5η δίκη Επαναστατικού Αγώνα για την απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο – Πολιτική Κατάθεση της Πόλας Ρούπα στις 18/4/2019

...........................Ήμουν πεπεισμένη ότι όλη αυτή η πολιτική και κοινωνική συνθήκη έπρεπε να απαντηθεί και να πολεμηθεί. Ακόμα και αν ήμουν μόνη μου στον κόσμο, το ίδιο θα έλεγα. Δεν μπορεί κανένας να μου αλλάξει την πεποίθηση ότι όλα αυτά που λέω σε αυτό το δικαστήριο δεν ισχύουν και δεν μπορεί κανένας να μου αλλάξει την πεποίθηση, δεν μπορεί να με πείσει – με βάση τα ιστορικά γεγονότα και την ανάλυσή τους – ότι υπάρχει άλλος τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτό το αδιέξοδο, πέρα από την ανατροπή του καθεστώτος και την κοινωνική Επανάσταση........ .......................................................................................................................................... Για εμάς η επαναστατική δράση είναι, θα έλεγα, η υπηρεσία του ατόμου σε ένα σκοπό υπερατομικό ο οποίος αφορά το κοινωνικό σύνολο και αφορά μια οπτική που βασίζεται στις τωρινές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, πως αυτές μπορούν να σπάσουν και να μετασχηματιστεί η κοινωνική οργάνωση που να αποκλείει την εκδήλωση αυτών των άθλιων φαινομένων που ζούμε σήμερα. Πρόεδρος: Για την απόπειρα απελευθέρωσης δηλαδή, θα απολογηθείτε ή απλώς το αναφέρετε; Ρούπα: Δεν φτάνουν αυτά; Θέλετε να πω κάτι άλλο; Για την απόπειρα απόδρασης σας μιλάω τώρα. Σας λέω ότι ήταν μια απόφαση που πάρθηκε μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο............................

5η δίκη Επαναστατικού Αγώνα για την απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο – Πολιτική Κατάθεση (απολογία) της Πόλας Ρούπα στις 18/04/2019

Σε όλα τα δικαστήρια που έχουμε κάνει που δεν είναι και λίγα –, άλλες φορές με περισσότερη, άλλες με λιγότερη ένταση – αφού ομολογώ ότι υπάρχουν κάποιες έδρες που έχουν λίγο πιο ‘‘ανοιχτά’’… αυτιά στις θέσεις που διατυπώνουμε –, θα πρέπει να δίνουμε μια μάχη ώστε να φέρουμε τις ενέργειες που εκδικάζονται κάθε φορά μέσα στα πραγματικά τους πλαίσια.

