ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ & ΝΙΚΟΥ ΜΑΖΙΩΤΗ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΒΟΗΘΕΙΑ (RHI-SRI)

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ & ΝΙΚΟΥ ΜΑΖΙΩΤΗ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΒΟΗΘΕΙΑ (RHI-SRI)

post image

Η παρακάτω συνέντευξη η οποία ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 2018 δόθηκε από τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα Πόλα Ρούπα και Νίκο Μαζιώτη στην Διεθνή Κόκκινη Βοήθεια.

Η συνέντευξη συμπεριλαμβάνεται όπως έχει γίνει ήδη γνωστό από προηγούμενη ενημέρωση στην 2η έκδοση του βιβλίου ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙΣ- ΚΕΙΜΕΝΑ 2003-2018 που εκδόθηκε από τον αναρχικό εκδοτικό οίκο Ελεύθερο Τύπο.

Είναι χωρισμένη σε 3 υποενότητες: α) Την ίδρυση της οργάνωσης και τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη β) Το πολιτικό και στρατηγικό σχέδιο του Επαναστατικού Αγώνα και γ) Μια υποενότητα που περιλαμβάνει τη δράση της οργάνωσης, τις ενέργειες, τις δίκες, την αλληλεγγύη και την παρακαταθήκη του Επαναστατικού Αγώνα.

Η Διεθνής Κόκκινη Βοήθεια έχει ήδη μεταφράσει την συνέντευξη των συντρόφων στα αγγλικά και θα την μεταφράσει στα γαλλικά και στα γερμανικά.

Αλληλέγγυοι/ες στα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΚΑΙ ΝΙΚΟΥ ΜΑΖΙΩΤΗ, ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΙΟΥΛΗΣ 2018

1. Context and genesis.

From which militant encounters and which political scene was born the ‘‘Revolutionary Struggle’’ project? (Από ποια αγωνιστική τάση και από ποια πολιτική σκηνή (χώρο) δημιουργήθηκε το σχέδιο του Επαναστατικού Αγώνα;)

O Επαναστατικός Αγώνας προέρχεται από τον αναρχικό – αντιεξουσιαστικό χώρο και πιο συγκεκριμένα από την πιο ‘‘κλασική’’ αναρχική τάση η οποία έχει αναφορές στην ταξική και κοινωνική πάλη και στην κοινωνική Επανάσταση που αποσκοπεί στην διάλυση του καπιταλισμού και του κράτους και στην δημιουργία μιας ακρατικής – αταξικής κοινωνίας. Λόγω των πολιτικών μας καταβολών και της πολιτικής μας παιδείας πιστεύαμε και πιστεύουμε πως η διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών συνειδήσεων προκύπτει από την αλλότρια σχέση της οργανωμένης εξουσίας με την κοινωνία. Μια σχέση που επιβάλλεται ως αναγκαία προϋπόθεση της ίδιας της κοινωνικής ύπαρξης μέσω της βίας. Η κρατική εξουσία επιβλήθηκε με την βία, τον εξαναγκασμό, την καταπίεση, τον φόβο. Η ιεραρχημένη κοινωνική δομή που επιβάλλει ως δίκαιο την ισχύ, τον πειθαναγκασμό και την βία του κεφαλαίου και του κράτους, είναι υπεύθυνη για την αλλοτρίωση και την υποταγή. Σύμφωνα με την δική μας πολιτική παράδοση, την πολιτική τάση που προερχόμαστε, η διαμόρφωση ελεύθερων πολιτικών συνειδήσεων γίνεται μέσω του αγώνα για την ανατροπή της οργανωμένης εξουσίας.

Είναι αδύνατη η ανάπτυξη ‘‘νησίδων ελευθερίας’’ μέσα στο υπάρχον σύστημα και η συνύπαρξή τους με αυτό. Κάθε εγχείρημα ελευθερίας ή θα συγκρουστεί με το καθεστώς ή θα αφομοιωθεί από αυτό και θα αφανιστεί. Γι’ αυτό και κάθε εγχείρημα αντικαθεστωτικής δράσης οφείλει να συνδέεται με ένα ευρύτερο κίνημα ανατροπής, με στόχο την προώθηση και ενίσχυση του επαναστατικού προτάγματος στην κοινωνία. Η πολιτική τάση από την οποία προερχόμαστε πίστευε πως σημαντικότατη και αδιαχώριστη με τον ευρύτερο αγώνα προϋπόθεση για την ανατροπή των συσχετισμών δύναμης στον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο υπέρ των φτωχών και των αδύναμων της κοινωνίας είναι η μεγαλύτερη δυνατή σύνδεση λόγου και πράξης με τα φλέγοντα ζητήματα που είναι κυρίαρχης σημασίας για μεγάλα κοινωνικά τμήματα στην εκάστοτε ιστορική περίοδο. Ο Επαναστατικός Αγώνας, λόγω αυτής της πολιτικής παράδοσης που είχαμε, ήταν ταυτισμένος τόσο θεωρητικά όσο και στην δράση του με την παραπάνω θέση και αρχή. Η μέγιστη δυνατή επικοινωνία με όσο το δυνατόν περισσότερους καταπιεσμένους ήταν πάντα το κυρίαρχο ζητούμενο για εμάς και η ένοπλη δράση με την ικανότητά της να διαχέει τον επαναστατικό λόγο σε μεγάλη ακτίνα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή δράσης, εξυπηρετούσε αυτό τον στόχο. Η πολιτική τάση των αναρχικών από την οποία προερχόμαστε δεν είχε σε υπόληψη την όποια ελιτίστικη απέναντι στη κοινωνία στάση στους κόλπους του αγώνα. Γι’ αυτό και σε πολλούς κοινωνικούς αγώνες αναζητούσαμε σημεία σύνδεσης με το αναρχικό – επαναστατικό πρόταγμα.

Ο Επαναστατικός Αγώνας επέλεγε πάντα πολιτικές ενέργειες που στόχευαν σε κεντρικές πολιτικές και οικονομικές στρατηγικές του σύγχρονου καθεστώτος εξουσίας, οι οποίες ασκούσαν εκ των πραγμάτων τη μέγιστη επιρροή στην κοινωνία και είχαν βασική ευθύνη για τις μεταβολές στο κοινωνικό και ταξικό πεδίο, ενώ με την θεωρία του αναζητούσε τη μέγιστη δυνατή επικοινωνία με τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Ως αναρχικοί πιστεύαμε και πιστεύουμε στην δύναμη του βολονταρισμού στον αγώνα από επαναστατικά όμως υποκείμενα που μπορούν να παίξουν τον ρόλο του καταλύτη στις πολιτικές εξελίξεις. Με βάση την ιστορία του αγώνα που ‘‘πατάμε’’ ως αναρχικοί, ο ένοπλος αγώνας μπορεί μέσω συγκεκριμένων και προσεκτικά επιλεγμένων πολιτικών δράσεων να δώσει μεγάλη ώθηση στο επαναστατικό πρόταγμα. Επίσης, με βάση την πολιτική μας καταγωγή πιστεύουμε ότι μετά την διάλυση του καπιταλισμού και του κράτους του οποίου η καταστροφή θα πρέπει να είναι άμεση χωρίς μεταβατικά στάδια, θα πρέπει να δημιουργηθεί μια συνομοσπονδιακή κοινωνική οργάνωση, της οποίας πυρήνας θα είναι η κοινότητα, η κομμούνα, η κολεκτίβα – μια συνομοσπονδιακή αποκεντρωμένη ένωση κοινοτήτων, κομμούνων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο – όπου κυρίαρχο ρόλο θα έχει η συνέλευση των μελών αυτών των ενώσεων, είτε σε εργασιακούς χώρους είτε σε επίπεδο χωριού, πόλης, γειτονιών και αλλού. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικά ελεύθερη κοινωνία όταν υπάρχει το κράτος ως συγκεντρωτικός μηχανισμός εξουσίας. Μια κοινωνία οικονομικής ισότητας και ελευθερίας, απαλλαγμένη από ταξικές διαιρέσεις, προϋποθέτει την αποκέντρωση και τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες στον τρόπο λήψης αποφάσεων.

Όταν ο Επαναστατικός Αγώνας είχε πραγματοποιήσει το 2014 την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας και το ΔΝΤ είχε δημοσιοποιήσει μια πολιτική πλατφόρμα με θέσεις που κατά την γνώμη μας θα πρέπει να έχει ένα επαναστατικό κίνημα στην Ελλάδα σήμερα, όπως μονομερή στάση πληρωμής και διαγραφής του χρέους, έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, διαγραφή των χρεών των φτωχών και του λαού προς τις τράπεζες, κατάργηση του τραπεζικού συστήματος και κοινωνικοποίηση της περιουσίας των τραπεζών, απαλλοτρίωση και κοινωνικοποίηση της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου και του κράτους, κατάργηση του κράτους και αντικατάστασή του από μια συνομοσπονδιακή οργάνωση λαϊκών συνελεύσεων και εργατικών συμβουλίων, ο συντονισμός των οποίων, η επικοινωνία και η εκτέλεση των αποφάσεων θα γίνεται από εκπροσώπους αιρετούς και άμεσα ανακλητούς ενώ σε εθνικό επίπεδο προτείναμε ένα δευτεροβάθμιο όργανο στη θέση του αστικού κοινοβουλίου, μια Συνομοσπονδιακή Λαϊκή Συνέλευση τα μέλη της οποίας θα προέρχονται από εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους αιρετούς και άμεσα ανακλητούς από τις τοπικές λαϊκές συνελεύσεις των Δήμων, των Κοινοτήτων, των Κολεκτίβων και των εργατικών Συμβουλίων. Η ιστορική συγκυρία μέσα στην οποία διαμορφώθηκε ο Επαναστατικός Αγώνας, η ανάλυση, η στρατηγική και το σχέδιό του είναι αυτή της εποχής της έξαρσης της παγκοσμιοποίησης στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αλλά και η εποχή της κρίσης που ξεκίνησε το 2008 και είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία του καπιταλισμού.

What was the situation in Greece at that time? (Ποιά ήταν η κατάσταση στην Ελλάδα την εποχή εκείνη;)

Το 2003, όταν ξεκίνησε τη δράση του ο Επαναστατικός Αγώνας, η Ελλάδα ακολουθούσε τις εξελίξεις που υπήρχαν σε διεθνές επίπεδο, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από την έξαρση του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης. Ο νεοφιλελευθερισμός είχε εδραιωθεί εκείνη την περίοδο από το σοσιαλιστικό κόμμα, η χώρα είχε ενσωματωθεί στις διεθνείς αγορές, ήταν μέλος της ευρωζώνης και είχε συστρατευθεί πλήρως στον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ που είχε ξεκινήσει το 2001 μετά τις επιθέσεις στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στην Ν. Υόρκη και το Πεντάγωνο στην Ουάσιγκτον. Παρά το γεγονός ότι οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις αποτελούσαν μια συνεχή επίθεση στην τάξη των εργαζομένων και στον λαό γενικότερα, επικρατούσε μια αίσθηση ‘‘ευημερίας’’ και ‘‘ευδαιμονίας’’ λόγω της υιοθέτησης του ευρώ ως νόμισμα και λόγω του ότι οι τράπεζες χορηγούσαν αφειδώς δάνεια. Αυτό ήταν ένας τρόπος να καλυφθούν οι απώλειες των εργατικών εισοδημάτων που είχαν επιβληθεί λόγω των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Στην πραγματικότητα, η περίοδος αυτή, 2002-2008, προετοίμασε τις συνθήκες της κρίσης που αντιμετώπισε η Ελλάδα μετά το 2008 όταν ξέσπασε η κρίση στις ΗΠΑ που στην συνέχεια επηρέασε όλο τον κόσμο. Και αυτό γιατί η Ελλάδα με αποσαρθρωμένη παραγωγική και βιομηχανική δομή ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχε μετατραπεί σε χώρα – εισαγωγέα προϊόντων από τις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε, γεγονός που στηριζόταν στον δανεισμό. Η ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ευρωζώνη από το 2002 και μετά επιβάρυνε αυτές τις συνθήκες, διόγκωσε τόσο τον δανεισμό, άρα το χρέος και το έλλειμμα τα οποία εκτροχιάστηκαν το 2009 όταν είχε ήδη ξεσπάσει η διεθνής οικονομική κρίση. Το ελληνικό κράτος χρεοκόπησε το 2009 γιατί λόγω του μεγάλου χρέους και του ελλείμματος είχε αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές που αρνούνταν να το δανείσουν και οι ελληνικές τράπεζες όπως και οι ξένες βρέθηκαν εκτεθειμένες αφού δεν μπορούσαν να εισπράξουν τα δάνεια που σύναψαν το προηγούμενο διάστημα.

Ως Επαναστατικός Αγώνας ήδη από το 2005, στα χρόνια της ψεύτικης ευημερίας που στηριζόταν στον δανεισμό όταν είχαμε χτυπήσει τα υπουργεία Απασχόλησης και Οικονομίας, είχαμε διατυπώσει την άποψη ότι η Ελλάδα έχει πολύ υψηλό χρέος, ότι η οικονομία στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια, ότι αν ξεσπάσει μια κρίση, η χώρα θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση και ότι μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας θα είναι μια πιθανή εξέλιξη αν μια μεγάλη κρίση με διεθνείς διαστάσεις εκδηλωθεί, πράγμα για το οποίο επιβεβαιωθήκαμε. Ουσιαστικά προοιωνίζαμε το μέλλον και αντιληφθήκαμε ήδη από το 2007 τις συνέπειες που θα είχε για την Ελλάδα η κατάρρευση της αγοράς των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ, πράγμα που μας έκανε τότε να αναπροσαρμόσουμε την στρατηγική μας από το 2008 – ’09 και μετά.

What was the situation of the revolutionary movement in Greece at that time? Especially what was the situation of guerilla organizations? (Ποιά ήταν η κατάσταση του επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα εκείνη την εποχή; Ειδικότερα ποιά ήταν η κατάσταση των οργανώσεων αντάρτικου;)

Κατ’ αρχήν, δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα κίνημα που έχει ενιαίους στόχους, στρατηγική ή ενιαία δομή. Επίσης δεν μπορούμε να πούμε ότι υπήρχε ή ότι υπάρχει επαναστατικό κίνημα. Ο αναρχικός – αντιεξουσιαστικός χώρος από τον οποίο προερχόμαστε είναι ένας πολυτασικός χώρος με μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς τους στόχους ή τις μεθόδους αγώνα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 τα πιο ‘‘ριζοσπαστικά’’ κομμάτια του α/α χώρου χαρακτηρίζονταν από έναν ‘‘εξεγερτισμό’’, δηλαδή προωθούσαν εξεγερτικές μεθόδους δράσης χωρίς καμία ανάλυση των υπαρχουσών συνθηκών, ανάγοντας το εξεγερμένο άτομο ως το επίκεντρο και βασικό ζήτημα του αγώνα και χωρίς να βάζουν μία προοπτική μακροπρόθεσμα που να προωθεί μια δράση όσον αφορά την ανατροπή, την διάλυση του κεφαλαίου και του κράτους και την αντικατάστασή τους από μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση σύμφωνα με τις αναρχικές αντιλήψεις. Πέραν της εξέγερσης δεν έμπαινε καμία άλλη προοπτική.

Σε αντίθεση με αυτό, ο Επαναστατικός Αγώνας στις αρχές της δεκαετίας του 2000 μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, μέσα από την δράση μας ξαναθέσαμε το ζήτημα της κοινωνικής Επανάστασης, βάλαμε μια προοπτική πέραν της εξέγερσης και μιλούσαμε για την ανατροπή του κεφαλαίου και του κράτους. Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα θα μπορούσε να οριστεί ως ώθηση για το ξεπέρασμα της εξεγερτικής προοπτικής που κυριαρχούσε στον ελληνικό α/α χώρο. Στην Ελλάδα ο εξεγερτισμός έφτασε στο αποκορύφωμά του με την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 μετά την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, στην οποία ο α/α χώρος έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Όμως τα αδιέξοδα του εξεγερτισμού φάνηκαν στο αμέσως επόμενο διάστημα όταν η κρίση χτύπησε την Ελλάδα και με την υπαγωγή της χώρας στα προγράμματα του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μετά το 2010. Στις κοινωνικές ταραχές της περιόδου εκείνης (2010 - 2012), ο α/α χώρος δεν είχε καθοριστικό ρόλο, ακριβώς γιατί δεν είχε καμία άλλη προοπτική πέραν του να συμμετέχει στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής όταν χιλιάδες λαού πολιορκούσαν το κοινοβούλιο. Η έλλειψη ανάλυσης για την κρίση, η έλλειψη πολιτικής βούλησης, η έλλειψη επαναστατικής προοπτικής ήταν οι αιτίες σύμφωνα με τις οποίες ο α/α χώρος δεν μπόρεσε να παρέμβει καταλυτικά μέσα σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο, αλλά ήταν επίσης, και οι αιτίες της κοινωνικής ήττας γενικότερα.

Ο Επαναστατικός Αγώνας από την αρχή της δράσης του μέσα από την ανάλυσή του για το σύστημα την περίοδο της φαινομενικής ευημερίας μέσω του δανεισμού που κυριαρχούσε στην Ελλάδα στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000, κατανοούσε την σημασία της κρίσης του χρέους, ενώ έβλεπε και τι προοπτικές και ευκαιρίες θα ανοίγονταν λόγω της κρίσης και των συνεπειών της. Έτσι όταν αυτή ξέσπασε, εμείς διατυπώσαμε την άποψη ότι ανοίγεται μια ευκαιρία για μια επανάσταση στην Ελλάδα και γι’ αυτό αναπροσαρμόσαμε την δράση μας μέσα από την καμπάνια των επιθέσεων του 2009. Είχαμε πει ότι θα έπρεπε να φτιαχτεί ένα επαναστατικό κίνημα που να έχει τον ένοπλο αγώνα στην στρατηγική του και ότι πρέπει να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που ανοιγόταν λόγω της κρίσης.

Όσον αφορά για την κατάσταση των οργανώσεων αντάρτικου όταν ξεκίνησε ο Επαναστατικός Αγώνας την δράση του, είχε προηγηθεί η εξάρθρωση της αριστερής ένοπλης οργάνωσης 17Ν το 2002, η οποία δρούσε από το 1975, λίγο μετά το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Τότε το καθεστώς στην Ελλάδα θριαμβολογούσε για το τέλος του αντάρτικου πόλης, έδινε το μήνυμα του ανέφικτου της ανατροπής του καθεστώτος και εγγυόταν την καθεστωτική ασφάλεια και την κοινωνική ειρήνη για να μπορεί η χώρα να εξακολουθεί να είναι ενσωματωμένη στο άρμα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Όμως σχεδόν ένα χρόνο μετά, το 2003 ο Επαναστατικός Αγώνας με το ξεκίνημα της δράσης του διέψευσε το τέλος του ένοπλου αγώνα και έβαζε νέες προοπτικές μέσα στις συνθήκες του πολέμου κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ και της δικτατορίας των αγορών, της θεωρίας της αέναης διαρκούς ανάπτυξης και του τέλους των οικονομικών κρίσεων.

What was at that time your analysis of the other experiences of armed struggle in Europe? (Ποια ήταν εκείνη την εποχή η ανάλυσή σας για τις άλλες εμπειρίες του ένοπλου αγώνα στην Ευρώπη;)

Οι συνθήκες στις δεκαετίες του 1970 και του ’80, που δρούσαν διάφορες οργανώσεις ένοπλου αγώνα στην δυτική Ευρώπη ήταν πολύ διαφορετικές από τις σημερινές στις οποίες δημιουργήθηκε ο Επαναστατικός Αγώνας. Τότε υπήρχε ο διπολισμός, ο ανταγωνισμός μεταξύ δύο αντίπαλων συστημάτων που εκπροσωπούνταν από τη μια μεριά από την Σοβιετική Ένωση και από την άλλη από τις Η.Π.Α. Στη δεκαετία του ’70, λόγω της κρίσης του στασιμοπληθωρισμού το μοντέλο του κεϋνσιανισμού και της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία που κυριαρχούσε μέχρι τότε, άρχισε να απαξιώνεται. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανέτειλε και τα κράτη ξεκινούσαν την επίθεση εναντίον των κατακτήσεων του παλιού εργατικού κινήματος, ενώ άρχισε σταθερά και σταδιακά να διαμορφώνεται η δικτατορία των αγορών. Αντίθετα, οι συνθήκες που ο Επαναστατικός Αγώνας δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ορίζονται από την μονοκρατορία των Η.Π.Α, την παγκοσμιοποίηση, το νεοφιλελευθερισμό και τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’.

Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στις δεκαετίες του 1970 και του ’80 όπου αναπτύχθηκε ένοπλος αγώνας στην δυτική Ευρώπη είχαν συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά.

Σε όλη την δυτική Ευρώπη εκδηλώνονταν ισχυροί εργατικοί αγώνες και εξεγέρσεις καθώς και αντιπολεμικά κινήματα ενάντια στην επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Το μοντέλο του κεϋνσιανισμού και του κεντρικού κρατικού ελέγχου στην οικονομία είχε ταυτιστεί με τη μεταπολεμική ανάπτυξη και τα υψηλά ποσοστά κέρδους του κεφαλαίου, αλλά και τον ισχυρό εργατικό και συνδικαλιστικό έλεγχο στην αναδιανομή των κερδών προς όφελος των εργατών. Οι αυξήσεις των μισθών και ο πληθωρισμός ως παράγοντες που τροφοδοτούσαν ο ένας τον άλλον, ροκάνιζαν τα ποσοστά κέρδους, και οι καπιταλιστές οργάνωσαν την αντεπίθεσή τους. Κατά το κυρίαρχο δόγμα οι αυξήσεις στους μισθούς και οι κατακτήσεις στις εργασιακές σχέσεις ήταν η αιτία για την εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού που κορυφώθηκε με την πετρελαϊκή κρίση τη δεκαετία του ’70. Ο στασιμοπληθωρισμός, δηλαδή η συνύπαρξη υψηλού πληθωρισμού και χαμηλών ως μηδενικών ρυθμών ανάπτυξης, έβαλε την ταφόπλακα στο κεϋνσιανό μοντέλο οικονομικής οργάνωσης. Πρώτο μέλημα για το κεφάλαιο ήταν η επίθεση ενάντια στις εργατικές κατακτήσεις. Η ταξική σύγκρουση αρχικά εκδηλώθηκε με πολύ μεγάλη σφοδρότητα τόσο από τη μεριά των εργατικών και συνδικαλιστικών αγώνων όσο και από τη μεριά του πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Άγριες απεργίες και εργατικές εξεγέρσεις σημάδεψαν πολλές χώρες στη δυτική Ευρώπη σε μια ταξική μάχη όπου εργάτες από τη μια και κεφάλαιο από την άλλη, διεκδικούσαν αμφότεροι μεγαλύτερο μέρος από τον παραγόμενο πλούτο, αλλά και τον έλεγχο στην παραγωγή. Μέχρι αυτοί οι αγώνες να χειραγωγηθούν από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες που διαπραγματεύονταν στη βάση της ‘‘συμμόρφωσης των εργατών για τον κοινό σκοπό της ανάπτυξης’’ και των αριστερών κομμάτων που φλέρταραν με την εξουσία, ισχυρές ριζοσπαστικές πολιτικές τάσεις αναδύθηκαν και μορφοποιήθηκαν οι ένοπλες οργανώσεις της εποχής που πρότειναν την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας.

Τελικά, το μοντέλο του κεϋνσιανισμού χρεοκόπησε, ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε ως παγκόσμια οικονομική τάση και η σφοδρή επίθεση ενάντια στα εργατικά κεκτημένα δεν μπορούσε να ανακοπεί, καθώς εναλλακτική για το σύστημα και ‘‘μέση οδός’’ που να συνδυάζει τις εργατικές-κοινωνικές ανάγκες με τις απαιτήσεις του κεφαλαίου δεν υπήρχε και ο νεοφιλελευθερισμός, η απελευθέρωση του κεφαλαίου από κάθε μορφής έλεγχο (κρατικό ή κοινωνικό), ήταν για τις οικονομικές ελίτ μονόδρομος που θα τον επέβαλαν δια πυρός και σιδήρου.

Αν θέλουμε να συγκρίνουμε την εποχή του δυτικοευρωπαϊκού αντάρτικου με την σημερινή μέχρι την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εποχή εκείνη χαρακτηρίστηκε από την αντίσταση στην αρχική επέλαση του νεοφιλελευθερισμού τόσο από τα εργατικά συνδικάτα που έδιναν μάχες οπισθοφυλακής όσο και από τις ένοπλες οργανώσεις, αλλά και από την αντίσταση στον ιμπεριαλισμό, όπως π.χ. αυτή εκφράστηκε εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ από την RAF ή της εγκατάστασης των βαλλιστικών διηπειρωτικών πυραύλων από την κυβέρνηση Ρήγκαν σε χώρες της δυτικής Ευρώπης. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και λίγο πριν την πτώση του τείχους του Βερολίνου και του ανατολικού μπλοκ, είχε επέλθει το τέλος αυτών των αντιστάσεων.

Οι ένοπλες οργανώσεις είχαν κατασταλεί, ενώ τα εργατικά συνδικάτα δεν μπόρεσαν να αναχαιτίσουν την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού που επέβαλαν οι δυτικές κυβερνήσεις. Το τέλος αυτό σε συνδυασμό με την πτώση του ανατολικού μπλοκ, προετοίμασε τις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης που επικράτησαν το αμέσως επόμενο διάστημα στην δεκαετία του ’90, όπου ο καπιταλισμός φαινόταν ανίκητος και οι απολογητές του μιλούσαν για το ‘‘τέλος της ιστορίας’’. Ο συνδικαλισμός και τα εργατικά συνδικάτα παρήκμασαν ή αφομοιώθηκαν και ο ένοπλος αγώνας εξαφανίστηκε από την Ευρώπη, με εξαίρεση την Ελλάδα και την προσπάθεια ανάδυσης των νέων Ερυθρών Ταξιαρχιών το 1999 –2003 όπως και την τάση των εξεγερσιακών αναρχικών στην Ιταλία.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 κυριαρχούσαν θεωρίες για το τέλος της ιστορίας που πρόβαλαν ως παντοδύναμη μονοκρατορία –με την ηγεμονία των ΗΠΑ– τον καπιταλισμό, ενάντια στον οποίο καμία πολιτική και κοινωνική δύναμη δεν μπορεί να αναμετρηθεί. Την παντοκρατορία του καπιταλισμού ως αδιαμφισβήτητο σύστημα εξουσίας την αποδέχτηκαν οι περισσότερες πολιτικές τάσεις της αριστεράς. Η ραγδαία επέκταση των κεφαλαιαγορών που έγινε με την απελευθέρωση των κινήσεων του κεφαλαίου, έδωσε μεγάλη ώθηση στην καπιταλιστική επέκταση με ατμομηχανή το χρέος. Ο μετασχηματισμός που ακολούθησε σε οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο ήταν μεγάλος και η πορεία της παγκοσμιοποίησης του συστήματος συνοδευόταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 από θεωρήματα για ‘‘το τέλος των κρίσεων’’ και την ‘‘συνεχή, αέναη ανάπτυξη’’.

Ο Επαναστατικός Αγώνας δημιουργήθηκε σε ένα σαφώς πολύ διαφορετικό κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον από τις ένοπλες οργανώσεις των προηγούμενων δεκαετιών στην Ευρώπη. Ήταν μια δύσκολη περίοδος με την έννοια ότι το επίπεδο της κοινωνικής σύγκρουσης με το καθεστώς ήταν πολύ χαμηλό. Η παγκοσμιοποίηση με το διττό της χαρακτήρα, τη νεοφιλελεύθερη επέκταση και τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ που κήρυξαν οι ΗΠΑ και τα δυτικά σύμμαχα κράτη στις αρχές της νέας χιλιετίας, διαμόρφωνε ένα ιστορικό, θα λέγαμε ακόμα και εχθρικό πλαίσιο για την δημιουργία μια ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης.

Το 2003, οπότε και ξεκίνησε την δράση του ο Επαναστατικός Αγώνας, ήμασταν σχεδόν οι μόνοι που βάλαμε το ζήτημα της ανατροπής του κεφαλαίου και του κράτους, την κοινωνική Επανάσταση σε μια περίοδο που ο ένοπλος αγώνας είχε εξαφανιστεί στην Ευρώπη, το αντάρτικο πόλης στην Ελλάδα είχε κατασταλεί και εμείς φαινόμαστε ‘‘παράξενοι’’ κόντρα στις συνθήκες της ήττας και της αφομοίωσης. Συνεπώς, το στοίχημα για τον Επαναστατικό Αγώνα να ξεκινήσει την ένοπλη δράση μέσα σε ένα τόσο αρνητικό περιβάλλον και ιδίως να θέσει την προοπτική της κοινωνικής Επανάστασης σε μια τέτοια περίοδο, αλλά και να αμφισβητήσει την ίδια την συστημική σταθερότητα, δεν ήταν καθόλου ένα εύκολο εγχείρημα.

Όμως μετά το 2008 και την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, οι συνθήκες για το διεθνές σύστημα εξουσίας έχουν αλλάξει άρδην. Υπάρχει μια γενικευμένη δυσαρέσκεια και απονομιμοποίηση του συστήματος στην Ευρώπη και ιδιαίτερα, σε χώρες όπως η Ελλάδα, που έχει πληγεί σοβαρά από την κρίση και τις πολιτικές αντιμετώπισής της. Γι’ αυτό έχουν αναδυθεί νέες προκλήσεις και προοπτικές τις οποίες είχε αναδείξει ο Επαναστατικός Αγώνας ήδη από το 2009. Όμως μέχρι τώρα δεν υπάρχουν ισχυρές αντικαπιταλιστικές – επαναστατικές δυνάμεις στην Ευρώπη που να ανταποκριθούν σε αυτές τις προκλήσεις και την κοινωνική δυσαρέσκεια που έχει προκληθεί από την κρίση. Αυτή την δυσαρέσκεια την εκμεταλλεύονται κυρίως ακροδεξιές και εθνικιστικές δυνάμεις που έχουν αντιευρωπαϊκή ρητορική, ενάντια στην Ε.Ε και την παγκοσμιοποίηση και επιδιώκουν να γυρίσουμε σε ένα καθεστώς εθνικού καπιταλισμού και ισχυρού έθνους-κράτους. Εμείς πιστεύουμε ότι για να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της εποχής μας, ο ένοπλος αγώνας είναι απαραίτητος και είναι πολύ πιο επίκαιρος σήμερα από την εποχή του δυτικοευρωπαϊκού αντάρτικου στις δεκαετίες του ’70 και του ’80.

What in the international situation motivated your decision? (Τι σας παρακίνησε στις αποφάσεις σας από την διεθνή κατάσταση;)

Ο Επαναστατικός Αγώνας ήταν από την δημιουργία της μια ένοπλη οργάνωση που επέλεγε να ‘‘διαβάζει’’ και να αναλύει πρώτα την διεθνή κατάσταση και μέσα από την διεθνή πολιτική και οικονομική εξέλιξη, ανέλυε τα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα. Η ρήση της εποχής ‘‘σκέψου παγκόσμια, δράσε τοπικά’’, μας χαρακτήριζε και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην δημιουργία του Επαναστατικού Αγώνα. Η παγκοσμιοποίηση του συστήματος συνεπώς, ήταν κεντρικό σημείο αναφοράς για την δόμηση της οργάνωσης σε θεωρητικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Οι μεγάλες ανισότητες που δημιουργούσε παγκόσμια η νεοφιλελεύθερη συστημική επίθεση, οι κοινωνικές απορρυθμίσεις που άφηνε πίσω της, η υπέρμετρη συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος ήταν τα χαρακτηριστικά του μεγάλου μετασχηματισμού. Ήταν η εποχή που επίσης, είχε σχηματοποιηθεί η δικτατορία των κεφαλαιαγορών και οι ‘‘επιδρομές’’ τους στις χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας άφηναν πίσω τους κρίσεις, οικονομικές καταρρεύσεις και ‘‘καμένη γη’’ (π.χ. κατάρρευση των χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας το 1998, Αργεντινή 2001). Όμως η παγκοσμιοποίηση μαζί με την οικονομική είχε και την πολιτικοστρατιωτική της διάσταση. Οι επιθέσεις στους δίδυμους πύργους στην Νέα Υόρκη και το Πεντάγωνο το 2001 έγιναν η αφορμή για το αμερικάνικο κράτος να κηρύξει τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’, γεγονός που επηρέασε πολύ τον Επαναστατικό Αγώνα, ειδικά κατά το πρώτο διάστημα της δράσης του.

Η Ελλάδα είχε μπει στην ΟΝΕ, ήταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση, στρατεύτηκε πλήρως στον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ κατ’ εντολή των Η.Π.Α και της Μ. Βρετανίας, ψήφισε τον α΄ αντιτρομοκρατικό νόμο του 2001 και υποστήριξε τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ παραχωρώντας ‘‘γη και ύδωρ’’ στους δυτικούς συμμάχους. Το 2002, τα κατασταλτικά χτυπήματα εναντίον της 17Ν και οι συλλήψεις το 2003 για τον ΕΛΑ, έδωσαν το στίγμα του ελληνικού κράτους στον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ με την κατίσχυσή του επί του ένοπλου αγώνα.

