Σύγκριση εκπαιδευτικού συστήματος ΗΠΑ και ΕΣΣΔ

Η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν σοσιαλιστική και οι άνθρωποι δεν ήταν ελεύθεροι καθώς ο Μαρξισμός δεν εφαρμόστηκε σωστά λόγω της μπολσεβίκικης δικτατορίας του ΚΚΣΕ (και δεν έφτεγε μόνο ο Στάλιν καθώς τα πρώτα λάθη είχαν γίνει ήδη από τον Λένιν, τα γραφε η Λούξεμπουργκ και ο Κροπότκιν καθώς και ο Μάχνω και ο Κάουτσκι). Η ΕΣΣΔ ήταν όμως σημαντικά διαφορετική από τις καπιταλιστικές χώρες και οι άνθρωποι απολάμβαναν υπηρεσίες που στις ΗΠΑ ούτε να φανταστούν δεν μπορούν, κι αυτό δείχνει τις αδυναμίες του καπιταλισμού και του αστικού κοινοβουλευτισμού. Παρόλο που η ΕΣΣΔ δεν ήταν η χώρα των ελεύθερων εργατών και δεν θα έπρεπε να ξαναπέσουμε στα ίδια λάθη, αξίζει να μάθουμε για το τρόπο οργάνωσής της ώστε να μπορέσουμε να φτιάξουμε κάτι καλύτερο στο μέλλον, χωρίς δικτατορία (και γιατί όχι και χωρίς κράτος, αν μπορέσουμε να αναπτύξουμε σωστούς τρόπους αναρχικής κοινωνικής οργάνωσης που να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα που θα είχε ένα σωστό Μαρξιστικό κράτος, δηλαδή την προστασία από την καπιταλιστική αντιδραστική αντεπανάσταση). Στο κείμενο αυτό ένας αντισοβιετικός συγγραφέας μελετά το εκπαιδευτικό σύστημα των Σοβιετικών και βγάζει το συμπέρασμα πως είναι ανώτερο του Αμερικανικού.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ενώ η Σοβιετική Ενωση πάλευε να επουλώσει τις πληγές και τις καταστροφές που άφησε πίσω του, το πρώτο εργατικό κράτος σημείωνε ταυτόχρονα αλματώδη ανάπτυξη σε όλους τους τομείς. Συγκριτικές μελέτες που διεξήχθησαν μεταξύ του 1955 και του 1961 ανέφεραν ότι η Σοβιετική Ενωση εκπαιδεύει δύο έως τρεις φορές περισσότερους επιστήμονες ετησίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 4 Οκτώβρη 1957, τοποθετημένος στην κεφαλή ενός πυραύλου R-7, υψώνεται πάνω από το κοσμοδρόμιο «Μπαϊκονούρ» του Καζακστάν ο πρώτος τεχνητός δορυφόρος της Γης, ο «Σπούτνικ 1». Για πρώτη φορά, μια ανθρώπινη κατασκευή είχε υπερνικήσει τη βαρύτητα. Για πρώτη φορά, η ΕΣΣΔ ξεκάθαρα είχε νικήσει τις ΗΠΑ στον τεχνολογικό τομέα, στον οποίο την παρουσίαζαν δήθεν καθυστερημένη. Η υπεροχή αυτή που επιδεικνύει η ΕΣΣΔ έναντι των καπιταλιστικών κρατών προκαλεί στις ΗΠΑ το λεγόμενο «Σπούτνικ Σοκ», που πέραν όλων των άλλων καταδεικνύει τη μορφωτική υστέρησή της σε σύγκριση με την ΕΣΣΔ.

ΕΣΣΔ: Μάθημα για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού το 1928. Το 1959 νικήθηκε ολοκληρωτικά ο αναλφαβητισμός στη Σοβιετική Ενωση. Στις ΗΠΑ αυτό δεν έγινε ποτέ κατορθωτό: Ακόμα και σήμερα, το 14% του πληθυσμού είναι αναλφάβητοι.

Χαρακτηριστική του κλίματος που δημιουργήθηκε είναι η μελέτη με τίτλο «What Ivan Knows That Johnny Doesn’t» («Τι γνωρίζει ο Ιβάν που δεν γνωρίζει ο Τζόνι») του Arthur S. Trace Jr, που πρωτοεκδόθηκε στη Νεα Υόρκη από τον οίκο «Random House», το 1961.

Ο «Σπούτνικ 1» ήταν ο πρώτος δορυφόρος που μπήκε σε τροχιά γύρω από τη Γη.

Αποσπάσματα αυτής της συγκριτικής μελέτης θα παρουσιάσουμε σήμερα και σε επόμενα δημοσιεύματα του αφιερώματός μας «Οκτωβριανή Επανάσταση και Παιδεία», που πέρα από τη σύγκριση για το «τι γνωρίζει ο Ιβάν που δε γνωρίζει ο Τζόνι», θα μας κάνουν να σκεφτούμε και το τι μάθαινε τη δεκαετία του ’50 ο Ιβάν και τι μαθαίνει σήμερα ο… Γιάννης.

Εχει σημασία να τονίσουμε ότι ο συγγραφέας της δεν βλέπει με συμπαθητική ματιά τη Σοβιετική Ενωση. Αντίθετα, είναι ποτισμένος με την ψυχροπολεμική προπαγάνδα των ΗΠΑ και την ενστερνίζεται. Κάνει αυτή τη μελέτη από τη σκοπιά της χώρας του, με σκοπό να δώσει οδηγίες και κατευθύνσεις στα αμερικανικά σχολεία για τη βελτίωσή τους. Δεν έχει στόχο δηλαδή να επαινέσει τη Σοβιετική Ενωση, όμως κάνει μια μελέτη αντικειμενική για να μπορέσει να αντλήσει σωστά συμπεράσματα. Και λόγω της αντικειμενικότητάς του, μέσα από τη σύγκριση των εκπαιδευτικών συστημάτων στους δύο αυτούς διαφορετικούς κόσμους, φανερώνεται η υπεροχή του σοβιετικού εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο οικοδομείται πάνω σε ένα σχολείο που βάζει πολύ γερά θεμέλια.

Ο Αρθουρ Τρέις, για την έρευνά του, μελέτησε τα βιβλία και τη διδακτέα ύλη που αξιοποιούνταν στα σοβιετικά σχολεία, έναν μεγάλο αριθμό συγγραμμάτων που χρησιμοποιούνταν στα αμερικανικά σχολεία, πολυάριθμες επίσημες έρευνες για τη σοβιετική και αμερικανική εκπαίδευση και τις σχετικές εκθέσεις για τα δύο εκπαιδευτικά συστήματα από την Αμερικανική Υπηρεσία Εκπαίδευσης.Ηταν γνωστή η υπεροχή των σοβιετικών σχολείων στα Μαθηματικά και τις Φυσικές Επιστήμες

Σημειώνει ο Τρέις στην εισαγωγή της μελέτης του (οι υπότιτλοι δικοί μας):

«Το ενδιαφέρον των περισσότερων πρόσφατων συγκριτικών ερευνών των αμερικανικών και των σοβιετικών σχολείων υπήρξε η ανάδειξη της θλιβερής καθυστέρησης των αμερικανικών σχολείων από τα αντίστοιχα σοβιετικά, στη διδασκαλία των μαθηματικών και των επιστημών. Οι έρευνες αυτές επικεντρώνονται στο γεγονός ότι ενώ όλοι οι Ρώσοι μαθητές που αποφοιτούν από το Λύκειο έχουν μελετήσει Φυσική για 5 χρόνια, Χημεία για 4 χρόνια, Βιολογία για 6 χρόνια και Αστρονομία για 1 χρόνο, μόνο μερικοί Αμερικανοί απόφοιτοι Λυκείου έχουν μελετήσει Βιολογία ή Φυσική ή Χημεία για ένα χρόνο. Σχεδόν κανείς δεν έχει σπουδάσει ένα από αυτά τα μαθήματα για περισσότερο από ένα χρόνο και πολύ λίγοι έχουν σπουδάσει και τα τρία. Παρομοίως, στη διδασκαλία των Μαθηματικών, τα σχολεία της Αμερικής βρίσκονται σε τακτική βάση 2 χρόνια πίσω από τα σοβιετικά, και μια πιο προσεκτική ματιά στο πρόγραμμα των Μαθηματικών και των δύο σχολικών συστημάτων θα αποδείξει ότι σε ορισμένα μέρη η καθυστέρηση αγγίζει τα τρία ή ακόμη και τέσσερα χρόνια.