Είναι λογικό, ως ένα βαθμό, ότι ένα δικαστήριο θα θέλει να βάλει τις υποθέσεις και να τις κρίνει μέσα στο στενό ποινικό πλαίσιο και είναι ένα στοίχημα κατά πόσο θα συνεχίσει να επιμένει πάνω σε αυτό και κατά πόσο θα δει την πραγματική υπόσταση μιας δίκης – όπως είναι αυτή – η οποία φυσικά, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις πράξεις που εκδικάζονται, αφού αυτές οι πράξεις δεν είναι αυτοσκοπός. Γίνονται μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερου σκεπτικού δράσης και αγώνα από συγκεκριμένα πολιτικά υποκείμενα, τα οποία έχουν μια συγκεκριμένη πολιτική ιστορία και μέσα σε αυτό το πλαίσιο δρουν και κάνουν ό, τι κάνουν. Ίσως να είναι πιο εύκολο για ένα δικαστήριο να εξετάσει μία ή κάποιες πράξεις και να ακολουθήσει το ‘‘γράμμα του νόμου’’ που λέτε και εσείς, με τη μόνη διαφορά ότι αν δεν υπήρχε το πολιτικό υπόβαθρο δεν θα γίνονταν καμία από αυτές τις πράξεις. Εάν δεν υπήρχε ένας πολιτικός στόχος, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα είχε γίνει. Και αν δεν υπήρχε μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική κατάσταση που να διαμορφώνει αυτού τους όρους και να κάνει επιτακτική αυτή τη δράση, επίσης δεν θα είχε γίνει τίποτα. Με άλλα λόγια σε ένα άλλο σύστημα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης ισότητας και ελευθερίας, δεν θα υπήρχε κανένα νόημα να υπάρχει ούτε κανένας Επαναστατικός Αγώνας ούτε τίποτα άλλο. Όπως επίσης, δεν θα ήταν τόσο επιτακτικό να υπάρχει ο Επαναστατικός Αγώνας να συνεχίσει τη δράση του, αν δεν υπήρχε η κατάσταση ανάγκης στην οποία βρέθηκε η χώρα από το ’10 και μετά με τα ‘‘μνημόνια’’, τα οποία έκαναν ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη να δοθεί ένας αγώνας για να αποκρουστεί αυτή η λαίλαπα που ερχόταν. Αλλά και από τη στιγμή που αυτή τη λαίλαπα τη βλέπεις πλέον να εκδηλώνεται, να ξεδιπλώνεται μπροστά σου, πιστεύω ότι είναι φιλοτομαριστικό, να το πω απλά, να λες αυτό που θέλει η εξουσία να λέει όλη η κοινωνία, δηλαδή, ‘‘ό, τι γίνεται ναι μεν κακό είναι, αλλά αρκεί να τη γλιτώσω εγώ’’.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη και με βάση αυτή την οπτική αφήνουμε ανθρώπους να λιμοκτονούν, παιδιά να λιποθυμάνε στα σχολεία, αφήνουμε γερόντους να πεθαίνουν από το κρύο και τις αρρώστιες, να βάζουν μαγκάλια και να παίρνουν φωτιά, να πεθαίνουν από αναθυμιάσεις κτλ. Δεν θα ξεκινήσω από αυτά τα ζητήματα, μια εισαγωγή είναι αυτή. Το κρίσιμο συνεπώς, σημείο σχετικά με αυτή τη δίκη και τη δράση του Επαναστατικού Αγώνα είναι η απάντηση στα εξής ερωτήματα: Αφήνεις όλο αυτό που προανέφερα, να εξελίσσεται μπροστά σου; Και ποιος είναι πραγματικά αυτός που είναι υπεύθυνος; Αυτός που προσπάθησε να κάνει κάτι ή αυτός που δεν έκανε απολύτως τίποτα; Εμείς είμαστε στην πρώτη κατηγορία. Προσπαθήσαμε να κάνουμε κάτι. Προσπαθήσαμε να συμβάλλουμε σε μια πορεία αντιστροφής αυτής της συνθήκης. Και προσπαθήσαμε βάζοντας όλη μας την ενέργεια, υποθηκεύοντας όλη μας τη ζωή για να μπορέσουμε να δημιουργήσαμε κάποιους όρους ώστε να σταματήσει αυτή η λαίλαπα. Η δράση αυτή η οποία τώρα εκδικάζεται, μπορεί να μην είναι όπως η επίθεση του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της ΤτΕ (ΕΚΤ) και το ΔΝΤ, εναντίον της τρόικας, όμως είναι μια δράση που μέσα σε αυτή την περίοδο ήταν απολύτως αναγκαία ώστε να μπορέσει να συνεχιστεί η δράση του Επαναστατικού Αγώνα αλλά και να απαντηθούν συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία ήταν σε άμεση συνάρτηση με το σύνολο της κοινωνικοπολιτικής εξέλιξης από το ’10 και μετά.

