η κατάργηση της παραβατικότητας και της ανομίας που κρύβεται πίσω από το πανεπιστημιακό άσυλο είναι μια πολιτική που πιστεύω ότι έχει μεγάλη ανταπόκριση στην κοινωνία…Όταν ένα νέο παιδί πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, έχει την απαίτηση να βρει ένα πανεπιστήμιο καθαρό, χωρίς εμπόρους ναρκωτικών, χωρίς μπαχαλάκηδες… Θεωρώ ότι κάναμε πάρα πολύ σωστά που καταργήσαμε το άσυλο της παραβατικότητας και της ανομίας, χωρίς αστερίσκους και χωρίς υποσημειώσεις...Σε ό,τι αφορά τα Εξάρχεια, το ζήτημα δεν είναι μόνο κατασταλτικό. Αφορά το πώς μια ιστορική γειτονιά θα ξαναβρεί τον ρυθμό, τη ζωή της, θα τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα. Ως προς το κατασταλτικό κομμάτι, γίνονται επιχειρήσεις της αστυνομίας όπως παντού. Δεν θα έπρεπε να αποτελεί είδηση αυτό. Αυτό σημαίνει επαναφορά της κανονικότητας, στην Αθήνα και τη χώρα. Είναι κοινός τόπος ότι η αστυνομία έχει πιο έντονη παρουσία. Και αυτό δεν είναι κακό, καλό είναι. Για την ασφάλεια των πολιτών είναι. Η ασφάλεια είναι προϋπόθεση ελευθερίας και οικονομικής ανάπτυξης…Επιμένω σε μεγάλα έργα, όπως το νέο Αρχαιολογικό μουσείο, ως σημείο αναφοράς για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και ως ένα έργο που θα μπορούμε να χτίσουμε συνολικές δράσεις για να ξαναγίνουν τα Εξάρχεια περιοχή με ιδιαίτερο χαρακτήρα και όχι άνδρο ανομίας, μπαχαλάκηδων και εμπόρων ναρκωτικών».

Κ. Μητσοτάκης, συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ, Σεπτέμβρης 2019

Μέσα στην αγορά της διασκέδασης υπάρχει μια τάση να αναζητούν τις «κοτσάνες» των πολιτικών για να τους παρουσιάσουν ως ηλίθιους ή αγράμματους. Η τάση αυτή εξυπηρετεί την ψυχολογική ανάγκη των υπηκόων για ανακούφιση χωρίς κοπιαστική αντίσταση στα μέτρα που τους επιβάλλουν οι κυβερνώντες. Η δήλωση όμως του κ. Μητσοτάκη, με όλες αυτές τις διασυνδέσεις που επιχειρεί ανάμεσα στην ανομία, τα Εξάρχεια, το πανεπιστημιακό άσυλο, τις καταλήψεις των μεταναστών, την επαναφορά της κανονικότητας, την ασφάλεια, την ελευθερία, την κυριλοποίηση του κέντρου της Αθήνας και την οικονομική ανάπτυξη, είναι άκρως ενδιαφέρουσα και εν μέρει διαφωτιστική.

Λέμε «εν μέρει», γιατί υπάρχει μία διασύνδεση που ο κ. Μητσοτάκης (όπως και η μηντιακή περσόνα κ. Σώτη Τριανταφύλλου, βλ. παρακάτω) δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να κάνει: τη διασύνδεση όλων των προαναφερόμενων ζητημάτων με τις σχεδιαζόμενες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Μιλώντας για «εργασιακές σχέσεις» εννοούν πάντα την εκμετάλλευση της εργασίας – όπως αντίστοιχα όταν μιλάνε για «ασφάλεια» και «ελευθερία» εννοούν πάντα την ασφάλεια της ιδιοκτησίας και την ελευθερία του εμπορίου. Η διαρκής αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας με στόχο τη μεγιστοποίηση των εταιρικών κερδών είναι το πασίγνωστο αλλά ανομολόγητο μυστικό αυτού του άθλιου κόσμου.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος δεν αρκεί η αγορά και η πώληση των εμπορευμάτων που παράγει η εργασία – συμπεριλαμβανομένου του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη. Απαιτούνται επίσης κρατικές πρακτικές πειθάρχησης των παραβατικών συμπεριφορών, δηλαδή των συμπεριφορών εκείνων που διαταράσσουν την ομαλή και επικερδή διεξαγωγή της εκμετάλλευσης της εργασίας. Ανάγοντας το κοινωνικό ζήτημα σε ηθικό ζήτημα, σε ζήτημα πάταξης της «ανομίας» και της «διαφθοράς», ο κ. Μητσοτάκης ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Αν αυτός και οι αυλικοί του (διαφημιστές, τεχνοκράτες κ.ά.) ομολογούσαν ότι η επίθεση των κρατικών μηχανισμών στους αναρχικούς και τους μετανάστες που εισβάλλουν παραβατικά στα άδεια κτίρια για να ικανοποιήσουν τις κοινωνικές τους ανάγκες, τις φοιτητικές και προλεταριακές ομάδες που χρησιμοποιούν τους χώρους του πανεπιστημίου ενάντια στην επιχειρηματικοποίησή του κλπ. είναι μόνο μία πλευρά της συνολικής επίθεσης στην εργατική τάξη την παρούσα δεκαετία των «μνημονίων», τότε θα ακύρωναν με τα ίδια τους τα χέρια το παραμύθι που πουλάει το κράτος εδώ και πολλές δεκαετίες: ότι είναι δήθεν ο υπεράνω ταξικών συγκρούσεων φύλακας-άγγελος όλης της «κοινωνίας των πολιτών». Αυτή η τελευταία πλασάρεται ως μια εθνική κοινότητα που μέσα της όλοι –τόσο οι αγελάδες όσο κι αυτοί που τις αρμέγουν– εμφανίζονται να είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Αν σταθούμε στην ποικιλία των τρόπων με τους οποίους πουλιέται αυτό το παραμύθι, θα καταλάβουμε και τη διαφορά στρατηγικής ανάμεσα στην προηγούμενη και την τωρινή κυβέρνηση, ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά του κεφαλαίου. Αυτό απαιτεί την τοποθέτηση των ζητημάτων της συγκυρίας σε μια ιστορική προοπτική.

Από το 2010 και μετά, ακόμα και άνθρωποι που δεν ήθελαν να ξέρουν καν τι λέει και τι πράττει το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, άνθρωποι εσκεμμένα άσχετοι με την πολιτική, άρχισαν να παρακολουθούν στενά τις πολιτικές εξελίξεις, ν’ ασχολούνται με το Eurogroup, το χρέος (που, βέβαια, βολικά παρουσιαζόταν ως εθνικό), τις μειώσεις των μισθών και των συντάξεών τους κλπ. Άρχισαν επίσης να κατεβαίνουν στις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Σύντομα το παλιό πολιτικό σύστημα απονομιμοποιήθηκε. Είχε καταφέρει να περάσει όλα σχεδόν τα απαραίτητα για το κεφάλαιο μέτρα, αλλά είχε χάσει την ιδεολογική επιρροή του πάνω στους κατεστραμμένους μικρο-μεσαίους επιχειρηματίες, τους άνεργους υποψήφιους τεχνοκράτες και τους εργάτες.

Το 2014 ήταν ήδη αισθητή η ανάγκη μιας ισχυρής δόσης επανανομιμοποίησης του συστήματος. Μόνο ένα αντιμνημονιακό κόμμα θα μπορούσε να κατορθώσει κάτι τέτοιο. Αυτή ήταν η πολιτική αποστολή που ανέλαβε ο Σύριζα, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις για «αλλαγή» ενός κουρασμένου από τις αδιέξοδες κινητοποιήσεις αντιμνημονιακού κινήματος πολιτών και γειτόνων που είχε μεν καταφέρει να εξοβελίσει από το εσωτερικό του τα «ακραία» προλεταριακά στοιχεία, αλλά δεν είχε ακόμα καμιά δυνατότητα συμμετοχής στους κυβερνητικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Με τον καιρό όμως η κυβερνητική πολιτική του Σύριζα δεν απογοήτευσε μόνο τους εργάτες, αλλά και την παλιά και τη νέα μεσαία τάξη που βρισκόταν έξω από το προστατευμένο πεδίο της κρατικής γραφειοκρατίας και των επιμέρους «στοχευμένων» παρεμβάσεων της τελευταίας, και μέσα στη ζούγκλα της αγοράς. Αυτό οφειλόταν στην αύξηση της φορολογίας και την ασαφή θέση που κράτησε ο Σύριζα στο ζήτημα του εργατικού μισθού και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας τον τελευταίο, προεκλογικό χρόνο της θητείας του. Ο ΣΕΒ μιλώντας εκ μέρους τόσο των μεγάλων όσο και των μικρο-μεσαίων αφεντικών είχε δηλώσει ότι είναι μόνο (sic!) κατά 60% ικανοποιημένος από τον Σύριζα. Χρειαζόταν, επομένως, μια νέα κυβέρνηση που θα ικανοποιούσε και το υπόλοιπο 40% των αιτημάτων του. Δεν υπονοούμε εδώ –απηχώντας τη βλακώδη ανάλυση του ΚΚΕ περί «μεγαλοεργοδοσίας»– ότι ο ΣΕΒ ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις σύμφωνα με τα γούστα του. Η ΝΔ ψηφίστηκε από τους συντηρητικούς «νοικοκυραίους» που χρειάζονταν ένα νέο πολιτικό σενάριο «ανάπτυξης», φοροαπαλλαγών, τόνωσης της ατομικής επιχειρηματικότητας και εκκαθάρισης της πόλης από τα «κοινωνικά σκουπίδια» που δημιούργησε η δεκαετής κρίση. Ο ανίκανος να αντιμετωπίσει τους πραγματικούς κλέφτες της σύνταξης και του μισθού του –ανίκανος ήδη από την εποχή των κινητοποιήσεων τού 2010-2012, από τις οποίες είχε κρατηθεί απέξω– υποταγμένος εργάτης «νοικοκύρης», ο υπερφορολογούμενος ελεύθερος επαγγελματίας, ο καριερίστας διδακτορικός που είχε μείνει έξω από τη νομή της συριζάδικης εξουσίας, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας της τουριστικής σεζόν που βγάζει σπυράκια ακόμα και στο άκουσμα των λέξεων «Επιθεώρηση Εργασίας» και «ΣΔΟΕ» – όλοι αυτοί έγιναν το target group της δεξιάς του κεφαλαίου.