Στη θέα της τρομακτικής σημασίας της εκπαίδευσης στην πάλη μεταξύ σοβιετικών και αμερικανικών σχολείων, η διδασκαλία των Μαθηματικών και των βασικών επιστημών είναι κάτι περισσότερο από φοβερή. Οι εκπαιδευτικοί και οι σχολικοί διοικητές πρόθυμα παραδέχονται, όπως άλλωστε οφείλουν, ότι αυτή η τεράστια ανισότητα υπάρχει. Εχουν γίνει ορισμένες προσπάθειες προκειμένου να ενισχυθούν τα επιστημονικά και μαθηματικά προγράμματα, αλλά τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής είναι ατελή.

Το εξώφυλλο του βιβλίου που εκτός από τον τίτλο του, αναγράφει: Την εποχή που οι Αμερικανοί μαθητές θα ανέβουν σ' αυτόν το λόφο, τα Σοβιετικά παιδιά της ίδιας ηλικίας θα συζητούν πιθανώς το υψόμετρο του λόφου, τα κοιτάσματα των ορυκτών και τον γεωπολιτικό ρόλο του λόφου στις παγκόσμιες υποθέσεις...

Ωστόσο, οι Αμερικανοί εκπαιδευτικοί καθώς και ο λαός τείνουν να εφησυχάζουν στην πεποίθηση ότι τουλάχιστον στα αμερικανικά σχολεία τα υπόλοιπα βασικά μαθήματα, τα οποία συνήθως αναφέρονται ως ανθρωπιστικά – κυρίως η Λογοτεχνία και η Ιστορία – καθώς και τα μαθήματα που συνδέονται με αυτά, ευδοκιμούν, ενώ στη Σοβιετική Ενωση, όπως πιστεύουν, τα ανθρωπιστικά μαθήματα έρχονται σε αντίθεση με τα κομμουνιστικά ενδιαφέροντα και επιπροσθέτως καταστέλλονται στα σοβιετικά σχολεία. Αυτό το βιβλίο αποσκοπεί στην παρουσίαση μερικών στοιχείων τα οποία ευελπιστώ ότι θα καταρρίψουν αρκετά διεξοδικά αυτή την ψευδαίσθηση. Αποσκοπεί στο να αποδείξει ότι το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα, ιδίως στα επίπεδα της στοιχειώδους εκπαίδευσης και του Γυμνασίου, απέχει τόσο πολύ από το να καταστεί προπύργιο των ανθρωπιστικών επιστημών, ώστε οι ανθρωπιστικές επιστήμες, στην πραγματικότητα, παραμελούνται με αισχρό και επικίνδυνο τρόπο. Επιπλέον, προτίθεται να δείξει ότι η σοβιετική εκπαίδευση, παρόλο που αξιοποιεί τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τα μαθήματα που σχετίζονται άμεσα με αυτές για την κατήχηση του κομμουνισμού, παρέχει στους μαθητές της πολύ πιο ολοκληρωμένη προετοιμασία σε αυτά τα μαθήματα από ό,τι παρέχουν τα αμερικανικά σχολεία στους μαθητές τους.Η βασική πληροφορία για ένα εκπαιδευτικό σύστημα είναι το πρόγραμμα σπουδών και τα βιβλία του

Είναι φυσικά πολύ ευκολότερο να γενικεύσουμε για τα σοβιετικά σχολεία από ό,τι για τα αμερικανικά, διότι η σοβιετική εκπαίδευση είναι κεντρική, και το πρόγραμμα μαθημάτων, τα βιβλία και τα πρότυπα είναι – με μερικές εξαιρέσεις – ομοιόμορφα σε όλη τη Σοβιετική Ενωση, ενώ στη χώρα μας υπάρχει μια αξιοσημείωτη διαφοροποίηση σε αυτούς τους τομείς από Πολιτεία σε Πολιτεία, από κοινότητα σε κοινότητα. Παρ’ όλα αυτά, είναι πιθανόν να σχηματίσουμε βαθιά και σημαντικά συμπεράσματα για το σχολικό μας σύστημα σαν σύνολο, εξετάζοντας τα βιβλία και τα μαθήματα μελέτης που διατίθενται στους μαθητές μας. Ωστόσο, δεν έχω ασχοληθεί με τα αμερικανικά ιδιωτικά σχολεία σε αυτή τη μελέτη, διότι εκπαιδεύουν ένα μικρό μονάχα ποσοστό των μαθητών μας και η σειρά μελέτης σε αυτά είναι συνήθως αρκετά διαφορετική από αυτή των άλλων σχολείων.

Οποιοσδήποτε επιθυμεί να καθορίσει την ποιότητα του σχολικού συστήματος της δικής του κοινότητας, Πολιτείας ή χώρας, ή το σχολικό σύστημα κάθε άλλης χώρας, μπορεί να προβεί σε διάφορες μεθόδους. Μπορεί να επισκεφθεί ένα σχολείο ή μια σειρά σχολείων για να εξετάσει τον φωτισμό και τις εγκαταστάσεις των σχολικών τάξεων, τον οπτικοακουστικό βοηθητικό εξοπλισμό, τις εγκαταστάσεις βιβλιοθηκών, το γυμναστήριο και το πρόγραμμα μεσημεριανού φαγητού, ή ενδεχομένως μπορεί να συνομιλήσει με δασκάλους και σχολικούς διοικητές και να συλλέξει στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των μαθητών του σχολείου, το μέγεθος των τάξεων, την οικονομική κατάσταση του σχολικού συστήματος, και τα προσόντα των ίδιων των καθηγητών και των σχολικών διευθυντών. Η από την άλλη, μη έχοντας τη δυνατότητα να λάβει αυτές τις πληροφορίες αυτοπροσώπως, μπορεί να αρκεστεί στο να σχηματίσει τις εντυπώσεις του διαβάζοντας γραπτές εκθέσεις από αυτούς που έχουν κάνει τέτοιες επισκέψεις.

Ολες αυτές οι πληροφορίες, φυσικά, θα συμβάλουν κάπως στην κατανόηση του πόσο καλό ή κακό μπορεί να είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα. Αλλά τέτοιες πληροφορίες μπορεί να είναι παραπλανητικές, όχι μόνο γιατί τείνουν να είναι ιδιαιτέρως ιμπρεσιονιστικές, αλλά κι επειδή το σχολείο με το πιο καινούργιο κτίριο, την πιο ευρύχωρη βιβλιοθήκη, το πιο σύγχρονο γυμναστήριο, την πιο λαμπερή αίθουσα, τις πιο μικρές σε αριθμό τάξεις, τον πιο λαμπρό εξοπλισμό και το καλύτερο πρόγραμμα μεσημεριανού φαγητού, μπορεί κάλλιστα να είναι ένα σχολείο στο οποίο ελάχιστα προωθείται η μάθηση. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια ισχυρή τάση σε αυτή τη χώρα να υπολογίζουμε την ποιότητα ενός σχολείου εξετάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα παιδιά μαθαίνουν, παρά το τι μαθαίνουν.

Είναι δεδομένο ότι καμία από αυτές τις πληροφορίες δεν μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο από ένα κλάσμα του τι χρειάζεται για να φτάσουμε σε μια ακριβή εκτίμηση της ποιότητας της εκπαίδευσης που ένα σχολείο προσφέρει. Μακράν η πιο σημαντική πληροφορία που θα βοηθήσει στον καθορισμό της ποιότητας της εκπαίδευσης οποιουδήποτε σχολείου ή σχολικού συστήματος, είναι αυτή για το πρόγραμμα σπουδών και τα βιβλία του. Το πρόγραμμα αναδεικνύει ποια μαθήματα μελετούνται, από ποιον και για πόσο χρονικό διάστημα, αλλά μια μελέτη του προγράμματος μόνο μπορεί να είναι επίσης παραπλανητική, ιδίως όσον αφορά τα αμερικανικά σχολεία. Οπως θα υποδείξει το συγκεκριμένο βιβλίο, ακόμη κι αν το πρόγραμμα σπουδών σε οποιοδήποτε τάξη αναφέρεται σε Λογοτεχνία ή Ανάγνωση ή Ιστορία, το ποσοστό Λογοτεχνίας, Ανάγνωσης ή Ιστορίας που διδάσκεται στην πραγματικότητα μπορεί συχνά να διαφέρει ελαφρά.