Πέραν των όποιων διαφορών μεταξύ ένοπλων οργανώσεων, το πολιτικό περιβάλλον με τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’, των διακηρύξεων περί ‘‘της διαρκούς καπιταλιστικής επέκτασης σε όλο τον πλανήτη’’ και του ‘‘τέλους των κρίσεων’’, επιχειρούσε να εμπεδώσει την ‘‘παντοδυναμία’’ και την ‘‘αιώνια φύση’’ του καπιταλιστικού συστήματος, ενώ η ‘‘νίκη επί του ένοπλου αγώνα’’ στην πολιτική του προέκταση διατράνωνε το τέλος και τη ματαιότητα του επαναστατικού προτάγματος. Ο πόλεμος κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’, ως ο στρατιωτικός πυλώνας της παγκοσμιοποίησης που αναδύθηκε μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ, προωθούσε με στρατιωτικά μέσα την δικτατορία των αγορών, τον έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων και της τιμής του πετρελαίου, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την συνέχιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και αναδείκνυε τον ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα.

O Επαναστατικός Αγώνας, ανταποκρινόμενος στις νέες προκλήσεις της εποχής που αναδύονταν στην αυγή του 21ου αιώνα, προκλήσεις που είχε θέσει ο τότε πρόεδρος των Η.Π.Α Τζώρτζ Μπους ο νεότερος κάνοντας την δήλωση ότι ‘‘όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας’’, είχε απαντήσει: ‘‘Δεν είμαστε μαζί σας, είμαστε εναντίον σας’’. Και η αντιαρματική ρουκέτα του Επαναστατικού Αγώνα τον Ιανουάριο του 2007 στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα ήταν η έμπρακτη απόδειξη της στάσης μας αυτής.

Στην πρώτη προκήρυξη που δημοσιοποιήσαμε το 2004 λέγαμε ότι:

‘‘Ο 21ος αιώνας θα ανήκει σε αυτούς τους λαούς, τις κοινωνικές και πολιτικές ομάδες, τα άτομα που δεν θα παραδοθούν χωρίς μάχη στο σύγχρονο ολοκληρωτισμό, που δεν θα υποκύψουν στην τρομοκρατία του νέου πολέμου, που θα αντισταθούν στα σχέδια των κυρίαρχων για τον εξανδραποδισμό των λαών, για την καταστολή των αγώνων, για την κατάκτηση του κόσμου. Θα ανήκει σε αυτούς που δεν θα επιλέξουν τη σιωπή, το βόλεμα, την υποταγή, αλλά θα επιλέξουν την αντίσταση, τον αγώνα για την ελευθερία. Μια νέα παγκόσμια κοινωνική και ταξική σύγκρουση βρίσκεται σε εξέλιξη’’.

Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι μία από αυτές τις πολιτικές ομάδες που ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις της εποχής μας και στις συνθήκες της νέας παγκόσμιας κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης που αναδύθηκε στην αυγή του 21ου αιώνα. Στην ουσία ο Επαναστατικός Αγώνας είχε ως αποστολή από την δημιουργία του κιόλας να αμφισβητήσει έμπρακτα την επικυριαρχία του κράτους επί του ένοπλου αγώνα στην χώρα, την κοινωνική καθυπόταξη που προωθούσε ο πόλεμος κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’, την παντοδυναμία και την ‘‘απρόσβλητη σταθερότητα του συστήματος’’, τις διακηρύξεις για το ‘‘τέλος των επαναστάσεων’’.

What was your analysis of the classes situation in Greece? (Ποιά ήταν η ανάλυσή σας για τις ταξικές συνθήκες στην Ελλάδα;)

Όταν ξεκίνησε την δράση του ο Επαναστατικός Αγώνας, είχαν ήδη προχωρήσει αρκετά οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα με κάποια καθυστέρηση όμως, σε σύγκριση με την Ευρώπη. Ήδη από το 1990, είχε ξεκινήσει το ξήλωμα της βιομηχανικής παραγωγικής υποδομής της χώρας με το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων που τη δεκαετία του ’80 είχαν περάσει στα χέρια του κράτους γιατί τις είχαν εγκαταλείψει οι επιχειρηματίες. Υπήρξε μια γενική αποβιομηχάνιση της χώρας. Παραδοσιακοί κλάδοι της βιομηχανίας σχεδόν εξαφανίστηκαν, η ανεργία αυξήθηκε, ο κοινωνικός ιστός αποσαθρώθηκε.

Αυτό είχε ως συνέπεια να συρρικνωθεί η παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη και κατ’ επέκταση και η διαπραγματευτική ικανότητα των συνδικάτων που έδιναν αγώνες οπισθοφυλακής, π.χ. να μην κλείσουν τα εργοστάσια, χωρίς όμως επιτυχία.

Αυτό συνεχίστηκε και την δεκαετία του 2000 και εντάθηκε και μετά την ενσωμάτωση της χώρας στην ευρωζώνη το 2002. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα παρά μόνο στον δημόσιο τομέα: δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες, τις επικοινωνίες, τον ηλεκτρισμό, τις δημόσιες επιχειρήσεις, τους δήμους. Η τελευταία φορά που η παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη κατέβηκε αυτόνομα και κέρδισε σε αγώνες, ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 λίγο μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας.

Τότε έγιναν πολλές απεργίες που είχαν βίαιο χαρακτήρα με συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας σε εργοστάσια, ναυπηγεία, ορυχεία για αυξήσεις μισθών, κοινωνική ασφάλιση, καλύτερες συνθήκες εργασίας γιατί υπήρχαν πολλά εργατικά ‘‘ατυχήματα’’. Αυτοί οι αγώνες έγιναν έξω από την δομή των επίσημων συνδικάτων, γιατί τότε αυτά ελέγχονταν από τους εργοδότες και από στοιχεία της δικτατορίας. Επίσης, αυτοί οι αγώνες, είχαν ένα συνελευσιακό χαρακτήρα, δηλαδή ελέγχονταν από τις συνελεύσεις των εργαζομένων και ως ένα βαθμό ήταν έξω από την επιρροή των παραδοσιακών κομμάτων της αριστεράς που είχαν νομιμοποιηθεί το 1974 και του σοσιαλιστικού κόμματος (ΠΑΣΟΚ). Ήταν μια εποχή που ο συνδικαλισμός ήταν ημιπαράνομος.

Αργότερα, την δεκαετία του ’80, όταν αναρριχήθηκε στην εξουσία το σοσιαλιστικό κόμμα (ΠΑΣΟΚ), ο συνδικαλισμός κρατικοποιήθηκε, οι συνδικαλιστές μετατράπηκαν σε κρατικούς υπαλλήλους και έτσι το συνδικαλιστικό κίνημα αφομοιώθηκε. Την ίδια εποχή, οι επιχειρήσεις όπου έγιναν οι μεγάλες απεργίες στα τέλη της δεκαετίας του 1970, κρατικοποιήθηκαν από την σοσιαλιστική κυβέρνηση, γιατί οι επιχειρηματίες τις παράτησαν και τις ξεφορτώθηκαν ως ζημιογόνες λόγω της διεθνούς κρίσης που υπήρχε από το 1973.

Έτσι στην Ελλάδα την δεκαετία του ’80 υπήρξε μια αντίστροφη εξέλιξη από αυτήν που υπήρχε στην δυτική Ευρώπη. Δηλαδή, ενώ στην Αγγλία, την Γαλλία, την Ιταλία, την δυτική Γερμανία, τις ΗΠΑ εδραιωνόταν ο νεοφιλελευθερισμός, στην Ελλάδα πολλές επιχειρήσεις που τις παρατούσαν οι επιχειρηματίες, περνούσαν στον έλεγχο του κράτους με την σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Αυτή η συνθήκη αύξησε την εξάρτηση των συνδικάτων από το κράτος και από τα κόμματα της αριστεράς και του σοσιαλιστικού κόμματος, που για ψηφοθηρικούς λόγους ήθελαν έναν ισχυρό δημόσιο κρατικοποιημένο τομέα στην οικονομία.

Όμως μετά το 1990, οι συνθήκες άλλαξαν με την αναρρίχηση στην εξουσία του δεξιού κόμματος (ΝΔ) που είχε νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Τότε έγινε και η πρώτη απόπειρα να επιβληθούν οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις οι οποίες όμως, συνάντησαν σφοδρές κοινωνικές αντιδράσεις. Γενικότερα όμως, από το 1990 και μετά άρχισε μια επιθετική πολιτική ενάντια στα εργατικά δικαιώματα και σε ό, τι είχε κερδίσει το εργατικό κίνημα.

Παράλληλα με την αποβιομηχάνιση υπήρξαν νομοθετήματα που έπλητταν τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, οι μισθοί συμπιέζονταν, αυξάνονταν οι εισφορές των εργαζομένων για την κοινωνική ασφάλιση, αυξήθηκε το όριο των απολύσεων από τους εργοδότες και επικράτησε το καθεστώς της ανασφάλιστης μαύρης εργασίας. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική εδραιώθηκε μετά το 1996 από την κυβέρνηση του ‘‘εκσυγχρονισμένου’’ σοσιαλιστικού κόμματος που στο μεταξύ ανήλθε στην εξουσία. Σημαντική ήταν εκείνη την περίοδο και η αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, η οποία επεβλήθη μετά από μεγάλες κινητοποιήσεις αγροτών σε όλη την Ελλάδα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ (σοσιαλιστικό κόμμα) επέβαλε το μητρώο αγροτών με το οποίο πετάχτηκαν εκτός αγροτικής παραγωγής χιλιάδες μικροκαλλιεργητές, μειώνοντας έτσι δραστικά σε λίγα χρόνια τον αγροτικό πληθυσμό. Η πολιτική για τον εκσυγχρονισμό της αγροτικής παραγωγής στα πλαίσια των απαιτήσεων της Ε.Ε και της καπιταλιστικής αγοράς, η οποία ακολούθησε την πολιτική αποβιομηχάνισης της χώρας με το κλείσιμο των ‘‘προβληματικών’’ βιομηχανιών, συνέβαλε στο να αλλάξει η ταξική και παραγωγική διαστρωμάτωση της χώρας πριν αυτή εισέλθει στην Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ). Ο τομέας που απασχολούσε το μεγαλύτερο εργασιακό δυναμικό ήταν πλέον ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών, με τον τουρισμό και την εστίαση να λαμβάνουν όλο και πιο μεγάλο ρόλο στην διαμόρφωση του ελληνικού ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν).

Παράλληλα με την επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας, αναπτύχθηκε ως αντιστάθμισμα ο ιδιωτικός τραπεζικός τομέας και ο δανεισμός άρχισε να διογκώνεται τόσο για το κράτος που παραιτούνταν από την οικονομική δραστηριότητα και την παρέμβαση στην οικονομία, όσο και για τους πολίτες που ο δανεισμός λειτουργούσε ως αντιστάθμισμα στην απώλεια των εισοδημάτων τους λόγω της συμπίεσης του εργατικού κόστους που επέβαλαν οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Κυρίαρχη θέση στην παραγωγική δομή της χώρας τις δεκαετίες του ’90 και του 2000 είχαν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθιστώντας την μικρομεσαία τάξη ως την πιο πολυπληθή. Σε αυτή την κατεύθυνση συνέβαλε και η έκρηξη του δανεισμού την ίδια περίοδο. Η ανάπτυξη με δανεικά πυροδότησε και τον κατασκευαστικό τομέα δημιουργώντας τη φούσκα των ακινήτων. Ανάλογα φαινόμενα υπάρχουν και σε άλλες χώρες την ίδια περίοδο, με μεγαλύτερη την ισπανική φούσκα στα ακίνητα.

Το καθεστώς της πλήρους απασχόλησης, που νομοθετικά ήταν ένα από τα βασικά συστατικά του μοντέλου του κεϋνσιανισμού στον ανεπτυγμένο βιομηχανικό κόσμο μεταπολεμικά, έλαβε τέλος στην Ελλάδα το 2005 όταν ψηφίστηκε νόμος που θεσμοθετούσε την ελαστική εργασία, η οποία ήταν ήδη καθεστώς στην καθημερινότητα των εργαζομένων. Με αφορμή αυτό το νομοσχέδιο, ο Επαναστατικός Αγώνας πραγματοποίησε βομβιστική επίθεση στο υπουργείο Απασχόλησης (2 Ιουνίου 2005) όπου για πρώτη φορά προειδοποιούσαμε ότι η χώρα έχει ένα χρέος που διογκώνεται συνεχώς, που είναι μια βόμβα στα θεμέλια της οικονομίας και ότι η χώρα θα βρεθεί σε δεινή οικονομική θέση αν ξεσπάσει μια διεθνής κρίση.

Ο Επαναστατικός Αγώνας επιβεβαιώθηκε λίγα χρόνια αργότερα όταν η ελληνική οικονομία χρεοκόπησε το 2009 – 2010 και μπήκε η χώρα στο πρόγραμμα του Δ.Ν.Τ, της ΕΚΤ και της Ε.Ε. Με την κρίση του 2007 και την ραγδαία άνοδο των επιτοκίων σε στεγαστικά, επαγγελματικά και καταναλωτικά δάνεια, το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας κατέρρευσε. Με το πάγωμα της τραπεζικής πίστης που ήρθε ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της αγοράς ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ, οι ελληνικές τράπεζες χρεοκόπησαν ενώ το ελληνικό χρέος έφτασε το 2010 το 129% του ΑΕΠ.

Η κρίση έφερε μεγάλες αλλαγές για την ταξική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα. Η άλλοτε μικρομεσαία τάξη πέρασε στο κατώφλι της φτώχειας και ένα μεγάλο μέρος της στην απόλυτη φτώχεια και το περιθώριο. Η εργατική τάξη είχε την ίδια μοίρα. Η ανεργία σημείωσε μεγάλη άνοδο με τα επίσημα στοιχεία να την ανεβάζουν στο 27%, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται σε αυτούς οι χρόνια άνεργοι και όσοι υποαπασχολούνται με λίγα μεροκάματα το μήνα. Η μεσαία τάξη, η ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας και αυτή που εξασφάλιζε την συναίνεση στο καθεστώς, διαλύθηκε και ένα μεγάλο μέρος της πέρασε και αυτό το κατώφλι της φτώχειας. Όσο για την άρχουσα τάξη, αυτή αύξησε τον πλούτο της στα χρόνια των μνημονίων, καθώς εκμεταλλεύτηκε ευκαιρίες άντλησης πλούτου και ‘‘διέσωσε’’ τα χρήματά της στο εξωτερικό για να αποφύγει την φορολόγηση, η οποία όμως, ελάχιστα έπληττε την ίδια, ενώ τα μεγαλύτερα φορολογικά βάρη έπεσαν στους οικονομικά αδύναμους.

Η οικονομική κρίση χτύπησε με ιδιαίτερη σφοδρότητα την ελληνική κοινωνία και τα μέτρα διάσωσης του συστήματος είχαν ως αποτέλεσμα την φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού και την αύξηση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Στην Ελλάδα σήμερα, το 1/4 του πληθυσμού βρίσκεται σε καθεστώς απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης. Πολλοί είναι σήμερα αυτοί που ενώ δουλεύουν, δεν έχουν τα βασικά για να επιβιώσουν καθώς οι μισθοί έχουν μειωθεί σε εξευτελιστικά επίπεδα, ενώ δεν είναι λίγοι οι εργαζόμενοι που δεν πληρώνονται ούτε τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει κανένα καθεστώς προστασίας τους και το φαινόμενο ‘‘φτωχός και εργαζόμενος’’ είναι κυρίαρχο στην εποχή μας. Το ποσοστό στην Ελλάδα που δηλώνει πως δεν έχει οικονομικές δυσκολίες, δεν ξεπερνά το 20%. Δεδομένων των κοινωνικών και ταξικών συνθηκών, με την πλειοψηφία να την έχουν συνθλίψει τα μνημόνια και τα μέτρα κοινωνικής γενοκτονίας που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις, η αναγκαιότητα ανάπτυξης μιας ένοπλης ανατρεπτικής δράσης είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη εποχή.

Εν κατακλείδει την εικοσαετία 1990-2010 είχαμε μια συνεχή επίθεση του κεφαλαίου στους εργαζόμενους και τον λαό και αυτό εντάθηκε με την υπαγωγή στα μνημονιακά προγράμματα των υπερεθνικών οργανισμών από το 2010 και μετά. Από την άλλη μεριά, υπάρχει μια συνεχής υποχώρηση της τάξης των εργαζομένων, μια αποσύνθεση των εργατικών συνδικάτων που δεν μπόρεσαν στο παραμικρό να σταματήσουν την επίθεση του κεφαλαίου, κάτι που ουσιαστικά ισχύει και σήμερα.

2) Political and Strategic project

What is the strategic project of Revolutionary Struggle ? (Ποιο είναι το στρατηγικό σχέδιο του Επαναστατικού Αγώνα;)

Βασικό στοιχείο της στρατηγικής του Επαναστατικού Αγώνα είναι η κοινωνική νομιμοποίηση της ένοπλης επαναστατικής δράσης. Για να επιτευχθεί αυτό, προϋπόθεση είναι να έχει μια οργάνωση ευρύτερα κοινωνικό λόγο, η θεωρία της να αγγίζει πλατιά κοινωνικά στρώματα, να επικεντρώνει την δράση της σε στόχους που έχουν κομβική σημασία στην συστημική λειτουργία και δομή και συγχρόνως, αποτελούν τους φορείς που εφαρμόζουν και επιβάλλουν την σύγχρονη στρατηγική του συστήματος σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Αυτό είναι διαχρονικό κατά εμάς στοιχείο που οφείλει να έχει η ένοπλη δράση.

Ο Επαναστατικός Αγώνας στα πρώτα χρόνια της δράσης του είχε αναπτύξει μια στρατηγική που στόχευε να ανατρέψει τις συνθήκες της παραίτησης, της ήττας και της αφομοίωσης της όποιας αντικαθεστωτικής δυναμικής επιχειρούσε να εκφραστεί. Η στρατηγική του της ανάδειξης και στόχευσης ενάντια σε κεντρικές πολιτικές κατευθύνσεις του συστήματος, της απονομιμοποίησης του καπιταλισμού στις κοινωνικές συνειδήσεις και της συμβολής στην ανάπτυξη μιας ταξικής-επαναστατικής συνείδησης, εκδηλωνόταν με δράσεις που ως ένα βαθμό είχαν συμβολικό χαρακτήρα. Ήταν περισσότερο ενέργειες ένοπλης επαναστατικής προπαγάνδας. Ότι υπήρχε δυναμικός αντίλογος και ένοπλη αντίσταση στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφάρμοζαν οι τότε κυβερνήσεις, κατάφερε ο Επαναστατικός Αγώνας ώστε να το εμπεδώσει σχετικά γρήγορα το καθεστώς. Όπως και ότι η κεντρικής πολιτικής σημασίας στρατηγική του πολέμου κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ δεν είχε καταφέρει να επιβάλει την εγκατάλειψη της ένοπλης δράσης και του προτάγματος της καθεστωτικής ανατροπής.

Ο Επαναστατικός Αγώνας κινήθηκε αρμονικά, θα λέγαμε, με τις κυρίαρχες τάσεις και το επίπεδο της κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης. Στην έναρξη της δράσης του εξάλλου, ήταν σε ισχύ, έστω και εν μέρει, η νεοφιλελεύθερη συναίνεση από σημαντικό τμήμα της κοινωνίας. Αυτό καθόρισε και το επίπεδο της ένοπλης σύγκρουσης που εκδήλωσε η οργάνωση ώστε να είναι κοινωνικά αφομοιώσιμη και αποδεκτή. Πιστεύουμε πως σε όλα τα παραπάνω, ο Επαναστατικός Αγώνας κατάφερε σημαντικά πράγματα. Και σίγουρα κατάφερε να γίνει για χρόνια μια υπολογίσιμη για το καθεστώς πολιτική απειλή. Επίσης, ο Επαναστατικός Αγώνας δημιούργησε μια τομή στον α/α χώρο, καθώς όχι μόνο δεν υπήρχε πριν αναρχική ένοπλη οργάνωση με διάρκεια και συνέπεια, αλλά και στο επίπεδο της θεωρίας και του λόγου δεν είχε επιχειρηθεί σε τέτοια έκταση η σύνδεση ένοπλης αναρχικής οργάνωσης με ζητήματα και πολιτικές που αφορούν ευρύτερα το κοινωνικό πεδίο.

Όταν πλησίαζε η κρίση, ο Επαναστατικός Αγώνας προετοιμαζόταν για την αλλαγή της στρατηγικής του. Ήδη υπήρχε αυξημένη αγανάκτηση στο κοινωνικό πεδίο, λόγω των χρόνιων νεοφιλελεύθερων πολιτικών και λόγω της προχωρημένης διαφθοράς στο κυβερνητικό πεδίο, αλλά και στο καθεστώς εν γένει. Πριν ακόμα εκδηλωθεί η κρίση, ήταν ενδεικτικό ότι πολλοί δήλωναν δημόσια σε συνεντεύξεις στα ΜΜΕ στους δρόμους της Αθήνας, ‘‘τους πολιτικούς πρέπει να τους κρεμάσουμε στην πλατεία Συντάγματος’’.

Ο Επαναστατικός Αγώνας έπρεπε να προσαρμόσει την στρατηγική του στις νέες συνθήκες της κρίσης, να αξιοποιήσει τον προχωρημένο βαθμό απονομιμοποίησης του καθεστώτος στις κοινωνικές συνειδήσεις και το γεγονός ότι το σύστημα θα γινόταν ιδιαίτερα ευάλωτο και ασταθές. Σε τέτοιες συνθήκες, μια ένοπλη επαναστατική οργάνωση έχει ως αποστολή να αξιοποιήσει την αστάθεια του συστήματος, στοχεύοντας σημεία που είναι νευραλγικής σημασίας για την λειτουργία του, αλλά παράλληλα τα έχει καταστήσει η κρίση ευάλωτα. Επίσης, η ίδια η διάρθρωση του συστήματος στην εποχή μας, με τον προχωρημένο βαθμό αλληλεξάρτησης και αλληλοσυνδεσίμοτητας των λειτουργιών του, έχει από μόνη της το πλεονέκτημα –για όποιον φυσικά το βλέπει και θέλει να το αξιοποιήσει– όχι μόνο να διαχέει την αστάθεια από το σημείο που δέχεται το πλήγμα σε άλλα μέρη της καπιταλιστικής δομής, αλλά και να πολλαπλασιάζει την αστάθεια καθώς αυτή διαχέεται. Αυτή τη μοναδική ιστορικά δυνατότητα που προσφέρει ο σύγχρονος καπιταλισμός, μπορεί η ένοπλη δράση να την αξιοποιεί ώστε να υποδαυλίζει την συστημική αποσταθεροποίηση.

Προς αυτή την κατεύθυνση λειτούργησε ο Επαναστατικός Αγώνας από την έναρξη της κρίσης, αναβαθμίζοντας την δράση του και τους πολιτικούς του στόχους. Έτσι κι αλλιώς πιστεύουμε πως σε περιόδους κρίσης, έντονης πολιτικής και κοινωνικής δυσαρέσκειας, όπου το σύστημα του καπιταλισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι βαθιά απονομιμοποιημένο στις κοινωνικές συνειδήσεις, ο ένοπλος αγώνας βρίσκει την πραγματική του ουσία, καθώς μπορεί να γίνει παράγοντας επίσπευσης μιας καθεστωτικής κατάρρευσης. Οι επιλογές δράσης του Επαναστατικού Αγώνα στην περίοδο που προηγήθηκε της ένταξης της χώρας στα μνημόνια και ενώ το καθεστώς βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ήταν προσεκτικά επιλεγμένες. Το κριτήριο για τον Επαναστατικό Αγώνα ήταν πάντα πολιτικό. Ιεραρχούσε τις επιλογές αγώνα με βάση μια ανάλυση που προηγούνταν της δράσης.

Δεν είναι τυχαία εξάλλου, η επιλογή από τον Επαναστατικό Αγώνα στόχων του χρηματοοικονομικού συστήματος, καθώς αυτό είναι η πηγή κορυφαίων προβλημάτων στην συστημική λειτουργία, έχει βάλει την σφραγίδα του στην σύγχρονη κρίση, είναι ο κεντρικός πυλώνας που στηρίζει την σύγχρονη παγκόσμια οικονομία και παράλληλα, είναι ιδιαίτερα ευάλωτο. Στις σύγχρονες κοινωνίες υπάρχουν πολλοί εχθρικοί θα λέγαμε, στόχοι για μια ένοπλη οργάνωση. Η διάκριση όμως αυτών και η ιεράρχησή τους με κριτήριο την αποτελεσματικότητα στην υπονόμευση της συστημικής ισορροπίας και την επίσπευση μιας καθεστωτικής κατάρρευσης, είναι ζήτημα στρατηγικής και ανάλυσης.

Συνεπώς, το στρατηγικό σχέδιο του Επαναστατικού Αγώνα ήταν να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και να επικεντρώσει την δράση του σε εκείνα τα σημεία ώστε να μην μπορέσει το καθεστώς στην χώρα να σταθεροποιηθεί μετά το σοκ της χρεοκοπίας το 2010. Οι υπερεθνικοί θεσμοί, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και η οικονομική ελίτ δεν ήθελαν να κηρύξει χρεοστάσιο η Ελλάδα και να προχωρήσει σε άτακτη χρεοκοπία. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι θα ενεργοποιούνταν τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS) προς τους ισχυρούς ομολογιούχους και ενώ μεγάλο μέρος των ελληνικών ομολόγων βρισκόταν στα μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα της Ευρώπης, μια άτακτη χρεοκοπία θα δημιουργούσε συνθήκες ντόμινο στην Ευρώπη και όχι μόνο, θα ήταν ένα γεγονός πολλαπλάσιας επικινδυνότητας από ότι ήταν η κατάρρευση της Lehman Brothers για την παγκόσμια συστημική σταθερότητα. Από την άλλη, υπήρχαν δυνάμεις στην Ευρώπη που αντιδρούσαν στην ελληνική διάσωση. Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κυρίως, η γερμανική κυβέρνηση, δεν ήθελαν να επωμιστούν το κόστος της ελληνικής κρίσης, αφού το πρώτο πακέτο οικονομικής στήριξης προήλθε από τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια. Όμως ο συστημικός κίνδυνος ήταν μεγάλος και η στήριξη του ελληνικού κράτους και του τραπεζικού συστήματος ήταν αναγκαία για το παγκόσμιο σύστημα, ιδίως σε μια περίοδο που η κρίση του 2008 δεν είχε ξεπεραστεί και ο πλανήτης ήταν ακόμα βυθισμένος στην οικονομική ύφεση. Αυτή όμως η συστημική σωτηρία κόστισε πάρα πολύ ακριβά στον ελληνικό λαό και τα αποτελέσματά της όχι μόνο ήταν καταστροφικά για την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, αλλά δεν κατάφεραν ούτε το ελληνικό οικονομικό καθεστώς να ορθοποδήσει.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο των μνημονιακών συμβάσεων που επεβλήθησαν το 2010 ήταν ότι έρχονταν σε σύγκρουση με το ελληνικό καθεστωτικό νομοθετικό πλαίσιο καθώς καταστρατηγήθηκαν πολλά άρθρα του Συντάγματος, αλλά και με το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο. Ειδικά όσον αφορά το ελληνικό Σύνταγμα, ακόμα και καθεστωτικοί συνταγματολόγοι δήλωναν πως αν δεν αλλάξουν οι συμβάσεις δανεισμού του ελληνικού κράτους, οι πολίτες πρέπει να κινηθούν με βάση το τελευταίο άρθρο του Συντάγματος (άρθ.120) με το οποίο ο λαός καλείται να ανατρέψει αυτούς που σφετερίζονται την λαϊκή κυριαρχία και στρέφονται ενάντια στο Σύνταγμα. Δηλαδή, ακόμα και με βάση το ίδιο το καθεστωτικό πλαίσιο, οι συμβάσεις δανεισμού είναι παράνομες και η ανατροπή όσων τις υποστηρίζουν είναι επιβεβλημένη.

Αυτή την διάσταση που πιστεύουμε πως είναι ιδιαιτέρως σημαντική καθώς δείχνει τη βαθιά και μη αναστρέψιμη πολιτική ρωγμή που δημιούργησε το Μνημόνιο στην χώρα υπονομεύοντας την ίδια την συνοχή του καθεστώτος και που οφείλαμε ως χώρος να την αξιοποιήσουμε, εμείς την έχουμε αναδείξει. Όμως, όπως συνέβη και με πολλές άλλες διαστάσεις της κρίσης και γεγονότα που εκδηλώθηκαν, τα οποία ενδυνάμωσαν την θέση για την αναγκαιότητα της ανατροπής του καθεστώτος, έμειναν αναξιοποίητα από τον α/α χώρο.

Λόγω των απεχθέστατων όρων που επέβαλαν οι μνημονιακές συμβάσεις, λόγω της σφοδρής κοινωνικής αδικίας που εμπεριείχαν και λόγω της άμεσης κατα-στρατήγησης του καθεστωτικού δικαίου στην χώρα, η πολιτική και οικονομική ελίτ στην Ευρώπη την πρώτη περίοδο της κρίσης φοβόταν ότι θα ξεσπάσει κοινωνική Επανάσταση στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου που χτύπησε πολύ σοβαρά η οικονομική κρίση. Όμως αυτή η Επανάσταση, που ήταν μεγάλος εφιάλτης των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών της Ευρώπης, δεν έγινε. Τα μνημόνια δεν έπρεπε να έχουν επιβληθεί. Ο Επαναστατικός Αγώνας σε απόλυτη σύμπλευση με την βούληση της κοινωνικής πλειοψηφίας, έθεσε ως στόχο να καταστήσει μάταιες τις προσδοκίες για την σταθεροποίηση του ελληνικού οικονομικού και πολιτικού συστήματος, ώστε να μην περάσει τελικά η οικονομική στήριξη του καθεστώτος και τα μνημόνια.

Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα εν μέσω κρίσης, με τους στόχους και την εμβέλεια των χτυπημάτων, στον βαθμό που του επιτρεπόταν να ‘‘ξεδιπλώσει’’ αβίαστα το σχέδιο δράσης και στρατηγικής του, θα μπορούσε να λειτουργήσει καταλυτικά. Αυτό αφορά την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και τις συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Επίσης, ο Επαναστατικός Αγώνας λάμβανε πάντα υπ’ όψιν του στην διαμόρφωση της στρατηγικής του το γεγονός ότι το σύστημα το καθιστούσε ιδιαίτερα ευάλωτο η γιγαντιαία ανάπτυξη του χρηματοοικομικού τομέα.

Ζούμε υπό την δικτατορία των κεφαλαιαγορών: μια απολυταρχική οικονομική εξουσία που έμμεσα ή άμεσα λαμβάνει εγκληματικές και δολοφονικές μορφές παγκόσμιας εμβέλειας. Όμως αυτή η εξουσία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε κάθε είδους απειλή. Επίσης, ο χαρακτήρας του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, με τον πιο προχωρημένο βαθμό αλληλεξάρτησης και αλληλοσυνδεσιμότητας που είχε ποτέ στην ιστορία του, έχει το χαρακτηριστικό ένα μικρό σχετικά πρόβλημα που εκδηλώνεται σε ένα σημείο του συστήματος, να διαχέει την δυναμική του και να την πολλαπλασιάζει, καθώς αυτή μεταφέρεται σε άλλους τομείς της συστημικής λειτουργίας. Αυτό το μοναδικό σε έκταση χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού καθιστά τις κάθε είδους απειλές ιδιαίτερα προβληματικές για την συστημική σταθερότητα. Πρόκειται για την αδυναμία που ενέχει το σύστημα, μέσα από την ίδια παγκόσμια επέκτασή του. Αν σκεφθεί κανείς πως η παγκόσμια εξάπλωση του καπιταλιστικού συστήματος αναπτύσσει τέτοια ανασφάλεια στα πάσης φύσεως ιδιωτικά κεφάλαια που ‘‘κινούνται’’ ανά τον πλανήτη, ανασφάλεια η οποία απαιτούσε την δημιουργία μιας τεράστιας σφαίρας παραγώγων χρηματοπιστωτικών προϊόντων που είχε ως στόχο να λειτουργήσει σαν ‘‘αγκυροβόλιο’’ στο μοναδικά ευαίσθητο και ευάλωτο λόγω της εξάπλωσής του καπιταλιστικό σύστημα και η οποία σφαίρα των παραγώγων τελικά λειτουργεί με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο, δηλαδή ως μια ατομική βόμβα στα θεμέλια του συστήματος που υποτίθεται ότι καλείται να προστατέψει, καταλαβαίνουμε πως ζούμε στην πιο ευνοϊκή εποχή –συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής κρίσης– για να αναπτυχθεί μια ένοπλη δράση με στόχο την υπονόμευση και αποσταθεροποίηση του συστήματος. Οι κεφαλαιαγορές και τα κεφάλαια που κινούνται στην χρηματοοικονομική σφαίρα, εκφράζουν σε όλη τους την διάσταση αυτή την ανασφάλεια με την ίδια την συμπεριφορά τους. Λειτουργούν ως αγέλη που επιτίθεται σε σημεία όπου διαφαίνονται ευκαιρίες μεγάλης κερδοφορίας και απομακρύνονται κατά τον ίδιο τρόπο στην προοπτική εμφάνισης ενός κινδύνου που θα λειτουργήσει αρνητικά προς τους στόχους τους.