Το αντιμνημονιακό κίνημα που είχε προωθήσει το παραμύθι περί «εθνικού χρέους» δεν ήταν ποτέ ενιαίο· μέσα του συγκρούονταν αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα και αντιτιθέμενες πρακτικές. Το ίδιο αντιπαραθετική ήταν και η σχέση ανάμεσα στο «κίνημα» και αυτούς που «κοίταγαν τη δουλίτσα τους» στις αρχές της δεκαετίας. Τα συμφέροντα και οι πρακτικές αυτών των τελευταίων, δηλαδή τα συμφέροντα και οι πρακτικές της συντηρητικής μεσαίας επιχειρηματικής τάξης και της υποταγμένης εργατικής ουράς της, είναι που βγαίνουν σήμερα στο προσκήνιο με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Το αριστερό/«εναλλακτικό» επιχειρηματικό/φιλομεταναστευτικό target group των πολιτικών ημίμετρων και των μειωμένων προσδοκιών εκπλήρωσε το ρόλο του, έφαγε τα ψωμιά του και τίθεται πια στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής – απ’ όπου φυσικά θα προσπαθήσει να επανέλθει δριμύτερο γλύφοντας τις νέες κοινωνικές αντιστάσεις που θα εμφανιστούν με τον καιρό.

Ας φύγουμε όμως από το αριστερό αφήγημα της «δίκαιης ανάπτυξης για τους πολλούς» κι ας επιστρέψουμε στο σημερινό αφήγημα της «ανάπτυξης για όλους». Πράγματι, μειώθηκε ο ΕΝΦΙΑ και αυτό άρεσε στους ιδιοκτήτες ακινήτων, ορισμένοι εκ των οποίων θα επιδοθούν πλέον πιο άνετα στις airbnb μπίζνες τους. Ανακοινώθηκε επίσης η μείωση του φόρου των ελευθέρων επαγγελματιών. Από κει που πλήρωναν από 2.450 έως 3.450 ευρώ φόρου τον χρόνο (μαζί με το τέλος επιτηδεύματος), το 2020 θα πληρώσουν περί τα 400 με 600 ευρώ. Κι αυτό λόγω της αναδρομικής –για το τρέχον έτος– μείωσης του φόρου από το 22% στο 9% για τα πρώτα 10.000 ευρώ. Πράγματι είναι πολλοί, πάνω από 1 εκατ. ελεύθεροι επαγγελματίες, το 85% του συνόλου, αυτοί που δηλώνουν ετήσιο εισόδημα στα όρια ή κάτω από τον βασικό μισθό. Και έτσι, όλοι αυτοί, κερδίζουν από τη ρύθμιση. Ένα σημαντικό επίσης μέρος των φοροελαφρύνσεων πάει στους μετόχους (ο φόρος στα μερίσματα πέφτει από το 10% στο 5%) που μπορούν να συνεχίσουν να κεφαλαιοποιούν τα κέρδη τους, με ακόμη καλύτερους όρους.

Αυτή η ευκαιριακή ευδαιμονία για τους μειωμένους φόρους, η οποία δεν έχει τεκμηριωθεί εάν μπορεί να διαρκέσει (ενόσω παραμένει ο στόχος για τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ), πληρώνεται με αντίτιμο τη νέα εσωτερική υποτίμηση του εργατικού μισθού και τις περικοπές του κοινωνικού μισθού ντόπιων και μεταναστών.

Αυτή η δεύτερη εσωτερική υποτίμηση (για την οποία θα μιλήσουμε πιο αναλυτικά παρακάτω), η οποία έρχεται να ενισχύσει την κερδοφορία ήδη χρεωμένων επιχειρήσεων, συνοδεύεται από μια επιχείρηση «καθαριότητας», δηλαδή εκκαθάρισης του περιθωριακού προλεταριάτου, η οποία με τη σειρά της ικανοποιεί την κανιβαλική αισθητική της φοροαπαλλαγμένης μεσαίας και αστικής τάξης. Παρακάτω θα δούμε ότι αυτή η επιχείρηση εξυπηρετεί και πολλές άλλες επιδιώξεις.

Ας πιάσουμε όμως ένα-ένα τα συνθετικά στοιχεία της νέας επίθεσης στην εργατική τάξη.

Εξάρχεια – ή αλλιώς, πώς η Δεξιά δημιουργεί θέαμα και πουλάει ανάπτυξη

«… Μέχρι προσφάτως, τα περισσότερα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας πίστευαν ότι τα αποτελέσματα της γκετοποίησης ανατρέπονται με μεθόδους επιβολής της τάξης. Αλλά νομίζω ότι έχουν καταλάβει πια ότι πρόκειται για πολυπαραγοντικό ζήτημα, στο οποίο παίζει κεντρικό ρόλο το πολεοδομικό σχήμα και η συναίνεση (μερική αλλά όχι ευκαταφρόνητη) των κατοίκων στις προβληματικές περιοχές. Σχετικά με τα Εξάρχεια χρειάζεται χειρουργική σε επίπεδο διάταξης του χώρου ― για παράδειγμα, ένας σταθμός μετρό καταμεσής στην πλατεία θα μπορούσε να αλλάξει τη φυσιογνωμία τους.Μεγάλος αριθμών “περαστικών” που δεν έχουν καμιά σχέση με τη γειτονιά, που απλώς αλλάζουν γραμμή μετρό, ενισχύουν το ποσοστό των μη εμπλεκομένων στην υπόθεση αναρχισμός-ναρκωτικά-λαθροπωλητές-περιπλανώμενοι μετανάστες-μαφιόζοι και τα τοιαύτα. Παραλλήλως, πρέπει να προχωρήσει το πρόγραμμα ενοποίησης του Πολυτεχνείου με το Αρχαιολογικό Μουσείο.[…] Επιπροσθέτως, το μάτι του νόμου πρέπει να φτάσει στα στέκια των αναρχοπατέρων, των επιλεγόμενων αλληλέγγυων και των μικρο- και μεγαλο-εγκληματιών που βρίσκουν καταφύγιο στα Εξάρχεια. Σε καφενέδες, καταλήψεις και σε αλλόκοτα μαγαζάκια που δεν πουλάνε τίποτα συγκεκριμένο. Το πρόβλημα είναι ότι, καθώς οι πόλεις αποτελούν ζωντανούς οργανισμούς, αντιδρούν όπως το ζωντανό σώμα: η αρρώστια μεταδίδεται, εξελίσσεται σε επιδημία.[…] Η αριστερά, το λένε οι ίδιοι οι εχέφρονες αριστεροί, επιτίθεται στον «φιλήσυχο» πολίτη. Η λέξη «νοικοκυραίοι» ακούγεται σαν βρισιά… Η αριστερά εγκατέλειψε την εργατική τάξη (διότι, τάχα, οι εργάτες «αστικοποιήθηκαν» λες και δεν ήταν αυτός ο αρχικός στόχος) και στράφηκε στο λούμπεν προλεταριάτο»

Σώτη Τριανταφύλλου, συνέντευξη στο liberal.gr, Σεπτέμβρης 2019

Με αφετηρία την εκκένωση δύο μεταναστευτικών-προσφυγικών καταλήψεων και δύο αναρχικών καταλήψεων στις 26 Αυγούστου, το μπαράζ επιθέσεων σε κατειλημμένους χώρους από τη δεξιά του κεφαλαίου φιλοδοξεί να συνεχιστεί μέχρι να υλοποιηθεί το σχέδιό της για την εκκένωση 23 προσφυγικών και αναρχικών καταλήψεων στα Εξάρχεια, όπως ανακοινώθηκε στις 8 Αυγούστου μετά από σύσκεψη 6 υφυπουργών και του δημάρχου Αθήνας. Οι κατασταλτικές επιχειρήσεις εναντίον των κατειλημμένων χώρων είναι μία μόνο πτυχή του σχεδιασμού αυτού που φέρει τον ευφημιστικό και παραπλανητικό τίτλο «ανάπλαση-ανασυγκρότηση των Εξαρχείων» και μάλιστα ακόμα και γεωγραφικά εκτείνεται αρκετά πιο πέρα, όπως θα δούμε παρακάτω, περιλαμβάνοντας τετράγωνα της ευρύτερης περιοχής του κέντρου της Αθήνας. Η κυριλοποίηση (επίσης γνωστή ως «εξευγενισμός» στην αργκό των ακαδημαϊκών) της γειτονιάς των Εξαρχείων με μακροπρόθεσμο στόχο την εκτόξευση των ενοικίων και την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης των γαιοπροσόδων και η απαραίτητη «εκκαθάρισή» της από εκείνες τις ενοχλητικές πολιτικές συλλογικότητες που οικειοποιούνται τον χώρο ενάντια στην καπιταλιστική αξιοποίησή του βρίσκονται στην καρδιά αυτής της εκστρατείας. Ταυτόχρονα, η επιχείρηση αυτή έχει και μια συμβολική αξία για τη δεξιά του κεφαλαίου, αφού προτάσσεται εμβληματικά ως απόπειρα βίαιου επαναπροσδιορισμού μιας περιοχής που ταυτίστηκε με την παραβατικότητα γενικά και μετατροπής της σε μοντέλο επιβολής της τάξης και της κανονικότητας. Την ίδια στιγμή χρησιμεύει και ως αντιπερισπασμός για να επισκιάζει τη γενικότερη αναβαθμισμένη επίθεση στο προλεταριάτο, παρουσιάζοντας την επιχείρηση «Εξάρχεια» ως άσχετη με το αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο και τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, ως απομονωμένη μέσα στην ιδιαιτερότητά της – κάτι που, δυστυχώς, αναπαράγει και ένα κομμάτι του κόσμου που κινείται ενάντιά της.