Τα βιβλία καθορίζουν τι και πώς θα διδάξει ο δάσκαλος

Οπουδήποτε το πρόγραμμα σπουδών θεωρείται ικανοποιητικό, παραμένει το ζωτικής σημασίας πρόβλημα της ποιότητας των βιβλίων, καθώς κανείς δεν τολμά να υποτιμήσει τη σημασία των βιβλίων στη διαδικασία οποιουδήποτε βασικού μαθήματος. Στην πραγματικότητα, σε τέτοια βασικά μαθήματα όπως η Ανάγνωση, η Λογοτεχνία, η Ιστορία, η Γεωγραφία και τα Μαθηματικά, τα βιβλία είναι ίσως η καρδιά του σχολικού συστήματος, καθώς ακόμη και ο καλύτερος δάσκαλος περιορίζεται από την ποιότητα των κειμένων. Οπτικοακουστικά βοηθήματα, συζητήσεις στην τάξη, η επίσκεψη σε διαλέξεις και η ίδια η ικανότητα μετάδοσης του δασκάλου και η σοφία του συμβάλλουν από κοινού σε διαφορετικό βαθμό στην εκπαίδευση των παιδιών μας σε αυτά τα βασικά μαθήματα, αλλά τίποτα δεν συμβάλλει τόσο όσο τα βιβλία τους, καθώς τα βιβλία είναι αυτά που πρωτίστως καθορίζουν την οργάνωση και παρουσίαση του υλικού και την επιμέλεια με την οποία τα βασικά μαθήματα μελετούνται. Επιπλέον, οι μαθητές συζητούν το υλικό των βιβλίων στην τάξη, δέχονται ερωτήσεις για αυτό, λαμβάνουν εξετάσεις για αυτό, οι εργασίες τους για το σπίτι βασίζονται συνήθως σε αυτό και οτιδήποτε άλλο κάνουν, υπάρχει η απαίτηση να το κατέχουν.

Ενα σχολικό βιβλίο είναι, στην πραγματικότητα, ένας τύραννος, διότι ένας δάσκαλος είναι αρκετά υποχρεωμένος να σχεδιάσει το μάθημα γύρω από αυτό, ιδιαίτερα στη διδασκαλία των βασικών μαθημάτων. Και εφόσον και στο μέλλον ακόμη και τα πιο ευφυή μηχανήματα διδασκαλίας δεν πρόκειται να αντικαταστήσουν τα βιβλία στα βασικά μαθήματα, είναι κάτι παραπάνω από πιθανό ότι τα σχολεία στο μέλλον, εάν πρόκειται για καλά σχολεία, θα πρέπει ακόμη να στηρίζονται στα βιβλία σε όλα τα εκπαιδευτικά επίπεδα.

Επιπροσθέτως, θα είναι έκδηλο το γεγονός ότι, εάν τα βιβλία ενός μαθητή είναι εξαιρετικά, θα μπορεί να λάβει μια εξαιρετική εκπαίδευση πράγματι, εάν έχει καλούς μαθητές και διαβάζει σκληρά, αλλά εάν τα βιβλία του είναι ελλιπή, η εκπαίδευσή του είναι αντίστοιχα προορισμένη να είναι ελλιπής, ανεξαρτήτως του πόσο εξαιρετικός μπορεί να είναι ο δάσκαλός του ή πόσο σκληρά διαβάζει. Ακόμα λιγότερη σημασία έχει εάν το σχολικό κτίριο έχει το τελευταίο σχέδιο της μόδας, εάν η αίθουσα είναι ευρύχωρη και ευήλια, ή εάν το γυμναστήριο είναι πλήρως εξοπλισμένο».

Εχει σημασία εδώ να σημειώσουμε ότι σήμερα, σχεδόν 60 χρόνια μετά την εποχή που δημοσιεύτηκε αυτή η μελέτη, η συζήτηση για την πρωτεύουσα ή δευτερεύουσα σημασία του βιβλίου συνεχίζεται στους αστικούς κύκλους. Η εμπειρία στη χώρα μας, με τα νέα βιβλία που μπήκαν στα σχολεία πριν από δέκα χρόνια, είναι χαρακτηριστική, καθώς έκανε τα βιβλία πολύ πιο φτωχά, στο όνομα της «ελκυστικότητας». Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια επανέρχεται ένας αστικός προβληματισμός για τη χρησιμότητα του έντυπου βιβλίου στην εποχή που υπάρχει το ηλεκτρονικό…Το μόνο που χρειάζεται είναι αποφασιστικότητα και σκληρή δουλειά

Η έρευνα του Αρθουρ Τρέις για το «τι διδάσκεται ο Ιβάν που δεν διδάσκεται ο Τζόνι» είναι στην πραγματικότητα μια συγκριτική μελέτη μεταξύ της σοβιετικής και αμερικανικής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στα πεδία 1) της Ανάγνωσης, 2) της Λογοτεχνίας, 3) των ξένων γλωσσών, 4) της Ιστορίας και 5) της Γεωγραφίας, μελέτη η οποία βασίζεται στα βιβλία και στα αναλυτικά προγράμματα των μαθημάτων αυτών.

Οπως περιγράφει σχετικά στην εισαγωγή του:

«Αυτές οι συγκρίσεις και τα συμπεράσματα που απαραιτήτως προκύπτουν από αυτές θα σοκάρουν αυτούς που δεν ήταν σε στενή επαφή με το τι συμβαίνει στα σχολεία μας τα τελευταία τριάντα χρόνια. Επιθυμώ, ωστόσο, να διευκρινίσω ότι ο σκοπός αυτού του βιβλίου δεν είναι να προτείνω ότι τα αμερικανικά σχολεία πρέπει να μιμούνται τα σοβιετικά σχολεία. Στην πραγματικότητα, τα επόμενα κεφάλαια θα εξυπηρετήσουν την ανάδειξη ορισμένων ιδιομορφιών της σοβιετικής εκπαίδευσης. Προτιμότερη είναι η ανάδειξη του ότι αυτά τα βασικά μαθήματα αντιπροσωπεύονται ελλιπώς στο αναλυτικό πρόγραμμα και τα βιβλία των αμερικανικών σχολείων, ακόμη κι όταν συγκρίνονται με το πρόγραμμα και τα μαθήματα των σχολείων στην κομμουνιστική χώρα. Το πόσο σοβαρά παραμελούν τα αμερικανικά σχολεία τις ανθρωπιστικές σπουδές μπορεί να αποδειχθεί ακόμα κι από μια σύγκριση μεταξύ του προγράμματος και των βιβλίων μας και των αντίστοιχων των σχολείων της Δυτικής Ευρώπης, αλλά κρίνεται πολύ πιο σημαντικό να αναδείξουμε ότι το πρόγραμμα και τα βιβλία των σχολείων μιας χώρας που κυβερνιέται από φιλοσοφία η οποία συνήθως θεωρείται ότι καταστέλλει τις ανθρωπιστικές σπουδές και ενισχύει την τεχνολογική εκπαίδευση, στην πραγματικότητα συμβάλλει σε πολύ πιο εξονυχιστική προετοιμασία στις ανθρωπιστικές σπουδές από ό,τι το αναλυτικό πρόγραμμα και τα βιβλία των αμερικανικών σχολείων. Με άλλα λόγια, αυτό το βιβλίο προτίθεται να αναδείξει ότι η κατάρτιση σε αυτά τα βασικά μαθήματα στα αμερικανικά σχολεία είναι ελλιπέστερη από κάθε πρότυπο. Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο για τα σοβιετικά, αλλά και για τα αμερικανικά σχολεία», σημειώνει ο συγγραφέας, προσθέτοντας μάλιστα ότι το πιο ελκυστικό χαρακτηριστικό αυτών των προτάσεων στις οποίες καταλήγει είναι ότι μπορούν να εκτελεστούν χωρίς χρήματα:

«Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη αποφασιστικότητα και σκληρή δουλειά από τη μεριά των γονέων, των δασκάλων, των σχολικών διοικητικών στελεχών, των μελών της σχολικής μονάδας και όλων όσοι ενδιαφέρονται για τη βελτίωση της ποιότητας των σχολείων μας», λέει, δείχνοντας ότι αυτά είναι τα υλικά με τα οποία θριαμβεύουν τα σοβιετικά σχολεία.