Μια ισχυρή ένοπλη οργάνωση σε ένα μέρος του πλανήτη όπως είναι η Ελλάδα της κρίσης, που θα μπορούσε να αναπτύξει μια εύστοχη και ενάντια σε συγκεκριμένους τομείς του συστήματος δράση, θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο αυτού του κινδύνου που θα λειτουργούσε ως παράγοντας φόβου στα πάσης φύσεως αρπακτικά κεφάλαια, τα οποία κινούνται ανά την υφήλιο και βλέπουν προσοδοφόρες τις ‘‘επενδύσεις’’ σε ‘‘πτώματα’’ χωρών που έχει χτυπήσει η οικονομική κρίση και έχουν χρεοκοπήσει.

Αυτή η ευκαιρία ήταν και είναι μοναδική για τον Επαναστατικό Αγώνα, για μια ένοπλη επαναστατική οργάνωση. Η κοινωνική και ταξική δυναμική που θα απελευθέρωνε μια ενδεχόμενη καθεστωτική κατάρρευση σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, θα έθετε επί τάπητος το δίλλημα του ‘‘περάσματος’’ σε μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση. Για εμάς, κυριότερος παράγοντας της σταθερότητας που έχει το σύστημα και της ικανότητάς του να αναπαράγεται σε μια περίοδο που θα στιγματίζεται από συνεχείς και μεγάλες κρίσεις, είναι η κοινωνική αποδοχή ως μονόδρομο της καπιταλιστικής ύπαρξης, η διάβρωση των κοινωνικών και ταξικών συνειδήσεων, το αδιέξοδο των αγώνων λόγω μιας μη συγκροτημένης επαναστατικής πρότασης και προοπτικής και η απουσία μιας επαναστατικής πρότασης για την κοινωνία. Επαναστατικός αγώνας χωρίς πρόταση για την επαναστατική κοινωνία, δεν νοείται.

Γνωρίζαμε από το 2008 ότι θα χτυπούσε η Ελλάδα την πόρτα του ΔΝΤ, καθώς θα ήταν αδύνατο να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές. Γνωρίζαμε ότι η κρίση είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία του καπιταλισμού και ότι θα έπληττε με μεγάλη σφοδρότητα την ελληνική οικονομία λόγω των μεγάλων προβλημάτων που αυτή είχε (υψηλά δίδυμα ελλείμματα, μεγάλο χρέος, μικρή παραγωγική δυνατότητα). Γνωρίζαμε ότι θα υπάρξουν κοινωνικές αντιδράσεις και ότι το καθεστώς θα γνώριζε τη μεγαλύτερη πολιτική κρίση και αμφισβήτηση στην ιστορία του. Όπως επίσης, γνωρίζαμε ότι με τα μνημόνια θα εξόντωναν την ελληνική κοινωνία, αλλά η κρίση δεν θα ξεπερνιόταν. Το σχέδιο του Επαναστατικού Αγώνα δεν δοκιμάστηκε λόγω της καταστολής. Από την άλλη, οι κοινωνικές αντιδράσεις είχαν πεπερασμένο χαρακτήρα, αφού δεν υπήρχε επαναστατικό κίνημα. Μια κατάρρευση του ελληνικού καθεστώτος, μια άτακτη χρεοκοπία, θα πυροδοτούσε, θα απελευθέρωνε πολύ μεγαλύτερη κοινωνική δυναμική. Παράλληλα, η ανυπαρξία κεντρικής στήριξης, η ανυπαρξία στην ουσία εξουσίας, θα βοηθούσε στην ανάπτυξη δομών κοινωνικής αλληλεγγύης από την κοινωνική βάση. Το παράδειγμα της Αργεντινής, όπου το κράτος προχώρησε σε στάση πληρωμών και το καθεστώς βρέθηκε να καταρρέει άτακτα μέσα σε ένα πεδίο γενικευμένης αναταραχής, μας είχε δείξει ότι η κοινωνία σε τέτοιες συνθήκες αναζητά μέσω της αυτοοργάνωσης, τρόπους να ανασυγκροτηθεί και να στηριχτεί. Στην Ελλάδα μια τέτοια προοπτική θα αύξανε τις πιθανότητες για μια κοινωνική Επανάσταση. Όμως ακόμα και σε μια τέτοια εξέλιξη, ένα επαναστατικό κίνημα, έστω και σε πρώιμο στάδιο, ήταν απαραίτητο.

Γνωρίζουμε όμως, πως οι κοινωνίες σε καταστάσεις μεγάλης κρίσης και καταρρεύσεων, κάνουν ποιοτικά άλματα. Η ‘‘δουλειά του μυρμηγκιού’’ που πολλοί και στον δικό μας χώρο επικαλούνται για να δικαιολογήσουν την πολιτική ανεπάρκειά τους, την αδυναμία τους να παρέμβουν καταλυτικά στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο, την απουσία βούλησης να προωθήσουν την Επανάσταση και να ρισκάρουν γι’ αυτήν, είναι η εγγύηση για να χάνονται ιστορικές ευκαιρίες, όπως η δική μας. Ως προς την αποτελεσματικότητα της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, δηλαδή της δυνατότητας ενέργειες όπως αυτές οι μεγάλες επιθέσεις που πραγματοποίησε την περίοδο της κρίσης (Citibank, Eurobank. Χρηματιστήριο, ΤτΕ και γραφείο του ΔΝΤ), το ίδιο το καθεστώς έχει μιλήσει. Ένας κυβερνητικός παράγοντας όταν έγιναν οι συλλήψεις το 2010, είχε δημόσια δηλώσει πως ‘‘πρόλαβαν ένα μεγάλο χτύπημα που θα είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει η οικονομία μέσα σε ώρες’’.

Να επισημάνουμε πως εκείνη την περίοδο συγκεκριμένα, το καθεστώς στην χώρα ήταν περισσότερο ευάλωτο από κάθε άλλη φορά. Όταν συνελήφθη ο Μαζιώτης το 2014, πέρα από το γεγονός ότι η κυβέρνηση δέχτηκε συγχαρητήρια από ξένες κυβερνήσεις και κυρίως, από την αμερικάνικη κυβέρνηση, συνέδεσε η κυβέρνηση της Ν.Δ (δεξιό κόμμα) δια στόματος του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης τη μνημονιακή επιτυχία, την σταθεροποίηση του καθεστώτος στην χώρα, με την σύλληψη του συντρόφου και την αντιμετώπιση του Επαναστατικού Αγώνα. Και στο δικαστήριο που δικάστηκε η Πόλα Ρούπα για την επίθεση στην ΤτΕ και το γραφείο του ΔΝΤ, ο εισαγγελέας δήλωσε πως ένα ρολό που πρόλαβαν οι φύλακες να κατεβάσουν, έσωσε το κτίριο από την κατάρρευση, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και συνεπώς, το καθεστώς συνολικά στην χώρα. Αυτή η τοποθέτηση είναι η αποδοχή της αποτελεσματικότητας της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, την οποία φυσικά, πλήρωσε η Ρούπα με την ποινή των ισοβίων που επέβαλε το δικαστήριο.

Όποια έκβαση και αν έχουν οι δίκες μας, είμαστε οι μόνοι που μιλήσαμε και υπερασπιστήκαμε όχι μόνο το δίκιο του αγώνα μας, αλλά και την προσφορότητά του στο ζητούμενο της ένοπλης δράσης που είναι η καθεστωτική αποσταθεροποίηση και κατάρρευση, η καθεστωτική ανατροπή. Αυτή η παραδοχή από την δικαστική εξουσία αποκαλύπτει την πραγματική αιτία για την δίψα του κράτους να μας εκδικηθεί επιβάλλοντας καταδίκες πολύ μεγάλες που δεν αναλογούν στο ποινικό σκέλος της δίωξης. Κάτι τέτοιο δεν έχει ομολογήσει κανένα δικαστήριο σε πολιτική δίκη εναντίον ένοπλης οργάνωσης ή δράσης έως σήμερα. Δεν έχει αποδεχτεί το κράτος μέχρι σήμερα ότι απειλείται από την ένοπλη δράση. Αντιθέτως. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποδέχτηκε το δικαστήριο την αποτελεσματικότητα γενικώς της ένοπλης δράσης, αλλά της συγκεκριμένης ένοπλης δράσης. Και μάλιστα, την αποτελεσματικότητα ενός και μόνο χτυπήματος λόγω του μεγέθους της επίθεσης, αλλά και της κεντρικής πολιτικής σημασίας του στόχου που επλήγη, της ΤτΕ που είναι παράρτημα της ΕΚΤ και του γραφείου του ΔΝΤ.

Εν κατακλείδει, ο Επαναστατικός Αγώνας στην περίοδο της κρίσης είχε το σχέδιό του που αποσκοπούσε στους εξής στόχους: σε θεωρητικό επίπεδο την κατάθεση μιας ανάλυσης που αναδείκνυε ότι η κρίση δεν είναι ένα φαινόμενο που οφείλεται σε κακή διαχείριση του καπιταλισμού, στις ‘‘ακραίες του εκφάνσεις’’, στις ‘‘παθογένειες’’ του τραπεζικού συστήματος και στην απουσία ελέγχου σε αυτό. Είναι εκδήλωση της ίδιας της φύσης του καπιταλισμού, της ύπαρξης του κεφαλαίου. Επίσης, ο Επαναστατικός Αγώνας προωθούσε την θέση ότι οι πολιτικές ξεπεράσματος της κρίσης θα αποτύχουν και οι κοινωνίες θα συντριβούν κάτω από τις πολιτικές που θέλουν την κοινωνική γενοκτονία ως προϋπόθεση για να βγει το σύστημα από την κρίση.

Η ύπαρξη και η δράση του στόχευε στην ανάδειξη της ανατροπής του καθεστώτος ως της μόνης δυνατότητας διεξόδου των κοινωνιών από αυτή τη κρίση και από κάθε κρίση του συστήματος. Προτάσσει την κοινωνική Επανάσταση και μιλά για τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που οφείλει να έχει μια κοινωνία οικονομικής ισότητας και πολιτικής ελευθερίας για όλους τους ανθρώπους. Προτάσσει το συνομοσπονδιακό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης με την άμεση κατάργηση του κράτους, την απαλλοτρίωση της μεγάλης ιδιωτικής και κρατικής περιουσίας και την κοινωνικοποίησή τους. Μια τέτοια συζήτηση ζητούσαμε να ανοίξει στον α/α χώρο και δηλώναμε πως το επαναστατικό πρόταγμα οφείλουμε να το κάνουμε πιο συγκεκριμένο, κάτι που πλην του Επαναστατικού Αγώνα, δεν έγινε ούτε από τον χώρο ούτε από καμία άλλη ένοπλη οργάνωση. Πιστεύαμε και πιστεύουμε πως η νομιμοποίηση στις συνειδήσεις της επαναστατικής προοπτικής, προϋποθέτει την κατάθεση θέσεων για την ίδια την Επανάσταση που αποκρυσταλλώνονται μέσα από τις ιστορικές εμπειρίες τέτοιων εγχειρημάτων και τον απολογισμό τους.

Ο Επαναστατικός Αγώνας στόχευε πάντα στη νομιμοποίηση της ένοπλης δράσης στις κοινωνικές συνειδήσεις μέσα από την προσεκτική επιλογή πολιτικών στόχων και την ανάλυση που άγγιζε και συνέδεε την οργάνωση με όσο το δυνατόν ευρύτερα κοινωνικά τμήματα. Η ανάδειξη της σημασίας διαμόρφωσης ταξικής συνείδησης στην κοινωνία ήταν και είναι βασικό στοιχείο της στρατηγικής μας, όπως και η νομιμοποίηση της κοινωνικής αναγκαιότητας να διαμορφωθεί ένα ευρύ ταξικό και κοινωνικό μέτωπο ενάντια στο καθεστώς με στόχο την κοινωνική αντεπίθεση. Ο Επαναστατικός Αγώνας και εμείς σαν άτομα, πάντα μιλούσαμε και μιλάμε για τη μεγάλη αναγκαιότητα δημιουργίας ενός επαναστατικού κινήματος που θα μπορεί να γίνει ο καταλύτης στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, να βάλει τους όρους για τον ιστορικό επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Όμως δεν πιστεύαμε ούτε πιστεύουμε πως προϋπόθεση για να αναπτυχθεί ένοπλος αγώνας, είναι να προϋπάρχει ένα επαναστατικό κίνημα. Αντιθέτως, η ένοπλη επαναστατική δράση είναι καθοριστική για την ανάπτυξη επαναστατικού κινήματος. Ένοπλη επαναστατική δράση και επαναστατικό κίνημα έχουν για εμάς μια σχέση αλληλοτροδοτούμενη.

Όσο για την δράση του Επαναστατικού Αγώνα στην περίοδο της κρίσης, αυτή ακολουθούσε την αρχή του μοχλού: με μικρές δυνάμεις να δρας με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιφέρεις τη μέγιστες δυνατές αλλαγές στην κατάσταση του συστήματος. Η ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα, παρά το γεγονός ότι έμεινε ανολοκλήρωτη η δράση του και δεν δοκιμάστηκε λόγω της καταστολής, απέδειξε ότι η ένοπλη επαναστατική δράση, ακόμα και από λίγους επαναστάτες, μπορεί να καταφέρει σοβαρές ανατροπές στην κατάσταση και την ισορροπία του καθεστώτος. Αρκεί να υπάρχουν αγωνιστές που να θέλουν να επιφέρουν αυτές τις ανατροπές, να θέλουν να ρισκάρουν για την συστημική αποσταθεροποίηση και την καθεστωτική ανατροπή και να στοχεύουν στα καίρια σημεία του συστήματος. Η αξιοποίηση μιας ιστορικής συνθήκης, όπου το καθεστώς μπορεί να βρεθεί σε κατάσταση πλήρους ανισορροπίας, είναι ζήτημα όλων αυτών που θα θέλουν να αδράξουν την ευκαιρία, για να στρέψουν τις εξελίξεις προς την κατεύθυνση μιας επαναστατικής κοινωνικής ανασυγκρότησης.

What steps did you imagine going through between the beginning of guerilla and the social revolution ? (Ποια στάδια πιστεύετε ότι μεσολαβούν ανάμεσα στην έναρξη του αντάρτικου και την κοινωνική Επανάσταση;)

Δεν πιστεύουμε πως υπάρχει κάποιος μηχανιστικός τρόπος και κάποια δεδομένα βήματα προς την Επανάσταση, ούτε ότι υπάρχει κάποια πάγια και προκαθορισμένη πορεία. Εξαρτάται από την χώρα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, την ιστορική περίοδο, τον βαθμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Διαφορετικές συνθήκες υπήρξαν στην Ρωσία το 1917, το Μεξικό, την Ισπανία το ’36, την Κίνα, την Κούβα, την Ροζάβα στην εποχή μας κ.λ.π., και διαφορετική πορεία ακολούθησε η επαναστατική διαδικασία σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις. Επίσης, σημαντικό φυσικά ρόλο παίζει η πολιτική προέλευση του επαναστατικού κινήματος που θα την επιχειρήσει, όπως και οι επαναστατικές κατευθύνσεις που θα βάλει. Ένα αντάρτικο μπορεί να ξεκινήσει και να παίξει τον ίδιο σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση των συνθηκών για μια Επανάσταση, αρκεί αυτοί που το διεξάγουν να έχουν διαμορφωμένη επαναστατική συνείδηση. Επίσης, ένας ένοπλος αγώνας μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση ενός επαναστατικού κινήματος. Εξάλλου, για εμάς, η ένοπλη επαναστατική δράση έχει ως αποστολή, να προωθεί δυναμικά τόσο την αναγκαιότητα δημιουργίας επαναστατικού κινήματος με την αποφασιστική προπαγάνδιση της κοινωνικής Επανάστασης όσο και να επιχειρεί την αποδυνάμωση του υπάρχοντος καθεστώτος μέσω χτυπημάτων, ώστε να ανοίξει ευκολότερα ο δρόμος για την καθεστωτική ανατροπή και την κοινωνική Επανάσταση. Ένας ένοπλος αγώνας μπορεί να επιφέρει σημαντικά πλήγματα στο καθεστώς. Όμως, ακόμα και αν ζήσουμε μια καθεστωτική κατάρρευση και μια συνθήκη ακυβερνησίας, η πραγμάτωση μιας Επανάστασης προϋποθέτει την ύπαρξη ενός επαναστατικού κινήματος ιδιαίτερα διευρυμένου κοινωνικά.

Για παράδειγμα, στην Ελλάδα είχαμε κάποιες ευκαιρίες όπου μπορούσε να προκληθεί από τα κάτω συνθήκη ακυβερνησίας και διάλυσης του καθεστώτος λόγω της δεινής οικονομικής συνθήκης που βρέθηκε και εξακολουθεί να βρίσκεται αυτό. Ένα αντάρτικο θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά για μια τέτοια συνθήκη. Αυτή θα ήταν μια ευκαιρία για Επανάσταση, αφού θα άνοιγε ένα δρόμο. Αυτόν τον δρόμο όμως, θα έπρεπε να υπάρχει ένα επαναστατικό κίνημα που να θέλει και να μπορεί να τον ‘‘περπατήσει’’, να αδράξει την ευκαιρία, να μπει μπροστά σε έναν ξεσηκωμένο λαό και να επιχειρήσει την Επανάσταση.

Ως Επαναστατικός Αγώνας πιστεύαμε πως είναι πολιτικό μας χρέος να συμβάλουμε, ώστε να επιτευχθεί αυτή η συστημική αποσταθεροποίηση, και η κρίση είναι μοναδική ευκαιρία στην ιστορία. Μια συστημική κατάρρευση και μια συνθήκη ακυβερνησίας θα απελευθέρωνε κοινωνική δυναμική και το επαναστατικό πρόταγμα θα μπορούσε να γίνει κοινωνικό πρόταγμα. Όμως για να γίνει, χρειάζεται να υπάρχουν αγωνιστές, με βούληση και θέληση να το επιχειρήσουν. Ως Επαναστατικός Αγώνας πιστεύαμε πως κάναμε το χρέος μας. Μια ευτυχής κατάληξη, όπως αυτή που προαναφέραμε, θα όφειλαν να την αξιοποιήσουν πολλοί περισσότεροι. Θα όφειλε να την αξιοποιήσει ένα επαναστατικό κίνημα. Και αν αυτό δεν υπήρχε πριν, θα όφειλε να γεννηθεί προκειμένου να μην αφήσει την ιστορική ευκαιρία ανεκμετάλλευτη.

Η ιστορική εμπειρία επίσης, μας έχει διδάξει πως σε εποχές έκπτωσης ενός καθεστώτος, βαθιάς κρίσης του και κυρίως, όταν επέρχεται κάποια οικονομική κατάρρευση, αναδύονται συχνά αυθόρμητα, δομές κοινωνικής συνεργασίας και αλληλεγγύης προκειμένου η κοινωνική βάση που μαστίζεται από την φτώχεια –και ενώ οι όποιες συνδέσεις της με την καπιταλιστική λειτουργία έχουν σπάσει, αφού η ίδια η λειτουργία του συστήματος έχει μπλοκάρει–, να μπορέσει να επιβιώσει. Πολλά τέτοια εγχειρήματα και κοινωνικά πειράματα ξεπηδούν σε περιόδους καπιταλιστικής διάλυσης.

Ένα επαναστατικό κίνημα μπορεί να βάλει το πολιτικό περιεχόμενο που απουσιάζει από τέτοια εγχειρήματα και να τα συνδέσει, να τα οργανώσει, να τα πολλαπλασιάσει, να τα ενδυναμώσει. Οφείλει να συμβάλλει, ώστε να γίνουν τα κύτταρα για την ανάπτυξη μιας οριζόντιας μορφής κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής οργάνωσης, ικανής να πάρει οριστικά στα χέρια της την εξουσία και να πολεμήσει κάθε απόπειρα αναδιοργάνωσης του προηγούμενου καθεστώτος. Ένα επαναστατικό κίνημα με καθαρές θέσεις και στόχους, ικανό να αξιοποιήσει τέτοιες ευκαιρίες, αλλά και να συμβάλει στη δημιουργία τους, είναι προϋπόθεση είναι για μια κοινωνική Επανάσταση. Βασικό όμως στοιχείο για να δημιουργηθεί ένα τέτοιο κίνημα, είναι να υπάρχουν αυτές οι επαναστατικές συνειδήσεις που θα θέλουν να ανατρέψουν το καθεστώς, που θα θέλουν να επιχειρήσουν την Επανάσταση.

What is the place of armed struggle in your strategy? What conceptions did you have about the connection between armed and unarmed forms of struggle? (Ποιο είναι το πεδίο του ένοπλου αγώνα στην στρατηγική σας; Ποια αντίληψη έχετε για τη σύνδεση μεταξύ ένοπλων και μη ένοπλων μορφών αγώνα;)

Πιστεύουμε πως ο ένοπλος αγώνας είναι σημαντικός σε κάθε εποχή. Σε περιόδους ύφεσης των κοινωνικών αντιστάσεων, ύφεσης της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης, ο ένοπλος αγώνας μπορεί να αντιμετωπίζει την ηττοπάθεια και να συμβάλλει στην ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεων. Να αποδομεί την καθεστωτική θεωρία και ιδεολογία και να συμβάλλει στην απονομιμοποίηση του καθεστώτος. Να προωθεί την σύνδεση της ανατρεπτικής δράσης με ευρύτερα κοινωνικά τμήματα. Ο ένοπλος αγώνας έχει την δυνατότητα να μεταφέρει πολύ μακριά τον επαναστατικό λόγο και πρόταγμα. Μπορεί να γίνει ένας πολύ αποτελεσματικός φορέας και ‘‘αγγελιοφόρος’’ της αναγκαιότητας για ανατροπή του καθεστώτος και για την κοινωνική Επανάσταση. Στο επίπεδο δηλαδή της προπαγάνδας έχει πολύ μεγάλες δυνατότητες. Αυτά βέβαια, για να επιτευχθούν, απαιτούν και την ανάλογη θεωρία και πρακτική. Ένοπλος αγώνας για εμάς δεν είναι τα εργαλεία. Είναι η στρατηγική. Επειδή ούτως ή άλλως αυτά τα εργαλεία προσφέρουν μεγάλες δυνατότητες, είναι απαραίτητη η προσεκτική επιλογή της κατεύθυνσης που θα έχει αυτή η δράση, δεδομένου ότι με την ίδια ευκολία που μπορεί αυτή να επιφέρει καλά αποτελέσματα, μπορεί (αν τα εργαλεία πέφτουν σε ‘‘λάθος χέρια’’) να επιφέρει και αρνητικά.

Για να διαμορφωθεί ένα επαναστατικό κίνημα, προϋπόθεση είναι να έχει εδραιωθεί στις συνειδήσεις των αγωνιστών η αναγκαιότητα έμπρακτης υπονόμευσης της καθεστωτικής νομιμότητας. Αυτή η νομιμότητα σε μεγάλο μέρος της οφείλεται στην κρατική ισχύ και την βία. Με τον ένοπλο αγώνα διαρρηγνύονται τα όρια της καθεστωτικής νομιμότητας και επιχειρείται η διεύρυνση των ορίων ενός επαναστατικού κοινωνικού δικαίου. Ένα από τα βασικότερα για εμάς στοιχεία στον ένοπλο αγώνα, είναι ότι συγκρούονται από τη μια το καθεστωτικό δίκαιο και από την άλλη το δίκαιο της Επανάστασης. Στη σύγκρουση αυτή δεν μπορεί να ανταπεξέλθει μόνη της η ένοπλη πρακτική, χωρίς να υπάρχει επαναστατική συνείδηση και ένα συγκεκριμένο σχέδιο αγώνα. Η στρατηγική που οφείλουμε να ακολουθούμε, είναι απόρροια των ειδικών συνθηκών της εποχής που δρούμε. Η βάση όμως, για την διαμόρφωση της στρατηγικής οποιασδήποτε ένοπλης οργάνωσης, για εμάς οφείλει να είναι η επιδίωξη να προκληθεί η μέγιστη δυνατή πολιτική αστάθεια στο καθεστώς. Σε αυτή την επιδίωξη για την συστημική αποσταθεροποίηση μέσω της ένοπλης δράσης, οφείλει να συνυπάρχει η επιδίωξη για τη μέγιστη δυνατή απονομιμοποίηση του καθεστώτος στις κοινωνικές συνειδήσεις. Επίσης, οφείλουμε να προωθούμε με τον λόγο μας τη νομιμοποίηση του επαναστατικού προτάγματος σε όσο το δυνατόν ευρύτερα κοινωνικά τμήματα, τη νομιμοποίηση της Επανάστασης.

Για εμάς, το ισχυρότερο κίνητρο για την διεξαγωγή ένοπλου επαναστατικού αγώνα, είναι η πίστη στο επαναστατικό δίκιο που πρέπει να οπλιστεί για να πολεμήσει την αδικία της καθεστωτικής ύπαρξης. Μια τέτοια πίστη όμως, απαιτεί τη συνείδηση ότι η επανάσταση είναι η κοινωνική διέξοδος από την θεσμοποιημένη αδικία του συστήματος. Αυτό το κίνητρο είναι η ισχυρότερη ασπίδα για τα κατασταλτικά χτυπήματα. Μέσω αυτών, το κράτος θέλει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την προοπτική να αναδειχθεί ένα πολιτικό αντίπαλο δέος που θα το απειλήσει ένοπλα. Απέναντι στην καταστολή που επιζητά την απονομιμοποίηση, την εγκληματοποίηση και αποπολιτικοποίηση της ένοπλης δράσης, οι συγκροτημένες επαναστατικές συνειδήσεις έχουν ένα ακόμα πόλεμο να διεξάγουν: να υπερασπιστούν τις επιλογές τους, τον ένοπλο αγώνα, το δίκαιο της κοινωνικής Επανάστασης, να καταγγείλουν την εγκληματική φύση του συστήματος.

Η καταστολή για εμάς είναι ένα πεδίο πολιτικής δοκιμασίας των συνειδήσεων των αγωνιστών. Η μη υπεράσπιση πρόσωπο με πρόσωπο των επιλογών μας, πέρα και ενάντια σε κάθε κόστος και τίμημα, είναι εγκατάλειψη ενός πεδίου αγώνα, είναι εγκατάλειψη της επιλογής, είναι νίκη της καταστολής. Ο ένοπλος αγώνας μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης και να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη ενός επαναστατικού κινήματος. Και όταν οι αγωνιστές εμμένουν στις θέσεις τους παρά τα κατασταλτικά χτυπήματα και υπερασπίζονται την επιλογή της ένοπλης δράσης μπροστά στον εχθρό, καταφέρνουν να ακυρώσουν την πολιτική επιτυχία της καταστολής, αφού αυτή προϋποθέτει την εγκατάλειψη της επιλογής του ένοπλου αγώνα. Μια προσεχτική επιλεγμένη στρατηγική δράσης έχει την δυνατότητα να επιφέρει ουσιαστικά πλήγματα στην συστημική λειτουργία και να ανατρέψει ισορροπίες σε ορισμένους τομείς της. Το πόσο καίρια είναι αυτά τα πλήγματα, καθορίζει το μέγεθος των επιπτώσεων σε όλο το σύστημα.

Είμαστε πεπεισμένοι πως η ένοπλη επαναστατική δράση έχει την δυνατότητα να προκαλέσει ουσιαστικούς κλυδωνισμούς στο καθεστώς και να επισπεύσει καταρρεύσεις. Ζητούμενο είναι αν οι αγωνιστές θέλουν να οργανωθούν ώστε να επιχειρήσουν μια τέτοια ισχυρή επαναστατική δράση. Ζητούμενο πάντα είναι αν όντως θέλουμε ή όχι την πρόκληση πολιτικής αστάθειας, αν θέλουμε την ανατροπή του καθεστώτος, αν θέλουμε την Επανάσταση. Και το λέμε αυτό γιατί σε πολλές περιπτώσεις στο σύγχρονο κίνημα, η μεγάλη ρευστότητα στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο για πολλούς δεν είναι συνθήκη που πιστεύουν πως μπορούν να ‘‘διαχειριστούν’’ πολιτικά. Ο ένοπλος αγώνας είναι βασική συνιστώσα ενός επαναστατικού κινήματος. Όμως για να διαμορφωθεί ένα επαναστατικό κίνημα, προϋποθέτει να υπάρχει μια κοινή στρατηγική ανατροπής, μια κοινή επαναστατική στρατηγική.

Με μια τέτοια στρατηγική μπορούν να συναντιούνται οι διάφορες μορφές αγώνα, να αλληλοστηρίζονται και να αλληλοσυμπληρώνονται. Δεν βλέπουμε κάποια αντίφαση ή αντίθεση μεταξύ ένοπλων και μη ένοπλων μορφών δράσης. Οι αντιθέσεις στον αγώνα αφορούν διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις και στόχους και όχι στα μέσα ή τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε. Έτσι, οι ένοπλες οργανώσεις μπορεί να έχουν διαφορετικές στρατηγικές και να είναι αδύνατη η πολιτική επικοινωνία μεταξύ τους. Όπως επίσης, και άλλες μορφές δράσης π.χ. καταλήψεις εργοστασίων, μπορεί να έχουν διαφορετική οργάνωση, περιεχόμενο, στόχους και προοπτικές. Το ίδιο ισχύει για κάθε μέσο, εργαλείο ή μορφή αγώνα. Το ίδιο ισχύει για οποιαδήποτε πρακτική, όπως οι καταλήψεις, οι πορείες κλπ. Το περιεχόμενο στις πρακτικές που επιλέγουμε κάθε φορά, το δίνουμε εμείς με τις πολιτικές μας κατευθύνσεις και με βάση αυτές συναντιόμαστε με άλλους ή απομακρυνόμαστε από αυτούς.

Πιστεύουμε πως η προσπάθεια δημιουργίας επαναστατικού κινήματος δεν μπορεί να συγχέεται με την οργάνωση ομάδων και μορφών δράσης που μπορεί να είναι ετερόκλητες ακόμα και ασυμβίβαστες μεταξύ τους, καθώς έχουν διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο. Η δημιουργία ενός επαναστατικού κινήματος είναι η απόφαση για την διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής στρατηγικής που θα έχει ως στόχο την ανατροπή των υποκειμενικών ισορροπιών στην κοινωνία, την υπονόμευση της καθεστωτικής ισορροπίας, την απονομιμοποίηση του συστήματος στις κοινωνικές συνειδήσεις, τη νομιμοποίηση της κοινωνικής Επανάστασης. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι αναγκαία προϋπόθεση η νομιμοποίηση της αναγκαιότητας για τη βίαιη ανατροπή του καθεστώτος. Γιατί επαναστάσεις μη βίαιες δεν έχουν γίνει ποτέ στην ιστορία. Προς αυτή την κατεύθυνση, η συμβολή του ένοπλου αγώνα είναι καθοριστική.

3) History, Strictly, speaking

Revolutionary Struggle took dozens of actions. How can we cut this history in periods? (O Επαναστατικός Αγώνας πραγματοποίησε αρκετές επιθέσεις. Πώς θα μπορούσε να χωριστεί η δράση του σε περιόδους;)

Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο περιόδους με κριτήριο την στρατηγική της οργάνωσης. Η πρώτη αφορούσε το διάστημα 2003-2008 και είχε ως αιχμή τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ και τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις της τότε κυβέρνησης Καραμανλή. Δηλαδή, οι επιθέσεις σε δικαστήρια, αστυνομικά τμήματα, η απόπειρα κατά του πρώην υπουργού Δημόσιας Τάξης αφορούσαν την συστράτευση του ελληνικού κράτους στον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’, την όξυνση της κρατικής ισχύος και καταστολής (π.χ. ψήφιση ‘‘αντιτρομοκρατικών’’ νόμων).

Η επίθεση στην πρεσβεία των Η.Π.Α όπως είπαμε, ήταν η απάντηση σε αυτούς που κήρυξαν αυτόν τον πόλεμο, ενώ οι επιθέσεις στα υπουργεία Απασχόλησης και Οικονομίας αφορούσαν την προώθηση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Η δεύτερη περίοδος, από το 2009 μέχρι και τις τελευταίες συλλήψεις το 2017 είχε ως αιχμή την οικονομική κρίση και τις πολιτικές αντιμετώπισής της από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Μιλάμε δηλαδή, για τις ένοπλες επιθέσεις – αντίποινα κατά των ΜΑΤ για την δολοφονία Γρηγορόπουλου, τις επιθέσεις στη Citibank, την Eurobank, το Χρηματιστήριο Αθηνών, την Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του Δ.Ν.Τ το 2014. Η απόπειρα απόδρασης που επιχείρησε η συντρόφισσα Ρούπα το 2016, ήταν μια ενέργεια που είχε ως στόχο να ακυρωθούν οι κατασταλτικές επιτυχίες του κράτους εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα, και όχι μόνο, και να συνεχιστεί η στρατηγική των επιθέσεων που είχε εγκαινιαστεί το 2009.