Στο παραπάνω εμετικό απόσπασμα μιας περσόνας που εκφράζει αρκετά καλά την προπαγάνδα του μεταμοντέρνου νεο-φιλελευθερισμού βλέπει κανείς ξεκάθαρα πώς πρώτον, αναρχισμός-ναρκωτικά-μετανάστες-μαφιόζοι είναι περίπου το ίδιο και δεύτερον, το κάτω πολυτεχνείο πρέπει να γίνει μουσείο ή κάτι παρόμοιο, δηλαδή κυριλέ και επιτηρούμενο με στόχο τη «μη-καταληψιμότητά» του από κομμάτια του κινήματος. Το πρώτο σημείο αφορά την κατάσταση ηθικού πανικού που αναπαράγεται από το κράτος και τα ΜΜΕ, δηλαδή τη ρητορική ότι οι γειτονιές μας μαστίζονται από εγκληματικά περιθωριακά στοιχεία που, επιτίθενται στην αστυνομία, ληστεύουν τον κοσμάκη, πουλάνε ναρκωτικά και είναι και αντιεξουσιαστές. Αυτή η ρητορική λειτουργεί θαυμάσια στο αποξενωμένο από συλλογικές διαδικασίες κομμάτι του πληθυσμού, κυρίως κεντρώους, απολίτικους ή συντηρητικούς, το οποίο στη συνέχεια καταχειροκροτάει τις εκκενώσεις των καταλήψεων και την επακόλουθη «πάταξη της αναρχίας», ώστε να γίνει η πλατεία Εξαρχείων «μια κανονική πλατεία». Το δεύτερο σημείο που μπορεί κανείς να εντοπίσει στον λόγο της περσόνας προφανώς κινείται στο ίδιο πνεύμα, αλλά κλείνει το μάτι σε μια μερίδα του κεφαλαίου που περιμένει να φύγουν οι «μετανάστες-σκόνη» και οι «αναρχικοί-σκουπίδια», με την ενοχλητική τους εμφάνιση και αισθητική, τις πορείες και τις καταλήψεις τους, για να πλουτίσει από τους πιο καλοβαλμένους επισκέπτες που ήδη κινούνται στα ακριβά εναλλακτικά μαγαζιά της Εμ. Μπενάκη, της Ασκληπιού και της Μαυρομιχάλη. Βλέπει κανείς ότι ο νέος κύκλος επίθεσης στις καταλήψεις των Εξαρχείων δεν είναι ο «εκφασισμός του κράτους», όπως θα ήθελε μια απλουστευτική ανάλυση των πραγμάτων· είναι η περαιτέρω δυσχέρανση των όρων επιβίωσής μας, με γνώμονα –για άλλη μια φορά– την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Προς το παρόν, η κινηματική δραστηριότητα σχετικά με αυτό το ζήτημα περιορίζεται σε συγκρούσεις με μπάτσους, και σε κινήσεις προπαγάνδισης υπέρ των καταλήψεων, με αντιρατσιστικό λόγο και με δράσεις αλληλεγγύης στους μετανάστες, και κατά της κυριλοποίησης των Εξαρχείων. Αυτές οι πρακτικές κινήσεις ήταν απαραίτητες για να ξεκινήσει ο αγώνας. Ελλοχεύει, όμως, ο κίνδυνος να υιοθετηθεί το μονοθεματικό/διαχωρισμένο μοντέλο αντίληψης της πραγματικότητας, σύμφωνα με το οποίο οι ξεχωριστές πλευρές του κοινωνικού ζητήματος παρουσιάζονται ως αυτόνομες η μία από την άλλη. Κατά τη γνώμη μας, αποτελεσματικοί μπορούν να είναι οι αγώνες που θέτουν στο στόχαστρο το κεφάλαιο ως συνολική κοινωνική σχέση και τους πολύμορφους τρόπους με τους οποίους μας επιβάλλει το τρίπτυχο εκμετάλλευση/αλλοτρίωση/πειθάρχηση. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι οι λογικές διαχωρισμένου αγώνα διευκολύνουν μόνο το έργο των Συριζαίων του κινήματος, οι οποίοι στηρίζουν και εμφυτεύουν λογικές υπεράσπισης αστικών δικαιωμάτων/κοινωνίας πολιτών/διαταξικών αγώνων.

Στρατηγικά και πολιτικά, ένα προλεταριακό κίνημα οφείλει να είναι επιθετικό και να θέτει στο στόχαστρο της κριτικής του το σύνολο της προλεταριακής εμπειρίας. Δεν μπορούμε να μένουμε μόνο σε κινήσεις αλληλεγγύης στους μετανάστες και στη διατήρηση των δικαιωμάτων και της στεγαστικής αυτονομίας τους. Το ίδιο σημαντικό είναι το ζήτημα του κοινωνικού μισθού για όλο το «πλεονάζον εργατικό δυναμικό», περιπλανώμενο, λανθάνον ή στάσιμο. Ούτε αντιλαμβανόμαστε την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ως απλή εισβολή της αστυνομίας στις σχολές. Δεν έχουμε στο νου μόνο την υπεράσπιση των καταλήψεων στα Εξάρχεια, αλλά θέλουμε να καταλάβουμε πώς θα μπορούσε η κατάληψη άδειων κτιρίων στις γειτονιές να συνδεθεί με τον αγώνα ενάντια στην περίφραξη και επιχειρηματικοποίηση των πανεπιστημίων, καθώς και με τον αγώνα για τον μισθό.

Η «κυριλοποίηση» ξανά στο προσκήνιο

Παρότι, προς το παρόν τουλάχιστον, ως επίκεντρο της μεθοδικής κρατικής κατασταλτικής πολιτικής δολίως εμφανίζονται μονάχα τα Εξάρχεια, οι στοχεύσεις της δεξιάς του κεφαλαίου είναι σαφώς πιο ευρείες. Μία μόνο ματιά σε ένα χάρτη της Αθήνας να ρίξει κανείς αρκεί για να ψυλλιαστεί την κρατική στρατηγική. Καθώς τα Εξάρχεια, τόπος μεταξύ άλλων πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης και νεανικής κοινωνικοποίησης, συνορεύουν με δύο κρίσιμες, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, κεντρικές περιοχές –το λεγόμενο «ιστορικό κέντρο» που με τα χρόνια τουριστικοποιείται ολοένα και περισσότερο, ολοένα και εντονότερα· και τις ζώνες κατοικίας ξένων, σε μεγάλο βαθμό, προλετάριων (και κάποιων χίπστερ) μεταξύ της Γερανίου και της πλατείας Βικτωρίας, μέχρι την πλατεία Μεταξουργείου– ο επιχειρούμενος βιοπολιτικός έλεγχος πέριξ της «πλατείας» θα έχει γενικότερες επιπτώσεις.

Είναι γνωστό ότι οι μακροχρόνιες πολιτικές αποκέντρωσης μιας σειράς κομβικών δομών του κρατικού μηχανισμού (υπουργεία, δικαστήρια, πανεπιστημιακές σχολές κλπ.), σε συνδυασμό με τη μαζική έξοδο μικροαστικών και μεσαίων στρωμάτων προς τα προάστια της Αθήνας, στα Μεσόγεια και αλλού, ως επακόλουθο της έντονης κοινωνικής (ανοδικής) κινητικότητας των δεκαετιών ’90-00, άφησαν πίσω τους ένα τεράστιο κι απαξιωμένο οικιστικό απόθεμα, που αντιστοιχούσε σε περίπου 130.000 κενές κατοικίες ή το 40% της συνολικής δομημένης επιφάνειας των περιοχών αυτών, και στο οποίο κατέφυγαν μετανάστες εργάτες, ήδη από τα πρώτα χρόνια της μαζικής εισόδου τους.

Η ολοένα αυξανόμενη βαρύτητα της τουριστικής βιομηχανίας –και όλων εκείνων των καπιταλιστικών δραστηριοτήτων που την υποστηρίζουν και, ταυτόχρονα, αναπτύσσονται μαζί της (επισιτισμός, εμπόριο, οικοδομικές εργασίες κλπ)– στο, κατά βάση εκτατικό, εγχώριο μοντέλο συσσώρευσης επανέφερε, εύλογα, στο πολιτικό προσκήνιο τη συζήτηση που ξεκίνησε την επαύριο της εξέγερσης του 2008 και της εξαιρετικά βίαιης αντίδρασης των μεταναστών προλετάριων που, τουλάχιστον κατά την πρώτη εβδομάδα, βγήκαν αποφασισμένοι στους δρόμους των γειτονιών τους. Παρότι η σχεδόν δεκαετής πολιτική εσωτερικής υποτίμησης έχει διώξει πολλούς από αυτούς, η (αυτο)στέγαση μεταναστών παραμένει υψηλή σε κεντρικές συνοικίες της πόλης, εκεί δηλαδή όπου το real-estate κεφάλαιο επενδύει συντονισμένα τα τελευταία χρόνια, συνεχίζοντας τις διαδικασίες «κυριλοποίησης» της πόλης, τις οποίες η κρίση είχε αφήσει στην μέση. Δεν μπορεί παρά να το έχετε, άλλωστε, προσέξει: εκεί που κάποτε άνοιγαν μόνο ψαγμένες γκαλερί δίπλα σε μικροσκοπικά παντοπωλεία και παλιατζίδικα, πλέον ανακαινίζονται μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, ακόμη και σε «κακόφημες» γειτονιές του κέντρου, για να στεγάσουν όλους εκείνους τους τουρίστες, που ενώ παλιότερα έφευγαν καρφί για κάποιο από τα νησιά του Αιγαίου, πλέον επιλέγουν την μητρόπολη για ένα ευχάριστο «city break».

Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί η από-τα-κάτω υποστήριξη του μοντέλου βραχυχρόνιας ενοικίασης, δηλαδή του airbnb –ως μέσο συμπλήρωσης του πετσοκομμένου άμεσου κι έμμεσου μισθού και ως αντιστάθμισα της υψηλής φορολογίας στην ακίνητη περιουσία–, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο σε μεγαλύτερης κλίμακας επενδύσεις στον χώρο του real-estate (διαχείριση κατοικιών/διαμερισμάτων αποκλειστικά για το airbnb, ανάπτυξη της φάμπρικας απόκτησης golden visa μέσω των επενδύσεων σε κατοικίες πολλές εκ των οποίων καταλήγουν να εκμισθώνονται μέσω airbnb κλπ), επιταχύνοντας έτσι την ενσωμάτωση των κεντρικών συνοικιών στην αλυσίδα της τουριστικής βιομηχανίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωγραφική κατανομή αυτής της εξέλιξης: οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις καταχωρημένων ακινήτων, εκτός βέβαια από τα νησιά, εμφανίζονται στον δήμο Αθηναίων. Κουκάκι, Ψυρρή, Μοναστηράκι, Πετράλωνα, Θησείο, Πλάκα, Κολωνάκι και, βεβαίως, Εξάρχεια. Και μάλιστα είναι στο εμπορικό τρίγωνο και το Μεταξουργείο εκεί όπου εμφανίζονται υψηλότερα τα ποσοστά των μεγαλοϊδιοκτητών, με περισσότερα από ένα καταχωρημένα διαμερίσματα/κατοικίες στην πλατφόρμα του airbnb. Εξετάζοντας, δε, τη μέση ετήσια πληρότητα, δηλαδή το ποσοστό των ημερών κατά τις οποίες ένα καταχωρημένο ακίνητο είναι μισθωμένο ανά έτος, σε όλο τον δήμο Αθηναίων βλέπουμε ότι αυτή έχει αυξηθεί σε 66% (από 57% το 2017 ή +15%), γεγονός που υποδεικνύει την επιμήκυνση της τουριστικής σεζόν και, ταυτόχρονα, συνεπάγεται την αποκλειστική αξιοποίησή του μέσω της βραχυχρόνιας εκμίσθωσης.

Σε ένα τέτοιο τοπίο, λοιπόν, όπου υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια (κερδοσκοπικά ή μη) βρίσκουν διέξοδο στην αθηναϊκή κατοικία και την εγχώρια τουριστική βιομηχανία εν γένει, είναι που το κράτος καλείται να εγγυηθεί ότι η καπιταλιστική κανονικότητα δεν θα διαταραχθεί άλλο. Και αυτό δεν μπορεί παρά να συνδέεται με τον επιχειρούμενο βιοπολιτικό έλεγχο τόσο του μεταναστευτικού όσο και του ντόπιου προλεταριάτου, που προορίζεται να ξεζουμιστεί στην τουριστική βιομηχανία και τους συναφείς με αυτή τομείς.

Η υλική και συμβολική επίθεση στις καταλήψεις και την αυτοδιάθεση των μεταναστών

Η βιοπολιτική διαχείριση των μεταναστών μέσα και από την καταστροφή της δυνατότητάς τους για σχετικά αυτόνομη στέγαση και κοινωνική ζωή είναι βασικό χαρακτηριστικό της επίθεσης σε αυτό το κομμάτι του προλεταριάτου που σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να θεωρείται περιττό. Η δεξιά του κεφαλαίου δεν πρωτοτύπησε όμως τον Αύγουστο του 2019· είχαν προηγηθεί οι κατασταλτικές ενέργειες του Σύριζα απέναντι σε καταλήψεις που είχαν ξεκινήσει ήδη από το 2016: εκκένωση 3 καταλήψεων στη Θεσσαλονίκη (Ιούλιος 2016), εκκένωση Βίλας Ζωγράφου και κατάληψης Αλκιβιάδου (Μάρτιος 2017), εκκένωση των καταλήψεων Gare, Ζαΐμη και Ματρόζου (Μάρτιος 2018 που όμως αργότερα ανακαταλήφθηκαν) και, τέλος, εκκένωση των καταλήψεων Αzadi, New Babylon, Cyclope, Clandestina (Απρίλιος 2019), σε προεκλογική περίοδο, με την επιχείρηση να διενεργείται προσεκτικά και χωρίς πολλές φανφάρες στο όνομα της «πάταξης του ναρκεμπορίου και της εγκληματικότητας» στα Εξάρχεια, στοχεύοντας κατά κύριο λόγο εχθρικές προς τον Σύριζα καταλήψεις.

Η ιδιαιτερότητα της κατασταλτικής αυτής διαχείρισης από την αριστερά του κεφαλαίου συνίστατο στο ότι συνδυαζόταν με μια αντιρατσιστική-μισοενταξιακή πολιτική απέναντι σε πρόσφυγες-μετανάστες, κομμάτι της γενικότερης μνημονιακής φιλανθρωπικής στρατηγικής της. Αυτό σήμαινε αφενός την (γενική) ανοχή και έμμεση στήριξη συγκεκριμένων καταλήψεων και αφετέρου την επιλεκτική καταστολή άλλων με συγκεκριμένα πάντα κριτήρια και σκοπιμότητες. Οι καταλήψεις δεν αντιμετωπίζονταν ως «διατάραξη οικιακής ειρήνης» ούτε καν ως παραβατική χρήση μισο-εγκαταλειμμένων κτηρίων· αντίθετα, η έμμεση στήριξη ορισμένων από αυτές αποτελούσε το αντιρατσιστικό άλλοθι του Σύριζα απέναντι στο κίνημα, ενώ ταυτόχρονα συνιστούσαν μια ανέξοδη για το κράτος αυτοδιαχείριση της φτώχειας και άρα έναν επιθυμητό μοχλό αποσυμπίεσης των κρατικών υποδομών.

Με το target group της δεξιάς του κεφαλαίουτελείως εχθρικό σε τέτοιες στρατηγικές και με ένα κόμμα στην εξουσία που δεν διαθέτει διαύλους επικοινωνίας με κομμάτια του κινήματος, η διαχείριση του μεταναστευτικού προλεταριάτου μοιραία αλλάζει. Άλλωστε, η υπόσχεση «να αποκατασταθεί ο νόμος και η τάξη» δεν ήταν τυχαία ένα από τα βασικά συνθήματα της προεκλογικής καμπάνιας που έφερε τη δεξιά στην εξουσία. Η μέχρι τώρα ελάφρυνση των –ισχνών ούτως ή άλλως– κρατικών αναπαραγωγικών δαπανών μέσω της αφομοίωσης ή της ανεκτικότητας των κινηματικών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να διατηρηθεί γιατί παράγει αυτονομία και διάλυση του ιστού της επιτήρησης.

Η συγχώνευση του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής με το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και επίσης η μεταφορά στο τελευταίο της Ειδικής Γραμματείας Συντονισμού και Διαχείρισης Προγραμμάτων, του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης και του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας και Άλλων Πόρων από το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, δείχνει συνεπώς ότι συνολικά η διαχείριση του μεταναστευτικού θα υπάγεται στη δικαιοδοσία της Αστυνομίας, ακόμα και στο οικονομικό της σκέλος. Άρα, η μεταφορά της πλήρους αρμοδιότητας στους κατασταλτικούς θεσμούς συνεπάγεται και δραστικό περιορισμό της όποιας άλλης διάστασης είχε το μεταναστευτικό την περίοδο που κυβερνούσε η αριστερά του κεφαλαίου και αφορούσε στις συνδέσεις της με το αυτοδιαχειριστικό κίνημα με στόχο τη μετακύλιση μέρους του κόστους συντήρησης των μεταναστών στο ίδιο το κίνημα.