Στο προηγούμενο δημοσίευμά μας μιλήσαμε για το «Σπούτνικ Σοκ», τον πανικό που προκάλεσε στις ΗΠΑ και ευρύτερα στον καπιταλιστικό κόσμο η εκτόξευση από την ΕΣΣΔ του πρώτου δορυφόρου που μπήκε σε τροχιά γύρω από τη Γη και τις συγκρίσεις που φούντωσαν εκείνο το διάστημα γύρω από τα εκπαιδευτικά συστήματα της Σοβιετικής Ενωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Συνεχίζουμε σήμερα με αποσπάσματα από μια τέτοια μελέτη που πρωτοεκδόθηκε σε βιβλίο το 1961 στη Νέα Υόρκη, με τίτλο «What Ivan Knows That Johnny Doesn’t» («Τι γνωρίζει ο Ιβάν που δεν γνωρίζει ο Τζόνι») από τον Arther S. Trace Jr (εκ παραδρομής ο «δαίμον του Τυπογραφείου» στο πρώτο μέρος του αφιερώματος απέδωσε λάθος το όνομα του συγγραφέα ως Arthur, αντί για Arther που είναι το σωστό). Θυμίζουμε ότι ο συγγραφέας σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φιλοσοβιετικός, το αντίθετο μάλιστα. Ομως κάνει μια αντικειμενική συγκριτική μελέτη, γι’ αυτό και έχει αξία.

Ο Αρθερ Τρέις προσφέρει μια συγκριτική μελέτη μεταξύ της σοβιετικής και αμερικανικής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στα πεδία 1) της Ανάγνωσης, 2) της Λογοτεχνίας, 3) των ξένων γλωσσών, 4) της Ιστορίας και 5) της Γεωγραφίας, μελέτη η οποία βασίζεται στα βιβλία και στα αναλυτικά προγράμματα των μαθημάτων αυτών. Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο του βιβλίου του διαδοχικά για κάθε ένα από τα πέντε παραπάνω πεδία και στο τελευταίο βιβλίο καταγράφει τα συμπεράσματά του.Παιδική σοβιετική έκδοση με ποιήματα του Σ. Μαρσάκ με τίτλο «Οι σύντροφοι του σχολείου» που κυκλοφόρησε το 1941 (Από το Αρχείο του ΚΚΕ)Παιδική σοβιετική έκδοση με ποιήματα του Σ. Μαρσάκ με τίτλο «Οι σύντροφοι του σχολείου» που κυκλοφόρησε το 1941 (Από το Αρχείο του ΚΚΕ)

Στα συμπεράσματα, λοιπόν, σημειώνει (οι υπότιτλοι και οι υπογραμμίσεις δικά μας):

«Τα προηγούμενα κεφάλαια φαίνεται να αποδεικνύουν ότι το πρόγραμμα σπουδών και τα βιβλία των Σοβιετικών σχολικών συστημάτων παρέχουν στους Σοβιετικούς μαθητές μια πολύ μεγαλύτερη γνώση της λογοτεχνίας, των ξένων γλωσσών, της ιστορίας και της γεωγραφίας από ό,τι παρέχει το αμερικανικό σχολικό σύστημα στους μαθητές μας.Οι λόγοι της σοβιετικής υπεροχής

Αυτές οι συγκρίσεις μαρτυρούν ότι υπάρχουν τέσσερις βασικοί λόγοι για τους οποίους οι Σοβιετικοί μαθητές απολαμβάνουν αυτό το τεράστιο πλεονέκτημα. Αρχικά, το σοβιετικό πρόγραμμα σπουδών εξασφαλίζει ότι οι Σοβιετικοί μαθητές αφιερώνουν πολλές ώρες και χρόνια στη μελέτη όλων αυτών των βασικών μαθημάτων. Δεύτερον, η συνοχή της ύλης του μαθήματος σε ένα διαδοχικό επίπεδο ποιότητας διατηρείται τόσο προσεκτικά ώστε οι Σοβιετικοί μαθητές κερδίζουν πάρα πολύ από την τάξη, τη συστηματική παρουσίαση και προοπτική που μόνο μια τέτοια συνέχεια μπορεί να προσφέρει. Τρίτον, οι Σοβιετικοί μαθητές διδάσκονται να διαβάζουν τόσο αποτελεσματικά και ενεργά κατά τη διάρκεια των τεσσάρων πρώτων βαθμίδων, έτσι ώστε στην πέμπτη έχουν προετοιμαστεί για να μελετήσουν λογοτεχνία, ξένες γλώσσες, ιστορία και γεωγραφία σε ένα εκπληκτικά ώριμο επίπεδο, και τέταρτον, τα σοβιετικά βιβλία έχουν γραφτεί προσεκτικά από ικανούς μελετητές.

Από την άλλη μεριά, οι Αμερικανοί μαθητές στερούνται μιας στέρεης γνώσης της λογοτεχνίας, των ξένων γλωσσών, της ιστορίας και της γεωγραφίας, επειδή, αρχικά, αφιερώνουν πολύ λιγότερες ώρες και χρόνια στη μελέτη αυτών. Δεύτερον, επειδή η συνέχεια αυτών των βασικών μαθημάτων από τάξη σε τάξη συνήθως είναι όχι μόνο ελλιπής, αλλά συχνά διακόπτεται η μελέτη του ίδιου μαθήματος για εξάμηνα ή ενδεχομένως και χρόνια. Τρίτον, το λεξιλόγιο στα αμερικανικά βασικά αναγνωστικά είναι τόσο περιορισμένο, που εκτός κι αν τα παιδιά έχουν μάθει να διαβάζουν από άλλες πηγές εκτός αυτών των αναγνωστικών, δεν έχουν ακόμη αποκτήσει ικανότητες ανάγνωσης στην έκτη ή ακόμη και στην όγδοη τάξη, κι επιπλέον, αδυνατούν παντελώς να αντεπεξέλθουν σε βιβλία που έχουν έναν οποιοδήποτε βαθμό δυσκολίας. Και τέταρτον, τα αμερικανικά συγγράμματα είναι συνήθως όχι μόνο κακογραμμένα, αλλά και γραμμένα ώστε να προσελκύουν μαθητές ενός σχετικά χαμηλού επιπέδου νοημοσύνης, και συχνά γράφονται από συγγραφείς που σχεδόν δεν διαθέτουν την επάρκεια να γράψουν ένα καλό βιβλίο.

Αυτά τα συμπεράσματα για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας, της ιστορίας, των ξένων γλωσσών και της γεωγραφίας στα αμερικανικά σχολεία δεν είναι απλώς άλογες κατηγορίες. Μπορούν να αποδειχθούν και να τεκμηριωθούν ατέρμονα από μια εξέταση του αναλυτικού προγράμματος και των βιβλίων όλων σχεδόν των δημοσίων και κοινοτικών σχολείων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ωστόσο, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δεν υποστηρίζω ότι κανένας Αμερικανός μαθητής μεταξύ της πρώτης και της δωδέκατης τάξης δεν αποκτά μια καλή γνώση αυτών των μαθημάτων, διότι μερικοί προφανώς αποκτούν. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι εάν οι μαθητές έχουν μάθει να διαβάζουν σωστά στις πρώτες τάξεις, δεν το έχουν μάθει από τα βασικά αναγνωστικά. Υποστηρίζω ότι εάν έχουν μια επαρκή γνώση αμερικανικής, αγγλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, δεν την έχουν αποκτήσει από τα τυπικά αμερικανικά βιβλία των δέκα τάξεων. Οτι εάν έχουν μια συμπαγή γνώση ιστορίας και γεωγραφίας, πιθανόν δεν το οφείλουν στο πρόγραμμα σπουδών των σχολείων τους, ούτε και στα βιβλία τους. Κι ότι εάν έχουν μια καλή γνώση μιας ξένης γλώσσας μάλλον βρίσκονται στο μηδαμινό ποσοστό του 2 ή 3% των αποφοίτων λυκείου που έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν τέτοιου είδους γνώση από τα δημόσια ή κοινοτικά σχολεία μας.Η σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας δημιουργεί το υπόβαθρο και της εκπαιδευτικής υπεροχής

Σοβιετική αφίσα της δεκαετίας του '50: «Στην ΕΣΣΔ υπάρχουν πολλά νέα σχολεία, στις ΗΠΑ τα σχολεία κλείνουν όλη την ώρα».