Όμως επειδή κάθε δικαστήριο θέλει να μένει στο πιο μερικά, πριν φτάσω να εξηγήσω τα όσο είπα πιο πριν – γιατί πρέπει να τα εξηγήσω και, να κάνω μια παρένθεση, τα κείμενα που έδωσα να αναγνωστούν, είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο –, θα ξεκινήσω κι εγώ από το μερικό. Όμως πριν μπω στο πολύ ειδικό, στο μερικό, θέλω να αναφέρω δυο λόγια που λέει ο Μανωλεδάκης στο βιβλίο του ‘‘Ποινικό Δίκαιο – ‘‘Γενική θεωρία’’ για το πώς ορίζεται ένα έγκλημα, πώς πρέπει να κρίνεται από ένα δικαστήριο κλπ. Ο τίτλος της ενότητας αυτής είναι ‘‘έννοια του αδίκου και διακρίσεις’’: ‘‘Ο χαρακτηρισμός μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης συμπεριφοράς ως εγκλήματος προϋποθέτει – πέρα από την κατάφαση των οντικών στοιχείων της που τυποποιούνται στον ποινικό νόμο (τι έκανε και τι θέλησε να κάνει το υποκείμενο της συμπεριφοράς) – και την αξιολόγησή της στα πλαίσια του θετικού δικαίου που τυποποιεί (και ενδιαφέρεται για) τη συμπεριφορά αυτή. Για να χαρακτηριστεί μια πράξη ως έγκλημα, δεν αρκεί αυτό που έγινε να προβλέπεται ως ‘‘αξιόποινη πράξη’’ (να τυποποιείται) στον ποινικό νόμο. Εκτός από την τυπική απαξία και αποδοκιμασία που απορρέει από την τυποποίηση αυτή, χρειάζεται και μια ουσιαστική απαξία, η οποία ενυπάρχει στο κοινωνικό νόημα της πράξης, ανεξάρτητα από την τυπική (νομική) μορφή της. Και το κοινωνικό νόημα δεν βρίσκεται, βέβαια μόνο στο τι έγινε, αλλά στο γιατί έγινε αυτό που έγινε και τι έπρεπε να γίνει αντί γι’ αυτό που έγινε’’. Αυτά τα λέει ο Μανωλεδάκης. Που σημαίνει ότι κάθε πράξη για να τη κρίνει ένα δικαστήριο θα πρέπει να βρει το νόημά της. Γιατί έγινε η πράξη; Και τι άλλο θα μπορούσε να γίνει, αφού ένα δικαστήριο κρίνει ότι αυτό που έγινε, δεν έπρεπε να γίνει; Σε αυτή την ερώτηση – επιγραμματικά πάλι θα τοποθετηθώ – ο Επαναστατικός Αγώνας είχε το εξής δίλημμα να απαντήσει – από ιδρύσεώς του, όχι από το 2010 και μετά: Αυτό το σύστημα εξουσίας μπορεί να βελτιωθεί με όρους ενδοσυστημικούς, δουλεύοντας μέσα από το σύστημα; Μπορεί όλη αυτή η αδικία που βλέπεις να γίνεται μπροστά σου με τη νεοφιλελεύθερη επίθεση από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, να αντιμετωπιστεί, μέσα από ένα πλαίσιο πιο ανθρώπινο; Να μπορούν να εφαρμόζονται όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα που προβλέπονται στο Σύνταγμα και τους χάρτες της Ε.Ε. και του ΟΗΕ; Μπορεί αυτό να γίνει; Ο Επαναστατικός Αγώνας ενώ την περίοδο που ξεκίνησε ήταν κραταιό το σύστημα και μάλιστα, έδειχνε αλώβητο από οποιαδήποτε κρίση και ότι ξεπερνούσε αυτομάτως τα προβλήματά του, έλεγε ότι όλα αυτά είναι φενάκη. Ότι οδεύουμε προς μια κατάσταση, η οποία θα είναι πάρα πολύ άσχημη, εν μέσω μιας μεγάλης κρίσης, που μπορεί να ξεκινήσει από το ίδιο το καπιταλιστικό κέντρο και η Ελλάδα έχει όλες αυτές τις προϋποθέσεις ώστε αυτή η κρίση να τη σαρώσει. Και να περάσουμε μετά σε μια κατάσταση η οποία θα είναι ολέθρια για όλη την κοινωνία ενώ θα αποδειχτεί επίσης, ότι δεν θα μπορέσει να ξεφύγει (η κοινωνία) μέσα από οποιαδήποτε καθεστωτική οδό, παρά μόνο μέσα από την κοινωνική Επανάσταση. Αυτά τα λέμε από το 2003. Το 2010 η κατάσταση έγινε πιο επιτακτική καθώς η εποχή των ‘‘μνημονίων’’ έρχεται να τα επιβεβαιώσει όλα αυτά με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Και μετά σου τίθεται το δίλημμα ‘‘τι κάνεις’’;