Η επιχειρούμενη δεξιά πολιτική έχει αρχίσει τη μείωση των κρατικών αναπαραγωγικών δαπανών για τους μετανάστες και γι’ αυτό καταφεύγει στην αναγκαία συνοδευτική προπαγάνδα που προς το παρόν παίρνει τη μορφή α) λαϊκίστικων ηθικών πανικών περί της ανάγκης «πάταξης της ανομίας και της εγκληματικότητας» (όροι που έχουν πολλαπλές αναγνώσεις συμπεριλαμβάνοντας μετανάστες, αντιεξουσιαστές, μικροπαραβατικούς κλπ) και β) καθαρών ψεμάτων για «σπατάλες» και «προνόμια» που υποτίθεται απολάμβαναν οι πρόσφυγες και τώρα αίρονται.(1)

Έτσι, μια σειρά μέτρων που ήδη εφαρμόζονται για την περικοπή των δαπανών έβαλαν στο στόχαστρο τον ήδη περιορισμένο κοινωνικό μισθό των μεταναστών πλήττοντας την αναπαραγωγή τους στο σύνολό της:

  • Τον Ιούλιο του 2019 ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ανακάλεσε εγκύκλιο του Ιουνίου με την οποία απλοποιούνταν οι διαδικασίες απόδοσης ΑΜΚΑ, μεταξύ άλλων, σε αιτούντες και σε δικαιούχους διεθνούς προστασίας, πράγμα που θα δυσχεράνει την πρόσβασή τους σε παροχές υγείας αλλά και σε εκπαίδευση ή εργασία. (Εδώ, ας προσθέσουμε, ότι η κάλυψη της υγειονομικής φροντίδας των προσφύγων-μεταναστών, όπου υπήρχε, δεν βάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά κυρίως βασιζόταν σε κοινοτικούς πόρους –περίπου 30 εκατ. ευρώ– από 2 ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία –ISF/AMIF– που αφορούν την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών υγειονομικής φροντίδας των προσφύγων-μεταναστών στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης στα νησιά και στα στρατόπεδα, ενώ ήδη εφαρμόζεται νέο κοινοτικό πρόγραμμα -Philos 2-, συνολικού ύψους 50 εκατ. ευρώ).
  • Τον αποκλεισμό των χωρίς χαρτιά ανασφάλιστων μεταναστών από τη δωρεάν περίθαλψη προανήγγειλε ουσιαστικά, με το λαϊκίστικο και ξενοφοβικό σύνθημα «Ούτε ένα ευρώ των Ελλήνων φορολογουμένων χαμένο», εγκύκλιος του υπουργείου Υγείας τον Αύγουστο του 2019, αφού πλέον καλύπτονται μόνο οι «πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λοιπών τρίτων χωρών, οι οποίοι διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα παραμονής στην Ελλάδα».
  • Η μείωση του κοινωνικού μισθού των μεταναστών αφορά και στην εκπαίδευση των παιδιών τους. Η δεξιά κυβέρνηση εξήγγειλε ότι δικαίωμα στην εκπαίδευση στο δημόσιο σχολείο θα έχουν μόνο οι πρόσφυγες που έχουν πάρει άσυλο, οι οποίοι είναι ένα πολύ μικρό ποσοστό σε σχέση με το σύνολο των προσφύγων που υπάρχουν στη χώρα, ενώ η σχεδιαζόμενη αυστηροποίηση του συστήματος απόδοσής του θα περιορίσει τον αριθμό τους και άλλο.(2) Αυτό φυσικά θα οδηγήσει όχι μόνο σε μείωση του αριθμού των προσφυγοπαίδων στο σχολείο αλλά και των αναπληρωτών/τριών εκπαιδευτικών που εργάζονται στον θεσμό. Παράλληλα προχώρησε σε μείωση του αριθμού των Συντονιστών Εκπαίδευσης Προσφύγων και υποστελέχωσε αρκετές περιοχές.
  • Αν και προς το παρόν εξακολουθεί να ισχύει η ελεύθερη πρόσβαση στα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς αστέγων και προσφύγων (αφού τον Φεβρουάριο του 2018, μετά από απόφαση του ΟΑΕΔ, μπόρεσαν να εγγραφούν στα μητρώα ανέργων ομάδες πληθυσμού που μέχρι τότε δεν είχαν αυτό το δικαίωμα, όπως άστεγοι και πρόσφυγες), στις μετακινήσεις με τραίνα της –ιδιωτικοποιημένης επί Σύριζα– ΤΡΑΙΝΟΣΕ έπαψε να ισχύει η ανοχή και χαλαρότητα για όσους μετανάστες δεν έχουν εισιτήριο, προφανώς μετά από εντολή του υπουργείου προς τη διοίκηση της εταιρείας.

Καθώς ο αριθμός πλέον των προσφύγων/μεταναστών μέσα στη χώρα έχει αυξηθεί παρά την εφαρμογή της συμφωνίας της ΕΕ με την Τουρκία (φτάνοντας τους 140.000, εκ των οποίων 50.000 αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, 13.434 με στάτους εφάμιλλο των προσφύγων και γύρω στις 80.000 αιτούντες άσυλο) και καθώς όλο και περισσότεροι ήδη προσπαθούν να μπουν στην Ευρώπη λόγω των πολιτικών βίαιης απαξίωσης που έχουν υποστεί στις χώρες τους, η ξενοφοβική ρητορική της κυβέρνησης αναγκαστικά θα υποχωρήσει υποκλινόμενη στον φιλοευρωπαϊκό της προσανατολισμό.

Από τη μια, αυτό σημαίνει ότι θα ακολουθηθεί μια πολιτική που θα συνδυάζει την καθαρή καταστολή (αύξηση της επιτήρησης των συνόρων, σε συνεργασία τόσο με τη FRONTEX και τις ευρωπαϊκές αρχές, όσο και με το ΝΑΤΟ, χρήση νέων τεχνολογιών –«απλές» και θερμικές κάμερες, drones κλπ.– σε μια πιο εντατική θαλάσσια επιτήρηση και αύξηση των ελέγχων της Αστυνομίας σε νησιά και ηπειρωτική Ελλάδα) με κάποια τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου για τη διαδικασία χορήγησης ασύλου για να διευκολυνθούν οι απελάσεις οι οποίες, ωστόσο, όπως έχει αποδειχτεί, όσο και να αυξηθούν, δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένες. Ταυτόχρονα, όπως ανακοινώθηκε, θα δημιουργηθούν κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα, δηλαδή νέες Αμυγδαλέζες, και θα αυξηθούν οι «επιστροφές» των μεταναστών αυτών που είναι χωρίς χαρτιά και δεν δικαιούνται άσυλο.

Από την άλλη, όπως είπαμε, ως βασική στρατηγική που θα αφορά τους ήδη υπάρχοντες αναγνωρισμένους πρόσφυγες όσο και τους πολλαπλάσιους αιτούντες που δεν μπορούν να απελαθούν είτε για νομικούς είτε για πολιτικούς λόγους, προκρίνεται η χρήση βιοπολιτικών όπλων για τη δραστική μείωση του ήδη ισχνού κοινωνικού μισθού τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίθεση στις καταλήψεις στέγης, πέρα από την εκδίωξη «παρανόμων» μεταναστών, είναι μια βιοπολιτική επίθεση στους όρους ύπαρξης και ριζώματος αυτών των ανθρώπων, κάνοντας ακόμα πιο επισφαλή την παρουσία τους. Με άλλα λόγια, επειδή και η νέα κυβέρνηση θα είναι αναγκασμένη να κρατήσει εντός των συνόρων ένα μεγάλο κομμάτι περιττού, κατά βάση μεταναστευτικού, προλεταριάτου (3) θα κάνει ό,τι μπορεί να το περιορίσει και να το φτηνήνει και όχι να το απελάσει μαζικά.

Για να γίνει όμως το πεδίο των κρατικών αναπαραγωγικών δαπανών ένα πεδίο συνάντησης και κοινών αγώνων ντόπιων και μεταναστών θα πρέπει πρώτα ο δουλοπρεπής ντόπιος (και αυτό το «ντόπιος» περιλαμβάνει και τους παλιούς μετανάστες) συνταξιούχος και μισθωτός που εξακολουθεί να διαμαρτύρεται ότι του «κόβουν τον μισθό και τη σύνταξη για να τα δώσουν ως επιδόματα στους αλλοδαπούς και στους δήθεν άνεργους» να αλλάξει τη νοοτροπία του. Πράγμα πολύ δύσκολο μετά από τόσα χρόνια παθητικότητας και υποχώρησης του κινήματος.

Περί ασύλου: καταστολή και αναδιάρθρωση

Η εκπαίδευση δε θα μπορούσε να μείνει στο απυρόβλητο. Το σήμα δόθηκε ήδη με την εκ νέου θεσμική κατάργηση του ασύλου εν μέσω θέρους. Η προηγούμενη κυβέρνηση ήξερε ότι για την εξασφάλιση της ταξικής ειρήνης, προαπαιτούμενο μέσα σ’ άλλα, ήταν να χαϊδέψει τα αυτιά του αγωνιζόμενου κομματιού της πανεπιστημιακής κοινότητας με την κατάργηση του νόμου Διαμαντοπούλου και την επαναπρόσληψη των απολυμένων το 2013 διοικητικών υπαλλήλων. Από το 2015 και μετά, το κίνημα στα πανεπιστήμια, σε σύμπνοια με την υπόλοιπη κοινωνία, πέρα από σποραδικούς αγώνες, δεν κατάφερε να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στη συνεχιζόμενη επίθεση στον κοινωνικό μισθό, στην εντατικοποίηση των σπουδών και την επιχειρηματικοποίηση των πανεπιστημίων. Σήμερα, η νέα κυβέρνηση βρίσκει το έδαφος στρωμένο. Δεν χρειάζονται πια γλυκόλογα. Η Κεραμέως επιλέγει την κατά μέτωπο επίθεση με ιδεολογικό όπλο το αφήγημα περί ανομίας· ακριβώς όπως γίνεται και με την επιχείρηση «Εξάρχεια».

Μπορούμε λοιπόν να διακρίνουμε δύο πτυχές στη στοχοθεσία της δεξιάς διακυβέρνησης αναφορικά με την εκπαίδευση. Από τη μία έχουμε το ιδεολογικό επίπεδο, τη σύνδεση της συνθήκης πανεπιστήμιο με την προωθούμενη τρομολαγνεία· κομμάτι του ευρύτερου σχεδιασμού (που περιγράφτηκε παραπάνω) για την εξαφάνιση των αρνήσεων της εργατικής τάξης και των αναγκών της από τη δημόσια σφαίρα και με τις απαιτήσεις της μεσαίας τάξης για ασφάλεια και προστασία της ιδιοκτησίας (ή ακόμα για μείωση της φορολογίας) να μπαίνουν σε πρώτη μοίρα. Από την άλλη, έχουμε το επίπεδο των υλικών σχέσεων. Αυτό αφορά πρώτον την καταστολή του κινήματος, και δεύτερον, την ευρύτερη περικοπή κοινωνικών δαπανών, ως μέσο για τη συνέχιση της αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης σύμφωνα με τις ανάγκες του κεφαλαίου.