Είναι ενδεχομένως αδύνατον να πούμε πόσοι μαθητές μπορούν να αποκτήσουν μια σεβαστή γνώση αυτών των μαθημάτων με τη βοήθεια των γονιών τους στο σπίτι ή των δασκάλων τους μέσω εξωτερικών ή ειδικών εργασιών, αλλά τα γενικά απογοητευτικά αποτελέσματα των εξετάσεων που παρέχονται από το στρατό θα υποδείκνυαν ότι ο αριθμός είναι στην πραγματικότητα πολύ μικρός».

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι ο συγγραφέας αγγίζει εντελώς ακροθιγώς το θέμα της ταξικότητας της αμερικανικής κοινωνίας. Παραδέχεται ότι κάποιοι ελάχιστοι μπορεί να έχουν τη δυνατότητα να αποκτούν περισσότερες γνώσεις μέσω των γονιών τους ή άλλων καναλιών, δεν λέει ωστόσο ότι αυτό συμβαίνει για τις οικογένειες που έχουν να διαθέσουν, να πληρώσουν ειδικούς δασκάλους για τη μόρφωση των παιδιών τους ή για τις οικογένειες όπου οι γονείς κατέχουν ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο, οι οποίες όμως κατά κανόνα εντοπίζονται στα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα.

Ακολούθως, επαναλαμβάνει παρακάτω ότι συνολικά στην Ευρώπη υπάρχει μια παράδοση υπεροχής στο εκπαιδευτικό σύστημα σε σχέση με τις ΗΠΑ και ότι από αυτήν αντλεί και το σοβιετικό σύστημα, αυτό που δεν φαίνεται όμως καθαρά, είναι ότι στην ΕΣΣΔ το υψηλό αυτό εκπαιδευτικό επίπεδο όχι μόνο ήταν για όλους, αλλά ήταν και εντελώς δωρεάν, ενώ στην καπιταλιστική Ευρώπη διαφοροποιείται ανάλογα με την τσέπη του καθενός.

Και κάτι ακόμα σημαντικό που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας είναι οι υπόλοιπες πτυχές της ζωής στη σοσιαλιστική κοινωνία σε σχέση με τον καπιταλισμό: Οταν π.χ. η οικογένειά του δεν έχει λύσει το βιοποριστικό της πρόβλημα, όσο καλά και να είναι τα βιβλία και τα προγράμματα του σχολείου, ο μαθητής δεν θα μπορέσει να δώσει προτεραιότητα στη μάθηση. Το ίδιο αν έχει π.χ. προβλήματα υγείας που δεν μπορεί να πληρώσει για να τα αντιμετωπίσει, αν δεν έχει λύσει το ζήτημα της στέγης, της σταθερής δουλειάς κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, είναι η συνολικότερη οργάνωση της κοινωνίας που δημιουργεί το υπόβαθρο στο σοσιαλισμό για να μορφώνονται απρόσκοπτα οι μαθητές, για να μπορούν να αφοσιώνονται στα καλά τους βιβλία και προγράμματα.Τι είναι τελικά σύγχρονο στη γνώση;

Τα παρακάτω αποσπάσματα από τα συμπεράσματα του βιβλίου προσφέρουν παραλληλισμούς με τη σύγχρονη συζήτηση που γίνεται στις μέρες μας, για το αν πρέπει να προκρίνεται η διδασκαλία των κλασικών μαθημάτων ή η παροχή χρηστικών δεξιοτήτων, αλλά και στην πολύ πρόσφατη συζήτηση που ανοίγει στη χώρα μας με αφορμή τις περικοπές μαθημάτων στο Λύκειο και την ενοποίηση μαθημάτων (π.χ. «φυσικές επιστήμες»).

«Ως υπεράσπιση των τωρινών πρακτικών των αμερικανικών σχολείων χρησιμοποιείται συνήθως η άποψη ότι η «δουλειά» των σχολείων είναι να εκπαιδεύσει όλους τους μαθητές και όχι απλώς την αφρόκρεμα των διανοούμενων. Ωστόσο, σαν απάντηση αυτού, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός και της Σοβιετικής εφτάχρονης (και τώρα οχτάχρονης) εκπαίδευσης, δηλαδή να μορφώσει όλους τους μαθητές, και ακόμη είναι κυρίως στα πρώτα εφτά ή οχτώ χρόνια εκπαίδευσης που γίνεται η τόσο άσχημη σύγκριση του προγράμματος σπουδών και των βιβλίων μεταξύ των αμερικανικών και σοβιετικών σχολείων. Συχνά, επίσης, επισημαίνεται προς υπεράσπιση των σχολείων μας, ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι «καλύτερο για την κοινωνία μας». Το συμπέρασμα, δηλαδή, είναι ότι σε μία τόσο δημοκρατική κοινωνία όπως είναι η δική μας, το να μαθαίνει κανείς τα βασικά αντικείμενα καλά, δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο σημαντικό. Ομως, αυτή η θέση είναι προφανέστατα λανθασμένη, και συμπεριλαμβάνεται στη γενικότερη επικράτηση αυτής της στάσης που εμπεριέχει το μεγαλύτερο ποσοστό κινδύνου για το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Τα αμερικανικά σχολεία δεν έχουν, φυσικά, εγκαταλείψει εντελώς τα βασικά μαθήματα. Ολοι οι μαθητές μας μελετούν τη γλώσσα τους, ακόμη και αν δεν τη μαθαίνουν πολύ καλά. Ολοι μελετούν λογοτεχνία, ακόμη και αν δεν γίνεται σε μεγάλο βαθμό ή δεν είναι καλής ποιότητας λογοτεχνία. Ολοι μελετούν ιστορία και γεωγραφία, ακόμη και αν δεν γίνεται σε μεγάλο βαθμό και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ολοι μελετούν μαθηματικά, ακόμη και αν δεν ξεφεύγουν από την αριθμητική. Οι περισσότεροι από αυτούς μελετούν μία βασική επιστήμη, ακόμη και αν είναι για ένα μόνο χρόνο. Και μερικοί από αυτούς μελετούν μία ξένη γλώσσα, αλλά όχι για αρκετό διάστημα ώστε να τη μάθουν. Ξεκάθαρα, λοιπόν, τα αμερικανικά σχολεία, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει τη μελέτη των περισσότερων, τουλάχιστον, βασικών μαθημάτων, δεν έχουν εγκαταλείψει την πεποίθηση για τη σημασία αυτών των αντικειμένων, αλλά όπως τα προηγούμενα κεφάλαια έχουν δείξει, έχουν δραματικά εγκαταλείψει τη λεπτομερή κατάρτιση σε αυτά. Και σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η βασική διαφορά, όχι κυρίως μεταξύ της αμερικανικής και σοβιετικής εκπαίδευσης, αλλά μεταξύ της αμερικανικής και ευρωπαϊκής εκπαίδευσης. (…)

Δεν είναι η διανοητική οπισθοδρομικότητα που εξηγεί την τρομαχτική έμφαση της σοβιετικής και ευρωπαϊκής εκπαίδευσης σε αυτά τα βασικά μαθήματα, και δεν είναι η πνευματική διαφώτιση και πρόοδος που εξηγεί γιατί η αμερικανική εκπαίδευση τα παραμελεί. Η βάση και η δομή της γνώσης είναι ίδια και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού Ωκεανού. Δεν αλλάζει το χαρακτήρα της κατά τη μεταφορά. Η σοφία της Ευρώπης και των εποχών έχει αναγνωρίσει την υπέρτατη σημασία της μελέτης της γλώσσας, της λογοτεχνίας, της ιστορίας, της γεωγραφίας, των μαθηματικών και των θετικών επιστημών στην πνευματική ανάπτυξη όλων των ανθρώπων, και ότι, χωρίς αυτήν τη γνώση, οι άνθρωποι είναι πνευματικά παράλυτοι».

Συνεχίζουμε σήμερα το αφιέρωμά μας «Οκτωβριανή Επανάσταση και Παιδεία» με το τρίτο και τελευταίο μέρος από τη σειρά δημοσιευμάτων από το βιβλίο του 1961, με τίτλο «What Ivan Knows That Johnny Doesn’t» («Τι γνωρίζει ο Ιβάν που δεν γνωρίζει ο Τζόνι») του Arther S. Trace Jr.