Ηow did go the first guerilla actions? Was it as you expected? Were subjective and objective difficulties as you expected them? (Πώς πήγαν οι πρώτες ενέργειες αντάρτικου; Ήταν όπως ευελπιστούσατε; Υπήρξαν αντικειμενικές και υποκειμενικές δυσκολίες που περιμένατε;

Οι πρώτες ενέργειες που πραγματοποιήσαμε, όπως είπαμε και πιο πριν, διέψευσαν τις θριαμβολογίες της τότε σοσιαλιστικής κυβέρνησης, αλλά και της δεξιάς κυβέρνησης που την διαδέχθηκε το 2004, ότι το αντάρτικο πόλης τελείωσε στην Ελλάδα. Εκτιμούμε ότι πετύχαμε τους στόχους μας που ήταν να αναγεννηθεί το αντάρτικο στην Ελλάδα και να απαντήσουμε στις συλλήψεις για την 17Ν το 2002 και για τον ΕΛΑ το 2003, την ψήφιση των ‘‘αντιτρομοκρατικών’’ νόμων και να διαψεύσουμε το μύθο της καθεστωτικής ασφάλειας που προπαγάνδιζε τότε ελληνικό κράτος ενόψει και των ολυμπιακών αγώνων του 2004.

Κάναμε πράξη αυτό που λέγαμε από την πρώτη προκήρυξη, ότι στην Ελλάδα θα υπάρξει αντίσταση στο νέο ολοκληρωτισμό που επιβάλλει η υπερεθνική ελίτ με τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ και το νεοφιλελευθερισμό. Επίσης, κατaφέραμε να δώσουμε δυναμικές απαντήσεις στη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση των εργασιακών και κοινωνικών σχέσεων που τότε προωθούσε η κυβέρνηση της Ν.Δ με αντεργατικά νομοσχέδια (επίθεση στο υπουργείο Απασχόλησης) και με έναν προϋπολογισμό σκληρής λιτότητας (υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών). Επίσης, o Επαναστατικός Αγώνας τόσο ως προς τις επιλογές δράσης όσο και ως προς την θεωρία, το λόγο που άρθρωνε, ήταν κάτι νέο για τον α/α χώρο, αφού δεν είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν μια τέτοιου είδους σύνδεση με πλατιά κοινωνικά τμήματα μέσω αναφορών και αναλύσεων της κυρίαρχης οικονομικής και πολιτικής στρατηγικής, και μάλιστα, αυτής που είχε την κεντρικότερη σημασία για την Ελλάδα, αλλά και παγκόσμια.

Επειδή ο Επαναστατικός Αγώνας συγκροτήθηκε σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όχι ευνοϊκό για τέτοιου είδους εγχειρήματα, όπως και το γεγονός ότι εξ’ αρχής ήταν ένα καινοτόμο πολιτικά βήμα, επειδή, λίγο ως πολύ, γεννήθηκε μέσα σε μια κυρίαρχη συνθήκη που επηρέαζε και τον α/α χώρο περί της ‘‘ματαιότητας του ανατρεπτικού αγώνα’’, γνωρίζαμε ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε αρκετές δυσκολίες.

Η αποφασιστικότητα με την οποία ξεκίνησε ο Επαναστατικός Αγώνας κόντρα σε όλα τα παραπάνω που αναφέρουμε, εξηγούν γιατί αντέξαμε σε βάθος χρόνου, γιατί είχαμε μακροπρόθεσμη συνέχεια και συνέπεια, γιατί αντέξαμε την καταστολή. Οι αντικειμενικές και υποκειμενικές δυσκολίες που αναφέρετε θα μπορούσαν να συνοψιστούν στην αντιμετώπιση αφενός της συνθήκης ήττας και ηττοπάθειας που επικρατούσαν εκείνη την εποχή γενικότερα στον α/α χώρο και όχι μόνο, σε σχέση με την αντίληψη που είχε για τον ένοπλο αγώνα, και αυτό γιατί είχαν προηγηθεί οι συλλήψεις του 2002, καθώς επίσης και την αντιμετώπιση της αναβάθμισης της κρατικής καταστολής και της καθεστωτικής ασφάλειας και αφετέρου στην υποκειμενική δυσκολία να φανούμε εμείς συνεπείς όσον αφορά την επιλογή μας. Άλλο σημαντικό πρόβλημα ήταν ότι εκείνη την περίοδο το σύστημα έδειχνε πιο κραταιό από κάθε άλλη εποχή, ενώ ήταν σε σχετικά μεγάλη ισχύ η νεοφιλελεύθερη συναίνεση. Αυτή η συνθήκη είχε διαβρώσει και αφομοιώσει συνειδήσεις και στον αγώνα, γεγονός που αντανακλούσε η απουσία κάθε αναφοράς σε επαναστατική κοινωνική αλλαγή.

What political echoes did your first actions (2003-2008) provoked? (Τι πολιτικό αντίκτυπο προκάλεσαν οι πρώτες ενέργειές σας το 2003-2008;)

Αρχικά και μέχρι το 2005, το κράτος προσπαθούσε να υποβαθμίσει τις πρώτες ενέργειες του Επαναστατικού Αγώνα υποστηρίζοντας ότι αυτές οι ενέργειες δεν έχουν μέλλον, ότι γίνονται από ‘‘υπολείμματα των οργανώσεων που εξαρθρώθηκαν το προηγούμενο διάστημα’’, ότι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί γνώριζαν ποιοι είναι και ότι θα συλληφθούν. Όμως, μετά την βομβιστική επίθεση του Ιουνίου του 2005 στο υπουργείο Απασχόλησης (Εργασίας), η ελληνική κυβέρνηση αντιλήφθηκε ότι ο Επαναστατικός Αγώνας ‘‘ήρθε για να μείνει’’ και να συνεχίσει την δράση του. Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα είχε αρνητικό αντίκτυπο στο ελληνικό κράτος γιατί, παρά τις υποσχέσεις του για καθεστωτική ασφάλεια, υπήρχε ένοπλη δράση στην Ελλάδα, αλλά και γιατί υπήρχαν πιέσεις από τις Η.Π.Α για την αντιμετώπιση του Επαναστατικού Αγώνα, ιδιαίτερα μετά την επίθεση στην πρεσβεία των Η.Π.Α, όπου τότε το State Department επικήρυξε τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα με 1 εκατομμύρια δολάρια και το ελληνικό κράτος αντίστοιχα με 800.000 ευρώ, ενώ δημιουργήθηκε Task Force για την σύλληψή μας. Και όλα αυτά σε μια περίοδο που ήδη κάποιοι από εμάς παρακολουθούνταν πολύ στενά. Όταν η οργάνωση είχε ‘‘γαζώσει’’ με αυτόματο όπλο ένα αστυνομικό τμήμα την άνοιξη του 2007, καθεστωτικοί δημοσιογράφοι είχαν αναφέρει ότι η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που υπήρχε αντάρτικο με τα χαρακτηριστικά του Επαναστατικού Αγώνα –την ίδια περίοδο δρούσε και η Ε.Τ.Α αλλά ήταν σαφές ότι είχε εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα– και από αυτή την διαπίστωση μπορεί να καταλάβει κανείς ότι η ελληνική κυβέρνηση βρισκόταν σε δύσκολη θέση εκείνη την περίοδο λόγω της συνεχιζόμενης δράσης του Επαναστατικού Αγώνα. Επίσης, θα πρέπει να επισημανθεί και ο θετικός κοινωνικός αντίκτυπος που είχε η δράση του Επαναστατικού Αγώνα όταν σε μια ηλεκτρονική δημοσκόπηση τον Μάρτιο του 2009 σε καθεστωτική ιστοσελίδα αποτυπωνόταν τι γνώμη είχαν χιλιάδες πολίτες για την ένοπλη δράση. Η δημοσκόπηση είχε γίνει λίγο μετά τις επιθέσεις του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της αμερικανικής τράπεζας Citibank και είχαν λάβει μέρος 25.000 πολίτες. Σε δύο αντίστοιχα ερωτήματα το 34% δικαιολογούσε την ένοπλη δράση ενώ το 58% πίστευε ότι τα κίνητρα των ένοπλων οργανώσεων ήταν πολιτικά.

Actions from 2003 – 2008 seemed to follow a predetermined strategic logic. But after Alexis Grigoropoulos death the organization followed actuality more closely. Was it predatermined itself to follow more closely or did the importance of the event forced you to bend your practice? (Οι ενέργειες από το 2003–2008 φαίνεται να ακολουθούν μια προκαθορισμένη στρατηγική. Όμως μετά τον θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου η οργάνωση ακολούθησε εγγύτερα τις υπάρχουσες συνθήκες. Ήταν προκαθορισμένο να τις ακολουθήσει εγγύτερα ή η σπουδαιότητα των γεγονότων σας ανάγκασε να κάνετε στροφή στην δράση σας;)

Ο Επαναστατικός Αγώνας είχε αντιληφθεί πολύ έγκαιρα μέσα στο 2007 τα μηνύματα της τραπεζικής κρίσης στις Η.Π.Α με την κατάρρευση της αγοράς των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων και τις συνέπειες που θα είχε αυτό το κραχ διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα λόγω του υπέρογκου χρέους. Έτσι, όπως είπαμε και πιο πριν, ενώ από το 2003 ως το 2007 η αιχμή της δράσης μας ήταν ο πόλεμος κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ και οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις –οι δύο όψεις της παγκοσμιοποίησης, η πολιτικοστρατιωτική και η οικονομική– έχοντας αντιληφθεί την αλλαγή των συνθηκών με την έλευση της κρίσης στην Ελλάδα, αποφασίσαμε το 2008 να αναπροσαρμόσουμε και να αναβαθμίσαμε την δράση μας έχοντας ως αιχμή την οικονομική κρίση και τις πολιτικές αντιμετώπισής της που θα εγκαινίαζαν μια οξύτερη επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους και στον λαό με σκοπό την διάσωση των τραπεζών και του καθεστώτος στη χώρα. Το 2008 είχαμε αποφασίσει να χτυπήσουμε το Χρηματιστήριο Αθηνών με μεγάλη ποσότητα εκρηκτικών. Όμως μεσολάβησε η δολοφονία Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβρη του 2008. Έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε μια ένοπλη επίθεση σε αστυνομικές δυνάμεις ως απάντηση για την δολοφονία Γρηγορόπουλου και μετά ξεκινήσαμε την καμπάνια επιθέσεων με αιχμή την οικονομική κρίση.

Καταλήγοντας η στρατηγική αυτή είχε ως στόχο: α) Να αναδείξει τους υπεύθυνους απ’ όπου ξεκίνησε η κρίση, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την σφαίρα της χρηματοοικονομίας ευρύτερα, χτυπώντας αντίστοιχους στόχους στην Ελλάδα. β) Να αναδείξει μέσω του λόγου του Επαναστατικού Αγώνα την βαθύτερη ουσία της κρίσης, ότι η πηγή της είναι η ίδια η ύπαρξη του καπιταλισμού, η ίδια η ύπαρξη του κεφαλαίου. γ) Να αξιοποιήσει την δεδομένη για εμάς απονομιμοποίηση του συστήματος στις συνειδήσεις των ανθρώπων, καθώς η κρίση θα διαχεόταν σε κάθε πεδίο της οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης με πολύ μεγάλες συνέπειες, ειδικά στην Ελλάδα. Αυτή η απονομιμοποίηση, νομιμοποιούσε τους ένοπλους αγωνιστές να αυξήσουν την… ‘δύναμη πυρός’’ της δράσης τους ενάντια σε δομές και θεσμούς του συστήματος. Γι’ αυτό και ο Επαναστατικός Αγώνας ξεκίνησε τότε την πραγματοποίηση μεγάλων χτυπημάτων σε νευραλγικούς για το σύστημα στόχους με μεγάλη ποσότητα εκρηκτικών. δ) Τα μεγάλα αυτά χτυπήματα αποφασίστηκαν επίσης, λόγω της διαπίστωσης ότι το σύστημα το καθιστούσε όλο και πιο ευάλωτο η συστημική κρίση. Συνεπώς, μια ένοπλη δράση με πυκνά και μεγάλης ισχύος χτυπήματα, όπως αυτά που πραγματοποίησε ο Επαναστατικός Αγώνας, σε επιλεγμένους και νευραλγικής σημασίας για την λειτουργία του οικονομικού καθεστώτος στην χώρα στόχους, θα μπορούσε να προκαλέσει ανυπολόγιστες βλάβες στην καθεστωτική λειτουργία και ισορροπία.

Ιδίως στην Ελλάδα όπου οι ισορροπίες του καθεστώτος, ειδικά κατά την είσοδό του στην μνημονιακή εποχή, ήταν ιδιαίτερα εύθραυστες, ο Επαναστατικός Αγώνας είχε την ευκαιρία να αξιοποιήσει τις συνθήκες για μια δράση που θα αποτελούσε ακριβώς αυτό που συνιστά την αποστολή κάθε ένοπλης επαναστατικής δράσης: την αποσταθεροποίηση του συστήματος μέσω ένοπλων χτυπημάτων και την παράλληλη προώθηση του επαναστατικού προτάγματος.

Ένας σημαντικός παράγοντας που έπαιξε ρόλο στην διαμόρφωση αυτής της στρατηγικής, ήταν η επίγνωση ότι ο προχωρημένος βαθμός αλληλοσυνδεσιμότητας του συστήματος, η αλληλεξάρτηση των λειτουργιών του και ο τρόπος λειτουργίας των αγορών που ηγούνται στην εποχή μας και κατευθύνουν το σύστημα, καθιστούσαν ιδιαίτερα ευάλωτο το σύστημα συνολικά σε ένοπλα χτυπήματα, ιδίως μέσα σε ένα ιστορικό περιβάλλον όπου η πίστη –με την ευρύτερη έννοια της λέξης– στο σύγχρονο καπιταλισμό και την δυνατότητά του στην αναπαραγωγή, κερδοφορία του κεφαλαίου και σταθερότητα, ήταν υπό σοβαρή αμφισβήτηση ακόμα και στους κόλπους της ίδιας της υπερεθνικής ελίτ.

Αυτό ήταν –και είναι– ένα στοιχείο του σύγχρονου καπιταλισμού που δεν έχουν ακόμα αντιληφθεί οι δυνάμεις της αντίστασης. Όμως και οι ένοπλες επιθέσεις κατά των αστυνομικών των ΜΑΤ ως αντίποινα για την δολοφονία Γρηγορόπουλου, μπορούν να ενταχθούν στη νέα φάση της στρατηγικής, αφού για πρώτη φορά τότε μέσα από την προκήρυξη με την οποία είχαμε αναλάβει την ευθύνη για τις επιθέσεις αυτές, αναφερόμενοι στην κρίση που θα χτυπήσει την Ελλάδα, διατυπώνουμε την άποψη ότι ανοίγεται μια ευκαιρία για την ανατροπή του καθεστώτος και ότι θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό κίνημα με τον ένοπλο αγώνα στην στρατηγική του, έτσι ώστε να επιχειρήσει την επανάσταση. Ακόμα και ο τρόπος που κάναμε την επίθεση στα Εξάρχεια τον Ιανουάριο του 2009, δηλαδή, το να κατέβει στο δρόμο ένας ένοπλος πυρήνας της οργάνωσης και να αντιπαρατεθεί με αστυνομικούς, αποτυπώνει την αντίληψή μας για την χρησιμότητα του ένοπλου αγώνα ως απαραίτητου εργαλείου για την Επανάσταση, για την υπονόμευση και την ανατροπή του καθεστώτος αφού σε μια φάση γενικευμένων κοινωνικών αναταραχών η υιοθέτηση της μαζικής ένοπλης βίας από εξεγερμένες κοινωνικές ομάδες θα ήταν πολύ χρήσιμη για την κατάληψη στρατηγικών υποδομών του συστήματος (κοινοβούλιο, τράπεζες, υπουργεία, Τράπεζα της Ελλάδας).

Εμείς μιλούσαμε τότε για την πιθανότητα να φτιαχτεί μια Αθηναϊκή Κομμούνα η οποία θα έχει την δυνατότητα να προστατευθεί με ένοπλα μέσα. Για παράδειγμα, στις ταραχές του 2010 - 2012, όταν επανειλημμένα χιλιάδες λαού πολιορκούσαν το κοινοβούλιο, αν υπήρχε τότε ένα ένοπλο επαναστατικό κίνημα, θα μπορούσε με την χρήση μαζικής ένοπλης βίας να εξουδετερώσει τους αστυνομικούς των ΜΑΤ και να βοηθήσει τον λαό να καταλάβει το κοινοβούλιο. Τότε η ιστορία θα είχε γραφτεί διαφορετικά και θα μιλάγαμε για την αρχή μιας επαναστατικής διαδικασίας, αφού η κατάληψη του κοινοβουλίου θα οδηγούσε σε κατάρρευση της κυβέρνησης Παπανδρέου, στο να καταστεί το Μνημόνιο ανεφάρμοστο, ενώ ήταν πολύ πιθανό ότι η Ελλάδα θα έβγαινε από την ευρωζώνη και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις που δυνητικά θα μπορούσε να επιφέρει ακόμα και την διάλυση της Ε.Ε, αφού η ανεξέλεγκτη κατάρρευση του ελληνικού καθεστώτος και η εξέγερση ήταν πολύ πιθανό να προκαλούσε ντόμινο εξεγέρσεων και σε άλλες χώρες της Ε.Ε με υψηλό χρέος κυρίως στον Νότο, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία. Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα θα κλυδωνιζόταν.

Επανερχόμενοι στο ερώτημά σας, ο Επαναστατικός Αγώνας παρακολουθούσε τις εξελίξεις είτε σε διεθνές είτε σε εθνικό επίπεδο και αναλόγως αναπροσάρμοζε την δράση του και την στρατηγική του. Υπό το πρίσμα αυτό, θα μπορούσε να δει κάποιος την αλλαγή της στρατηγικής της δράσης μας το 2009.

What political and social echoes did the retaliation actions for Alexis provoked? (Τι πολιτικό και κοινωνικό αντίκτυπο είχαν οι ενέργειες αντιποίνων για τον Αλέξη;)

Γενικότερα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο γενικότερος αντίκτυπος ήταν θετικός, αφού το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα η νεολαία καταδίκασε την δολοφονία του Αλέξη από αστυνομικούς. Άλλωστε, η δολοφονία προκάλεσε μια τριήμερη εξέγερση στις 6,7 και 8 Δεκεμβρίου όπου η κυβέρνηση βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση και υπήρχε η σκέψη να κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος. Για τις ενέργειες του Επαναστατικού Αγώνα ακούγονταν γνώμες όπως ‘‘καλά τους κάνανε’’, κυρίως από νεολαίους, αλλά και από άλλους που δεν ήταν αναρχικοί κατ’ ανάγκη. Υπήρξαν όμως κομμάτια του α/α χώρου που, έχοντας φόβο απέναντι στον ένοπλο αγώνα, μίλησαν για ‘‘προβοκάτσια’’ που θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστολή από την πλευρά του κράτους, ενώ άλλοι είπαν ακόμα, ότι γενικότερα οι ενέργειες αυτές ‘‘στρέφονται εναντίον του αναρχικού κινήματος’’ και άλλες τέτοιες γελοιότητες, οι οποίες είναι κάτι συνηθισμένο στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος. Γενικότερα, οι επιθέσεις αυτές του Επαναστατικού Αγώνα προκάλεσαν αρκετές συζητήσεις μέσα στον α/α χώρο, όμως ο γενικότερος πολιτικός και κοινωνικός αντίκτυπος ήταν θετικός.

In 2009, there was a series of action against economical interests (Stock Exchange, banks). What was the intention of these actions? (To 2009 υπήρξαν μια σειρά ενεργειών εναντίον οικονομικών συμφερόντων (Χρηματιστήριο, τράπεζες). Ποιός ήταν ο σκοπός αυτών των ενεργειών;)

Το 2009 ξεκινήσαμε μια καμπάνια επιθέσεων που είχε ως αιχμή την οικονομική κρίση και τις πολιτικές αντιμετώπισής της. Οι στόχοι των επιθέσεων ήταν υποδομές του συστήματος –π.χ. τράπεζες, Χρηματιστήριο– που είναι υπεύθυνες για τη κρίση και για τις πολιτικές αντιμετώπισής της. Για παράδειγμα, τράπεζες όπως η Citibank και η Eurobank ήταν δανειστές του ελληνικού κράτους, κάτοχοι ομολόγων του ελληνικού δημοσίου και εκτεθειμένες στο ελληνικό χρέος. Η Citibank ήταν μια τράπεζα ήδη χρεοκοπημένη από το 2008 που διασώθηκε με χρήματα του κράτους των Η.Π.Α. Το 2009, ήδη η κυβέρνηση Καραμανλή έδωσε 28 δις ευρώ για την διάσωση των ελληνικών τραπεζών.

Η καμπάνια αυτή είχε σκοπό να σαμποτάρει την πολιτική διάσωσης των τραπεζών, να δημιουργήσει ένα περιβάλλον αστάθειας και ανασφάλειας για τους επενδυτές, την πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης και το πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας. Αυτή η καμπάνια επιθέσεων, που θα συνεχιζόταν και το 2010, σκοπό είχε να σαμποτάρει και το πρόγραμμα διάσωσης της ελληνικής οικονομίας που έμεινε γνωστό ως Μνημόνιο και που δεν ήταν άλλο από το πρόγραμμα του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο υπέγραψε η κυβέρνηση Παπανδρέου το Μάιο του 2010. Στόχος της καμπάνιας αυτής ήταν η περαιτέρω υπονόμευση και αποσταθεροποίηση ενός ήδη αδύναμου λόγω της κρίσης συστήματος, με μια προοπτική όπου σε μια γενικευμένη κοινωνική αναταραχή που θα προ-καλούνταν στο αμέσως επόμενο διάστημα –πράγμα που από τότε προβλέπαμε– να βοηθούσε στην κατάρρευση της οικονομίας και της κυβέρνησης.

Μια τέτοια εξέλιξη που ευελπιστούσαμε ότι θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να σήμαινε την αρχή μιας επαναστατικής διαδικασίας. Όμως γι’ αυτό ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ενός μαζικού επαναστατικού κινήματος που θα χρησιμοποιήσει τον ένοπλο αγώνα ως αναγκαίο εργαλείο. Σε συνθήκες κρίσης και μάλιστα, μιας τόσο μεγάλης κρίσης που απειλούσε –και ως ένα βαθμό επέφερε – καταρρεύσεις στο σύστημα, μια στρατηγική υποδαύλισης της αστάθειας του συστήματος μέσω εύστοχων και καίριων ένοπλων χτυπημάτων, ήταν καθήκον μιας ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης. Ο πανικός που διακατείχε το 2010 το ελληνικό οικονομικό και πολιτικό καθεστώς, ήταν ούτως ή άλλως μεγάλος και μια ισχυρή ένοπλη οργάνωση με συγκεκριμένη στρατηγική θα μπορούσε να έχει σημαντικά αποτελέσματα ως απειλή του συστήματος στην χώρα. Μια ενδεχόμενη καθεστωτική κατάρρευση θα απελευθέρωνε μεγαλύτερες κοινωνικές δυναμικές όπου θα ήταν πρόσφορες για την προώθηση και εφαρμογή επαναστατικών προταγμάτων και διαδικασιών.

Όμως γι’ αυτό, για την υλοποίηση ενός επαναστατικού κοινωνικού μετασχηματισμού, είναι πάντα απαραίτητη η ύπαρξη ενός επαναστατικού κινήματος. Ο α/α χώρος, αλλά και κάθε δύναμη πολιτική που βλέπει ως αδιέξοδο το καπιταλιστικό σύστημα και το μοντέλο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, θα όφειλε να δείξει τον ‘‘καλύτερό του εαυτό’’ και να αδράξει την ευκαιρία για μια κοινωνική Επανάσταση. Δεν γνωρίζουμε τι θα γινόταν σε μια τέτοια περίπτωση, αν και ο α/α χώρος άργησε πολύ να συνειδητοποιήσει την κρίση και το μέγεθός της, ενώ ακόμα και σήμερα πολλοί δεν πιστεύουν στις δυνατότητες αγώνα που μια τέτοια κρίση προσφέρει. Πρόκειται περισσότερο για ένα βαθύ φοβικό σύνδρομο πολιτικής ανασφάλειας, για έλλειψη πολιτικής ωριμότητας, αλλά και για έλλειψη πίστης στην δυνατότητα να γίνει πράξη μια Επανάσταση. Αν μη τι άλλο, εμείς πιστεύαμε πως πρέπει να το δοκιμάσουμε. Ο καθένας θα αναλάμβανε και τις ιστορικές ευθύνες που του αναλογούν.

March 10, 2010, Lambros Fountas was killed by the police. What can you say about the comrade? How did this loss impacted your operation? (Στις 10 Μαρτίου του 2010, ο Λάμπρος Φούντας σκοτώθηκε από την αστυνομία. Τι μπορείτε να πείτε για τον σύντροφο; Πώς αυτή η απώλεια επέδρασε στην οργάνωση;)

Ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας σκοτώθηκε σε ένοπλη συμπλοκή με την αστυνομία σε προπαρασκευαστική ενέργεια του Επαναστατικού Αγώνα, σε απόπειρα απαλλοτρίωσης ενός αυτοκινήτου που η οργάνωση σκόπευε να χρησιμοποιήσει σε βομβιστική επίθεση. Αυτή η επίθεση θα ήταν συνέχεια της καμπάνιας επιθέσεων που είχε ξεκινήσει το 2009, οι οποίες είχαν ως αιχμή την οικονομική κρίση, στόχευαν υποδομές του συστήματος και προσπαθούσαν να υπονομεύσουν τις πολιτικές στήριξης του καθεστώτος. Πολύ πριν τον Μάρτιο του 2010 διαφαινόταν ότι η Ελλάδα θα υπαγόταν σε πρόγραμμα του ΔΝΤ, πράγμα που ως Επαναστατικός Αγώνας το είχαμε επισημάνει ότι θα το κάνει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου στις 2 τελευταίες προκηρύξεις της οργάνωσης: στην τελευταία επίθεση εναντίον του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις 2 Σεπτεμβρίου 2009 και σε μια προκήρυξη δύο μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2009.

Στην πραγματικότητα, η καμπάνια του Επαναστατικού Αγώνα, μέρος της οποίας ήταν η επίθεση που θα γινόταν την άνοιξη του 2010, στόχευε να σαμποτάρει και να υπονομεύσει άμεσα την διαφαινόμενη υπογραφή του Μνημονίου που θα υπέγραφε η κυβέρνηση Παπανδρέου. Όπως έχουμε πει, για εμάς, τον Επαναστατικό Αγώνα, η κρίση θα ήταν μια ευκαιρία για μια επανάσταση στην Ελλάδα αφού, όπως προβλέπαμε, η ίδια η κρίση και οι πολιτικές αντιμετώπισής της θα προκαλούσαν –όπως και έγινε– την γενικευμένη απονομιμοποίηση του συστήματος στα μάτια της κοινωνικής πλειοψηφίας. Οι μαζικές λαϊκές και κοινωνικές κινητοποιήσεις της διετίας 2010 – 2012 ήταν η έκφραση αυτής της απονομιμοποίησης του συστήματος. Ουσιαστικά από το 2010, μετά την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, δημιουργήθηκαν οι αντικειμενικές συνθήκες για να προωθηθεί μια διαδικασία ρήξης και ανατροπής, μια επαναστατική διαδικασία. Ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας έδωσε στην πραγματικότητα, τη ζωή του για να μην περάσει αφενός το πρόγραμμα του Δ.Ν.Τ, της Ε.Κ.Τ, της Ε.Ε, για να μην περάσει ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός που τα αφεντικά, η οικονομική και πολιτική ελίτ, θέλουν να επιβάλουν με αφορμή την κρίση, και αφ’ ετέρου για να γίνει η κρίση ευκαιρία για την κοινωνική Επανάσταση.

Η απώλεια του συντρόφου στην συμπλοκή της 10ης Μαρτίου 2010 ήταν ένα καθοριστικό χτύπημα για τον Επαναστατικό Αγώνα γιατί, πέρα από τον φόνο του συντρόφου, όχι μόνο διεκόπη η δράση της οργάνωσης και το χτύπημα που προετοιμαζόταν, αλλά αποτέλεσε την αφετηρία των ερευνών της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας που ένα μήνα μετά, στις 10 Απριλίου 2010, οδήγησαν στις συλλήψεις των μελών της οργάνωσης. Για εμάς, ο σύντροφος ήταν πολύ σημαντικό να μείνει ζωντανός πολιτικά. Να μην μείνει στην ιστορία ως ‘‘θύμα της κρατικής βίας’’, αλλά ως ένας επαναστάτης που πέθανε αγωνιζόμενος με το όπλο στο χέρι για να μην περάσουν οι πολιτικές κοινωνικής ευθανασίας που επέβαλαν και επιβάλλουν τα μνημόνια. Που έπεσε αγωνιζόμενος για την κοινωνική Επανάσταση.

Ένας σημαντικός παράγοντας για την ανάληψη πολιτικής ευθύνης από εμάς ήταν να μιλήσουμε για τον νεκρό σύντροφο. Να τον κρατήσουμε ζωντανό, κρατώντας ζωντανό τον αγώνα του. Ο θάνατος του συντρόφου δεν ήταν για εμάς ένα χτύπημα που λειτούργησε ως φρένο στην δράση μας. Ήταν μια επιπλέον ώθηση να συνεχίσουμε και να εντείνουμε τον αγώνα, κόντρα στα κατασταλτικά χτυπήματα που δεχόμαστε. Τιμήσαμε τον σύντροφο, έτσι όπως πιστεύουμε ότι του άρμοζε, με το να του αφιερώσει ο Επαναστατικός Αγώνας την ενέργεια εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του γραφείου του ΔΝΤ το 2014, που η ευθύνη είχε αναληφθεί ως Επαναστατικός Αγώνας – Κομάντο Λάμπρος Φούντας.

Είχαμε πολλούς λόγους να μην τα παρατήσουμε, να συνεχίσουμε τον αγώνα. Είχαμε πολλούς λόγους να μην παραιτηθούμε, να μην υποκύψουμε στην καταστολή. Είχαμε λόγους πολιτικούς που αφορούν την κατάσταση στην οποία έχουν φθάσει την κοινωνία στην χώρα οι πολιτικές διάσωσης του συστήματος. Όμως, ο σύντροφος ήταν και είναι ένας σημαντικός παράγοντας για να μείνουμε όρθιοι, για να συνεχίσουμε. Πάντα λέγαμε πως ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας θα πρέπει να μείνει στην ιστορία ως σύμβολο του αγώνα ενάντια στα μνημόνια, ως σύμβολο του αγώνα για την ανατροπή του εγκληματικού συστήματος, ως σύμβολο της Επανάστασης. Αυτό πιστεύουμε πως αξίζει για τον σύντροφο.

What was the political context during your first trials? What were your political and practical goals during the 2011 trial? Did this trial have the political impact you imagined? (Ποιo ήταν το πολιτικό περιεχόμενο στην διάρκεια των πρώτων δικών; Ποιοί ήταν οι πολιτικοί και πρακτικοί σκοποί κατά την διάρκεια της δίκης που ξεκίνησε το 2011;Είχε αυτή η δίκη το πολιτικό αποτέλεσμα που φανταζόσασταν;)

Κατ’ αρχήν, πρέπει να πούμε ότι λίγες μέρες μετά την σύλληψή μας, στα τέλη Απριλίου 2010, τρεις από τους συλληφθέντες αναλάβαμε την πολιτική ευθύνη για την συμμετοχή μας στον Επαναστατικό Αγώνα και δηλώσαμε ότι ο Λάμπρος Φούντας ήταν μέλος της οργάνωσης και σκοτώθηκε σε προπαρασκευαστική ενέργειά της. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του αντάρτικου πόλης στην Ελλάδα που αιχμάλωτα μέλη ένοπλης οργάνωσης ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής τους και υπερασπίστηκαν την δράση της οργάνωσής τους. Μέχρι τότε στην Ελλάδα σε περιπτώσεις συλλήψεων για τέτοιες υποθέσεις, δεν υπήρχε υπεράσπιση των επιλογών αγώνα από τους συλληφθέντες. Ακόμα χειρότερα στην περίπτωση των συλλήψεων για την 17Ν, η συντριπτική πλειοψηφία των συλληφθέντων συνεργάστηκαν με τις αρχές και αποκήρυξαν την δράση της 17Ν.

Αντίθετα, εμείς όχι μόνο δεν διαλυθήκαμε ως οργάνωση μετά την σύλληψή μας τον Απρίλιο του 2010, αλλά αναλάβαμε την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μας στον Επαναστατικό Αγώνα και υπερασπιστήκαμε την δράση της οργάνωσης και την επιλογή του ένοπλου αγώνα που προωθεί την κοινωνική Επανάσταση. Επίσης να επισημάνουμε ότι εμείς οι δύο από τους τρεις που αναλάβαμε την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μας στον Επαναστατικό Αγώνα, δεν το κάναμε αυτό γιατί υπήρχαν τα ‘‘συντριπτικά’’ στοιχεία εναντίον μας από την ‘‘αντιτρομοκρατική’’ υπηρεσία, αλλά γιατί αυτό θεωρούμε πολιτικά ως αξιοπρεπές που πρέπει να κάνει κάποιος αγωνιστής σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή να υπερασπιστεί τις επιλογές αγώνα που έχει κάνει. Και αυτό το λέμε γιατί, πέρα από την αρνητική παράδοση που υπήρχε στην Ελλάδα όπου οι συλληφθέντες δεν υπερασπίζονταν τις επιλογές τους, υπάρχει και μια άποψη που λέει ότι η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης σε τέτοιες περιπτώσεις επιβεβαιώνει το κατηγορητήριο του κράτους και ότι πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχουν ‘‘συντριπτικά’’ στοιχεία εναντίον των συλληφθέντων από την ‘‘αντιτρομοκρατική’’ υπηρεσία.