Όπως και η προηγούμενη κυβέρνηση, έτσι και αυτή ξέρει πολύ καλά ότι το πανεπιστήμιο –με τις ανοιχτές και κατειλημμένες υποδομές του και την κατά καιρούς μετατροπή του σε κέντρο αγώνα– κατέχει κομβικό ρόλο για το προλεταριακό κίνημα συνολικά· τόσο δηλαδή για τους φοιτητές-εργαζόμενους εντός του, όσο και για τα υπόλοιπα αγωνιζόμενα υποκείμενα που σήμερα επιχειρεί να αποκλείσει. Η περιστολή της κινηματικής δραστηριότητας δεν είναι φυσικά ανεξάρτητη από τη σχεδιαζόμενη αναδιάρθρωση του πανεπιστημίου στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων εντός του καθώς και της διασύνδεσης της εκπαίδευσης γενικότερα με το κύκλωμα παραγωγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Θέλουν να βγάλουν το κίνημα από τη μέση και να βάλουν μπροστά την «ανάπτυξη». Συγκεκριμένα, σε αυτή την κατεύθυνση, η Κεραμέως έχει ήδη προαναγγείλει νέο εκπαιδευτικό νόμο που θα περιλαμβάνει: τη σύνδεση της αξιολόγησης των ιδρυμάτων με τη χρηματοδότησή τους, που θα αποτελεί ευλογοφανώς τη βάση για την κατάργηση τμημάτων και Ιδρυμάτων· το ξεσκαρτάρισμα φοιτητών μέσω της επαναφοράς του ν+2· την καθιέρωση ελάχιστης βάσης εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και συνακόλουθα μείωση των εισακτέων και στροφή στην όλο και πιο υποβαθμισμένη τεχνική εκπαίδευση· την επέκταση της μπίζνας των ιδρυμάτων μέσω της καθιέρωσης ξενόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών· την ενίσχυση των συμφωνιών με εργολαβίες με τη μορφή ΣΔΙΤ(για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω)· την αναμόρφωση των διοικητικών οργάνων του πανεπιστημίου με στόχο τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των πανεπιστημίων από το κράτος και τέλος την ανανέωση του θεσμικού πλαισίου για την προώθηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας μέσω της καθιέρωσης ευρεσιτεχνιών και της δημιουργίας ημι-αυτόνομων επιχειρήσεων (spin-offs) για να εισρέουν ακόμη περισσότερα ευρωπαϊκά κονδύλια για έρευνα και ανάπτυξη. Η υπουργός δεν δίστασε μάλιστα να μιλήσει για ηλεκτρονικές μπάρες και facecontrol στις εισόδους των πανεπιστημιακών χώρων– προφανώς για να αποστειρώσει τους χώρους της ακαδημαϊκής βιομηχανίας από πιθανούς σαμποτέρ!

Εργασιακές σχέσεις για άνοδο της κερδοφορίας και σώσιμο των πολλών υπό πτώχευση εταιρειών

Ό,τι φούμαρα για «ανάπτυξη» κι αν πουλάνε οι κυβερνώντες, η αλήθεια είναι ότι η αποεπένδυση συνεχίζεται ακάθεκτη ως αποτέλεσμα της δεκαετούς εφαρμογής των μνημονίων, δηλαδή της μεθοδευμένης από τα πάνω πολιτικής της απαξίωσης σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου παρατηρείται μείωση -62,8% (!) στο σύνολο της οικονομίας την περίοδο 2008-2018.

Ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης αποεπένδυσης κεφαλαίου, μειώθηκε η παραγωγικότητα της εργασίας στο σύνολο της οικονομίας την περίοδο 2008-2018(-15,8%), ενώ εδραιώθηκε η καθήλωση του εγχώριου παραγωγικού μοντέλου σε στρατηγικές άντλησης απόλυτης υπεραξίας, δηλαδή σε στρατηγικές ασύδοτης επέκτασης της εργάσιμης μέρας και μείωσης των μισθών. Το γεγονός αυτό αντανακλάται και στην αύξηση της βαρύτητας της εγχώριας τουριστικής βιομηχανίας και των συναφών υπηρεσιών που τη στηρίζουν στο ΑΕΠ (οι τεχνοκράτες υπολογίζουν ότι 25-30% του ΑΕΠ οφείλεται άμεσα ή έμμεσα στον τουριστικό τομέα, ο οποίος ταυτόχρονα συνδέεται με το 38-45% της συνολικής απασχόλησης), αλλά και στη σημασία που δίνει το κράτος στη διασφάλιση της κερδοφορίας αυτών ειδικά των κλάδων. Πράγματι, όπως θα δούμε παρακάτω, σημαντικό κομμάτι των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων έρχεται για να μειώσει τις μισθολογικές προσδοκίες, να ενθαρρύνει την εργοδοτική αυθαιρεσία και να εντατικοποιήσει την εκμετάλλευση της εργασίας.

Στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας οι μέσες μηνιαίες αποδοχές έπεσαν κατά -28% (από 1.250 ευρώ στα περίπου 900 ευρώ) την ίδια περίοδο. Έτσι ενώ το 2010 μισθό μικρότερο των 500 ευρώ λάμβανε «μόλις» το 11,3% των μισθωτών το 2018 το ποσοστό αυτό υπερδιπλασιάστηκε και έφτασε το 25,3%. Ακόμη πιο σημαντική είναι η διαφορά, αν ληφθεί ως μισθολογικό όριο αναφοράς τα 700€. Το 2010 μόλις το 17,5% των μισθωτών (η λεγόμενη «γενιά των 700 ευρώ») βρίσκονταν κάτω από αυτό το όριο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό εκτινάσσεται σε 40,3% το 2015 και 42,7% το 2018…

Όταν διαβάζει κανείς τα στατιστικά στοιχεία, εντυπωσιάζεται επίσης από την αύξηση των νέων προσλήψεων υπό καθεστώς μερικής ή εκ περιτροπής εργασίας: +72,6% την περίοδο 2009-2018!

Αύξηση της απασχόλησης, με χαμηλότερους, όμως, μισθούς καταγράφουν για το 2018 και τα στοιχεία του ΕΦΚΑ. Τα στοιχεία αφορούν τον Νοέμβριο του 2018 και αποτελούν την πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα γιατί στηρίζονται στις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις (ΑΠΔ) των επιχειρήσεων. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι οι νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται σε δραστηριότητες σχετικά χαμηλής παραγωγικότητας και χαμηλής αμοιβής, είτε είναι πλήρους απασχόλησης είτε μερικής. Καταδεικνύουν δε, παράλληλα, ότι από το σύνολο των 2,2 εκατ. μισθωτών εργαζομένων σε 274.750 επιχειρήσεις και οικοδομικά έργα της χώρας, σχεδόν ένας στους τρεις, συγκεκριμένα 650.000, εργάζονται σε ευέλικτες θέσεις εργασίας μερικής απασχόλησης και αμείβονται με μέσο μισθό μόλις 384 ευρώ μεικτά, ενώ ο μέσος μηνιαίος μισθός του 1,5 εκατ. εργαζομένων με πλήρη απασχόληση δεν ξεπερνάει τα 1.137 ευρώ μεικτά.

Τα στοιχεία από την ετήσια έκθεση της ΓΣΕΕ επίσης δείχνουν ότι η συνεχιζόμενη απαξίωση της εργασιακής δύναμης πέτυχε κατά τη διάρκεια της πενταετούς κυβερνητικής θητείας του Σύριζα την αντιστροφή της πτωτικής τάσης των καθαρών κερδών, ως ποσοστό της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, και την σταθεροποίησή τους κοντά στο 30% αυτής (εξαιρούνται οι τράπεζες και λοιπές χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις).

Οι εργάτριες εξακολουθούν να υφίστανται το μεγαλύτερο βάρος της απαξίωσης. Από τα στοιχεία του ΕΦΚΑ που αφορούν τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο σε επιχειρήσεις με δέκα ή και περισσότερους απασχολούμενους προκύπτει ότι το 56% είναι άνδρες, ενώ από τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο το 55% είναι γυναίκες. Το χάσμα που χωρίζει τα δύο φύλα σε σχέση με τις αμοιβές είναι σημαντικό, καθώς το ημερομίσθιο από τακτικές αποδοχές των γυναικών για την απασχόληση με πλήρες ωράριο είναι το 87% του αντίστοιχου ημερομισθίου των ανδρών, ενώ για την απασχόληση με μειωμένο ωράριο είναι το 95%.

Από τις πρώτες μέρες της θητείας της η νέα κυβέρνηση έδειξε τις προθέσεις της με την κατάργηση δύο προεκλογικών νόμων του Σύριζα που αποσκοπούσαν στο καλόπιασμα των ψηφοφόρων της εργατικής τάξης. Ακύρωσε τον λεγόμενο Βάσιμο Λόγο Απόλυσης και κατάργησε τη «συνευθύνη» εργολάβου και αναθέτοντος το έργο.