Πρόκειται για μια συγκριτική μελέτη μεταξύ της σοβιετικής και αμερικανικής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στα πεδία 1) της Ανάγνωσης, 2) της Λογοτεχνίας, 3) των ξένων γλωσσών, 4) της Ιστορίας και 5) της Γεωγραφίας, μελέτη η οποία βασίζεται στα βιβλία και στα αναλυτικά προγράμματα των μαθημάτων αυτών. Θυμίζουμε ότι ο συγγραφέας σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί φιλοσοβιετικός, το αντίθετο μάλιστα, προσπαθεί να ασκήσει πολεμική στην ΕΣΣΔ, ωστόσο μελετά με αντικειμενικότητα τα δυο εκπαιδευτικά συστήματα προκειμένου να βοηθήσει με συμβουλές τα σχολεία της χώρας του.

Στο σημερινό μας δημοσίευμα παρουσιάζουμε, από το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου του Τρέις, το τι διδάσκονταν στην Ιστορία οι μαθητές στο σοβιετικό σχολείο. Εχει αξία να σταθούμε στο μάθημα της Ιστορίας, καθώς είναι πρόσφατη στη χώρα μας η συζήτηση γύρω από την πρόταση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής που δουλεύει πάνω στην αναμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων της Ιστορίας στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Επιπλέον, το μάθημα της Ιστορίας είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για να αντιληφθούμε πώς πολύ καλύτερα κατανέμεται η ύλη, χωρίς αλληλοεπικαλύψεις, όταν το σχολείο είναι ενιαίο και δεν διασπάται η συνέχειά του από βαθμίδα σε βαθμίδα. Από το βιβλίο του Α. Τρέις δεν παραθέτουμε τι μάθαιναν στην Ιστορία οι μαθητές στα αμερικανικά σχολεία, γιατί μάλλον δεν χρειάζεται: Διαβάζοντας το τι μάθαιναν οι μαθητές στην Ιστορία στην ΕΣΣΔ τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, κάνουμε αναπόφευκτα στο μυαλό μας τη σύγκριση με το τι μαθαίνουν σήμερα οι μαθητές στην Ελλάδα… και σ’ αυτήν τη σύγκριση ακόμα, η ΕΣΣΔ «νικάει κατά κράτος»!

Ο συγγραφέας ξεκινάει το κεφάλαιο παραθέτοντας από τη δική του σκοπιά το γιατί είναι σημαντικό να διδάσκονται σωστά οι νέοι Ιστορία και στη συνέχεια σημειώνει (οι υπότιτλοι και οι υπογραμμίσεις δικά μας):

«Δεν μπορεί να πει κανείς ότι το Σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα υποτιμά τη σημασία της Ιστορίας. Στην πραγματικότητα, λίγα εκπαιδευτικά συστήματα αντιλαμβάνονται την πανίσχυρη επιρροή που η Ιστορία μπορεί να ασκήσει στα μυαλά των ανθρώπων. Ιδιαίτερα τα σοβιετικά σχολεία χρησιμοποιούν την Ιστορία ώστε να δείξουν την υπεροχή του κομμουνιστικού συστήματος σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο σύστημα, στο παρελθόν ή το σήμερα. Μια ματιά στο πρόγραμμα σπουδών και τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας που χρησιμοποιούνται στα σοβιετικά σχολεία θα αποδείξει το πόσο διεξοδικά μελετάται η Ιστορία έτσι ώστε να ενισχύεται ο κομμουνιστικός τρόπος θέασης των πραγμάτων.

Από την τρίτη και τέταρτη τάξη ξεκινούν με βασικά στοιχεία της Ιστορίας της χώρας τους.

Οι Σοβιετικοί μαθητές ξεκινούν την επίσημη σπουδή της Ιστορίας στην τρίτη τάξη, σε βαθμό που ένα μεγάλο κομμάτι (περίπου 20.000 λέξεις) του βιβλίου της τρίτης τάξης αφιερώνεται στην περιγραφή των βασικών γεγονότων του ρωσικού παρελθόντος. Οι περισσότερες από τις επιλογές σε αυτό το τμήμα του βιβλίου είναι γραμμένες με ευθύ κι επεξηγηματικό τρόπο και περιλαμβάνουν διηγήσεις τέτοιων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και θεμάτων, όπως οι πρώιμοι Σλάβοι, η εισβολή των Τατάρων, η Μάχη του Κουλίκοβο, ο πόλεμος με τους Σουηδούς, ο πόλεμος του 1812, η εξέγερση του 1905, η επανάσταση του 1917, τα πενταετή πλάνα, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η μεταπολεμική περίοδος, όπως επίσης και εκθέσεις σχετικά με ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Alexander Nevsky κι ο Field Marshal Suvorov, και γεγονότα όπως η ίδρυση της Μόσχας και της Αγίας Πετρόυπολης, η αιχμαλωσία του Izmail και η πολιορκία του Στάλινγκραντ. Ορισμένα αποσπάσματα αντιμετωπίζουν τα ιστορικά γεγονότα ως δραματικές διηγήσεις, με τη συνοδεία ποιημάτων από τον Πούσκιν, τον Νεκράσοβ και άλλους ποιητές που εξυμνούν ιστορικά γεγονότα. Συνολικά, υπάρχουν σαράντα πέντε επιλογές προσεκτικά παραταγμένες σε χρονολογική σειρά, από την απαρχή της ρωσικής Ιστορίας έως την τωρινή εποχή.

Στην τέταρτη τάξη των σοβιετικών σχολείων, η Ιστορία καθίσταται ένα ξεχωριστό μάθημα και διδάσκεται με ξεχωριστό σχολικό βιβλίο. Το βιβλίο αυτό ονομάζεται «Η Ιστορία της ΕΣΣΔ» και αποτελείται από μια έκθεση 150 σελίδων (περίπου 27.000 λέξεις) της Ιστορίας της Ρωσίας από την αρχή της έως σήμερα. Από τη μελέτη τους στην τρίτη τάξη, οι Σοβιετικοί μαθητές έχουν ήδη κατακτήσει τα βασικά ιστορικά γεγονότα και ιστορικές προσωπικότητες στη ρωσική Ιστορία, όμως αυτό το βιβλίο της τέταρτης τάξης είναι μια επίσημη καταγραφή της Ιστορίας σε επίσημο και εξηγητικό ύφος. Είναι εν μέρει απλοποιημένο, είναι όμως προσεκτικά γραμμένο και περιγράφει τα βασικά ιστορικά γεγονότα με τρόπο δραματικό και ζωντανό.

Αυστηρή προσοχή δίνεται στη χρονολογία, ώστε οι μαθητές να κατακτούν τη συνέχεια ανάμεσα στα γεγονότα του 16ου και 17ου αιώνα, και ούτω καθεξής. Αυτή η διαδικασία απλώς βρίσκεται σε αντιστοιχία με την αντίληψη ότι η Ιστορία σημαίνει περισσότερα σε αυτούς που κατέχουν λεπτομερή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων. Περιττό να πούμε ότι η κομμουνιστική θεώρηση της Ιστορίας εμφανίζεται στις χειρότερες και ασχημότερες περιγραφές αυτού του βιβλίου. Αλλά αυτό που χρειάζεται να τονιστεί στο σημείο αυτό, δεν είναι η ερμηνεία της Ιστορίας, αλλά ο πλούτος των λεπτομερειών και η συστηματική παρουσίαση αυτών. Οπως μπορούμε να δούμε, δεν πλησιάζει καθόλου στη λεπτομέρεια τη ρωσική Ιστορία που εμφανίζεται στα σχολικά βιβλίων μεγαλύτερων τάξεων, είναι όμως αξιοσημείωτο για το επίπεδο της τέταρτης τάξης. Εικονογράφηση υπάρχει σε ορισμένες περιπτώσεις, σε καμία περίπτωση όμως υποκαθιστώντας το γραπτό κείμενο. Οι κυριότερες μάχες εμφανίζονται σε διαγράμματα, συμπληρωματικές πληροφορίες δίνονται σαν υπότιτλοι των εικονογραφήσεων, ενώ ερωτήσεις για να απαντηθούν από τους μαθητές βρίσκονται στο τέλος κάθε υποενότητας.