Γνωρίζουμε ότι στην Ευρώπη, στο δυτικοευρωπαϊκό αντάρτικο ήταν πάγια παράδοση των μελών των οργανώσεων αντάρτικου η ανάληψη πολιτικής ευθύνης της συμμετοχής τους στις οργανώσεις τους ως πολιτική επιλογή και όχι το να κοιτάνε τα στοιχεία της δικογραφίας, όπως γίνεται στην Ελλάδα. Αυτή μας η στάση και η επιλογή καθόρισε και το πολιτικό περιεχόμενο των δικών μας, είτε αυτό αφορά την 1η δίκη (2011-’13), είτε τις μετέπειτα δίκες, το 2015 -’16, το Εφετείο της πρώτης δίκης, αυτή που δικάστηκε η συντρόφισσα Ρούπα για τη Τράπεζα της Ελλάδας και καταδικάστηκε σε ισόβια, και θα καθορίσει και αυτές που θα γίνουν στο μέλλον, όπως π.χ. για την απόπειρα απόδρασης με το ελικόπτερο το 2016.

Οι δίκες εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα είναι πολιτικές και είναι για μας ένα πολιτικό βήμα να υπερασπίσουμε την οργάνωση που ανήκουμε, να υπερασπίσουμε την δράση και τις ενέργειες της οργάνωσης και να αποκρούσουμε τις κατηγορίες του κράτους που εμφανίζουν την δράση του Επαναστατικού Αγώνα ως ‘‘εγκληματική’’, να υπερασπίσουμε την πολιτική επιλογή του ένοπλου αγώνα για την κοινωνική Επανάσταση.

Στην πρώτη δίκη που ξεκίνησε στα τέλη Οκτωβρίου του 2011 και μέχρι τον Ιούνιο του 2012, όπου ήμασταν παρόντες πριν περάσουμε στην παρανομία, στο στάδιο της διαδικασίας που κατέθεταν οι μάρτυρες του κατηγορητηρίου για τις ενέργειες της οργάνωσης, εμείς οι δύο τοποθετηθήκαμε για όλες τις ενέργειες του Επαναστατικού Αγώνα μία προς μία και τις υπερασπιστήκαμε πολιτικά. Είχαμε όμως, και το φαινόμενο της ήττας και στο εσωτερικό μας, καθώς ο τρίτος που ανέλαβε την ευθύνη για συμμετοχή στην οργάνωση, δεν στάθηκε πολιτικά.

Αρχικά, δεν συμμετείχε στο πρώτο δικαστήριο στην διαδικασία της πολιτικής υπεράσπισης των ενεργειών της οργάνωσης που κάναμε εμείς. Στο εφετείο της πρώτης δίκης τον Ιούνιο του 2017, αποκάλυψε δημόσια ότι έχει μετανοήσει κάνοντας δήλωση που μιλούσε για ‘‘ήττα του Επαναστατικού Αγώνα το 2010’’ και ότι ο ίδιος δεν δήλωσε ποτέ ‘‘επαναστάτης’’. Και αυτό έγινε με την συνεργασία συγκεκριμένων κομματιών του χώρου που παρίστατο στο δικαστήριο για να συμπαρασταθούν στο μετανοημένο, πράγμα πρωτοφανές. Με αυτή τη δήλωση μετανοίας κέρδισε ευθύς αμέσως την ολιγοήμερη άδεια εξόδου από τις φυλακές κάθε δυο μήνες. Το επεισόδιο αυτό της δήλωσης μετανοίας στο εφετείο της 1ης δίκης συνοδεύτηκε από απόπειρα επίθεσης του μετανοημένου στο σύντροφο Μαζιώτη μέσα στο δικαστήριο και μετά από απαίτηση προς τις αρχές της φυλακής του μετανοημένου, κρατουμένων των Πυρήνων, ενός της 17Ν και ενός ποινικού να απομακρυνθεί ο σύντροφος Μαζιώτης από την πτέρυγα όπου κρατείτο, οι αρχές της φυλακής βρήκαν την ευκαιρία και έθεσαν τον σύντροφο Μαζιώτη σε καθεστώς απομόνωσης για 6 μήνες, που αναιρέθηκε μετά από απεργία πείνας που κάναμε τον Νοέμβριο– Δεκέμβριο του 2017. Επανερχόμενοι στη δήλωση μετανοίας και ήττας εννοείται πως ποτέ δεν μιλήσαμε εμείς για ήττα του Επαναστατικού Αγώνα, ενώ ως επαναστάτες αυτοπροσδιοριζόμαστε σε κείμενα που συνυπογράφαμε και οι τρεις. Στην απολογία του, ο μετανοημένος έκανε δηλώσεις αποκήρυξης όπως ότι ‘‘η ένοπλη δράση τελικά κατέληξε να αναθέσει η κοινωνία τον ρόλο της αντίστασης και η ίδια να μένει θεατής’’. Πρόκειται για μια θέση που παλαιότερα εκφραζόταν από την καθεστωτική αριστερά, ενώ τέτοια ‘‘συζήτηση’’ στην Ελλάδα δεν είχε γίνει ούτε στο εσωτερικό του α/α χώρου.

Με βάση αυτή την δυσάρεστη εξέλιξη και προκειμένου πλέον να περιφρουρήσουμε την πολιτική μας επιλογή από φαινόμενα ήττας και μετάνοιας και στο εσωτερικό μας πλέον, ήμασταν υποχρεωμένοι να διαχωριστούμε από αυτά εντός του δικαστηρίου, να δηλώσουμε ότι ο Επαναστατικός Αγώνας και ο ένοπλος αγώνας δεν ηττήθηκε.

Το πολιτικό περιεχόμενο λοιπόν της πρώτης δίκης, όπως και αυτών που ακολούθησαν το 2015 – 2016 για την Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ) και το γραφείο του ΔΝΤ, το εφετείο της πρώτης δίκης, της δίκης που δικάστηκε μόνη της η συντρόφισσα Πόλα Ρούπα για την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ και καταδικάστηκε πρόσφατα σε ισόβια, είναι η υπεράσπιση του Επαναστατικού Αγώνα, των ενεργειών και της δράσης του, είναι η πολιτική υπεράσπιση των θέσεων της οργάνωσης, της επιλογής του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής Επανάστασης. Αυτοί είναι οι πολιτικοί στόχοι και της δίκης του 2011 και των μετέπειτα δικών.

Για εμάς, η υπεράσπιση των πολιτικών μας επιλογών στα δικαστήρια μπροστά στον εχθρό είναι αδιαχώριστη από την συνέχιση της ένοπλης δράσης και από την συνέχιση και την προώθηση της επαναστατικής διαδικασίας.

Θα ήταν τουλάχιστον αντιφατικό να μιλάμε για Επανάσταση, να καλούμε τους εργαζόμενους και τον λαό να κάνει μια επανάσταση και να ανατρέψει το καθεστώς ρισκάροντας την ζωή του σε έναν τέτοιο αγώνα, και εμείς μπροστά στον φόβο της καταστολής και της φυλακής να απαρνούμαστε τις επιλογές μας και την δράση μας.

Θα ήταν πολιτικά ανέντιμο απέναντι στον εαυτό μας και την ιστορία μας, αλλά και απέναντι στον νεκρό σύντροφό μας Λάμπρο Φούντα. Η υπεράσπιση των επιλογών ενός αγωνιστή είναι μια στάση πολιτικής συνέπειας με μεγάλη αξία η οποία εμπνέει και εμψυχώνει.

Οι δίκες εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα αφήνουν μια μεγάλη πολιτική παρακαταθήκη και είναι μοναδικές ως προς το περιεχόμενό τους στην ιστορία των πολιτικών δικών στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα η πρώτη δίκη του 2011-2013 ήταν μοναδική ακόμα και σε διεθνές επίπεδο, γιατί μετά από ένα διεθνές κάλεσμα αλληλεγγύης που είχαμε κάνει όταν ήμασταν ακόμα προφυλακισμένοι το 2010, είχαν καταθέσει ως πολιτικοί μάρτυρες υπεράσπισης συντρόφισσες/οι από την Ευρώπη, κάποιοι από τους οποίους ήταν μέλη οργανώσεων αντάρτικου, όπως ο σύντροφος Σασουά Μπερτράντ μέλος των Μαχόμενων Κομμουνιστικών Πυρήνων (CCC) και σήμερα μέλος της Κόκκινης Βοήθειας του Βελγίου και η συντρόφισσα Μπριγκίττε Άσντονκ μέλος της RAF. Επίσης, είχαν καταθέσει ένας Ισπανός αναρχικός σύντροφος ο Χοσέ Ροντρίγκεζ, η συντρόφισσα Τζην Γουέαρ από την Αγγλία, προερχόμενη από την εξεγερσιακή τάση του αναρχισμού. Είχαν αποδεχθεί να καταθέσουν και οι σύντροφοι Άντρεας Φόγκελ που ήταν μέλος της 2 Ιούνη και ο Μαουρίτσιο Φερράρι που ήταν μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, αλλά για κάποιους λόγους δεν μπόρεσαν να έρθουν τότε στην Ελλάδα.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν τις συνθήκες που γίνονται στην Ευρώπη οι δίκες των οργανώσεων αντάρτικου, το γεγονός αυτό προσέδωσε στην δίκη εκείνη μοναδικά χαρακτηριστικά και είχε μεγάλη πολιτική σημασία. Από εκεί και πέρα αν η δίκη του 2011 είχε το πολιτικό αποτέλεσμα που φανταζόμασταν, αυτό θα εξαρτιόταν από αυτούς που θα μπορούσαν να εκτιμήσουν και να αξιοποιήσουν την πολιτική παρακαταθήκη γενικά του Επαναστατικού Αγώνα και των δικών εναντίον της οργάνωσης, και αυτοί δεν είναι άλλοι από τον α/α χώρο.

Όμως τα μηνύματα αυτών των δικών περνούν μέσα στην κοινωνία καθώς τα ηχητικά όλων των δικών μας τα δημοσιοποιούμε – είμαστε οι μόνοι που δημοσιοποιούμε τις πολιτικές μας δίκες– και τα όποια αποτελέσματα φέρουν αυτά τα μηνύματα, καθώς ‘‘ταξιδεύουν’’ στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο σίγουρα δεν είναι εύκολα και με γυμνό μάτι μετρήσιμα.

Ένα άλλο πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της πολιτικής μας θέσης στα δικαστήρια, είναι το γεγονός ότι είμαστε οι μόνοι που υπερασπιζόμαστε την αποτελεσματικότητα της ένοπλης δράσης και πιο συγκεκριμένα, του Επαναστατικού Αγώνα ως προς την συμβολή του στην αποσταθεροποίηση, τον κλονισμό ακόμα και την κατάρρευση του καθεστώτος. Αυτή η θέση που προωθούμε, παρά το γεγονός ότι λειτουργεί επιβαρυντικά ως προς το ποινικό αποτέλεσμα, το οποίο δεν μας ενδιαφέρει, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την κυρίαρχη καθεστωτική θέση που δεν αποδέχεται ότι η ένοπλη δράση είναι ικανή να επιφέρει ουσιαστική βλάβη στο σύστημα, πολύ δε περισσότερο να επιφέρει την κατάρρευσή του. Με βάση αυτό το σκεπτικό, το κράτος απορρίπτει και όλες τις ενστάσεις που γίνονται σε πολιτικές δίκες για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου και για την ανάγκη να δικάζονται οι οργανώσεις από μικτά ορκωτά, όπως προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα για το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’. Συνεπώς, με βάση αυτό το σκεπτικό, δεν αναγνωρίζεται η ένοπλη δράση ως πολιτική, αλλά ως ποινική. Η απόφαση που κατοχύρωνε ως σήμερα αυτή την θέση είναι αυτή του Αρείου Πάγου το 2010 για την 17Ν, η οποία τεκμηριώνει την παραπάνω θέση και χρησιμοποιείται ως βάση στις δίκες ένοπλων οργανώσεων ή δράσεων για το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’.

Για εμάς, ήταν πολύ σημαντικό να συγκρουστούμε με την κυρίαρχη θέση περί μη αποτελεσματικοτικότητας της ένοπλης δράσης καθώς συνιστά ευθεία πολιτική υποτίμηση και προωθεί –πλάι στην απόπειρα εγκληματοποίησης και αποπολιτικοποίησης των αγωνιστών και του ένοπλου αγώνα– τη ματαιότητα, την ηττοπάθεια, την παραίτηση. Μπορεί τις ενστάσεις μας για την αναρμοδιότητα των δικαστηρίων που μας δικάζουν να τις απορρίπτουν οι δικαστές, όμως το βασικό επιχείρημά τους για τη μη προσφορότητα της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα να επιφέρει κατάρρευση των δομών του συστήματος, επί της ουσίας ανατράπηκε στην δίκη για την Τράπεζα της Ελλάδας που δικάστηκε η Ρούπα. Σε αυτήν ο εισαγγελέας στην πρότασή του δήλωσε πως η δράση συνολικά του Επαναστατικού Αγώνα είχε αυτή την δυνατότητα, ενώ για την επίθεση εναντίον της ΤτΕ δήλωσε πως από τύχη δεν κατέρρευσε το χρηματοπιστωτικό σύστημα στην χώρα και η οικονομία συνολικά. Συνεπώς, θα επέρχονταν καθεστωτική κατάρρευση. Αυτή η επιχειρηματολογία από τον εισαγγελέα, η αναγνώριση της επικινδυνότητας της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα για το καθεστώς, ήταν ο βασικός λόγος που πρότεινε την καταδίκη της για κατηγορίες που επισείουν την ποινή των ισοβίων. Η Πόλα ανέδειξε αυτή την θέση ως πολιτικά ‘‘σύμμαχη’’ με την ίδια, με τον Επαναστατικό Αγώνα και τους ένοπλους αγωνιστές και ως θέση που κατέρριψε τους όποιους ισχυρισμούς άλλων δικαστικών αποφάσεων ότι δεν είναι πολιτικές οι δίκες των ένοπλων οργανώσεων, γιατί δεν είναι πρόσφορες να επιφέρουν τη κατάρρευση δομών και λειτουργιών του συστήματος. Προφανώς και έκανε μεγάλο πολιτικό λάθος ο συγκεκριμένος εισαγγελέας με αυτή την τοποθέτηση, αφού αναγνώρισε δημόσια, ότι το σύστημα τελικά δεν είναι άτρωτο, αλλά αντιθέτως, είναι ιδιαίτερα ευάλωτο σε συγκεκριμένες ένοπλες επιθέσεις. Όμως το γεγονός ότι αυτό ειπώθηκε για πρώτη φορά σε δίκη ένοπλης οργάνωσης, συνιστά μια τομή στις δίκες αυτού του είδους, αλλά και μια πολιτική τομή στην ιστορία του ένοπλου αγώνα και του αγώνα συνολικά που θα μπορούσε – και πρέπει – να αξιοποιηθεί πολιτικά για την ενίσχυση του που θα μπορούσε –και πρέπει– να αξιοποιηθεί πολιτικά για την ενίσχυση του αντικαθεστωτικού αγώνα, για την αντιμετώπιση της ηττοπάθειας απέναντι σε ένα φαινομενικά πανίσχυρο σύστημα, για την επαναστατική προοπτική.

Το πιο πιθανό όμως είναι ότι αντί να πάρουν και να αξιοποιήσουν αυτή την εξέλιξη στο α/α χώρο, θα προτιμήσουν κάποιοι να βοηθήσουν το καθεστώς ‘‘να ανακτήσει την αξιοπιστία του’’ που τρώθηκε μέσα στη δίκη και να μιλήσουν οι ίδιοι για το πόσο άτρωτο είναι, όπως είχε γίνει και παλιότερα με ανάλογες θέσεις που είχαν εκφράσει κυβερνητικοί παράγοντες σχετικά με την επικινδυνότητα της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα.

Παρ’ όλα τα σημαντικά στοιχεία για τον αγώνα που προσφέρουν οι δίκες μας, αυτά –όπως έγινε εξ’ άλλου με την δράση του Επαναστατικού Αγώνα συνολικά– μένουν αναξιοποίητα από τον α/α χώρο. Δεδομένου όμως, ότι διανύουμε μια περίοδο γενικευμένης κοινωνικής ήττας μετά το 2012, αλλά και πολιτικής ήττας του α/α χώρου μετά από 8 χρόνια μνημονιακών πολιτικών, και όπου η προοπτική είναι ότι η πολιτική ‘‘διάσωσης’’ και τα μέτρα που πάρθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, θα μείνουν για πάντα, δεν μπορούμε να μιλάμε για κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα, γιατί ούτε επαναστατικό κίνημα υπάρχει ούτε ο α/α χώρος βάζει μια προοπτική ρήξης και Επανάστασης, ενώ κάποιοι έχουν γίνει ‘‘παράρτημα’’ της κυβέρνησης ΣΎΡΙΖΑ.

What solidarity came out fοr you? What political role did you mean to give it? What political role did it actually played? (Τι αλληλεγγύη λάβατε; Ποιόν πολιτικό ρόλο θέλατε να της προσδώσετε; Ποιόν πολιτικό ρόλο έπαιξε στην πραγματικότητα;)

Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης από εμάς για συμμετοχή στον Επαναστατικό Αγώνα, κάτι που, όπως είπαμε, έγινε για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε επίπεδο οργάνωσης αντάρτικου, καθόρισε ως ένα μεγάλο βαθμό την αλληλεγγύη στην υπόθεσή μας. Εξ αρχής, λόγω της παράδοσης που υπήρχε, δηλαδή της μη υπεράσπισης των επιλογών αγώνα στις υποθέσεις ένοπλης δράσης σε περιπτώσεις συλλήψεων, υπήρξε ένας διαχωρισμός από κομμάτια του αναρχικού – αντιεξουσιαστικού χώρου στην υπόθεσή μας ανάμεσα σε αυτούς τους συλληφθέντες που αρνούνταν τις κατηγορίες και μιλούσαν για ‘‘σκευωρία του κράτους’’ και σε εμάς που αναλάβαμε την ευθύνη ως μέλη του Επαναστατικού Αγώνα.

Από τη μια μεριά, υπήρχαν οι αναρχικοί που αρνούνταν τις κατηγορίες και ‘‘ποινικοποιούνταν για τις ιδέες τους’’ και από την άλλη εμείς, τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα, παρά το γεγονός ότι και εμείς είμαστε αναρχικοί και προερχόμαστε από τον α/α χώρο. Αυτός ο διαχωρισμός έφτασε στο σημείο να αποκρύπτεται από ορισμένους το γεγονός ότι ο Λάμπρος Φούντας σκοτώθηκε σε προπαρασκευαστική ενέργεια του Επαναστατικού Αγώνα, παρ’ ότι εμείς, όταν είχαμε αναλάβει την πολιτική ευθύνη, είχαμε δηλώσει ότι ο σύντροφος είναι μέλος του Επαναστατικού Αγώνα και σκοτώθηκε στην διάρκεια προετοιμασίας επίθεσης της οργάνωσης. Ενδεικτικό της κατάστασης ήταν ότι λίγο καιρό μετά τις συλλήψεις, ορισμένοι είχαν εκδώσει μια μπροσούρα με την οποία επιχειρούσαν να ‘‘χτυπήσουν’’ την επιλογή μας να αναλάβουμε την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή στον Επαναστατικό Αγώνα.

Η σαμποταριστική και υπονομευτική αυτή κίνηση στήριζε την επιχειρηματολογία της στο ότι η ανάληψη ευθύνης πρέπει να γίνεται μόνο αν υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία εις βάρος των συλληφθέντων και όχι ως πολιτική επιλογή ασχέτως της ύπαρξης στοιχείων ή όχι. Προς ενίσχυση της επιχειρηματολογίας αυτής της θέσης, είχε χρησιμοποιηθεί η περίπτωση συλληφθέντα που είχε αναλάβει την ευθύνη για συμμετοχή σε άλλη οργάνωση (17Ν). Αυτή η μπροσούρα ήταν μια πολύ αρνητική ‘‘έκπληξη’’ για εμάς, καθώς δεν περιμέναμε πως θα επιχειρηθεί μια τέτοια ανοιχτή επίθεση από τον χώρο στην επιλογή μας να αναλάβουμε την συμμετοχή μας στον Επαναστατικό Αγώνα και να υπερασπιστούμε δημόσια την δράση του.

Υπήρχαν ορισμένοι στον α/α χώρο που συντηρούσαν αυτόν τον διαχωρισμό. Για κάποιους ήταν πιο ‘‘βολικό’’ να υπερασπίζονται τους ‘‘αθώους’’, αυτούς που αρνούνταν την συμμετοχή τους στον Επαναστατικό Αγώνα και μιλούσαν για σκευωρία του κράτους. Υπήρχαν όμως και άλλα κομμάτια που έβαζαν την υπόθεση στις πραγματικές της διαστάσεις, δηλαδή ότι η υπόθεση αφορούσε την κατασταλτική επιχείρηση του κράτους ενάντια στον Επαναστατικό Αγώνα.

Για τα παραπάνω φαινόμενα και για το ζήτημα της αλληλεγγύης είχαμε δημοσιοποιήσει κείμενο από την φυλακή το 2010. Πολλά όμως από αυτά τα ζητήματα αναλύθηκαν πιο εκτενώς όταν βγήκαμε από την φυλακή κατά την διάρκεια συνελεύσεων και εκδηλώσεων. Σε αυτές τις εκδηλώσεις είχαμε μιλήσει για το έλλειμμα αλληλεγγύης που υπήρχε, το οποίο έγινε μεγαλύτερο όταν περάσαμε στην ‘‘παρανομία’’. Πιστεύαμε και το δηλώσαμε με όλους τους τρόπους ότι η ιστορία μας, η ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα και η δική μας ως αγωνιστές, ήταν ένα καλό ‘‘εργαλείο’’ που αν είχε αξιοποιηθεί σωστά και χωρίς πολιτικές ανασφάλειες κάθε είδους, μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση, ριζοσπαστικοποίηση και πολιτική αναβάθμιση του αγώνα.

Εξ’ άλλου ο Επαναστατικός Αγώνας είχε έναν ευρέως κοινωνικό λόγο και η δράση του ήταν σε αρμονία με την συνολική οικονομική, πολιτική και κοινωνική περίοδο που δρούσε. Συνεπώς, τα πάντα που σχετίζονταν με τον αγώνα μας, την στάση μας, την πολιτική μας ήταν ευρέως κοινωνικοποιήσιμα και παράλληλα προωθούσαν τον ανατρεπτικό και επαναστατικό αγώνα. Αυτό όμως δεν έγινε.

Η κατάσταση με το ζήτημα της αλληλεγγύης έγινε ακόμα χειρότερη όταν περάσαμε στην ‘‘παρανομία’’, μια πολιτική επιλογή για την οποία είχαν εκφραστεί αντιδράσεις. Ήταν και αυτή η επιλογή μας μια ‘‘καινοτομία’’, αφού δεν έχει προϋπάρξει στην Ελλάδα περίπτωση ένοπλων αγωνιστών που συλλαμβάνονται και περνούν στην ‘‘παρανομία’’ για να συνεχίσουν την δράση της οργάνωσής τους.

Η Πόλα αντιμετώπισε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα μετά το 2014, οπότε συνελήφθη ο Νίκος. Πολλοί από τον χώρο περίμεναν με βεβαιότητα ότι δεν θα μπορέσει να σταθεί και θα παραδοθεί, γεγονός αποκαλυπτικό της ‘‘αλληλεγγύης’’ που είχαμε. Πληροφορηθήκαμε επίσης, πως όταν δημοσιοποίησε κείμενο όπου εν ολίγοις έλεγε ‘‘ελάτε να με πιάσετε’’, οι περισσότεροι στον χώρο αιφνιδιάστηκαν. Γενικότερα μαθαίναμε πως η όλη στάση της Πόλας, από το γεγονός ότι ενώ ήταν έγκυος όταν έγιναν οι συλλήψεις το ’10 ανέλαβε την πολιτική ευθύνη, ότι γέννησε στην φυλακή, ότι πέρασε με το παιδί μας στην ‘‘παρανομία’’, και ότι συνέχισε μετά την σύλληψη του Νίκου το 2014, είχε ‘‘σοκάρει’’ ορισμένους. Μπορεί η επιλογή της να ήταν η έμπρακτη ακύρωση των κατεστημένων αντιλήψεων όχι μόνο για την ζωή εντός του καθεστωτικού πλαισίου, αλλά και για τους όρους διεξαγωγής του αγώνα, όμως το μήνυμα ότι κάποιοι σοκαρίστηκαν έχει μια ιδιαίτερα αρνητική φόρτιση.

Το έλλειμμα αλληλεγγύης αποτυπώθηκε φυσικά, και κατά το διάστημα που είμαστε στην φυλακή, αλλά και στις αίθουσες των δικαστηρίων. Και έχουμε το ‘‘παράδοξο’’ στην υπόθεσή μας να λαμβάνουμε μηνύματα συμπαράστασης από πολλούς αγνώστους και εκτός του χώρου απλούς ανθρώπους και παράλληλα να υπάρχει τεράστιο έλλειμμα αλληλεγγύης από ‘‘δικούς μας’’. Στην πραγματικότητα η καταδίκη μας σε ισόβια για την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας και του ΔΝΤ δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της εκδίκησης του κράτους, γιατί δεν παραδοθήκαμε και συνεχίσαμε την δράση του Επαναστατικού Αγώνα, αλλά είναι αποτέλεσμα και της έλλειψης αλληλεγγύης η οποία με την σειρά της είναι αποτέλεσμα της πολιτικής κρίσης και ήττας του α/α χώρου μετά το 2012.

Ακόμα και αν υπήρχε θανατική ποινή και μας εκτελούσαν ή μας σκότωναν στο δρόμο, όπως παρ’ ολίγο να γίνει το 2014 με τον Μαζιώτη ή το 2016 όταν παρ’ ολίγο να συντριβεί το ελικόπτερο στο έδαφος και να σκοτωθεί η Ρούπα στην προσπάθειά της να το καταλάβει για να απελευθερώσει τον Μαζιώτη και άλλους από τις φυλακές Κορυδαλλού, δεν θα υπήρχε καμία αντίδραση από κομμάτια του α/α χώρου.

Το έλλειμμα αλληλεγγύης ή ακόμα και η εχθρική στάση κομματιών του χώρου απέναντί μας, δεν περνά απαρατήρητη από το κράτος και τους δικαστές όταν μάλιστα, αυτό γίνεται απροκάλυπτα μπροστά στα μάτια των δικαστών, όπως π.χ. όταν κάποιοι συμπαραστάθηκαν στο δικαστήριο στο μετανοημένο πρώην μέλος του Επαναστατικού Αγώνα για τις δηλώσεις μετανοίας που έκανε και μας φώναζαν μέσα στο δικαστήριο ότι είμαστε τελειωμένοι και ότι θα μας ξεγράψει η ιστορία. Προφανώς, δεν μας θέλει μόνο το κράτος πολιτικά και φυσικά νεκρούς ή ισόβια καταδικασμένους, αλλά και ‘‘αγωνιστές’’ μέσα από τον α/α χώρο. Και δεν είναι τυχαίο ότι στη διαμόρφωση αυτών των τάσεων πρωταγωνιστούν άτομα που προωθούν ευρύτερα τον οπορτουνισμό και την αναδίπλωση στον αγώνα.

Ειδικά τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει πιο ευρέως αναγνωρισμένη η θέση στον α/α χώρο, ότι νόημα η αλληλεγγύη έχει για ‘‘αθώους’’, αφού αυτούς μπορεί να τους βγάλει από την φυλακή ενώ τους ‘‘ενόχους’’ όχι. Αυτή η κυνική θέση που εκφράζεται με περισσή ωμότητα στις μέρες μας από ορισμένους, συνιστά τον απόλυτο εκχυδαϊσμό της έννοιας της αλληλεγγύης, προωθεί την εγκατάλειψη αυτών που αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη και είναι ενδεικτική της πολιτικής έκπτωσης και της ήττας που βρίσκεται αυτή την περίοδο ο α/α χώρος στην Ελλάδα.

H θέση αυτή που παρουσιάζει την αλληλεγγύη αποκλειστικά και μόνο ως διεκδίκηση της ικανοποίησης των αιτημάτων που άπτονται του κυρίαρχου πλαισίου των δικαιωμάτων και των ποινών όσων συλλαμβάνονται, συνιστά την απόλυτη αλλοτρίωση της έννοιας αυτής και την υποβάθμισή της στο επίπεδο της αστικής νομικής υπεράσπισης, αντίστοιχη με αυτήν που έκαναν παλαιότερα ομάδες και οργανώσεις της αριστεράς που αργότερα εντάχθηκαν ως συνιστώσες στον ΣΥΡΙΖΑ.

Με βάση αυτή την αλλοτριωμένη και καθεστωτική έννοια της ‘‘αλληλεγγύης’’, εξοβελίζεται εντελώς η ουσία της ως σχέση αγώνα που αμοιβαία τροφοδοτείται από την πολιτική στάση των φυλακισμένων και τον αγώνα που προωθούν, ως σχέση που εγγυάται και την ενίσχυση του αγώνα για την ανατροπή του καθεστώτος. Για εμάς, η αλληλεγγύη, χωρίς να σημαίνει ταύτιση, σημαίνει την αποδοχή του ένοπλου αγώνα ως μέσου πάλης αναπόσπαστο με το κίνημα, αλλά και των στόχων που δεν είναι άλλοι από την κοινωνική Επανάσταση. Και αυτό θεωρούμε ότι θα έπρεπε να προωθεί η αλληλεγγύη: την προώθηση του αγώνα για την Επανάσταση με τον ένοπλο αγώνα ως αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της διαδικασίας.

Υou have several months of supervised release during which you engaged in an intense political activity (meetings…). What is your assessment of this activity? (Είχατε πολλούς μήνες που είχατε απελευθερωθεί με περιοριστικούς όρους κατά τη διάρκεια των οποίων είχατε αναλάβει μια έντονη πολιτική δραστηριότητα (διεθνείς συναντήσεις, εκδηλώσεις....). Ποιός είναι ο πολιτικός απολογισμός αυτής της δραστηριότητας;)

Παρά το γεγονός ότι είμαστε μέλη μιας παράνομης ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης, έχουμε μια κινηματική κουλτούρα και θεωρούμε ότι ο ένοπλος αγώνας είναι αναπόσπαστο κομμάτι του επαναστατικού κινήματος. Το γεγονός ότι αποφυλακιστήκαμε μετά από 18 μήνες γιατί δεν είχε γίνει η δίκη, μας δόθηκε η ευκαιρία αφού βρισκόμασταν στη ‘‘νομιμότητα’’, να συμμετέχουμε, αλλά και να συνδιοργανώνουμε κινηματικές διαδικασίες μέσα από τις οποίες προωθούσαμε ανοιχτά τον λόγο του Επαναστατικού Αγώνα και να διερευνήσουμε κατά πόσο μπορεί όντως να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό κίνημα με ξεκάθαρες θέσεις και προτάσεις, για να βάλει μια προοπτική ρήξης και ανατροπής μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες της κρίσης.

Τον Μάρτιο του 2012 και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η πρώτη δίκη εναντίον της οργάνωσης, διοργανώσαμε μαζί με την ‘‘Συνέλευση Αλληλεγγύης για την υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα’’ μια διήμερη εκδήλωση όπου ανοιχτά και δημόσια διατυπώσαμε στον α/α χώρο τις θέσεις της οργάνωσης: γιατί ιδρύσαμε τον Επαναστατικό Αγώνα και κάτω από ποιες συνθήκες. Μιλήσαμε για την δράση και τις ενέργειες της οργάνωσης, την στρατηγική της και το ζήτημα της επαναστατικής προοπτικής που έθεσε ο Επαναστατικός Αγώνας μετά το 2009. Αυτό ήταν κάτι μοναδικό, όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά και διεθνώς, γιατί ήταν η πρώτη φορά που μέλη ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης συζητούνε ανοιχτά με άλλα κομμάτια του ‘‘κινήματος’’. Συνήθως, τέτοιες συζητήσεις και εκδηλώσεις γίνονται μετά από πολλά χρόνια, όταν τα μέλη των οργανώσεων αντάρτικου βγαίνουν από την φυλακή και γίνεται ένας απολογισμός της δράσης οργανώσεων, οι οποίες όμως ανήκουν στο παρελθόν.