Η νομοθέτηση του βάσιμου λόγου εισήγαγε αναγκαστικά στις απολύσεις τον έλεγχο του λόγου που δικαιολογεί μια απόλυση, έλεγχος που είχε αδυνατίσει εξαιρετικά από τη στάση της νομολογίας των δικαστηρίων, ιδίως τα τελευταία χρόνια. Αξίζει να θυμίσουμε ότι στο εργατικό δίκαιο, όπως είναι διαμορφωμένο ήδη από την περίοδο 1920 – 1955, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει στο έγγραφο της καταγγελίας την απόλυση. Ο ΣΕΒ και οι δεξιοί χρησιμοποίησαν α) το επιχείρημα ότι ο βάσιμος λόγος απόλυσης σήμαινε «ηλεκτρονικό φακέλωμα των εργαζομένων» και β) το επιχείρημα ότι η κατάργηση του «βάσιμου λόγου απόλυσης» έγινε καθώς θα ετίθετο σε κίνδυνο η καταβολή αποζημίωσης.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει φυσικά καμία σχέση με το ισχύον δίκαιο. Το επιχείρημα που προβλήθηκε στην αιτιολογική έκθεση του καταργητικού νόμου, ότι η καταργηθείσα ρύθμιση ήταν ανεπιτυχής και προκάλεσε «σύγχυση και στρέβλωση τελικά του πνεύματος και του γράμματος του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, ως προς τα ξεχωριστά και διακριτά προστατευόμενα δικαιώματα των εργαζομένων που θεσπίζονται με αυτό», είναι γελοίο, αφού η «επαρκής» αποζημίωση απόλυσης (που σήμερα έχει γίνει ανεπαρκής αφού υποπενταπλασιάστηκε κατά την περίοδο των μνημονίων) αποτελεί βασικό στοιχείο του ισχύοντος από το 1920 δικαίου. Όπως έδειξαν ορισμένοι νομικοί στη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε την κατάργηση του προεκλογικού συριζάδικου νόμου, το επιχείρημα του ΣΕΒ και της ΝΔ «στηρίζεται σε μια προφανή στρέβλωση ή, έστω, παρανόηση του γράμματος και του πνεύματος του άρθρου 24. Η αποζημίωση του ελληνικού δικαίου (ν. 2112/1920) διαφέρει ουσιωδώς ως προς τη φύση της από την αποζημίωση του άρθρου 24. Η πρώτη αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία, “εν ευρεία εννοία αντάλλαγμα” για την παρασχεθείσα επί σειρά ετών εργασία, ένα είδος αποθησαυρισμένου μισθού. Αντίθετα, η δεύτερη αποτελεί μια ειδική κύρωση για την απόλυση που γίνεται χωρίς βάσιμο λόγο». Από τι απαλλάχτηκαν λοιπόν τα αφεντικά; Απαλλάχτηκαν από τη συσσώρευση δύο αποζημιώσεων, τον μπελά να είναι υποχρεωμένοι για πρώτη φορά να επιδείξουν ένα βάσιμο λόγο απόλυσης και τον «αέρα» που θα έπαιρναν οι εργαζόμενοι που θα ήθελαν ―λέμε τώρα!― να μπλοκάρουν τη μνημονιακή νομοθεσία για τη διευκόλυνση των μαζικών απολύσεων.

Όσον αφορά τον δεύτερο νόμο που κατάργησε η δεξιά του κεφαλαίου, ας θυμίσουμε ότι στην Ελλάδα το αφεντικό που χρησιμοποιεί εργολάβους, απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη και οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε απόλυτο κενό, όταν μείνουν απλήρωτοι από τους εργολάβους και υπεργολάβους. Δεδομένης, δε, της ανακοινωμένης πρόθεσης της δεξιάς του κεφαλαίου να επεκτείνει το μοντέλο των υπεργολάβων σε κρατικές δομές, όπως νοσοκομεία, ακόμη και για τον διαγνωστικό έλεγχο, δεν θέλει πολύ για να καταλάβει κανείς το τι και το πώς της εν λόγω νέας ρύθμισης.

Ο νυν υπουργός Εργασίας ισχυρίστηκε ότι η ρύθμιση της προηγούμενης κυβέρνησης για την κοινή και αλληλέγγυα ευθύνη του επιχειρηματία και του εργολάβου του, καθώς και του υπεργολάβου έναντι των εργαζομένων, «είχε προκαλέσει σύγχυση στην αγορά εργασίας». Κάτι τέτοιο φυσικά δεν ισχύει, διότι η «συνευθύνη» δεν είχε καν προλάβει να εφαρμοστεί. Άλλωστε, η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση της αριστεράς του κεφαλαίου απλά επέκτεινε τη ρύθμιση του Αστικού Κώδικα για τη συνευθύνη του αναθέτοντος στα οικοδομικά έργα, που ισχύει εδώ και περίπου 80 χρόνια, χωρίς ποτέ κανείς να ισχυριστεί ότι «δημιούργησε σύγχυση στην αγορά».

Αλλά όλα αυτά δεν ήταν παρά μόνο μια εισαγωγή στις αλλαγές που έρχονται με το αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο:

  • «Εξαιρέσεις» και χτύπημα στις κλαδικές συμβάσεις εργασίας. Θεσπίζονται εξαιρέσεις στην εφαρμογή τους, στο όνομα των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν «σοβαρά οικονομικά προβλήματα» και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή συνδιαλλαγής ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή «οικονομικής εξυγίανσης». Με το νομοσχέδιο δίνεται, κατ’ αρχάς, η δυνατότητα στους συμβαλλόμενους της κλαδικής σύμβασης να αποφασίζουν την εξαίρεση συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Αν οι περίφημες εργοδοτικές «ενώσεις προσώπων» λειτουργήσουν, έχει καλώς για τα αφεντικά· αν όμως αυτό δεν συμφωνηθεί και από τα δύο μέρη της κλαδικής, τότε δίνεται το δικαίωμα της απόφασης αποκλειστικά στα αφεντικά και νομοθετείται η υπερίσχυση επιχειρησιακών και τοπικών κλαδικών συμφωνιών που συνήθως προβλέπουν χαμηλότερες αμοιβές έναντι των εθνικών κλαδικών. Επιπλέον, ο υπουργός Εργασίας θα έχει τον απόλυτο έλεγχο εξειδικεύοντας με Υπουργικές Αποφάσεις τις περιπτώσεις των επιχειρήσεων που θα εξαιρούνται κάθε φορά.
  • Ενίσχυση της μερικής απασχόλησης. Εργοδότης και μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Καρατομείται στην πραγματικότητα η υπερωριακή αποζημίωση και θεσπίζονται υπερωριακές προσαυξήσεις δύο ταχυτήτων, άλλη για τους πλήρους απασχόλησης εργαζόμενους και άλλη για τους μερικής: από 40% (έως και 80% για άνω των 120 ωρών νόμιμης υπερωρίας ετησίως) η προσαύξηση για την υπερωρία στην μερική απασχόληση μειώνεται σε 12% επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας που θα παράσχει ο μερικώς απασχολούμενος.
  • Εκπτώσεις στην εργοδοτική παραβατικότητα. Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως πολέμια της αδήλωτης εργασίας διατηρώντας το πρόστιμο των 10.500 ευρώ για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο και με προσαυξήσεις όταν διαπιστώνεται υποτροπή του εργοδότη. Ωστόσο, με ξεχωριστή διάταξη, προβλέπονται και προϋποθέσεις πολύ μεγάλων εκπτώσεων. Αν ο εργοδότης προσλάβει τον αδήλωτο εργαζόμενο με πλήρη απασχόληση, το πρόστιμο πέφτει μόλις στα 2.000 ευρώ, ενώ εκπτώσεις προβλέπονται και στις εποχικές εργασίες όπου η διάρκεια πρόσληψης πέφτει από το 12μηνο στο 3μηνο.
  • Τέλος στη μονομερή προσφυγή στον ΟΜΕΔ. Με το νομοσχέδιο ακρωτηριάζεται και η Διαιτησία, που βρίσκεται στο στόχαστρο των εργοδοτών από τότε που πρωτονομοθετήθηκε με τον Ν.1876/90. Η συνταγματικότητα της Διαιτησίας και του δικαιώματος των ενδιαφερομένων να προσφεύγουν μονομερώς σε αυτήν επιβεβαιώθηκε με την ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 25/2014. Περαιτέρω, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφασή της 2307/2014 έκανε ακόμα ένα βήμα: έκρινε ότι η (μνημονιακή) νομοθετική κατάργηση του δικαιώματος μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία παραβιάζει το Σύνταγμα, αφού το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής θεμελιώνεται στο ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 22 παρ. 2). Με τις δύο αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων υπερκεράστηκαν και οι παλαιότερες συστάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για περιορισμό του ελληνικού συστήματος Διαιτησίας. Τώρα η μονομερής προσφυγή στη Διαιτησία από κανόνας μετατρέπεται σε ισχνή εξαίρεση, όταν δεν στραγγαλίζεται. Η προσφυγή στη Διαιτησία από δω και μπρος μπορεί να γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων με συμφωνία και των δύο μερών. Αντίθετα, η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία επιτρέπεται, ως έσχατο και επικουρικό μέσο επίλυσης συλλογικών διαφορών εργασίας, μόνον εάν η συλλογική διαφορά αφορά επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, ή αν αποτύχουν οριστικά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και η επίλυσή της επιβάλλεται από «υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος». Δηλαδή πρακτικά ποτέ στις ιδιωτικές επιχειρήσεις.
  • Μητρώο σωματείων, ηλεκτρονική ψηφοφορία. Όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα έχουν υποχρέωση να εγγράφονται στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων. Θα τηρούνται στοιχεία, όπως καταστατικό, αριθμός μελών, σύνθεση οργάνων διοίκησης, ακόμα και οικονομικές καταστάσεις ή πηγές χρηματοδότησης των σωματείων, ολοκληρώνοντας έτσι το φακέλωμα από το κράτος. Επίσης καθιερώνεται η ηλεκτρονική ψηφοφορία για αποφάσεις των σωματείων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν την κήρυξη απεργίας. Η ρύθμιση αυτή έρχεται να ολοκληρώσει τον νόμο Αχτσιόγλου, που επέβαλε το 50%+1 των μελών για να είναι έγκυρη μια απεργιακή απόφαση.