Μπορεί να ειπωθεί, επομένως, ότι στο τέλος της τέταρτης τάξης οι Σοβιετικοί μαθητές μπορούν να εκλάβουν από το βιβλίο Ιστορίας τους μια αρκετά λεπτομερή θεώρηση της Ιστορίας της χώρας τους, ακόμα κι αν η θεώρηση είναι παραμορφωμένη.Οι στόχοι του μαθήματος και τα βιβλία

Το πρόγραμμα Ιστορίας στα σοβιετικά σχολεία για την πέμπτη έως τη δέκατη τάξη χρειάζεται να περιγραφεί πιο αναλυτικά έτσι ώστε το σχέδιο και η πρόθεσή του να μπορεί να κατανοηθεί. Σε γενικές γραμμές, ο στόχος του προγράμματος είναι διπλός. Πρώτον, να δώσει στους Σοβιετικούς μαθητές μια αρκετά λεπτομερή γνώση της ανάπτυξης του πολιτισμού, από την προϊστορία έως σήμερα. Αυτή η προετοιμασία εκτείνεται πέρα από την περίοδο πέντε χρόνων, από την πέμπτη τάξη μέχρι την ένατη. Δεύτερον, να δώσει στους μαθητές μια διεξοδικά λεπτομερή μελέτη της Ρωσίας, από την ιστορική προέλευσή της μέχρι και σήμερα, πέρα και πάνω από την «προπόνηση» στην Ιστορία που έλαβαν στην τρίτη και τέταρτη τάξη. Η φάση αυτή ξεκινά στην όγδοη τάξη και εκτείνεται έως τη δέκατη. Ετσι, και στην όγδοη και στην ένατη τάξη, οι Σοβιετικοί μαθητές λαμβάνουν εναλλαγές παγκόσμιας και ρωσικής Ιστορίας ανά εξάμηνο. Το βασικό όμως σημείο εδώ είναι το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί μαθητές μελετούν Ιστορία σε κάθε εξάμηνο σε κάθε τάξη μεταξύ της τέταρτης και της δέκατης τάξης.

Σε προηγούμενο κεφάλαιο τονίστηκε ότι οι Σοβιετικοί μαθητές διδάσκονται να διαβάζουν αρκετά καλά μέχρι το τέλος της τέταρτης τάξης, έτσι ώστε στην πέμπτη να είναι σε θέση να ξεκινήσουν να διαβάζουν λογοτεχνία σε επίπεδο ενηλίκων. Το επίπεδο ενηλίκων διατηρείται στα κείμενα των βιβλίων Ιστορίας τους ακόμη. Από την πέμπτη τάξη κι έπειτα, τα βιβλία Ιστορίας τους δεν κάνουν σχεδόν καμία αντιληπτή παραχώρηση, είτε σε σχέση με το ύφος ή το λεξιλόγιο μπροστά στη νεανικότητα των μαθητών. Το ύφος διαφέρει από αυτό ενός επαγγελματία ιστορικού μόνο σε σχέση με το ότι η δομή των προτάσεων μπορεί να είναι απλούστερη και οι παράγραφοι πιο σύντομες. Τα αντίτυπα αυτών των βιβλίων είναι κανονικού μεγέθους, με κανονικά διαστήματα ανά τις γραμμές. Η εικονογράφηση, ωστόσο, είναι σποραδική και κακόγουστη, ενώ η ποιότητα του χαρτιού είναι αισχρή.

Στην πέμπτη τάξη διδάσκονταν για την αρχαία Ελλάδα περισσότερα απ’ όσα διδάσκονται σήμερα οι Ελληνες μαθητές!

Στην πέμπτη τάξη και το πρώτο εξάμηνο της έκτης τάξης, οι Σοβιετικοί μαθητές μελετούν Αρχαία Ιστορία από ένα βιβλίο με τον τίτλο «Ιστορία του Αρχαίου Κόσμου». Στο πρώτο εξάμηνο της πέμπτης τάξης αποκτούν μια τρομερά λεπτομερή γνώση της Αρχαίας Αιγύπτου, της αυτοκρατορίας της Εξώτερης Ασίας και Περσίας, της Αρχαίας Ινδίας και Αρχαίας Κίνας. Η περιγραφή της Αρχαίας Αιγύπτου, για παράδειγμα, περιλαμβάνει τον λαό, την ανάπτυξη της γεωργίας και της χειροτεχνίας, την ανάπτυξη της αιγυπτιακής αυτοκρατορίας, την κατασκευή των πυραμίδων, την επιστημονική γνώση και την αιγυπτιακή γραπτή γλώσσα, τη λογοτεχνία και την τέχνη της Αρχαίας Αιγύπτου και την πτώση της αιγυπτιακής αυτοκρατορίας. Η αντιμετώπιση μερικών από αυτά τα θέματα είναι περισσότερο τεχνική και λεπτομερής και μερικές φορές συνοδεύεται από εικονογράφηση. Για παράδειγμα, ένας αριθμός αιγυπτιακών ιερογλυφικών παρατίθενται σε παραλληλισμό με τα αντίστοιχα ρωσικά.

Μετά, λοιπόν, τη μελέτη της αρχαίας Ανατολής στο πρώτο εξάμηνο, οι Σοβιετικοί μαθητές της πέμπτης τάξης προχωρούν στη μελέτη της αρχαίας Ελλάδας, στην οποία αφιερώνουν το δεύτερο εξάμηνο. Ξεκινούν με μια γενική περιγραφή της γεωγραφίας και του πληθυσμού της αρχαίας Ελλάδας, μετά προχωρούν στην περιγραφή των ελληνικών μύθων, με ειδική προσοχή στην ιστορία του Τρωικού Πολέμου και την «Οδύσσεια» του Ομήρου. Αυτό ακολουθείται από κεφάλαια σχετικά με τους Ελληνοπερσικούς Πολέμους, τον Ελληνικό πολιτισμό, τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και την αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η λεπτομέρεια στα κεφάλαια αυτά είναι συχνά αξιοσημείωτη. Στο κεφάλαιο που ονομάζεται «Η ανάπτυξη του πολιτισμού στην Ελλάδα», για παράδειγμα, υπάρχει μια γενική περιγραφή των κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών οι οποίες ευνόησαν την ανάπτυξη του πολιτισμού στην περιοχή της Μεσογείου, μια περιγραφή της προέλευσης και της φύσης των Ολυμπιακών Αγώνων, μια περιγραφή του ελληνικού θεάτρου, του αρχαίου ελληνικού δράματος συνολικά και ειδικότερα της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή, της ελληνικής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής, συμπεριλαμβανομένου ειδικές αναφορές στην Ακρόπολη, τον Παρθενώνα, τον φημισμένο «Δισκοβόλο» του Μύρωνα (με εικονογράφηση) και την αγαλματοποιία του Παρθενώνα. Το κεφάλαιο καταλήγει με μια περιγραφή της μάθησης και των σχολείων στην αρχαία Ελλάδα, διαφωτίζοντάς την με μια έκθεση της ιστορίας των Ελληνοπερσικών Πολέμων του Ηροδότου και μια περιληπτική έκθεση σχετικά με τη σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.

Για τα Ρωμαϊκά χρόνια

Σοβιετικές αφίσες του 1948: «Γίνε ένας εξαιρετικός μαθητής!» - Ο βαθμός 5 ήταν το άριστα στο σοβιετικό σχολείο, που εκείνη τη χρονιά μεγάλωσε κατά μία τάξη και από εφτάχρονο έγινε οχτάχρονο.

Για τα μαθήματα Ιστορίας τους στο πρώτο εξάμηνο της έκτης τάξης, οι Σοβιετικοί μαθητές χρησιμοποιούν τα ίδια ιστορικά κείμενα όπως στην πέμπτη, όμως αφιερώνουν ολόκληρο το εξάμηνο στη μελέτη της αρχαίας Ρώμης. Συζητιούνται όλα τα κύρια ιστορικά γεγονότα από την άνοδο και την πτώση της Ρώμης, ενώ αξιοσημείωτη σημασία δίνεται σε βασικές ιστορικές φιγούρες. Εδώ παρατίθενται μερικές από τις πάνω από 150 ερωτήσεις που βρίσκονται στα κεφάλαια της Ρωμαϊκής Ιστορίας, ερωτήσεις τις οποίες όλοι οι Σοβιετικοί μαθητές της έκτης τάξης αναμένεται να είναι σε θέση να απαντήσουν:

1. Δείξτε στο χάρτη τον ποταμό Τίβερη, την Πόλη της Ρώμης και την τοποθεσία των Λατινικών συνοικισμών.

2. Ποια γεγονότα λάμβαναν χώρα στην Ελλάδα ενώ το Ρωμαϊκό κράτος εγκαθιδρυόταν;

3. Ποιες αλλαγές συνέβησαν στην κυβέρνηση της Ρώμης από τον 5ο έως τον 3ο αιώνα πριν την εποχή μας;

4. Ποιες οι αιτίες του 1ου Καρχηδονιακού Πολέμου;

5. Δείξτε στο χάρτη τα εδάφη του Ρωμαϊκού κράτους και της Καρχηδονιακής αυτοκρατορίας μετά τον 1ο Καρχηδονιακό Πόλεμο.