Η απάντηση του Επαναστατικού Αγώνα από ιδρύσεώς του ήταν η κοινωνική Επανάσταση. Το ποια θα ήταν αυτή η κοινωνική Επανάσταση – γιατί δεν είναι απλώς σύνθημα και δεν είναι κενολογία –, θα το πω στη συνέχεια.

Τα αναφέρω όλα αυτά ως εισαγωγή, αλλά θα κάνω τον κόπο να μπω στο ειδικό. Στο ειδικό δηλαδή, των πράξεων για τις οποίες με δικάζετε. Και μετά σιγά-σιγά να πάω στο γενικό για να πω αυτά που θέλω να πω. Γιατί η ουσία για εμένα δεν είναι στο ειδικό. Δηλαδή η ουσία αυτής της δίκης για εμένα – θα αναφερθώ μεν – δεν είναι όμως αμιγώς ένα ζήτημα του ποινικού νόμου. Η ουσία είναι αυτό που λέει ο Μανωλεδάκης: πρέπει να δεις τι υπάρχει από πίσω από την πράξη και ποιο είναι το κοινωνικό νόημα της κάθε πράξης. Για να βρεις το κοινωνικό νόημα μιας πράξης, θα πρέπει να εξετάσεις και αυτά που λέει ο άλλος (ο κατηγορούμενος), να καθίσεις να ακούσεις ‘‘γιατί τα έκανε’’. Υπό ποιες προϋποθέσεις, επίσης, δεν θα έκανε αυτά που έκανε.

Θα ξεκινήσω από τον 187Α. Μέχρι σήμερα όλα τα δικαστήρια δικάζουν – όχι μόνο εμάς –, οποιονδήποτε διώκεται με τον 187Α – για σωρεία πράξεων, επιβάλλουν δεκάδες και εκατοντάδες χρόνια φυλακή – θυμάμαι την περίπτωση του ΕΛΑ που καταδικάστηκαν πρωτόδικα σε 1.000 χρόνια φυλακή έκαστος – σε ισόβια καταδικάστηκε ο σύντροφος Νίκος Μαζιώτης και 129 χρόνια για την επίθεση στην ΤτΕ, ισόβια και 25 χρόνια εγώ, για την ΤτΕ, χωρίς καμία απόδειξη, χωρίς τίποτα, χωρίς να χρειάζονται στοιχεία… Τι κι αν ένα δικαστήριο ακούει (από μάρτυρες) ‘‘εγώ δεν έχω τίποτα να πω για τον συγκεκριμένο’’, αν ήταν φυσικοί αυτουργοί εδώ ή εκεί, δεν ενδιαφέρει τους δικαστές διόλου, κλπ.