Στην περίπτωσή μας όμως, ο Επαναστατικός Αγώνας ήταν ζωντανός και με νωπή ακόμα την μέχρι τότε δράση και τις συλλήψεις των μελών του. Βέβαια, αυτό δεν θα είχε γίνει αν δεν ήμασταν τυχεροί και δεν είχαμε αποφυλακιστεί μετά από 18 μήνες προφυλάκισης. Ουσιαστικά έγινε μια συζήτηση (στη διήμερη εκδήλωση) όχι μόνο για τον Επαναστατικό Αγώνα και την ένοπλη δράση, αλλά για όλα τα φλέγοντα ζητήματα της εποχής μας, την κρίση, τα μνημόνια, τις προοπτικές του ‘‘κινήματος’’, την Επανάσταση κλπ. Τότε, υπήρξαν και τριβές καθώς και διαφωνίες για την επίθεση-αντίποινα της οργάνωσης εναντίον αστυνομικών των ΜΑΤ για την δολοφονία Γρηγορόπουλου ή στο ζήτημα της αλληλεγγύης, που όπως είπαμε και πριν, υπήρξαν διαχωρισμοί από κομμάτια του α/α χώρου. Επίσης στις 10 Μαρτίου του 2012 διοργανώσαμε στο κέντρο της Αθήνας διαδήλωση προς τιμή του συντρόφου Λάμπρου Φούντα με την συμμετοχή 2000 συντρόφων – συντροφισσών.

Ως συνέχεια αυτής της πρωτοφανούς εκδήλωσης και λίγο πριν σπάσουμε τους περιοριστικούς όρους και βγούμε στην ‘‘παρανομία’’ στις αρχές Ιουνίου του 2012, συνδιοργανώσαμε μια άλλη εκδήλωση, διεθνούς επιπέδου αυτή την φορά, με θέμα ‘‘την ιστορία των ένοπλων κινημάτων και οργανώσεων στην Ευρώπη και την προοπτική της διεθνούς κοινωνικής Επανάστασης ως απάντηση στην κρίση’’. Ο κεντρικός τίτλος της εκδήλωσης ήταν ‘‘Για τον αγώνα και την Επανάσταση’’. Σε αυτή την εκδήλωση ήταν καλεσμένοι συντρόφισσες/οι από την Ευρώπη, όπως αυτοί που είχαν αποδεχθεί το διεθνές κάλεσμα αλληλεγγύης του Επαναστατικού Αγώνα το 2010 να είναι μάρτυρες υπεράσπισης στη δίκη μας: ο Σασουά Μπερτράντ από τους Μαχόμενους Κομμουνιστικούς Πυρήνες (CCC), η Μπριγκίττε Άσντονκ από την RAF, o Άντρεας Φόγκελ από την οργάνωση 2 Ιούνη, ο σύντροφος από την Ισπανία Χοσέ Ροντρίγκεζ και η συντρόφισσα Τζήν Γουέρ από την Αγγλία. Είχαμε καλέσει και ένα μέλος του ΕΛΑ, τον Χρήστο Τσιγαρίδα, που ήταν και αυτός μάρτυρας υπεράσπισης στην δίκη μας. Είχαμε επίσης καλέσει και τη Διεθνή Κόκκινη Βοήθεια που έστειλε βιντεοσκοπημένο μήνυμα στην εκδήλωση με τη συντρόφισσα Andi ενώ ηχογραφημένο μήνυμα είχε στείλει ο φυλακισμένος τότε Ελβετός αναρχικός Μάρκο Κάμενις. Όπως είπαμε, οι πρωτοβουλίες αυτές είχαν στόχο να θέσουν το ζήτημα της επανάστασης όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη όπως και διεθνώς, ως απάντηση στην κρίση και τον ρόλο που απαραίτητα έχει ο ένοπλος αγώνας στην προοπτική αυτή. Ήταν δυο εκδηλώσεις μοναδικές στο είδος τους για την Ελλάδα, όμως δεν υπήρξε συνέχεια στο να τεθεί έμπρακτα το ζήτημα της επαναστατικής προοπτικής μέσα στις συνθήκες της κρίσης. Εξάλλου, η προώθηση και υλοποίηση πολλών από τις θέσεις μας για την δημιουργία ενός επαναστατικού κινήματος, προϋπέθετε την παραμονή μας στη ‘‘νομιμότητα’’.

Εμείς γνωρίζαμε ότι δεν είχαμε πολύ χρόνο για να παραμείνουμε στη ‘‘νομιμότητα’’ ελεύθεροι, γιατί θα καταδικαζόμασταν όταν θα τελείωνε η δίκη μας και θα μπαίναμε φυλακή. Λίγο μετά την διεθνή εκδήλωση του Ιουνίου του 2012, βγήκαμε στην ‘‘παρανομία’’ για να συνεχίσουμε την δράση του Επαναστατικού Αγώνα.

Two of you came back to clandestinity. What can you say about this decision? (Δύο από εσάς επιλέξατε την ‘‘παρανομία’’. Τι μπορείτε να πείτε γι’ αυτήν την απόφαση;)

Τον Απρίλιο του 2010 συλληφθήκαμε την πιο κρίσιμη στιγμή, λίγο πριν από την υπογραφή του α΄ μνημονίου -από την κυβέρνηση Παπανδρέου- που έθεσε την χώρα κάτω από την εξουσία των υπερεθνικών οργανισμών ΔΝΤ, ΕΚΤ και Ε.Ε. Αυτό ήταν μια τεράστια επιτυχία του ελληνικού κράτους γιατί διέκοψε ουσιαστικά την καμπάνια της οργάνωσης που είχε ξεκινήσει ένα χρόνο πριν, το 2009 και σκοπό είχε να υπονομεύσει την πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης και κατ’ επέκταση και το πρόγραμμα εποπτείας που θα επιβαλλόταν.

Για εμάς, ήταν ακόμα πιο επιτακτικό να συνεχιστεί η δράση του Επαναστατικού Αγώνα μετά την υπογραφή του μνημονιακού προγράμματος. Το να αναλάβουμε την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μας στην οργάνωση μετά τις συλλήψεις μας το 2010, δεν σήμαινε ότι για εμάς είχε τελειώσει ο αγώνας, ούτε ότι διαλύεται ο Επαναστατικός Αγώνας.

Ως κρατούμενοι, εξακολουθούσαμε να εκφράζουμε τον λόγο της οργάνωσης και κρατήσαμε την πολιτική συνοχή μας. Έτσι, όταν μας δόθηκε η ευκαιρία, μόλις αποφυλακιστήκαμε μετά από 18 μήνες γιατί δεν είχε γίνει η δίκη όπως ορίζει ο νόμος, αποφασίσαμε να περάσουμε στην παρανομία για να συνεχίσουμε τη δράση του Επαναστατικού Αγώνα.

Η επίθεση με παγιδευμένο όχημα με 75 κιλά εκρηκτικά στις 10 Απριλίου 2014 (ακριβώς 4 χρόνια μετά τις συλλήψεις μας) στο κτίριο της Διεύθυνσης Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδας και στο γραφείο του μόνιμου αντι-προσώπου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο ήταν η σημαντικότερη ενέργεια αντάρτικου στην Ελλάδα στα χρόνια επιβολής των προγραμμάτων του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ε.Ε γιατί η Τράπεζα της Ελλάδας - όπως και οι άλλες κεντρικές τράπεζες στις χώρες της Ε.Ε- είναι παράρτημα της ΕΚΤ και στο ίδιο κτίριο που έγινε η επίθεση στεγάζεται και το γραφείο του ΔΝΤ στην Ελλάδα. Συνεπώς, ήταν μια ενέργεια που χτυπούσε άμεσα δύο από τα τρία κέντρα που διαμόρφωναν τη μνημονιακή πολιτική στην χώρα.

Η σημασία της έγκειται επίσης, στο μέγεθος της ενέργειας, καθώς η συγκεκριμένη συστημική υποδομή υπέστη σοβαρό πλήγμα. Στην σημασία αυτής της επίθεσης πρέπει να προσθέσουμε και την συγκυρία που έγινε, καθώς η επίθεση πραγματοποιήθηκε την ίδια μέρα που η τότε κυβέρνηση βγήκε για πρώτη φορά στις αγορές να δανειστεί μετά από σχεδόν 5 χρόνια αποκλεισμού της και μάλιστα, μία ημέρα πριν την επίσκεψη της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ στην Αθήνα. Με αυτή την ενέργεια συνεχίσαμε την στρατηγική που ξεκίνησε ο Επαναστατικός Αγώνας το 2009 με τις επιθέσεις κατά της Citibank, της Eurobank και του χρηματιστηρίου, μια στρατηγική που είχε ως αιχμή την κρίση και την πολιτική αντιμετώπισής της. Επίσης, να επισημάνουμε ότι λίγο πριν την επίθεση, η κυβέρνηση μας είχε επικηρύξει με 1.000.000 ευρώ τον καθένα.

While returning to guerilla, the situation in Greece had changed: the revolutionary movement was in crisis, etc. In which way, has it influenced the strategic project of Revolutionary Struggle? (Όταν επιστρέψατε στο αντάρτικο, η κατάσταση στην Ελλάδα είχε αλλάξει: το επαναστατικό κίνημα βρισκόταν σε κρίση. Αυτό, με ποιόν τρόπο επηρέασε το στρατηγικό σχέδιο του Επαναστατικού Αγώνα;)

Όταν περάσαμε στην παρανομία τον Ιούνιο του 2012 είχε ολοκληρωθεί ο κύκλος των μαζικών κοινωνικών και λαϊκών κινητοποιήσεων εναντίον του α΄ και β΄ μνημονίου. Καμιά από αυτές τις κινητοποιήσεις δεν εμπόδισε στο παραμικρό τις κυβερνήσεις να περάσουν τα μέτρα που υπαγόρευαν οι δανειστές. Ακολούθησαν οι εκλογές του Μαΐου-Ιουνίου από τις οποίες προέκυψε μια κυβέρνηση συνεργασίας της Ν.Δ, που είχε βγει πρώτο κόμμα με το ΠΑΣΟΚ και ένα μικρότερο ακόμα αριστερό κόμμα που ήταν διάσπαση από τον ΣΥΡΙΖΑ. Στο αμέσως επόμενο διάστημα, όσες απεργίες και κινητοποιήσεις έγιναν ήταν απομαζικοποιημένες, γιατί πλέον οι λαϊκές μάζες είχαν απογοητευθεί και δεν ήλπιζαν ότι υπήρχε περίπτωση να κάνει η κυβέρνηση πίσω, για αυτό δεν κατέβαιναν στο δρόμο. Άρχισε να επικρατεί μια κατάσταση ήττας και παραίτησης, η οποία φυσικά, επηρέασε και τον α/α χώρο και γενικότερα, τους πολιτικούς χώρους αντίστασης. Αυτό φυσικά, δεν ήταν κάτι που πέρασε απαρατήρητο από εμάς όταν βρισκόμαστε στην παρανομία. Δεν επηρέασε όμως καθόλου την εφαρμογή του στρατηγικού σχεδίου του Επαναστατικού Αγώνα και την συνέχιση της δράσης της οργάνωσης.

Για εμάς, ήταν επιτακτικό να συνεχιστεί η καμπάνια που είχε ως αιχμή την κρίση και τις πολιτικές αντιμετώπισής της. Αυτό ήταν ακόμα πιο επιτακτικό μέσα στις συνθήκες παραίτησης και ηττοπάθειας, και σε ένα βάθος χρόνου, εφόσον συνεχίζονταν οι επιθέσεις, εκτιμούσαμε αφενός ότι θα συνέβαλαν στην περαιτέρω υπονόμευση ενός συστήματος που εξακολουθεί να είναι αδύναμο λόγω της κρίσης, αφετέρου εκτιμούσαμε ότι θα λειτουργούσε θετικά ως προς την αντιστροφή του κλίματος παραίτησης.

Φυσικά, πέρα από την συνέχιση της ένοπλης δράσης, είναι καθοριστικό η ύπαρξη ενός ισχυρού μαζικού πολιτικού φορέα, ενός επαναστατικού κινήματος με καθαρές θέσεις και προτάσεις και με τον ένοπλο αγώνα στις στοχεύσεις του, κάτι που ο Επαναστατικός Αγώνας είχε προτείνει από το 2009. Αυτό όμως δεν έγινε. Γιατί η αιτία της ήττας των κοινωνικών κινητοποιήσεων της περιόδου 2010-2012 ήταν ακριβώς η έλλειψη ενός τέτοιου πολιτικού φορέα, ενός επαναστατικού κινήματος που θα πραγματοποιούσε μια επαναστατική απόπειρα εκμεταλλευόμενο την κοινωνική δυσαρέσκεια, την οργή και την απονομιμοποίηση του συστήματος στα μάτια της κοινωνικής πλειοψηφίας. Η ήττα του 2010-2012 είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση που παρουσιάστηκε το αμέσως επόμενο διάστημα όταν εμείς βγήκαμε στην παρανομία, αλλά και την πολιτική ήττα του α/α χώρου που δεν έπαιξε κανένα καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Παρά την κατάσταση αυτή, εμείς εκτιμούσαμε ότι έπρεπε να συνεχίσουμε τη δράση, γιατί πιστεύουμε ότι οι αγωνιστές πρέπει να δρούνε και να συμβάλλουν ως προς την αλλαγή των δυσμενών συνθηκών που επικρατούν.

How did the arrest of Nikos on July 16, 2014 go? How did it impact the operation of the organization? (Πώς έγινε η σύλληψη του Νίκου στις 16 Ιουλίου του 2014; Πώς επηρέασε την επιχειρησιακή δράση της οργάνωσης;)

Η σύλληψη του συντρόφου Μαζιώτη έγινε τυχαία μετά από αναγνώριση στο κέντρο της Αθήνας από αστυνομικό της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας, ο οποίος ειδοποίησε αστυνομικούς μοτοσικλετιστές να τον ελέγξουν, χωρίς όμως να τους γνωστοποιήσει ότι ήταν ο σύντροφος το άτομο που θα ελέγχανε. Ο σύντροφος. Όταν οι αστυνομικοί ζήτησαν τα στοιχεία του, έβγαλε το όπλο του και πυροβόλησε εναντίον τους προσπαθώντας να διαφύγει. Τελικά, μετά από καταδίωξη από πολλούς αστυνομικούς και αφού τραυμάτισε έναν από αυτούς, τραυματίστηκε και ο ίδιος και συνελήφθη. Η σύλληψη του συντρόφου ήταν μεγάλο πλήγμα για την οργάνωση και διέκοψε για δεύτερη φορά την καμπάνια των επιθέσεων που είχαν αιχμή την κρίση και την πολιτική αντιμετώπισής της. Και μάλιστα, η συγκυρία μέσα στην οποία συντελέστηκε ήταν ακόμα πιο δύσκολη λόγω ακριβώς της πολιτικής ήττας του α/α χώρου μετά το αδιέξοδο και την ήττα των μαζικών κινητοποιήσεων του 2010-2012.

Μέσα σε αυτή την δύσκολη συγκυρία της ήττας και της παραίτησης, αντιμετωπίσαμε τεράστιες δυσκολίες στην επανεκκίνηση του ένοπλου αγώνα προς την κατεύθυνση που έβαζε ο Επαναστατικός Αγώνας. Αντιμετωπίσαμε ένα μεγάλο έλλειμμα αλληλεγγύης από κομμάτια του α/α χώρου, πολλοί δεν ήθελαν να κρατήσουν επαφή μαζί μας και βρισκόμασταν σε ένα ιδιότυπο καθεστώς απομόνωσης. Ακριβώς λόγω αυτής της κατάστασης, η συντρόφισσα Ρούπα αντιμετώπισε τεράστιες δυσκολίες μετά την σύλληψη του Μαζιώτη.

Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν μας κατέβαλαν οι δυσκολίες και πάντα αγωνιζόμαστε για το ξεπέρασμά τους. Έτσι, παρά τις αντιξοότητες, η συντρόφισσα Ρούπα επιβίωσε 2,5 χρόνια στην παρανομία κάνοντας απαλλοτριώσεις τραπεζών, ενώ οργάνωσε και πραγματοποίησε την απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο τον Φεβρουάριο του 2016, με σκοπό την απελευθέρωση του Μαζιώτη και άλλων πολιτικών κρατουμένων. Ήταν μια απόπειρα να απαντηθούν οι επιτυχίες των κατασταλτικών επιχειρήσεων του κράτους, όχι μόνο αυτή εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα με την σύλληψη του συντρόφου Νίκου Μαζιώτη το 2014, αλλά και να συνεχιστεί η καμπάνια των επιθέσεων του Επαναστατικού Αγώνα που είχε ξεκινήσει το 2009 και είχε συνεχιστεί το 2014 με την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας και στο γραφείο του ΔΝΤ.

Just after Nikos was arrested the perspective of seeing Syriza in power provoked discussions inside of the revolutionary millieu, especially conserning the question of electoral abstention. What can you say about it? What was your stand? (Ακριβώς μετά την σύλληψη του Νίκου, η προοπτική του να αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία προκάλεσε συζητήσεις στο εσωτερικό του επαναστατικού χώρου, ιδιαίτερα όσον αφορά το ζήτημα της εκλογικής αποχής. Τι έχετε να πείτε γι’ αυτό; Ποιά είναι η θέση σας;)

Είμαστε συνεπείς όσον αφορά την παραδοσιακή αρχή του αναρχισμού για αποχή από τις εκλογές του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτισμού της λεγόμενης αστικής ‘‘δημοκρατίας’’. Για τους αναρχικούς, η αστική ‘‘δημοκρατία’’ δεν είναι ένα σύστημα όπου υπάρχει η λαϊκή κυριαρχία, αλλά ένα σύστημα όπου οι άνθρωποι, ο λαός, οι εργαζόμενοι εκχωρούν ή αναθέτουν το δικαίωμά τους στην διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων στους επαγγελματίες πολιτικούς οι οποίοι είναι εκφραστές της εξουσίας του κεφαλαίου. Οι αναρχικοί πιστεύουν στην άμεση δημοκρατία, σε ένα αποκεντρωτικό συνομοσπονδιακό μοντέλο οργάνωσης, όπου συνενώνονται Κοινότητες ή Κολεκτίβες παραγωγών, εργαζομένων, ανθρώπων σε οποιοδήποτε επίπεδο που το μοντέλο λήψης αποφάσεων είναι οι συνελεύσεις όπου όλοι συμμετέχουν και αποφασίζουν για την ζωή τους. Όλοι μπορούν να συμμετέχουν σε θέσεις εκπροσώπησης και όλοι είναι αιρετοί και άμεσα ανακλητοί. Η συμμετοχή των αναρχικών στις εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων του αστικού κοινοβουλίου αποτελεί σοβαρή παραβίαση αρχών. Είναι γνωστό ότι στον α/α χώρο αρκετοί συμμετείχαν στις εκλογές του 2012 και του 2015 όπου ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, ενώ συμμετείχαν και στο δημοψήφισμα που διοργάνωσε η κυβέρνηση το καλοκαίρι του 2015, παίρνοντας μάλιστα δημόσια θέση υπέρ του δημοψηφίσματος, το αποτέλεσμα του οποίου παραβίασε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ενάντια στην θέληση της πλειοψηφίας, ψήφισε το γ΄ Μνημόνιο τον Αύγουστο του 2015.

Η στάση αυτών των κομματιών του α/α χώρου ήταν αποτέλεσμα τόσο της ήττας των κινητοποιήσεων της περιόδου 2010 – 2012 όσο και της πολιτικής ήττας του α/α χώρου που δεν έπαιξε τον ρόλο που θα έπρεπε στην συγκυρία αυτή. Την ήττα των κινητοποιήσεων του 2010 – 2012 ανέλαβε να την διαχειριστεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έγινε αντιπολίτευση το 2012 και ανέλαβε την εξουσία το 2015. Όμως, ενώ εκλέχτηκε με την υπόσχεση να καταργήσει τα μνημόνια, ακολούθησε την ίδια πολιτική με τις προηγούμενες κυβερνήσεις και ψήφισε ουσιαστικά 2 μνημόνια και μάλιστα, αυτό το έκανε αφού παραβίασε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που ο ίδιος διοργάνωσε. Πέρα από τα απροκάλυπτα ψέματα του ΣΥΡΙΖΑ που έλεγε προεκλογικά ότι θα σκίσει τα μνημόνια, η στρατηγική του, τους πρώτους μήνες που έγινε κυβέρνηση, βασίστηκε στην εντελώς ρηχή εκτίμηση ότι μπορούν να πιέζουν τους θεσμούς (ΔΝΤ, ΕΚΤ, Ε.Ε) για να βελτιώσουν τα μέτρα του μνημονίου αρνούμενοι να δεχτούν τους όρους τους, γιατί οι Ευρωπαίοι ‘‘θα ήταν αδύνατο να αφήσουν την Ελλάδα να κηρύξει στάση πληρωμών’’, γεγονός που θα δημιουργούσε ντόμινο καταρρεύσεων στην Ευρώπη και θα την απειλούσε με διάλυση. Δεν είχαν διανοηθεί ότι τα ευρωπαϊκά κράτη θα έκαναν ποτέ πράξη τις απειλές για Grexit. O ΣΥΡΙΖΑ, με αυτή την ‘‘στρατηγική’’ πρόβαλε ‘‘αντίσταση’’ στις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς τους πρώτους μήνες της θητείας του. Ενώ πλησίαζαν οι ημερομηνίες λήξης κάποιων δανείων, με τα κρατικά ταμεία να είναι άδεια, αφού τα δάνεια αυτά απαιτούσαν ρευστό από το 2ο πακέτο οικονομικής στήριξης, το οποίο όμως ρευστό για να ‘‘πέσει’’, προϋπέθετε την συμμόρφωση της ελληνικής κυβέρνησης με τις απαιτήσεις του προγράμματος, ο κίνδυνος της κήρυξης χρεοστασίου γινόταν όλο και πιο άμεσος. Το ερώτημα ήταν ‘‘θα κάνουν πίσω οι δανειστές γιατί δεν ρισκάρουν να την αφήσουν να κηρύξει άτακτη χρεοκοπία, συνεπώς να βγει από την ΟΝΕ (Οικονομική Νομισματική Ένωση) ή δεν θα κάνουν πίσω και θα βρισκόταν η Ελλάδα εκτός ευρώ’’; Κάθε στοιχειωδώς λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα απαντούσε το δεύτερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ πίστευε το πρώτο.

Ο Επαναστατικός Αγώνας από το 2009 έλεγε πως ήταν αδύνατον για την χώρα, να αρνηθεί την αποπληρωμή ενός έστω, μέρους του χρέους της, χωρίς αυτό να έχει ως επακόλουθο την ‘‘κήρυξη πολέμου’’ με τις κεφαλαιαγορές και την υπερεθνική οικονομική ελίτ. Στάση πληρωμών από τη μεριά του οφειλέτη υπό τις υπάρχουσες συνθήκες εξουσίας είναι αδύνατο να γίνει και η χώρα να παραμείνει εντός του υπάρχοντος οικονομικού και πολιτικού καθεστώτος, να καταφέρει να ανταπεξέλθει στις οικονομικές και θεσμικές επιθέσεις που θα δεχθεί από το διεθνές σύστημα εξουσίας και να μπορέσει να σταθεί. Μια στάση πληρωμών από τη μεριά του οφειλέτη προϋποθέτει ότι η χώρα θα προχωρήσει σε μια συνολική ρήξη με το σύστημα και θα περάσει σε επαναστατικές μορφές οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης, διαχωρισμένη από το σύστημα της οικονομίας των αγορών αλλά και από την εξουσία του κεφαλαίου. Σημαίνει ότι η χώρα θα μπει σε μια πορεία επαναστατικής συγκρότησης. Αργότερα με την επιβολή των μνημονίων, ο Επαναστατικός Αγώνας έλεγε πως κανένα από τα μέτρα που επιβάλλουν οι θεσμοί (δανειστές) στην χώρα δεν θα πάρουν πίσω λόγω της ‘‘αντίστασης’’ κάποιας κυβέρνησης και πως άρνηση υποταγής –έστω και εν μέρει– στο πλαίσιο των μέτρων που επέβαλαν οι δανειστές, θα σήμαινε επίσης, ρήξη με την Ε.Ε., ρήξη με τις αγορές κεφαλαίων, ρήξη με το σύστημα συνολικά. Επειδή μια τέτοια ρήξη σημαίνει έναρξη επαναστατικών διαδικασιών στην χώρα και επειδή κανένα αριστερό κόμμα δεν θα ήθελε τη ρήξη με το σύστημα, συνεπώς την επανάσταση, θα υποχρεωνόταν αργά ή γρήγορα να αποδεχθεί και το τελευταίο μέτρο, όσο άγριο κι αν είναι, που του επιβάλλουν οι δανειστές.

Η θέση αυτή του Επαναστατικού Αγώνα βασιζόταν σε μια ανάλυση που προϋπήρχε του πρώτου μνημονίου για την Ελλάδα, σύμφωνα με την οποία οι εναλλακτικές οδοί για το σύστημα υπό την υπάρχουσα ιστορική μορφή που έχει λάβει ο καπιταλισμός, έχουν εδώ και καιρό χρεοκοπήσει. Σημαίνοντα ρόλο σε αυτό παίζουν στην εποχή μας οι αγορές κεφαλαίου, με την ιδιότυπη οικονομική δικτατορία που έχουν επιβάλλει σε όλο τον πλανήτη. Ορισμένοι στον α/α χώρο, κάποιοι από τους οποίους δεν είναι τυχαίο ότι υποστήριξαν το μετανοημένο στο εφετείο της 1ης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα πίστεψαν πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα πάει ως το τέλος. Αυτή ήταν αφελής, αλλά και βαθιά οπορτουνιστική στάση.

Ευελπιστούσαν ορισμένοι πως η ‘‘αντίσταση’’ του ΣΥΡΙΖΑ θα είχε ως αποτέλεσμα να βγει η χώρα από την ΟΝΕ, γεγονός που ‘‘θα άνοιγε ευκαιρίες αγώνα στην χώρα’’. Γι’ αυτό και πολλοί υποστήριξαν το δημοψήφισμα το καλοκαίρι του ’15. Επειδή η επιλογή να υποστηριχτεί πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ βασιζόταν σε μια εκτίμηση ότι μπορεί να αναπτυχθεί εναλλακτική διακυβέρνηση εκτός ΟΝΕ στην Ελλάδα από ένα αριστερό κόμμα που θα βρισκόταν στην εξουσία, στον πυρήνα της αυτή η επιλογή δείχνει τον βαθύ οπορτουνισμό που διακατέχει ορισμένα κομμάτια του α/α χώρου στις μέρες μας.

Τελικά, οι ψευδαισθήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και των τμημάτων του χώρου που τον στήριξαν, κατέρρευσαν όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέταξε το ‘‘οδοιπορικό’’ της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ το καλοκαίρι του 2015. Αυτό δεν είδε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Όμως το ‘‘μοντέλο’’ ήταν μια χώρα εν είδει στρατοπέδου συγκέντρωσης, μια χώρα σε καραντίνα και σε συνθήκες πολέμου. Συνεπώς, για τον Επαναστατικό Αγώνα, η αποχή από τις εκλογές δεν ήταν μόνο ζήτημα πολιτικών αρχών, ήταν και είναι θέμα πολιτικής ουσίας και πολιτικού ρεαλισμού για τους επαναστάτες.

Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έβαλε την ταφόπλακα στον ρεφορμισμό, στην εναλλακτική διαχείριση του καπιταλισμού, στον εξορθολογισμό και την βελτίωση του συστήματος. Χάθηκε και η τελευταία ψευδαίσθηση ότι μπορεί να σταθεί στην εξουσία σήμερα ένα οποιοδήποτε αριστερό πολιτικό μόρφωμα, χωρίς να μετεξελιχτεί άμεσα σε νεοφιλελελεύθερο. Ακόμα και οι πλέον καλό-πιστοι, έχασαν κάθε πίστη στην αποτελεσματικότητα των πάσης φύσεως οπορτουνιστών που αναδείχθηκαν απλοί πολιτικοί τυχοδιώκτες. Όμως κάποιοι στον α/α χώρο επέμεναν να υπερασπίζονται τον ΣΥΡΙΖΑ –με πιο καλυμμένους τρόπους πλέον– ακόμα και μετά την εξαπάτηση του δημοψηφίσματος που την καθιστούσε την 2η μεγαλύτερη λαϊκή προδοσία στην σύγχρονη ελληνική ιστορία μετά την επιβολή των συμβάσεων δανεισμού το’10 και αφού η κυβέρνηση υπέγραψε το 3ο μνημόνιο, το χειρότερο από όσα είχαν επιβληθεί έως σήμερα. Η επιλογή υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ βασιζόταν στην στάση ‘‘τακτικής’’ του για ζητήματα που αφορούσαν στην καταστολή. Ανέμεναν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα ακολουθούσε μια πιο ήπια τακτική σε θέματα καταστολής απέναντι στον χώρο απ’ ότι η Ν.Δ (η δεξιά) για παράδειγμα, η οποία επιλέγει μια πολιτική μετωπικής σύγκρουσης. Την ίδια προσμονή περίπου, ήπιας τακτικής από την πλευρά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ σε θέματα καταστολής, είχε και έχει η πλειοψηφία των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα.

Είναι γεγονός πως ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει και επιδιώκει την συνδιαλλαγή με στόχο την διάχυση της ήττας και της πολιτικής ενσωμάτωσης. Όπου αυτό το επιτυγχάνει, η στάση του είναι πιο ήπια, όπου αυτό δεν το καταφέρνει, δείχνει ένα αμείλικτο κατασταλτικό πρόσωπο. Αυτή η μεθοδολογία είναι ακόμα πιο επικίνδυνη για τον αγώνα. Ένα μέρος του ‘‘κινήματος’’ αντί να επιλέγει την κατεύθυνση της όξυνσης της κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης για την αντιστροφή των συνθηκών της ήττας και της παραίτησης που επικρατεί αυτή την περίοδο σε όλη την ελληνική κοινωνία, επιλέγει τον καιροσκοπισμό και τις κινήσεις τακτικής που όχι απλώς αποπροσανατολίζουν τον α/α χώρο, αλλά απονευρώνουν κάθε δυναμική του. Είναι παράδοξο ότι πολλοί αναρχικοί ψήφισαν στις εκλογές του 2012 και του 2015 ΣΥΡΙΖΑ, τη στιγμή που το ποσοστό αποχής του εκλογικού σώματος στην Ελλάδα έχει εκτοξευτεί τα τελευταία χρόνια, από 35% το 2012 στο 43% το 2015. Δηλαδή, ένας στους δύο απέχει από τις εκλογές αφού δεν περιμένει ουσιαστικά καμία αλλαγή από τις ελληνικές κυβερνήσεις και αφού όλες, ανεξάρτητα από ποιο κόμμα είναι στην εξουσία, αποδείχθηκαν μαριονέτες των δανειστών.

In March/April 2015, there was a unitary hunger strike of the revolutionary prisoners against Type C prisons. Did this strike helped developing common perspectives and/or did it emphasize contradictions? (Tον Μάρτιο/Απρίλιο του 2015 έγινε μια ενοποιημένη απεργία πείνας των επαναστατών κρατουμένων εναντίον των φυλακών τύπου Γ΄. Βοήθησε η απεργία να αναπτυχθεί μια κοινή προοπτική ή έκανε τις αντιπαραθέσεις οξύτερες;)

Δεν υιοθετούμε τον όρο επαναστάτες κρατούμενοι για το σύνολο των πολιτικών κρατουμένων. Δυστυχώς ισχύει το δεύτερο στο ερώτημά σας. Η απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων ξεκίνησε σε μια περίοδο που χαρακτηριζόταν από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, την ευρύτατη ενασχόληση του α/α χώρου με τις φυλακές τύπου Γ΄ που είχε ψηφίσει και εφαρμόσει η κυβέρνηση της Ν.Δ (δεξιά), και το μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων. Το κοινό σημείο αναφοράς ήταν η κατάργηση των φυλακών τύπου Γ΄ που αρχικά, στόχευαν στην εκδίκηση και πολιτική εξόντωση όσων είχαν εμπλακεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπον σε ένοπλες μορφές δράσης. Όμως, το πολιτικό πλαίσιο δεν ήταν ενιαίο ενώ υπήρχαν διαφορετικές ταχύτητες των απεργών όσον αφορά την διεξαγωγή της απεργίας πείνας. Τα πλαίσια των λοιπών αιτημάτων ήταν διαφορετικά, ενώ πολλοί από τους συμμετέχοντες είχαν εξ’ αρχής την επιλογή να κάνουν μια πιο ήπια απεργία πείνας, πράγμα που γνώριζε το κράτος, πλην όμως δεν γνώριζαν οι αλληλέγγυοι. Τα διαφορετικά πολιτικά πλαίσια, οι διαφορετικές ταχύτητες και η εξατομικευμένη από πολλούς στάση στην απεργία αυτή, καθώς υπήρχε μια παρασκηνιακή επικοινωνία και συνδιαλλαγή με παράγοντες του ΣΥΡΙΖΑ, δημιούργησε όπως ήταν φυσικό, τριβές μεταξύ των ίδιων των απεργών.