6. Δείξτε στο χάρτη τις περιοχές των κύριων μαχών κατά τη διάρκεια του 2ου Καρχηδονιακού Πολέμου.

7. Ως προς τι διέφερε ο 3ος Καρχηδονιακός Πόλεμος κυρίως σε σχέση με τους δυο πρώτους;

8. Ποιες αλλαγές έλαβαν χώρα στην κατάσταση των σκλάβων από τον 6ο έως τον 2ο αιώνα πριν την εποχή μας;

9. Πώς ο Αύγουστος συγκέντρωσε όλη τη δύναμη της Ρώμης στα χέρια του;

10. Πώς οι αλλαγές στο ρωμαϊκό στρατό από τον Μάριο προετοίμασαν το δρόμο για τη δικτατορία του Σύλλα;

11. Ποιες καινοτομίες εμφανίστηκαν στη Ρωμαϊκή αρχιτεκτονική και γλυπτική;

12. Πότε και γιατί η ρωμαϊκή ρητορεία ξεκίνησε να παρακμάζει;

Από τα μεσαιωνικά χρόνια μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση

Ξεκινώντας το δεύτερο εξάμηνο της έκτης τάξης, οι Σοβιετικοί μαθητές παίρνουν ένα καινούριο σχολικό βιβλίο που ονομάζεται «Ιστορία της Μεσαιωνικής Εποχής», το οποίο χρησιμοποιούν μέχρι το τέλος της έβδομης τάξης.

Στο δεύτερο εξάμηνο της έκτης τάξης μελετούν για τα Γερμανικά και Σλαβικά φύλα, την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, την εδραίωση του φεουδαρχικού συστήματος στην Ευρώπη, τη συγκρότηση του Φραγκικού κράτους, την αυτοκρατορία του Καρλομάγνου, την εδραίωση του φεουδαρχικού συστήματος στο Βυζάντιο και την Ανατολική Ευρώπη, τις κατακτήσεις των Αράβων, την κατάρρευση του Αραβικού Χαλιφάτου και το φεουδαρχικό σύστημα σε Ινδία και Κίνα.

Το πρόγραμμα της Ιστορίας της έβδομης τάξης αφιερώνει έναν ολόκληρο χρόνο στη μελέτη των ιστορικών γεγονότων από το 1150 έως το 1650. Στο σχολικό βιβλίο πάνω σε αυτήν την περίοδο, καλύπτεται η Ιστορία κάθε σημαντικής ευρωπαϊκής χώρας, μαζί με ποικίλες αναπτύξεις πολιτισμών, γεωγραφικές ανακαλύψεις, τεχνολογικές προόδους. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται σε πλήθος ιστορικών και πολιτισμικών προσωπικοτήτων, όπως ο Δάντης, ο Πετράρχης, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ο Ραφαέλ, ο Τόμας Μορ, ο Λούθηρος, ο Ερασμος, ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Θερβάντες κι ο Σαίξπηρ.

Είναι ορατό, επομένως, ότι οι Σοβιετικοί μαθητές αφιερώνουν τρία χρόνια μελετώντας τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή Ιστορία και ότι το πραγματοποιούν αυτό με έναν αξιοσημείωτο βαθμό διεξοδικότητας.

Οπως έχω ήδη επισημάνει, οι Σοβιετικοί μαθητές στην όγδοη και ένατη τάξη μελετούν την Ιστορία της ΕΣΣΔ στο πρώτο εξάμηνο κάθε τάξης και την παγκόσμια Ιστορία στο δεύτερο. Το βιβλίο παγκόσμιας Ιστορίας για την όγδοη και ένατη τάξη ονομάζεται «Novaya Isstoria» («Σύγχρονη Ιστορία») κι εκδίδεται σε δύο τόμους, έναν για κάθε τάξη.

Ο τόμος για την όγδοη τάξη καλύπτει την περίοδο από το 1650 έως το 1870. Η υπερβάλλουσα έμφαση, όπως πιθανόν να αναμενόταν, δίνεται στην Ευρωπαϊκή Ιστορία, ιδίως στην Ιστορία της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, παρ’ όλο που και η Ιστορία της Ινδίας και της Κίνας δεν παραμελείται, ενώ η αμερικανική Ιστορία παρουσιάζεται σε δύο κεφάλαια. Ο δεύτερος τόμος της «Σύγχρονης Ιστορίας», που χρησιμοποιείται στο μάθημα της παγκόσμιας Ιστορίας της ένατης τάξης, καλύπτει την περίοδο από το 1870 έως το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πρώτο κεφάλαιο ασχολείται με τον Γαλλο-πρωσικό πόλεμο και ακολουθείται από κεφάλαια για τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα κατά την περίοδο αυτή. Επίσης συμπεριλαμβάνονται κεφάλαια για το Διεθνές Εργατικό Κίνημα και ένα για τις διεθνείς σχέσεις κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου. Το βιβλίο καταλήγει με ένα εκτενές κεφάλαιο σχετικά με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μια ανάλυση πάνω στην Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, η οποία εγκαθίδρυσε τον κομμουνισμό ως μορφή διακυβέρνησης και ως τρόπο ζωής.Οι τρεις τελευταίες τάξεις αφιερώνονται στην Ιστορία της ΕΣΣΔ

Οι Σοβιετικοί μαθητές διαμορφώνουν τη μελέτη της Ιστορίας τους στο Λύκειο με ένα τριετές πρόγραμμα πάνω στην Ιστορία της ΕΣΣΔ, ξεκινώντας από την όγδοη τάξη και ολοκληρώνοντάς το στη δέκατη. Ετσι, πράγματι μελετούν την Ιστορία της χώρας τους σε πέντε διαφορετικές τάξεις κατά τη διάρκεια της ακαδημαϊκής τους πορείας: στην τρίτη τάξη, στην τέταρτη τάξη, και ξανά με μια ακολουθία μαθημάτων στην όγδοη, ένατη και δέκατη τάξη.

Το σχολικό βιβλίο για την Ιστορία της δικής τους χώρας στις μεγαλύτερες τάξεις ονομάζεται απλώς «Ιστορία της ΕΣΣΔ» και διαθέτει τρεις τόμους, έναν για κάθε τάξη. Συνολικά αυτοί οι τόμοι απαριθμούν περίπου 800 σελίδες κανονικού μεγέθους – με μικρή εικονογράφηση – ή περίπου 16.000 λέξεων. Στην όγδοη τάξη οι Σοβιετικοί μαθητές μελετούν την Ιστορία της Ρωσίας από τις απαρχές της έως το 1750 περίπου. Στην ένατη τάξη από το 1750 έως το 1900 περίπου. Και στη δέκατη τάξη από το 1900 έως σήμερα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτοί οι διαχωρισμοί σε γενικές γραμμές γίνονται παράλληλα με τη μελέτη των Σοβιετικών μαθητών πάνω στη λογοτεχνία της χώρας τους, από τάξη σε τάξη, έτσι ώστε η αίσθηση της Ιστορίας και της χρονολογίας να ενισχύεται διπλά.

Από αυτήν την ανασκόπηση στο πρόγραμμα Ιστορίας των σοβιετικών σχολείων θα γίνει φανερό ότι οι Σοβιετικοί μαθητές μελετούν την Ιστορία χωρίς διακοπή από το τελευταίο μέρος της τρίτης τάξης έως τη δέκατη τάξη. Αφιερώνουν τρία χρόνια μελετώντας την Ιστορία της χώρας τους, αρχίζοντας από το τελευταίο μέρος της τρίτης τάξης, κατά τη διάρκεια όλης της τέταρτης τάξης, και καταλήγοντας με μια λεπτομερή μελέτη στα πρώτα εξάμηνα της όγδοης και ένατης τάξης και σε όλη τη δέκατη τάξη. Επιπροσθέτως, αφιερώνουν τέσσερα χρόνια μελετώντας παγκόσμια Ιστορία: Αρχαία και μεσαιωνική ιστορία στην πέμπτη, έκτη κι έβδομη τάξη, και σύγχρονη Ιστορία στα δεύτερα εξάμηνα της όγδοης κι ένατης τάξης».

Το κείμενο είναι από εδώ: https://studofsoc.wordpress.com/what-ivan-knows-that-johnny-doesnt/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License