Και ο επίλογος από ποιους θα γραφτεί;

Η επίθεση στην απείθαρχη εργατική τάξη είναι ο μόνος δεξιός ρεβανσισμός που βλέπουμε εμείς μέχρι στιγμής (και καμία επίθεση ενάντια στα πολιτικά στελέχη του Σύριζα δεν παίζει, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι τελευταίοι). Ο αφοπλισμός του συνόλου εν τέλει της εργατικής τάξης, που ευνοείται από τη συνεχιζόμενη κατάσταση ύπνωσης στην οποία βρίσκεται η πλειοψηφία της τάξης μας τα τελευταία χρόνια και την αποσύνθεση που επικρατεί εντός των μεγάλων συνδικάτων/ομοσπονδιών, συνεχίζεται με νέα σφοδρότητα, μαζί και οι «μνημονιακές» –αν και χωρίς επίσημα μνημόνια– πολιτικές λιτότητας, συνοδευόμενες από το ανούσιο και άχαρο πια παραμύθι της «ανάπτυξης για όλους» που όλο την περιμένουν κι όλο στον δρόμο είναι. Είναι βέβαιο πάντως ότι και το νέο μοντέλο διαχείρισης της καπιταλιστικής σχέσης που διαδέχεται το συριζέικο μοντέλο της αφομοίωσης και της επιλεκτικής καταστολής θα δημιουργήσει καινούργιες αντιφάσεις. Μπορεί προς το παρόν να φαίνεται ότι έχει πέραση το νέο εθνικό πολιτικό αφήγημα, που βασίζεται στον συνδυασμό μείωσης της φορολογίας με πάταξη της ανομίας. Οι κοινωνικές συνέπειές του όμως, η περικοπή δηλαδή των κοινωνικών δαπανών που αρχικά αφορούν στην υγεία, την παιδεία και τις μετακινήσεις του πιο αδύναμου κρίκου του προλεταριάτου, των μεταναστών, και εν συνεχεία περιλαμβάνουν τον άμεσο και κοινωνικό μισθό του ντόπιου προλεταριάτου, θα δημιουργήσει αντιδράσεις.

Τη σημερινή επίθεση της εξουσίας δεν πρέπει να την αντιληφθούμε ως αποσπασματικές κινήσεις πότε ενάντια στο πανεπιστημιακό άσυλο, άλλοτε ενάντια στην «ανομία» στη γειτονιά των Εξαρχείων και άλλοτε ενάντια στις καταλήψεις μεταναστών. Αντίθετα πρόκειται για μια προσεκτικά σχεδιασμένη, συνολική και συνδυασμένη με την υποτίμηση του μισθού της εργατικής τάξης επίθεση στην οποία αντίστοιχα πρέπει από την πλευρά μας να απαντήσουμε συνολικά με ένα ριζοσπαστικό προλεταριακό κίνημα ντόπιων και μεταναστών, εργαζόμενων και ανέργων, μόνιμων και προσωρινών, ώστε να αντισταθούμε στην περαιτέρω απαξίωση της ζωής μας. Να παραμερίσουμε τους αριστερούς εξουσιαστές που στον προηγούμενο γύρο υποτίμησης μάς πούλησαν το παραμύθι ενός δικαιότερου και ανθρωπινότερου καπιταλισμού και, παρά το ότι μας φόρεσαν στο κεφάλι τα λεγόμενα «ματωμένα πλεονάσματα» μέχρι το 2060, φιλοδοξούν να εξακολουθήσουν να το παίζουν σωτήρες μας. Είναι στο χέρι της εργατικής τάξης να σταματήσει κάποια στιγμή να ακολουθεί τους ολετήρες της και να ορθώσει τη δικιά της αυτόνομη και άμεση δράση μέσα στα σωματεία, ώστε να τα αναγκάσει να πάψουν να αναμασάνε (σα να μην έλαβε χώρα μια τόσο μεγάλη απαξίωση της εργασιακής δύναμης την τελευταία δεκαετία) τις ίδιες πάντα λογικές της διαίρεσης, της ανάθεσης, της πελατείας κοκ. Είναι ζωτική η ανάγκη για μαζικοποίηση των γενικών συνελεύσεων σε εργασιακούς και πανεπιστημιακούς χώρους, για συγκρότηση επιτροπών αγώνα χωρίς τους επαγγελματίες του συνδικαλισμού και των κομμάτων στις τάξεις τους, για δημιουργία διακλαδικών συνελεύσεων εργαζομένων και ανέργων, για ανασύνθεση των αγώνων που θα ανακόψουν την όρεξη ντόπιου και ξένου κεφαλαίου για φθηνή, ευέλικτη και υποταγμένη εργασιακή δύναμη και θα στείλουν μια και καλή στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας όλα τα κακοστημένα αφηγήματα για «καθαριότητα» «κανονικότητα», «ανάπλαση» και κυρίως για «ανάπτυξη για όλους», με την οποία εννοούν την ανάπτυξη του κεφαλαίου, αυτού του βρικόλακα που τρέφεται από την εκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας.

Ως άμεσα βήματα δεν έχουμε προς το παρόν να προτείνουμε άλλη λύση από τη συζήτηση όλων των πλευρών της επίθεσης στο προλεταριάτο μέσα στις επιμέρους συνελεύσεις αγώνα (είτε είναι οι συνελεύσεις για την υπεράσπιση των καταλήψεων είτε οι συνελεύσεις για την υπεράσπιση του ασύλου είτε οι συνελεύσεις των σωματείων) και η συμμετοχή του ενός κομματιού της τάξης στους αγώνες του άλλου. Οι πιθανότητες να γίνει κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή είναι ελάχιστες λόγω της ήττας (ή μάλλον, λόγω της «νίκης») του κινήματος την περίοδο 2015-2019. Δεν έχουμε όμως άλλη οδό από το να ξαναρχίσουμε από το μηδέν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Ας δούμε σε τι συνίσταται πιο συγκεκριμένα ο κοινωνικός μισθός των μεταναστών, κοιτώντας κυρίως την επιδοματική πολιτική που κυρίως επί Σύριζα αποτέλεσε τη βασική στρατηγική διαχείρισης των απαιτήσεων της εργατικής τάξης. Δίνεται ένα οικονομικό βοήθημα από το ευρωπαϊκό ταμείο Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Πολιτικής Προστασίας (European Civil Protection and Humanitarian Aid Operations-ECHO) από τον Αύγουστο του 2016, μετά τη συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας. Προϋπόθεση για να μπορούν να έχουν πρόσβαση οι πρόσφυγες σ' αυτά τα χρήματα είναι να έχουν πρώτα καταγραφεί και αφού περάσουν στη βάση δεδομένων της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ λαμβάνουν μία προπληρωμένη κάρτα, με την οποία κάθε μήνα μπορούν να εισπράξουν από την τράπεζα το ποσό που τους αναλογεί. Το παίρνουν μόνο οι ενήλικες και για όσους μένουν σε διαμέρισμα είναι 150€ τον μήνα (το άτομο), ενώ αν μένουν σε camp είναι 90€ τον μήνα, διότι υποτίθεται ότι σιτίζονται… επαρκώς στο camp. Αν είναι οικογένεια, τα ποσά αυξάνονται κλιμακωτά και όχι αθροιστικά. Αφορά λοιπόν τους αιτούντες άσυλο και δεν δίνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Άλλο ένα βοήθημα για τους αιτούντες άσυλο είναι το πρόγραμμα στέγασης, που αφορά τη μίσθωση διαμερισμάτων, τα οποία και αναλαμβάνουν να διαθέσουν διάφορες ΜΚΟ χρησιμοποιώντας κονδύλια του ΟΗΕ σε «ευάλωτες κατηγορίες πληθυσμού» (π.χ. έγκυες, άρρωστους, θύματα έμφυλης βίας). Από την άνοιξη του 2019 το τότε Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής αποφάσισε τον σταδιακό τερματισμό της φιλοξενίας και της οικονομικής υποστήριξης προσφύγων που έχουν λάβει θετική απάντηση στο αίτημα ασύλου, ξεκινώντας από όσες και όσους αναγνωρίστηκαν ως πρόσφυγες πριν την 31η Ιουλίου του 2017. Η επιδοματική πολιτική του Σύριζα περιλάμβανε και τον προσφυγικό πληθυσμό, όμως, μόνο τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες. Δες 413047787-Να-τελείωνουμε-με-τους-ρατσιστικούς-μύθους-περί-μεταναστών-και-επιδομάτων.pdf

(2) Η πρώτη απόπειρα αλλαγής του θεσμικού πλαισίου για χορήγηση ασύλου (προέβλεπε την κατάργηση του δεύτερου βαθμού εξέτασης προσφυγών) έγινε τόσο βιαστικά και άτσαλα από τη δεξιά του κεφαλαίου, υπό το βάρος των προεκλογικών υποσχέσεων περί «αποκατάστασης του νόμου και της τάξης», που προσέκρουσε στο Ενωσιακό Δίκαιο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με αποτέλεσμα να ανακληθεί.

(3) Υπάρχει σχεδιασμός για δημιουργία αρκετών επιπλέον camps ανά τη χώρα.

Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων από την Πλατεία Συντάγματος

http://synelefsi-syntagmatos.espivblogs.net/

Οκτώβριος 2019

Αρχεία:

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License