Αυτές οι διαφορετικές επιλογές και στάσεις και οι τριβές που βγήκαν στην επιφάνεια, επηρέασαν τις κινήσεις αλληλεγγύης. Τελικά, αυτή η απεργία πείνας που ήταν η πρώτη πολιτική αντίδραση στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, παρ’ όλο που κατάφερε τον βασικό της στόχο, την διασφάλιση ότι η κυβέρνηση θα καταργούσε τις φυλακές τύπου Γ΄ όπως και έγινε, έφερε στην επιφάνεια τις διαφορές των πολιτικών κρατουμένων οι οποίες εκείνο το διάστημα καθορίζονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από την οπτική τους για την καταστολή και την αντιμετώπισή της. Εξ’ άλλου πολλοί από τον α/α χώρο στήριξαν ανοιχτά τον ΣΥΡΙΖΑ, τόσο πριν όσο και αφού πήρε την εξουσία, βλέποντας σε αυτόν ευκαιρίες, ειδικά ως προς την ηπιότερη αντιμετώπιση των πολιτικών κρατουμένων και την πιο ήπια κρατική καταστολή. Βασικότερο πρόβλημα για εμάς στο ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων και της αλληλεγγύης, ήταν η έντονη τάση προς εξατομικευμένες πρακτικές και κινήσεις βελτίωσης των όρων κράτησης και απεμπλοκής από τις κατασταλτικές ‘‘περιπέτειες’’ μέσω διάνοιξης διαύλων επικοινωνίας και συνδιαλλαγής με κρατικούς παράγοντες και την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, αλλά και η ευρύτερη στον α/α χώρο αποδοχή και αναπαραγωγή θέσεων που προάγουν ως θεμιτές κινήσεις ‘‘τακτικής και ελιγμών’’ την προσέγγιση και συνδιαλλαγή με καθεστωτικούς παράγοντες.

How did you evaluate the solidarity towards this hunger strike ? (Πώς εκτιμήσατε την αλληλεγγύη απέναντι στην απεργίας πείνας;)

Παρά τις διαφοροποιήσεις ως προς το πλαίσιο λόγω και των διαφορετικών αιτημάτων που τέθηκαν, η απεργία αυτή θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερη υποστήριξη. Το έλλειμμα αλληλεγγύης μεγάλωνε όσο προχωρούσε η απεργία πείνας, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Το γεγονός αυτό αλληλοτροφοδοτούσε η εξατομικευμένη οπτική και στάση από απεργούς απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και την ίδια την απεργία, όπως προαναφέραμε. Τόσο η στάση των απεργών κατά την κινητοποίηση όσο και οι κινήσεις αλληλεγγύης που έγιναν, χαρακτηρίζονταν από τις διαφορετικές οπτικές και θέσεις που υπήρχαν ως προς την επιλογή της ένοπλης δράσης, της στάσης απέναντι στην καταστολή, της στάσης απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και τον ρόλο του. Τελικά, εξαιτίας αυτών των διαφορετικών θέσεων και στάσεων, η απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων, αντί να πετύχει την ενότητα στον αγώνα και να την προωθήσει, ανέδειξε αντιθέσεις, αντιφάσεις και σειρά προβληματικών καταστάσεων απαγορευτικών για την προώθηση της ενότητας στην αλληλεγγύη και τον αγώνα.

Αυτή είναι μια λογική εξέλιξη, αφού η ενότητα στον αγώνα προϋποθέτει κοινή στοχοθεσία και στρατηγική, ενώ η αλληλεγγύη ως μια διάσταση του ευρύτερου αγώνα, δεν μπορεί να προάγει την ενότητα αν δεν προϋπάρχει ένας κοινός, ενιαίος αγώνας. Η κρατική καταστολή δεν μπορεί να βάλει τους όρους για την ανάδυση μιας τέτοιας ενότητας. Αντιθέτως, η καταστολή γίνεται συνήθως ο καταλύτης για να αναδυθούν διαφορετικές, αποκλίνουσες και συχνά συγκρουόμενες τάσεις στον ευρύτερο αγώνα.

What can you say about the helicopter evasion project? What perspectives would have this escape open ? (Τι μπορείτε να πείτε για το σχέδιο διαφυγής με το ελικόπτερο; Τι προοπτικές θα μπορούσε να ανοίξει αυτή η απόδραση;)

 Η απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο, που επιχείρησε η Πόλα Ρούπα το 2016, είχε ως στόχο να ακυρώσει στην πράξη κατασταλτικά χτυπήματα εναντίον του αντάρτικου πόλης στην Ελλάδα, να αναδείξει την αξία της ενότητας στην αλληλεγγύη και τον αγώνα συνολικότερα, αλληλεγγύη η οποία είχε δεχθεί χτυπήματα από την ίδια την καταστολή και σε μεγάλο βαθμό είχε αναχθεί σε υπόθεση εξατομικευμένων αμυντικών κινήσεων απεμπλοκής των κρατουμένων από τις κατασταλτικές μεθοδεύσεις. Η επιλογή της ένοπλης δράσης κινδύνευε να αναχθεί (αυτό είναι σχεδόν κυρίαρχο σήμερα) σε μια χωρίς πολιτικό βάθος επιλογή, λόγω της στάσης των ίδιων των πολιτικών κρατουμένων. Αυτό έχει μεγάλο πολιτικό κόστος για τον αγώνα.

Η δράση συνολικά του Επαναστατικού Αγώνα και η απόπειρα απόδρασης ειδικότερα, στόχευαν στο να μην κυριαρχήσει η παραπάνω συνθήκη και συνεπώς, η συνθήκη ήττας και της πολιτικής ματαιότητας του ένοπλου αγώνα. Το σχέδιο αυτό επιχειρήθηκε σε μια περίοδο που είχαν πάψει οι κοινωνικές αντιστάσεις ενάντια στα μνημόνια, όπου η ηττοπάθεια και η παραίτηση είχαν διαβρώσει τόσο τις κοινωνικές συνειδήσεις όσο και αυτές στον αγώνα, ενώ η καταστολή είχε καταφέρει συντριπτικά χτυπήματα στο ελληνικό αντάρτικο πόλης. Ασχέτως με το βαθμό συμφωνίας ή διαφωνίας με τις επιμέρους επιλογές ένοπλης δράσης, ο πολιτικός αντίκτυπος της καταστολής ήταν σοβαρό και διαπερνούσε ειδικά τον α/α χώρο τόσο στην ψυχολογία όσο και στην πίστη του στην δυνατότητα επιτυχούς ανάπτυξης ένοπλων μορφών αγώνα.

Κυριότερα, αυτό που διακυβευόταν ήταν το ίδιο το επαναστατικό πρόταγμα καθώς, τουλάχιστον όσον αφορά τον Επαναστατικό Αγώνα, αυτό το πρόταγμα συμβαδίζει με την ένοπλη επαναστατική δράση. Συνεπώς, η προοπτική αυτού του εγχειρήματος και ο πολιτικός του στόχος ήταν να χτυπήσει αυτούς τους παράγοντες που επιδίωκαν να ακυρώσουν μέσω της καταστολής την επαναστατική προοπτική. Ήταν η έμπρακτη ακύρωση της κρατικής παντοδυναμίας επί του ενόπλου επαναστατικού αγώνα. Η Ρούπα επέλεξε να μην κάνει ένα τέτοιο εγχείρημα αποκλειστικά για τον Μαζιώτη για πολιτικούς και αξιακούς λόγους. Από την στιγμή που υπήρχαν άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι που ήθελαν να αποδράσουν, ήταν γι’ αυτήν αυτονόητο ότι θα προσάρμοζε έτσι το σχέδιο, ώστε να είναι δυνατή η φυγή όσων ήθελαν να φύγουν από την φυλακή. Ήταν πέρα από τις πολιτικές της θέσεις και τις επαναστατικές της αξίες να αρνηθεί να απελευθερώσει όποιον ήθελε να απελευθερωθεί. Αυτή η απόφαση δεν αφορούσε κάποια συμφωνία για κοινή πορεία μετά την απόδραση ή κάποιο σχέδιο, που θα ακολουθούσε πολιτικό ή επιχειρησιακό. Η ενέργεια αυτή είχε μια αυτοτέλεια. Ως στόχος ξεκινούσε και σταματούσε στην απόδραση. Όμως προοπτικά και σε πολιτικό επίπεδο, η δυναμική που θα είχε θα ήταν σημαντική, όπως προαναφέραμε, και θα ήταν σαφώς ένα μεγάλο χτύπημα για τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, την κυβέρνηση και το κράτος.

Η διάστασή της επίσης, στον αγώνα και την αλληλεγγύη επίσης, θα ήταν καθοριστική, αφού δυνητικά θα μπορούσε να ανατρέψει τους συσχετισμούς στον αγώνα όπου είχαν κυριαρχήσει η ηττοπάθεια και η παραίτηση. Αυτή ήταν η οπτική που είχε η Πόλα πριν επιχειρηθεί αυτή η ενέργεια και με βάση αυτές τις αντιλήψεις επιχείρησε την απόπειρα απόδρασης. Η ενέργεια αυτή, πέρα από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια αλληλεγγύης σε πολιτικούς κρατούμενους, και άσχετα με την έκβασή της, είχε στον πυρήνα της την ενότητα στην αλληλεγγύη. Την ενότητα αυτή υπερασπίστηκε και την προώθησε η Πόλα με πολύ μεγάλο κίνδυνο, αφού γνώριζε εξ’ αρχής ότι η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να έχει μεγάλο κόστος για την ίδια. Αυτό φάνηκε από την έκβασή της, αφού η συμπλοκή με τον πιλότο κατά την διάρκεια της πτήσης, είχε ως αποτέλεσμα την άτακτη πτώση του ελικοπτέρου και τελικά την από τύχη επιβίωση της.

Μαζική απόδραση πολιτικών κρατουμένων είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται και τα μηνύματά της είναι σημαντικά, ασχέτως αν δεν ολοκληρώθηκε. Όμως τα μηνύματα αυτά δεν τα έλαβαν όσοι τουλάχιστον θα έπρεπε. Αυτό δεν πιστεύουμε ότι αφορά την ίδια την πράξη, αλλά το μέγεθος της διάβρωσης των συνειδήσεων, την έκταση της ήττας στον αγώνα και την αλλοτρίωση της έννοιας της αλληλεγγύης. Όπως επίσης, το γεγονός ότι για κάποιους –συμπεριλαμβανομένων και αυτών που θα έφευγαν– τα παραπάνω πολιτικά κίνητρα της Πόλας τούς είναι αδιανόητα, καθώς έχει γίνει σχεδόν καθεστώς, η αλληλεγγύη να είναι ζήτημα ατομικών συμφερόντων. Πέρα και πάνω από όλα αυτά, πιστεύουμε πως τα μηνύματα αυτής της πράξης και τις αξίες που αναδεικνύει θα μείνουν αλώβητες και θα λειτουργούν μέσα στον αγώνα. Το να γίνει όμως αυτό, προϋποθέτει να έχουν και την ανάλογη υπεράσπιση. Τουλάχιστον όσον αφορά εμάς δεν θα σταματήσουμε να μιλάμε για αυτήν την ενέργεια, η οποία είναι αναπόσπαστο μέρος της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα. Είναι αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας, των στόχων και των επαναστατικών αξιών που είχε πάντα ως οργάνωση.

Other revolutionary forces emerged (first of them, SPF), what was your analysis of these forces and of their projects? (Ποια είναι η ανάλυσή σας για άλλες επαναστατικές δυνάμεις που αναδύθηκαν (πρώτη απ' όλες, την ΣΠΦ) και για τα σχέδιά τους;)

Αν διαβάσει κανείς τις θέσεις τέτοιων ομάδων όπως αυτή που αναφέρετε, θα καταλάβει ότι δεν είναι πραγματικά επαναστατικές δυνάμεις, αλλά εξεγερτικές που θέτουν στο επίκεντρο της δράσης τους την υπαρξιστική ατομικιστική εξέγερση. Η Επανάσταση ή είναι κοινωνική και αποσκοπεί σε μια άλλου είδους κοινωνική οργάνωση ή δεν είναι επανάσταση. Όμως από τέτοιου είδους ομάδες λείπει οποιαδήποτε κοινωνική ή ταξική αναφορά, οποιαδήποτε ανάλυση για τις κοινωνικές συνθήκες, το πώς είναι δομημένο το κυρίαρχο σύστημα εξουσίας και το πώς θα μπορούσε να πληγεί, λείπει οποιαδήποτε πρόταση για μια άλλη κοινωνική οργάνωση. Είναι μέρος της εξεγερσιακής τάσης του αναρχισμού που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ιταλία την δεκαετία του ’80 και δεν υπάρχει καμία αναφορά για κοινωνική Επανάσταση. Ως αποτέλεσμα αυτής της οπτικής δεν έχουν κανένα σχέδιο ή δεν βάζουν καμία προοπτική για την ανατροπή του κράτους και του κεφαλαίου. Σημασία γι’ αυτούς έχει η ατομική εξέγερση, το βίωμα της δράσης αυτής καθ’ εαυτής, η παρανομία ως ‘‘απελευθερωτική εμπειρία’’. Η πολιτική τους συγκρότηση είναι πολύ φτωχή, ακόμα και ως αναρχικοί έχουν άγνοια και σύγχυση για τις θέσεις των αναρχικών και της ιστορίας του αναρχικού κινήματος, αλλά και γενικότερα του επαναστατικού κινήματος.

Όταν η επιλογή της ένοπλης δράσης γίνεται με αποκλειστικό κριτήριο την υπαρξιστική εξέγερση του ατόμου, όταν λείπει η επαναστατική συνείδηση και σε συνδυασμό με την φτωχή πολιτική συγκρότηση, τότε είναι πολύ πιο εύκολο η δοκιμασία της κρατικής καταστολής και η φυλακή σε τέτοιες περιπτώσεις να οδηγήσει σε στάσεις αναθεωρητισμού ή και συνδιαλλαγής με το κράτος με στόχο την ατομική απεμπλοκή από κατασταλτικές διώξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατα δημοσιεύματα τα οποία δεν έχουν διαψευστεί, παρουσιάζουν κάποια φυλακισμένα μέλη από την συγκεκριμένη ομάδα που αναφέρετε –που τυγχάνουν να είναι συγκατηγορούμενοί μας στην δίκη για την απόπειρα απόδρασης που πραγματοποίησε η Πόλα το 2016– να έχουν έρθει σε μυστικές επαφές με εισαγγελείς, όπου δηλώνουν τον τερματισμό του ένοπλου αγώνα με αντάλλαγμα άδειες από την φυλακή. Είναι μια ξεκάθαρη περίπτωση συνδιαλλαγής που για εμάς είναι περισσότερο αποτέλεσμα πολιτικών προβλημάτων και ελλείψεων κάποιων που επιλέγουν την ένοπλη δράση και όχι πολιτικό λάθος της επιλογής της ένοπλης δράσης.

 

4) Temporary assessment of Revolutionary Struggle and of the movement in Greece. What is your analysis of today's situation in Greece, now that the bourgeoisie seems to have stabilized the crisis without getting the country out of the EU? (Ποια είναι η ανάλυσή σας σήμερα για την κατάσταση στην Ελλάδα, τώρα που η μπουρζουαζία δείχνει ότι έχει σταθεροποιήσει την κρίση, χωρίς να βγει η χώρα από την Ε.Ε;)

Είναι γνωστό πως η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες που χτύπησε πολύ σοβαρά η κρίση και αυτή που δέχτηκε το μεγαλύτερο πλήγμα από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Διανύουμε τον 8ο χρόνο μνημονίων. Τον Αύγουστο αυτού του χρόνου λήγει το πρόγραμμα οικονομικής στήριξης από τους θεσμούς (Ε.Ε, ΔΝΤ, ESM, ΕΚΤ), μιας και δεν θέλουν να παράσχουν περισσότερη ρευστότητα στο ελληνικό καθεστώς. Παρ’ όλα αυτά τα μνημόνια δεν τελειώνουν. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ μιλάει για ‘‘έξοδο’’ από τα μνημόνια ενώ την ίδια στιγμή επιβάλλεται το 4ο μνημόνιο το οποίο θα ισχύει μετά την… ‘‘έξοδο από τα μνημόνια’’. Η Ελλάδα θα βρίσκεται υπό καθεστώς εποπτείας και μνημονιακής επιτήρησης μέχρι (τουλάχιστον) το 2060, ενώ το καθεστώς ελέγχου της εξέλιξης του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας θα είναι το πιο ασφυκτικό και αυστηρό που έχει επιβληθεί ποτέ σε ευρωπαϊκή χώρα (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία). Για καμία από τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και φυσικά, ούτε για την Ελλάδα δεν έχει λήξει η κρίση, αφού είναι ενεργή για το παγκόσμιο σύστημα.

Από το 2009 οπότε και οι κεντρικές τράπεζες διοχέτευσαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα πακτωλούς ρευστότητας για να μην καταρρεύσει, το κόστος της κρίσης έχει μεταφερθεί στις κοινωνίες εν είδει ωρολογιακής βόμβας που είναι έτοιμη να εκραγεί. Η θέση του Επαναστατικού Αγώνα από τις αρχές της κρίσης και η θέση μας σήμερα, είναι ότι αυτή δεν έχει ξεπεραστεί. Οι πολιτικές στήριξης και διάσωσης του συστήματος απλώς μεταφέρουν το πρόβλημα της κρίσης στο μέλλον, το οποίο θα εκδηλωθεί εκ νέου σε μεγαλύτερη ένταση από ό, τι το 2008. Η κρίση αυτή είναι στην ουσία η αποκάλυψη του αδιεξόδου ενός συστήματος που επεκτείνεται και αναπαράγεται μέσω μιας πρωτοφανούς ιστορικά διόγκωσης του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους. Μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των κεφαλαιαγορών που κυριαρχούν σε παγκόσμιο επίπεδο και συνιστούν μια σύγχρονη καπιταλιστική δικτατορία, το χρέος έγινε ο μοχλός για την ανάπτυξη και την κερδοφορία του κεφαλαίου, όμως κατέληξε να απειλεί το ίδιο το σύστημα και την επιβίωσή του.

Τα τεχνάσματα οικονομικής μεγέθυνσης που χρησιμοποιήθηκαν καθ’ όλη την διάρκεια των δεκαετιών του ’90 και του 2000, όπως οι τιτλοποιήσεις του χρέους και η ‘‘βιομηχανία’’ παραγωγής ποικίλων επενδυτικών προϊόντων που βασίζονταν σε αυτό, και που ήταν η αιτία για να πανηγυρίζουν στις αρχές του 21ου αιώνα το ‘‘τέλος των κρίσεων’’, είναι τα ίδια που χρησιμοποιούνται σήμερα για το ‘‘ξεπέρασμα της κρίσης’’. Ένα μεγάλο μέρος του ιδιωτικού χρέους από τις τράπεζες, και όχι μόνο, έχει μεταβιβαστεί στις πλάτες των λαών και τα κρατικά χρέη σε όλο τον κόσμο έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Η ανακύκλωση του χρέους είναι μέθοδος αναβολής και μεταφοράς στο μέλλον της νέας κρίσης, ενώ η ελπίδα ότι η ανάπτυξη θα επανέλθει, ότι η καπιταλιστική μηχανή θα ξαναβρεί την κανονική της λειτουργία και το χρέος θα μείνει για πάντα βιώσιμο, είναι η ψευδαίσθηση που κρατάει όρθιο το σύστημα. Εξάλλου στην κρίση του ’08, η κοινωνική βάση στις πλάτες της οποίας εναπόθεσαν το πρόβλημα της κρίσης, έδειξε αξιοσημείωτη αντοχή. Παρά την πρωτοφανή επίθεση λιτότητας και οικονομικής αφαίμαξης που επιβάλλεται παγκόσμια, καμία κοινωνική έκρηξη που να απείλησε ουσιαστικά το σύστημα δεν εκδηλώθηκε. Για εμάς, από τους σημαντικότερους παράγοντες είναι αυτός της πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας που εγγυάται στο σύστημα να συνεχίζει να λειτουργεί. Επίσης εγγυάται πως σε μια νέα κρίση οι δυνατότητες απορρόφησης των κραδασμών στην κοινωνία είναι μεγάλες. Είναι όμως;

Επανερχόμενοι στην ελληνική κατάσταση, είναι σημαντικό να τονίσουμε τα οικονομικά αποτελέσματα των μνημονιακών πολιτικών στην κοινωνία. Η Ελλάδα βίωσε μια περίοδο που τα οικονομικά μεγέθη και οι μεταβλητές τους συγκρίνονται μόνο με συνθήκες χώρας που βρίσκεται σε πραγματικό πόλεμο. Το ελληνικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 27%. Η ανεργία στην Ελλάδα (μιλάμε για τα επίσημα στοιχεία που δεν συμπεριλαμβάνουν χρόνια άνεργους, όσους βρίσκονται σε καθεστώς ημιαπασχόλησης και δουλεύουν λίγα μεροκάματα την εβδομάδα) έφτασε στο 27% και σήμερα είναι στο 23%. Η μείωση της ανεργίας τα τελευταία δύο χρόνια οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μετανάστευση μεγάλου μέρους ανθρώπων, κυρίως νέων, στο εξωτερικό. Η φτώχεια έχει εκτιναχθεί. Ένας στους τέσσερις, το 25%, ζουν σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης, ενώ από το υπόλοιπο 75% του πληθυσμού το μεγαλύτερο ποσοστό, πάνω από τους μισούς κατοίκους της χώρας, ζει σε συνθήκες φτώχειας. Σε έρευνες που γίνονται, το 80% των Ελλήνων δηλώνουν πως τα βγάζουν πέρα δύσκολα. Συνεπώς, αυτοί που ζουν άνετα αυτή την περίοδο, είναι λιγότεροι από το 20% του πληθυσμού. Το χάσμα της ταξικής ανισότητας έχει γίνει πολύ μεγάλο, αφού η μειοψηφία των πλουσίων έχει αυξήσει τα πλούτη της. Τα μέτρα που έχουν επιβληθεί, έχουν διαλύσει την συντριπτική πλειοψηφία στην χώρα. Και αυτά τα μέτρα δεν έχουν τέλος. Η φορολογία εξακολουθεί να αυξάνεται και να πλήττει τα πιο χαμηλά στρώματα που σηκώνουν και το μεγαλύτερο φορολογικό βάρος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι το αφορολόγητο όριο έχει πέσει στα 5.000 ευρώ τον χρόνο. Ο βασικός μισθός βρίσκεται στα 320 ευρώ και οι συντάξεις περικόπτονται συνεχώς με το σχέδιο της κυβέρνησης να είναι η επιβολή μιας εθνικής σύνταξης που δεν θα ξεπερνά τα 230 ευρώ και με τις όποιες προσαυξήσεις να βαραίνουν τους ασφαλισμένους. Με τέτοιους όρους ζωής, έχουμε το φαινόμενο του εργαζόμενου που ζει σε συνθήκες φτώχειας, ακόμα και απόλυτης. Επιπλέον, υπάρχουν εργαζόμενοι οι οποίοι δουλεύουν… δωρεάν, αφού τα αφεντικά τους καθυστερούν πληρωμές, ορισμένοι επ’ αόριστον. Κάποιοι δεν πληρώνονται ποτέ. Είναι θλιβερό με αυτές τις κοινωνικές και ταξικές συνθήκες να μην υπάρχει καμία αντίδραση. Όμως, ένας συνδυασμός παραγόντων –της ανυπαρξίας ενός επαναστατικού κινήματος που θα αξιοποιούσε τις συνθήκες, της καταστολής των κινητοποιήσεων που έγιναν στις αρχές της κρίσης, των πολιτικών αδιεξόδων αυτών των κινητοποιήσεων και της ‘‘συμβολής’’ του ΣΥΡΙΖΑ– έχει έχει καταφέρει να εξασφαλίσει στο καθεστώς την αναγκαία πολιτική σταθερότητα για να συνεχίζει να χτυπά την ελληνική κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η μακροβιότερη μνημονιακή κυβέρνηση, αφού όλες οι προηγούμενες δεν κατάφεραν να αντέξουν πέραν της 2ετίας. Έχει περάσει το 3ο μνημόνιο –το χειρότερο όλων– και επέβαλε και το δ΄. Συνεπώς, η όποια σταθερότητα έχει το καθεστώς και απολαμβάνει η ελίτ στην χώρα, οφείλεται στην ανυπαρξία κοινωνικής αντίστασης. Το δ΄ μνημόνιο που επέβαλε η κυβέρνηση, με τα νέα μακροχρόνια σκληρά μέτρα, είναι η ‘‘εγγύηση’’ που οι θεσμοί ζητούν από την Ελλάδα κατ’ εντολή των διεθνών funds, των αγορών κεφαλαίου, οι οποίες πιέζουν για την βελτίωση της οικονομικής εικόνας στη χώρα και για την διασφάλιση ότι δεν θα ‘‘υποπέσει σε σφάλματα του παρελθόντος’’, δηλαδή, σε πολιτικές που θα αυξήσουν μισθούς και συντάξεις ή θα μειώσουν φόρους κλπ. Αυτοί είναι οι όροι των κεφαλαιαγορών προκειμένου να δανείζουν το ελληνικό κράτος μετά τον Αύγουστο του ’18, όπου λήγει το πρόγραμμα στήριξης. Αντ’ αυτού απαιτούν να υπάρχουν πλεονάσματα στους κρατικούς ισολογισμούς. Τα πλεονάσματα αυτά της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022, ενώ στις επόμενες δεκαετίες θα μειώνονται σταδιακά στο 2,2%, θα επιτευχθούν από τη μεγαλύτερη αφαίμαξη του ελληνικού λαού. Ήδη η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ παρουσιάζει πλεονάσματα που ενίοτε υπερβαίνουν τις απαιτήσεις και αυτών ακόμα των θεσμών (π.χ. σε απαίτηση για πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ, η κυβέρνηση κατάφερνε 2 ή 2,5% του ΑΕΠ). Αυτά τα πλεονάσματα επιτυγχάνονται από συνεχείς περικοπές σε δημόσιες δαπάνες σε ζωτικής σημασίας για την κοινωνική ζωή τομείς όπως η υγεία, η εκπαίδευση κλπ, καθώς και από μια εσωτερική στάση πληρωμών του κράτους σε υποχρεώσεις του, είτε προς εργαζόμενους που μένουν απλήρωτοι είτε προς ιδιώτες.

Ένα τραγικό αποτέλεσμα 8 χρόνων μνημονίων, των πολιτικών κοινωνικής ευθανασίας, των περικοπών σε τομείς ζωτικούς για τη κοινωνική ζωή και των πλεονασμάτων είναι το έγκλημα που έλαβε χώρα στις 23/7/2018 με την πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική (Μάτι και Ν. Βουτζά) όπου έχασαν τη ζωή τους μέχρι τη στιγμή που γράφουμε αυτές τις γραμμές πάνω από 90 άνθρωποι (επίσημα ταυτοποιημένοι 88, 44 εγκαυματίες, 9 σε κρίσιμη κατάσταση).

Άλλη απαίτηση των κεφαλαιαγορών για να αγοράζουν τα ομόλογα του ελληνικού κράτους, είναι η ρύθμιση του χρέους το οποίο έχει εκτιναχθεί στο δυσθεώρητο 185% του ΑΕΠ, την στιγμή που μπήκαμε στα μνημόνια, με το χρέος στο 129% του ΑΕΠ και ενώ το 2012 έγινε ένα ‘‘κούρεμα’’ σ’ αυτό. Η ρύθμιση αυτή δεν αφορά σε νέο ‘‘κούρεμα’’, αλλά σε επιμήκυνση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε ορισμένα ομόλογα και σε μια απόπειρα σταθεροποίησης των επιτοκίων που θα κυμαίνεται κοντά στο επιτόκιο που δανείζει ο ESΜ, το χαμηλότερο στην αγορά. Η σταθεροποίηση αυτή θα επιτευχθεί με την σύνδεσή του με παράγωγο (swap), γεγονός που σημαίνει πως μια μεγαλύτερη διακύμανση του επιτοκίου από το προβλεπόμενο χαμηλό, θα κινητοποιήσει τις πιο κερδοσκοπικές δυνάμεις και τα ‘‘αρπακτικά’’ των κεφαλαιαγορών που θα ‘‘χτυπούν’’ σορτάροντας τα ελληνικά ομόλογα, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τα ασφάλιστρα κινδύνου (παράγωγα) τα οποία είναι και αυτά που αποφέρουν τα μεγάλη κέρδη. Αυτό όμως, μετατρέπει το επιτόκιο δανεισμού του ελληνικού κράτους σε ισχυρό ‘‘χαρτί’’ κερδοσκοπικού τζογαρίσματος. Είναι γνωστό πως τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία ξεπερνούν στις μέρες μας το 1 τετράκις εκατομμύρια δολάρια, λειτουργούν ως ‘‘δικλίδες ασφαλείας’’ των κεφαλαίων σε πάσης φύσεως κινδύνους. Ένα ασφάλιστρο κινδύνου, π.χ. για το ομόλογο ενός κράτους, σημαίνει πως ο επενδυτής θα αποζημιωθεί σε περίπτωση αθέτησης πληρωμών από το κράτος αυτό. Επειδή όμως, το ασφάλιστρο αυτό μπορεί να το κατέχουν και επενδυτές που δεν κατέχουν και τα ομόλογα στα οποία αναφέρεται, είναι λογικό αυτοί να επιδιώξουν την οικονομική κατάρρευση του εν λόγω κράτους, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τα παράγωγα στο χρέος του και να αντλήσουν υπεραξίες.

Αυτή η άγρια κερδοσκοπική πρακτική μπορεί να επιχειρηθεί στην περίπτωση του ελληνικού χρέους, όπως έγινε το 2010. Εξάλλου, η ελληνική οικονομία είναι –και θα γίνει ακόμα πιο έντονα όταν το ελληνικό κράτος βγει στις αγορές για δανεικά– ένα πεδίο όπου διάφορα hedge funds (κερδοσκοπικά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου) έχουν συγκεντρωθεί από πάνω της έτοιμα να ‘‘σορτάρουν’’ εναντίον της για άντληση κέρδους. Προς το παρόν, μόνο τέτοια κεφάλαια προσελκύει η Ελλάδα και αυτό είναι ενδεικτικό της οικονομικής και πολιτικής ρευστότητας που κυριαρχεί. Αυτή την περίοδο παραγωγική δομή η ελληνική οικονομία στην ουσία δεν έχει, η ανεργία και η φτώχεια είναι στα ύψη, οι δε άνθρωποι, στην πλειοψηφία τους, είναι χρεωμένοι στις τράπεζες και το δημόσιο. Μόλις το πρώτο μισό του 2018, τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το κράτος ήταν 101 δις ευρώ. Οι κατασχέσεις κάθε είδους έχουν την τιμητική τους και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι χάνουν ό, τι έχουν για χρέη λίγων χιλιάδων ευρώ στις τράπεζες. Όσο για το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να είναι σε άθλια κατάσταση, παρ’ όλο που έχει απορροφήσει πολλά δις ρευστότητας τα τελευταία χρόνια από τα πακέτα στήριξης, χωρίς να υπολογίζουμε την άγνωστη σε μέγεθος ρευστότητα που χορηγούσαν η Τράπεζα της Ελλάδας και οι κυβερνήσεις ‘‘κάτω από το τραπέζι’’. Το ‘‘στοίχημα’’ της σταθεροποίησης του τραπεζικού συστήματος περνάει μέσα από την πώληση των κόκκινων και επισφαλών δανείων σε funds που θα τα διαχειριστούν δεόντως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους οφειλέτες.

Στην ουσία, η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας όχι μόνο έχει εξοντωθεί από τις πολιτικές σκληρής λιτότητας τα τελευταία χρόνια, αλλά είναι και βαθιά χρεωμένη. Οι πολιτικές σωτηρίας του καθεστώτος για την αποφυγή της κατάρρευσής του ήταν, χωρίς υπερβολή, πολιτικές κοινωνικής γενοκτονίας. Και παρ’ όλο που η κοινωνία έχει γονατίσει και αιμορραγεί, το καθεστώς δεν έχει -και ούτε πρόκειται να- σταθεροποιηθεί. Η συνθήκη που βρίσκεται και θα βρεθεί το ελληνικό καθεστώς, είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ευρύτερη συνθήκη στην Ευρώπη και τον κόσμο. Και όσο ο καπιταλισμός στην Ευρώπη και τον κόσμο δεν μπορεί να ξεπεράσει την κρίση του τόσο θα βυθίζεται στα προβλήματα το ελληνικό οικονομικό σύστημα Για παράδειγμα, ενώ η ελληνική κυβέρνηση ήθελε να βγει στις αγορές αυτό το διάστημα, δεν μπορεί να το κάνει για τους εξής λόγους: στην Ιταλία εκδηλώθηκε μια πολιτική αστάθεια λόγω της νέας κυβέρνησης. Στις ΗΠΑ, η FED (Ομοσπονδιακή Τράπεζα) έχει αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού και τα κεφάλαια αποσύρονται από χώρες της περιφέρειας με υψηλό ρίσκο. Η χρεοκοπία της Αργεντινής και η οικονομική κρίση της Τουρκίας είναι αποτέλεσμα που πυροδότησε η παραπάνω κίνηση της FED και το ακριβότερο χρήμα που συνεπάγονται οι αυξήσεις των επιτοκίων. Εννοείται, πως στον πυρήνα αυτών των χρεοκοπιών και όσων θα ακολουθήσουν, βρίσκεται η παγκόσμια οικονομική κρίση σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα προβλήματα που έχει η κάθε χώρα. Όμως αυτές οι καταρρεύσεις είναι μόνο η αρχή. Σημαντικότερο ρόλο στις επικείμενες οικονομικές καταρρεύσεις σε κράτη και επιχειρήσεις παίζει και το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης (QE) που ακολουθούσαν οι κεντρικές τράπεζες μετά το 2008. Οι πολιτικές αυτές, που σκοπό είχαν να τονώσουν τις αγορές με φθηνό χρήμα, οδήγησαν σε νέες φούσκες στα χρηματιστήρια και τις αγορές ομολόγων. Στην ίδια πολιτική είχε προβεί ως γνωστό και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που αγόραζε μαζικά κρατικά ομόλογα μέσω της δευτερογενούς αγοράς για να απορροφήσει τους κραδασμούς της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη. Και η ΕΚΤ θα σταματήσει πιθανώς στο τέλος του 2018 αυτή την πολιτική και θα αυξήσει σταδιακά τα διατραπεζικά επιτόκια δανεισμού που ήταν μηδενικά (αρνητικά στην πραγματικότητα) τα τελευταία χρόνια.

Οι παραπάνω παράγοντες θα έχουν ως αποτέλεσμα την δημιουργία επιπρόσθετων πιέσεων σε αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα, καθώς το χρήμα θα γίνεται ακριβότερο και θα επιστρέφει σε ασφαλή καταφύγια. Στα παραπάνω γεγονότα θα πρέπει να προσθέσουμε και τον οικονομικό ανταγωνισμό που εγκαινίασαν οι ΗΠΑ με την επιβολή δασμών στις εισαγωγές μετάλλων. Ο εμπορικός πόλεμος θα γίνει και νομισματικός, καθώς κάθε κεντρική τράπεζα θα προσπαθήσει να κρατήσει την ισχύ του νομίσματός της. Αυτές δεν είναι συνθήκες για να βγει στις αγορές προς αναζήτηση ρευστότητας μια υπερχρεωμένη και σε ύφεση χώρα όπως η Ελλάδα, αφού τα επιτόκια με τα οποία θα προσφέρουν οι αγορές θα είναι πολύ υψηλά. Ο εμπορικός πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ για να ‘‘προστατευτούν’’, όπως πιστεύουν, από την κρίση που μαστίζει και τις ίδιες, δημιουργεί ήδη αναταράξεις και βαθαίνει την κρίση, ενώ δεν λειτουργεί ευνοϊκά ούτε για τις ίδιες. Το διεθνές εμπόριο που μειώθηκε τα τελευταία χρόνια, θα συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο. Παράλληλα, έχουμε και την αύξηση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών με επίκεντρο την ανατολική Μεσόγειο, την Συρία και την ανάφλεξη της σύγκρουσης Ισραήλ – Παλαιστίνης που πυροδότησε η αμερικάνικη κυβέρνηση.

Όλα τα παραπάνω συνιστούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τον κόσμο, αλλά κυρίως για αδύναμες και ευάλωτες χώρες όπως η Ελλάδα. Ένα περιβάλλον γενικευμένης κρίσης και αστάθειας είναι αυτό που κυριαρχεί.

Όσο για την Ε.Ε, οι στάσεις των κυβερνήσεων καθώς και η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική που ετοιμάζεται, συνιστά μάλλον την εγγύηση της διάλυσής της στο μέλλον και όχι της συνοχής της. Η αρχιτεκτονική αυτή προβλέπει ότι οι νέες εκδόσεις ομολόγων των κρατών της Ε.Ε θα περιλαμβάνουν την προϋπόθεση αυτόματου κουρέματος στην περίπτωση χρεοστασίου από το κράτος που τα εκδίδει, το οποίο θα επιβαρύνει τους αγοραστές ομολόγων. Αυτό το μέτρο που συνιστά αναγνώριση κινδύνου στάσης πληρωμών από χώρες της Ε.Ε, θα αυξήσει το κόστος δανεισμού στις πιο ευάλωτες χώρες όπως η Ελλάδα –αν δεν το κάνει απαγορευτικό– και τα ομόλογα θα γίνουν εργαλεία πρωτοφανούς κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης από τα κοράκια των αγορών. Ακόμα και αν καταφέρει η Ελλάδα να βγει στις αγορές το επόμενο διάστημα, αυτό θα έχει μεγάλο κόστος. Οι υπερεθνικοί θεσμοί, η κυβέρνηση, αλλά και το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα θέλει να παρουσιάσει ως επιτυχές το πρόγραμμα διάσωσης της ελληνικής οικονομίας. Όμως το ελληνικό κράτος θα πρέπει να δανείζεται με πολύ υψηλό κόστος για όσο διάστημα το καταφέρει, αν το καταφέρει τελικά, αλλά το κόστος αυτό θα εκτροχιάσει ακόμα περισσότερο το ελληνικό χρέος. Το ‘‘αντίδοτο’’ για την σταθεροποίηση θα είναι πάντα τα μέτρα αφαίμαξης της κοινωνικής βάσης.

Αυτός ο φαύλος κύκλος που ξεκίνησε με τα μνημόνια, δεν κλείνει και το ελληνικό οικονομικό σύστημα είναι καταδικασμένο κάτω από κάποιες ιδιαίτερα αρνητικές συγκυρίες να βρεθεί μπροστά στον κίνδυνο ναυαγίου, χωρίς όμως να έχει να περιμένει αυτή την φορά ‘‘οικονομικό σωσίβιο’’ από κανέναν.

What is the situation in Greece and in the world, do you think today that there are revolutionary potentials? (Ποια είναι η κατάσταση στην Ελλάδα και τον κόσμο, πιστεύετε ότι υπάρχει σήμερα επαναστατική δυναμική;)

Τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλες τις καπιταλιστικά ανεπτυγμένες χώρες, επαναστατική δυναμική δεν υπάρχει. Στην Ελλάδα απουσιάζει κάθε κοινωνική αντίσταση, ενώ οι πολιτικές αφαίμαξης της κοινωνίας για την συστημική στήριξη συνεχίζονται με αμείωτη ένταση. Από την αντίσταση στα μέτρα αυτά έχει παραιτηθεί ολοκληρωτικά πλέον ο α/α χώρος, ο οποίος συνήθιζε πάντα να ακολουθεί την όποια κοινωνική δυναμική παρεμβαίνοντας σε αυτήν. Αυτή την περίοδο, και ενώ έχει ψηφιστεί το δ΄μνημόνιο που θέτει την χώρα σε καθεστώς εποπτείας και νέων αυστηρών μέτρων δημοσιονομικού ελέγχου και λιτότητας, ο α/α χώρος δεν κάλεσε ούτε καν σε κάποια συγκέντρωση.

Έχουμε ήδη μιλήσει για την ανεπάρκεια που έδειξε ο χώρος κατά την πρώτη περίοδο της κρίσης. Θα όφειλε να μετουσιωθεί σε ένα ριζοσπαστικό– επαναστατικό κίνημα για να αδράξει την ευκαιρία για μια ουσιαστική ανατρεπτική σύγκρουση με το καθεστώς όταν κοινωνική δυναμική υπήρχε στους δρόμους, όμως δεν το έκανε. Αυτό το έλλειμμα πιστεύουμε ότι είναι ενδογενές. Οι περισσότεροι από τον χώρο ρίχνουν τις ευθύνες στην κοινωνία. Αυτό πιστεύουμε ότι είναι η εύκολη λύση. Είναι αποποίηση των ευθυνών. Υποτίθεται ότι το πιο προωθημένο και το πιο συγκροτημένο πολιτικά κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας είναι επιφορτισμένο με έναν ιστορικό ρόλο, μια ιστορική αποστολή: να μετατρέψει την λαϊκή οργή σε ένα ανατρεπτικό κοινωνικό πολιτικό ρεύμα. Για να το κάνει όμως αυτό, προϋποθέτει να είναι το ίδιο πολιτικά συγκροτημένο προς αυτή την κατεύθυνση, να μπορεί και να θέλει να γίνει ο επαναστατικός καταλύτης στην ιστορία.

Εμείς δεν ρίχνουμε τις ευθύνες –ούτε το κάναμε ποτέ– στην κοινωνία. Δεν μπορούμε να απαιτούμε από την κοινωνία να κάνει την Επανάσταση για να ακολουθήσουμε κι εμείς. Προϋπόθεση για μια Επανάσταση είναι να υπάρχει ένα επαναστατικό κίνημα. Αν ένας τέτοιος πολιτικός χώρος δεν θέλει να μετατραπεί σε κίνημα ανατροπής, πώς μπορεί να απαιτεί από την κοινωνία κάτι τέτοιο; Αυτοματισμοί στις κοινωνικές αλλαγές δεν υπάρχουν. Ούτε πιστεύουμε εμείς ότι οι αντικειμενικές συνθήκες δημιουργούν τους όρους για Επανάσταση.

Προϋπόθεση είναι πάντα στην ιστορία να υπάρχει ένας πολιτικός καταλύτης. ένα συγκροτημένο και με στρατηγική επαναστατικό κίνημα. Επίσης, τουλάχιστον στην Ελλάδα, πολλοί πιστεύουν πως το θέμα της κρίσης έχει κλείσει. Δεν έχουν καν συνειδητοποιήσει ότι αυτή η φαινομενική σταθεροποίηση του συστήματος δεν οφείλεται στο γεγονός ότι η κρίση έχει ξεπεραστεί, αφού δεν ισχύει κάτι τέτοιο, αλλά στην απουσία πολιτικής και ταξικής απειλής. Ό, τι έγινε το 2010-’11 στην Ελλάδα, πρέπει να μας διδάξει όλους. Δεν αξιοποιήθηκε μια μεγάλη ευκαιρία και θα πρέπει να δούμε τα λάθη και τις επιλογές μας. Οι αντικειμενικές συνθήκες στην Ελλάδα –και όχι μόνο– είναι πολύ ευνοϊκές, ενώ η συστημική κρίση θα εκδηλωθεί πάλι με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Αλλά απ’ ότι φαίνεται, τον α/α χώρο στην Ελλάδα πάλι θα τον βρει ανέτοιμο. Υπάρχει έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια στην χώρα και οργή που δεν εξωτερικεύεται. Αυτή την συνθήκη δεν την εκμεταλλευόμαστε.

Για παράδειγμα, οι κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων είναι από τις πιο άγριες ληστρικές επιδρομές που εξαπέλυσε το κράτος και το κεφάλαιο στην κοινωνία, όμως οι αντιδράσεις σε αυτές είναι περιορισμένες. Αυτό είναι ένα πεδίο που συγκεκριμένη στρατηγική και σχέδιο θα μπορούσε να βοηθήσει για την ουσιαστική σύνδεση του α/α χώρου με τμήματα της κοινωνίας που πλήττονται. Όσο για τις πιο ριζοσπαστικές δράσεις ή τον ένοπλο αγώνα, η καταστολή και οι πολιτικές αφομοίωσης από τον ΣΥΡΙΖΑ έχουν καταφέρει πολλούς να εγκαταλείψουν τις θέσεις που είχαν. Η βαρύτητα πέφτει σε δράσεις άνευ κόστους στα όρια της καθεστωτικής νομιμότητας.

Το προηγούμενο διάστημα, η καταστολή  δοκίμασε την αποφασιστικότητα πολλών και την πίστη τους στο δίκαιο και την ορθότητα της επιλογής του ένοπλου αγώνα και η πλάστιγγα έγειρε προς τη μεριά της συμμόρφωσης και της επιστροφής στις πιο ακίνδυνες δράσεις. Αυτό είναι μια επιτυχία του κράτους, σημαντικότερη από την ίδια την καταστολή, αφού η δοκιμασία αφορά στις ίδιες τις πολιτικές συνειδήσεις και την πολιτική συγκρότηση. Ακόμα και στο πεδίο της ένοπλης δράσης, πολλοί αρκέστηκαν στις εξεγερμένες συνειδήσεις τους για να πάρουν τα όπλα και να αναβαθμίσουν την δράση τους. Όμως η εξεγερμένη συνείδηση δεν είναι αρκετή για να σε κρατήσει όρθιο και να επιμείνεις στις επιλογές σου μπροστά στην καταστολή.

Η εγκατάλειψη και η μη υπεράσπιση της ένοπλης δράσης από πολλούς, άφησε το πολιτικό πεδίο της ριζοσπαστικής μορφής αγώνα ελεύθερο για να το αλώσει ιδεολογικά το κράτος. Η καταστολή αναγνωρίζεται ως ήττα της ίδιας της ένοπλης δράσης ως πολιτική επιλογή. Σε κάθε περίπτωση, το προσωπικό συμφέρον της απεμπλοκής από δικαστικές περιπέτειες και από τις φυλακίσεις είναι κυρίαρχο και θυσιάζει κάθε αναγκαιότητα υπεράσπισης, στήριξης και προώθησης του ίδιου του ανατρεπτικού προτάγματος.

Οι αναθεωρήσεις της ένοπλης δράσης ‘‘δίνουν και παίρνουν’’. Όμως αυτό δεν είναι αποτέλεσμα πολιτικού λάθους της επιλογής του ένοπλου αγώνα. Είναι αποτέλεσμα της έλλειψης πολιτικής συγκρότησης αυτών που την επέλεξαν. Όλα αυτά παίζουν μεγάλο ρόλο στην υποχωρητικότητα και την ενδοτικότητα του αγώνα απέναντι στο κράτος και το κεφάλαιο. Παίζουν μεγάλο ρόλο στο γεγονός ότι δεν μπορούμε να βάλουμε τις βάσεις για να διαμορφώσουμε ένα επαναστατικό κίνημα. Ένα συνηθισμένο επιχείρημα που χρησιμοποιείται, ότι ‘‘σημασία έχει να απεμπλακεί ο αγωνιστής από τα χέρια του κράτους και όχι να θυσιάζεται υπερασπιζόμενος πολιτικές επιλογές με μεγάλο κόστος’’, είναι λάθος. Μια τέτοια επιλογή δεν σώζει αγωνιστές, αφού τα πρόσωπα είναι αδιαχώριστα από τις επιλογές αγώνα που κάνουν. Σώζει απλώς πρόσωπα και θυσιάζει τον ίδιο τον αγώνα.

Το κράτος, επειδή αντιλαμβάνεται αυτή την ουσιαστική πολιτική διαφορά, φέρεται με μεγαλύτερη ελαστικότητα, αφού αυτό που ήθελε το έχει πάρει: την πολιτική αποποίηση της επιλογής για ανατρεπτική, ένοπλη δράση ενάντια στο καθεστώς. Είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν κοινωνικές αντιδράσεις, δεδομένου και του γεγονότος ότι οι συνθήκες χειροτερεύουν και η κρίση θα ξαναχτυπήσει. Σε άλλες χώρες, π.χ. στην Γαλλία που εκδηλώθηκε εξεγερσιακή δυναμική, πιστεύουμε πως τα πολιτικά ζητήματα που απασχολούν ή που θα έπρεπε να απασχολούν τους χώρους αντικαθεστωτικής δράσης, είναι στον πυρήνα τους ίδια με αυτά που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα.

Ζούμε όλοι σε μια προχωρημένη καπιταλιστική ιστορική φάση, η διάβρωση των πολιτικών συνειδήσεων είναι μεγάλη, είναι δύσκολη η υπέρβαση του εξεγερσιακού προτάγματος, δεν υπάρχει πίστη στην δυνατότητα ανατροπής, δεν υπάρχει επαναστατικό σχέδιο. Δεν υπάρχει κατεύθυνση που να γίνει κοινωνικό πρόταγμα για μια επαναστατική κοινωνία. Η καταστολή, ιδιαίτερα σκληρή στην εποχή μας, εύκολα αποδυναμώνει και εξαφανίζει την όποια δυναμική αμφισβήτησης στο σύστημα όπου αυτή εκδηλώνεται. Όσο για τις εξεγέρσεις, αυτές είναι από την φύση τους πεπερασμένες. Έχουμε μια ευκαιρία να ανατρέψουμε τις δικές μας συνθήκες, πριν εκδηλωθεί η νέα φάση της κρίσης, ώστε να αξιοποιήσουμε αποτελεσματικά την όποια κοινωνική δυναμική εκδηλωθεί. Όσον αφορά την κοινωνική δυναμική εκτός του λεγόμενου καπιταλιστικού κέντρου, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Τουλάχιστον όσον αφορά το επαναστατικό πείραμα στην Ροζάβα της Συρίας, αυτό οφείλει σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξή του –όπως λένε και οι ίδιοι οι αγωνιστές εκεί– στο γεγονός ότι πρόκειται για μια χώρα που ο καπιταλισμός δεν έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα και δεν έχει διαβρώσει τις κοινωνικές συνειδήσεις, με αποτέλεσμα οι οριζόντιες δομές οργάνωσης και η κοινωνική αλληλεγγύη να είναι πιο εύκολο να αναπτυχθούν. Ένα μεγάλο όμως δίδαγμα που μας αφήνει αυτή η τεράστια πολιτική επιτυχία, της Επανάστασης της Ροζάβα, είναι ότι η επεξεργασία του επαναστατικού εγχειρήματος και του κοινωνικού μοντέλου που εφαρμόζουν, του Συνομοσπονδισμού, το είχαν επεξεργαστεί οι αγωνιστές πολύ πριν την Επανάσταση. Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφύγει πως το επαναστατικό κίνημα στην περιοχή οργανώθηκε, διευρύνθηκε και νίκησε αξιοποιώντας πρώτα απ’ όλα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα. Σε αυτή τη σπουδαία επαναστατική ιστορία, ένοπλος αγώνας και επαναστατικό κίνημα φάνηκε ότι είναι αδιαχώριστοι παράγοντες για τη διεξαγωγή μιας επανάστασης. Η Ροζάβα μας διδάσκει πως η κοινωνική Επανάσταση δεν είναι ‘‘μία κοινωνική εμπειρία άλλων εποχών’’, δεν είναι ουτοπική, δεν είναι ‘‘πολιτική ματαιότητα’’ για την εποχή μας. Μας λέει πως τα πάντα είναι πιθανά. Αρκεί να υπάρχει επαναστατική βούληση, η βούληση για επαναστατικό αγώνα με κάθε κόστος. Σίγουρα, τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει εκεί η Επανάσταση είναι πολλά, μεταξύ αυτών το ζήτημα της δυαδικής εξουσίας που θα τεθεί στο μέλλον και το πώς αυτό τελικά θα ξεπεραστεί, καθώς και το γεγονός ότι η Επανάσταση γίνεται εντός ενός εθνικού χώρου, τον οποίον δεν έχει καταλάβει συνολικά. Επίσης, το γεγονός ότι η αμερικάνικη υπερδύναμη πάντα έβλεπε τους Κούρδους ως πιόνι στη γεωστρατηγική της σκακιέρα, ενδεχομένως να δημιουργήσει προβλήματα στην ίδια την Επανάσταση. Όμως το κοινωνικό επαναστατικό πείραμα είναι πολύ σημαντικό, αφού έχουμε μια νικηφόρα επανάσταση. Σημασία έχει να μπορέσει να μεταλαμπαδεύσει την επαναστατική φλόγα σε άλλες χώρες, να δώσει ώθηση για τη δημιουργία επαναστατικών κινημάτων παντού. Σημασία έχει να μη γίνει η Ροζάβα το ‘‘επαναστατικό δεκανίκι’’. όπως ισχύει ήδη για πολλούς.

Για να μεταλαμπαδευτεί η επαναστατική φλόγα και αλλού, προϋπόθεση είναι να υπάρχουν οι επαναστάτες που θα το κάνουν. Εμείς, λόγω των αντικειμενικών συνθηκών είχαμε και έχουμε όλες τις προϋποθέσεις για να διαμορφώσουμε ένα επαναστατικό κίνημα στην χώρα. Αυτό δεν έγινε. Οφείλουμε να διδαχθούμε από τα λάθη μας, να κάνουμε κριτική ως πολιτικός χώρος στον εαυτό μας και να καλύψουμε τα κενά.

Κυρίως θα πρέπει να πιστέψουμε οι ίδιοι ότι το επαναστατικό πρόταγμα δεν είναι ουτοπικό και ανεφάρμοστο. Θα πρέπει να πιστέψουμε στον εαυτό μας. Να συγκροτηθούμε θεωρητικά και πρακτικά ως επαναστατικό κίνημα. Να απενοχοποιήσουμε μέσα μας το δίκαιο της ένοπλης σύγκρουσης με το καθεστώς, γιατί μόνο έτσι θα απενοχοποιήσουμε την καθεστωτική ανατροπή και συνεπώς, την ίδια την επανάσταση. Για να επιτευχθεί αυτό, προϋπόθεση είναι να συγκρουστούμε και με τα φαινόμενα της ήττας στο εσωτερικό μας.

Ως Επαναστατικός Αγώνας στοχεύαμε και στοχεύουμε στην παραπάνω κατεύθυνση. Είναι σημαντικό για εμάς να προσπαθήσουμε ώστε να μην χαθούν οι ευκαιρίες που μας προσφέρουν οι αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή οι συνθήκες που διαμορφώνει το ίδιο το σύστημα. Οφείλουμε και είναι στο χέρι μας να διαμορφώσουμε τις υποκειμενικές συνθήκες για την καθεστωτική ανατροπή και την Επανάσταση. Είναι φυγομαχία να ρίχνουμε τις ευθύνες στην κοινωνία. Εμείς έχουμε την ευθύνη για την δημιουργία επαναστατικού κινήματος. Εμείς είμαστε οι πολιτικοί φορείς της ανατροπής του καθεστώτος και της κοινωνικής Επανάστασης.

What is your temporary assessment of the fight of Revolutionary Struggle? What part of this legacy can feed the coming fights? What part of this legacy should be questioned? (Ποιός είναι ο απολογισμός σας για την δράση του Επαναστατικού Αγώνα; Ποιο κομμάτι αυτής της κληρονομιάς μπορεί να θρέψει τους αγώνες που έρχονται; Ποιο κομμάτι αυτής της κληρονομιάς πρέπει να εξεταστεί;)

Η παρακαταθήκη που ήδη έχει αφήσει ο Επαναστατικός Αγώνας είναι μεγάλη και μπορεί να οριστεί από τα σημαντικά και καινοτόμα στοιχεία που εισήγαγε τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της δράσης. Ανέλυσε εύστοχα το καπιταλιστικό σύστημα την εποχή της έξαρσης της παγκοσμιοποίησης που είχε ως συστατικά στοιχεία τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ και τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Αμφισβήτησε με τον λόγο και τις επιθέσεις του την παντοδυναμία του συστήματος και την ικανότητά του να αναπαράγεται στο διηνεκές σε μια εποχή ‘‘ευημερίας’’ που πολλοί, ακόμα και στους πολιτικούς χώρους αντίστασης, το πίστευαν αυτό. Κατανόησε με την ανάλυσή του ότι ο καπιταλισμός στηρίζεται στην οικονομία του χρέους, πράγμα που σε μια εποχή αλληλεξάρτησης των λειτουργιών του συστήματος θα μπορούσε να μετατραπεί σε βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλιά του σε περίπτωση ξεσπάσματος μιας κρίσης.

Γι’ αυτό και αντιλήφθηκε έγκαιρα πριν από πολλούς την σημασία της κρίσης του ’07-’08, το σεισμό που θα προκαλούσε στο σύστημα παγκόσμια και την ευκαιρία για Eπανάσταση που θα παρουσιαζόταν σε χώρες όπως η Ελλάδα, που θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο της κατάρρευσης λόγω του υπέρογκου χρέους. Γι’ αυτό, πολύ πριν την υπαγωγή της χώρας στα προγράμματα του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της Ε.Ε, έκανε έκκληση για την δημιουργία ενός επαναστατικού κινήματος που θα έχει απαραίτητα τον ένοπλο αγώνα στην στρατηγική του για να εκμεταλλευτεί την κοινωνική απονομιμοποίηση του συστήματος και να επιχειρήσει την Επανάσταση. Ο Επαναστατικός Αγώνας είχε προβλέψει την υπαγωγή της Ελλάδας σε πρόγραμμα του ΔΝΤ και τις κοινωνικές αντιδράσεις και ταραχές που ξέσπασαν το 2010-’12.

Επίσης, ο Επαναστατικός Αγώνας είναι η μόνη ομάδα που, βλέποντας την ευκαιρία για την Επανάσταση και μιλώντας για την δημιουργία επαναστατικού κινήματος, διατύπωσε θέσεις και προτάσεις που θα έπρεπε να έχει κατά την γνώμη μας ένα επαναστατικό κίνημα στην εποχή μας για μια άλλη κοινωνική οργάνωση μετά την καταστροφή του καπιταλισμού και του κράτους, κάτι που διατυπώθηκε στην καμπάνια των επιθέσεων του 2009, αλλά και στην πλατφόρμα της προκήρυξης του 2014, όταν αναλάβαμε την επίθεση στη ΤτΕ και το ΔΝΤ. Θέσεις και προτάσεις που αφορούν τη μονομερή στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, την έξοδο από την ευρωζώνη και από την ΕΕ, την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου και του κράτους και την κοινωνικοποίησή τους. Την κοινωνικοποίηση και την αυτοδιαχείριση των μέσων παραγωγής, της βιομηχανίας, των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, της υγείας και της εκπαίδευσης από τους εργαζόμενους, τους Δήμους και τις Κοινότητες, από την κοινωνική βάση. Την αντικατάσταση του κράτους από μια συνομοσπονδιακή ένωση λαϊκών Συνελεύσεων, Κοινοτήτων, Κομμούνων, εργατικών Συμβουλίων. Επαναστατικός αγώνας χωρίς πρόταση για μια επαναστατική κοινωνική οργάνωση δεν νοείται. Επιμένουμε χρόνια σε αυτό το ζήτημα, αλλά ο χώρος δεν αγγίζει τέτοιες προτάσεις. Ο λόγος μάλλον είναι ότι δεν πιστεύει στην Επανάσταση.

Με την δράση του, ο Επαναστατικός Αγώνας ιδιαίτερα με την στρατηγική των επιθέσεων που ξεκίνησε το 2009, έδειξε πως ο ένοπλος αγώνας οφείλει και μπορεί να στοχεύει στη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα ως προς το βασικό ζητούμενο που είναι η πρόκληση αστάθειας στο καθεστώς. Με την ανάλυσή του και την δράση του έχει δείξει πώς συνδέεται η συστημική σταθερότητα με τις υπάρχουσες δομές του καπιταλισμού και πως η συστημική κρίση είναι –και οφείλει να αξιοποιηθεί– ως ευκαιρία σε ένα σχέδιο ανατροπής του καθεστώτος. Άλλοι στον α/α χώρο ή σε ένοπλη οργάνωση, δεν είχαν καν προσεγγίσει αυτό το ζήτημα. Αποδείχτηκε ότι με μικρές δυνάμεις μπορεί να προκληθεί σοβαρό πλήγμα στο καθεστώς.

Αποδείχτηκε πως σημασία δεν έχει απλώς να γίνονται ένοπλα χτυπήματα σε οποιονδήποτε στόχο του πολιτικού-οικονομικού συστήματος αλλά αυτά να συνιστούν τομείς κεντρικής συστημικής σημασίας, προκειμένου να πληγεί ουσιαστικά και να απειληθεί η συστημική σταθερότητα. Βέβαια, με την πρότασή του για την δημιουργία επαναστατικού κινήματος, ο Επαναστατικός Αγώνας πρότεινε τη μαζικοποίηση του ένοπλου αγώνα. Ο Επαναστατικός Αγώνας επικέντρωνε στην ευρύτερη δυνατή κοινωνικοποίηση και συνεπώς, στη νομιμοποίηση της ένοπλης ανατρεπτικής δράσης και πιστεύουμε πως αυτό το κατάφερε σε σημαντικό βαθμό. Αυτό το λαμβάνουμε μέσα από μηνύματα από ανθρώπους εκτός του χώρου. Όμως αυτές οι απόψεις δεν εκφράζονται με οργανωμένο πολιτικό τρόπο. Και ούτε υπάρχει αυτό το συγκροτημένο πολιτικά υποκείμενο –ούτε καν στον α/α χώρο– που να έχει την βούληση να δώσει τη φωνή, να συγκεντρώσει και να βγάλει στην επιφάνεια αυτές τις φωνές οι οποίες, ως επί το πλείστον, αναφέρονται και σε εμάς ως πρόσωπα, ως αγωνιστές.

Η στάση μερίδας του χώρου απέναντι σε αυτό, οφείλεται και σε έναν ιδιότυπο πολιτικό ανταγωνισμό, πλην του οπορτουνισμού που έχουμε ήδη αναφέρει ότι διακατέχει τμήματα του χώρου στην Ελλάδα. Εξάλλου, η ενοχική πολιτική στάση πολλών στον α/α χώρο, ότι η ένοπλη δράση, αλλά και το επαναστατικό πρόταγμα δεν είναι κοινωνικοποιήσιμα – στάση που κατευθύνει και όσους διαφωνούν με την ανάληψη πολιτικής ευθύνης – είναι καθοριστικής σημασίας όχι μόνο για την εκδήλωση της αλληλεγγύης, αλλά και για τις επιλογές τους στον αγώνα. Γι’ αυτό και ο ρεφορμισμός, η ανώδυνη δράση, οι ‘‘ακροβασίες’’ πολλών του χώρου στα όρια του νόμου και η προσήλωσή τους στην διαμαρτυρία όταν η καταστολή χτυπά, είναι στοιχεία που γίνονται όλα και πιο έντονα στην περίοδο που διανύουμε, με την ύφεση των κοινωνικών αντιστάσεων και ενώ το καθεστώς κάνει την επίθεσή του σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής, και πολιτικής ζωής.

Η ίδια ενοχική στάση απέναντι στον απελευθερωτικό, ανατρεπτικό αγώνα και την Επανάσταση, παράλληλα με την έλλειψη πολιτικής συγκρότησης, ήταν καθοριστικής σημασίας για το γεγονός ότι ούτε επαναστατικό κίνημα δημιουργήθηκε ούτε φαίνεται να υπάρχει άμεσα προοπτική για να δημιουργηθεί. Το εύρος της πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησης των επιθέσεων που έκανε ο Επαναστατικός Αγώνας, το οποίο επιχειρήθηκε με τον λόγο και την ανάλυσή του, σε συνδυασμό πάντα με την προσεκτική επιλογή των επιθέσεων αυτών, είναι πιστεύουμε πολύ μεγάλο. Όμως, όπως έχει γίνει με πολλές από τις διαστάσεις που έχει θέσει ο Επαναστατικός Αγώνας στον αγώνα συνολικά, και αυτή η διάσταση έχει μείνει αναξιοποίητη από τον χώρο. Ο Επαναστατικός Αγώνας τόσο με το είδος του ένοπλου αγώνα που διεξήγαγε, της στρατηγικής που έθετε, του λόγου που άρθρωνε, της επιμονής του στην κοινωνική αναγκαιότητα της Επανάστασης, αλλά και της πολιτικής μας στάσης μπροστά στην καταστολή, έθετε –και θέτει– ως βασικό παράγοντα της δράσης του την επιδίωξη του μέγιστου δυνατού αποτελέσματος στον αγώνα ενάντια στο σύστημα. Εξάλλου, ένας από τους λόγους που μας έχει θέσει ψηλά το καθεστώς ως πολιτική απειλή, ένας λόγος –ίσως ο σημαντικότερος– που μας καταδίκασαν σε ισόβια, είναι η προσήλωση του Επαναστατικού Αγώνα στην αποτελεσματικότητα όσον αφορά τον αγώνα για την καθεστωτική ανατροπή. Με την καταστολή, ως Επαναστατικός Αγώνας σταθήκαμε όρθιοι. Αυτός είναι ο λόγος που πολεμήσαμε αποτελεσματικά τις επιπτώσεις και ακυρώσαμε στην ουσία την κατασταλτική ‘‘επιτυχία’’.

Μια ένοπλη οργάνωση όπως ο Επαναστατικός Αγώνας δεν μπορεί να έχει ως ημερομηνία λήξης τη στιγμή της καταστολής. Με την ανάληψη ευθύνης, με τη στάση μας, με τον λόγο μας, με τη συνέχιση της δράσης μας, δεν επιτρέψαμε να μπουν οι ‘‘τίτλοι τέλους’’ στην οργάνωση. Η καταστολή δεν είναι η ‘‘στιγμή της ήττας’’ για εμάς, όπως πιστεύουν αρκετοί στο χώρο. Ούτε είναι δυνατόν να επιλέγει κάποιος την ένοπλη δράση χωρίς να υπερασπίζεται αυτή την επιλογή σε κάθε συνθήκη και με οποιοδήποτε κόστος. Δεν είναι δυνατόν να μπαίνει κάποιος σε ένοπλη οργάνωση με την λογική ‘‘αν δεν με πιάσουν καλώς, αν με πιάσουν τελείωσε και απαρνούμαι τα πάντα’’. Η επιλογή αυτή για εμάς είναι μια κορυφαία επαναστατική επιλογή. Προϋποθέτει επαναστατική συνείδηση, διαμορφώνει επαναστατική συνείδηση, υπερασπίζεται και προωθεί επαναστατική συνείδηση. Δυστυχώς όλη αυτή η παρακαταθήκη που αφήνει ο Επαναστατικός Αγώνας παραμένει μέχρι στιγμής αναξιοποίητη και ανεκμετάλλευτη.

Εικόνες:

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License