Αυτό που παρατηρήθηκε από συνήγορό μου είναι το εξής: ότι ο 187Α έχει μεν πολιτικό νόημα η ύπαρξή του, στο οποίο νόημα θα αναφερθώ στη συνέχεια, όμως προβλέπει κάτι, το οποίο έχει διαφύγει απ’ όλους όσοι μας έχουν δικάσει μέχρι τώρα. Τους έχει διαφύγει τώρα πραγματικά ή τους έχει ‘‘διαφύγει’’; Δεν ξέρω, θα μου το πείτε εσείς. Εγώ νομίζω ότι είναι συνειδητή η ‘‘παράβλεψη’’ γιατί αλλιώς θα έπρεπε να πούμε ότι δεν διαβάζουν ορισμένοι τι λέει ‘‘το γράμμα του νόμου’’, που λέτε κι εσείς. Ο 187Α, λοιπόν, αναφέρει μια σειρά από πράξεις, για τις οποίες, λέει: ‘‘όποιος τελεί ένα ή περισσότερα από τα κάτωθι εγκλήματα’’ και αρχίζει…. Να μην τα αναφέρω, τα ξέρετε. Στη συνέχεια αναφέρει τα περί εφαρμογής της σύμβασης απαγόρευσης χημικών όπλων κλπ, τα προβλεπόμενα που αφορούν στον κώδικα αεροπορικού δικαίου – που έχετε κι εσείς σε αυτή την υπόθεση –, τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 15 κλπ – ‘‘ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες’’ κλπ… Μετά λέει τις ποινές. Αναφέρει ‘‘με ισόβια κάθειρξη αν η προβλεπόμενη ποινή για τα εγκλήματα του καταλόγου που περιλαμβάνονται στα στοιχεία α έως κβ, είναι ισόβια κάθειρξη’’ κλπ. Και καταλήγει αυτή η πρώτη παράγραφος του 187Α ‘‘αν η τρομοκρατική πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο περισσότερων ανθρώπων, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1’’. Αυτό σημαίνει ότι για ανθρωποκτονίες ο κατηγορούμενος θα καταδικάζεται σε ανάλογες ισόβιες ποινές· πόσους σκότωσε; Τρείς; Θα καταδικάζεται σε τρις ισόβια. Αυτό το λέει σε αντιδιαστολή με το υπόλοιπο άρθρο. Δηλαδή, εφόσον δεν υπάρχει ανθρωποκτονία, τι συμβαίνει; Εφαρμόζεται το 94 Π.Κ; Γιατί με το 94 Π.Κ μας δικάζουν μέχρι τώρα και μας καταδικάζουν. Δηλαδή, για κάθε πράξη μας επιβάλλουν μία ποινή. Αν κατάλαβα καλά και απ’ ό, τι μου έχουν εξηγήσει και οι συνήγοροί μου, δεν είναι ορθό αυτό, δεν προκύπτει από τον ίδιο τον 187Α. Δηλαδή, αυτό που προβλέπεται σε αυτό το άρθρο, είναι μια ποινή για όλες τις πράξεις. Ποτέ δεν έχει γίνει όμως αυτό. Γιατί δεν έχει γίνει ποτέ; Για όλες τις πράξεις που – υποτίθεται – κάνει κάποιος μέσα στα πλαίσια του 187Α προβλέπεται μια ποινή. Η βαρύτερη; Η βαρύτερη, αυτή, τέλος. Μια ποινή για όλες τις πράξεις. Εμείς, αντιθέτως, δικαζόμαστε και καταδικαζόμαστε για ό, τι έχει γίνει, το οποίο αντιμετωπίζεται σαν να είναι ξεχωριστή δίωξη που υπόκειται στον 187Α. Οπότε με βάση όσα μου είπαν οι συνήγοροί μου και απ’ ό, τι κατάλαβα κι εγώ – γιατί γράμματα γνωρίζω και καταλαβαίνω και από σύνταξη – το αρ.98 Π.Κ νομίζω ότι ακολουθεί ο 187Α για την επιβολή των ποινών, και όχι το 94 Π.Κ, το οποίο λέει ότι αφορά μόνο τις πράξεις των ανθρωποκτονιών.

Θα παραμείνω στο μερικό. Οι κατηγορίες που μου έχετε επιβάλλει εμένα είναι αρκετές. Είναι απόπειρα ανθρωποκτονίας του πιλότου. Για την απόπειρα ανθρωποκτονίας του Κουπαρίτσα έχω μιλήσει αρκετά. Από την αποδεικτική διαδικασία, πιστεύω, φάνηκε ότι δεν υπήρχε πρόθεση να τον σκοτώσω και ούτε επιχείρησα, παρ’ όλο που είχα τη δυνατότητα να το κάνω. Και ο ίδιος το είπε και νομίζω, ο καθένας το κατάλαβε. Επίσης, αυτό που θέλω να εστιάσω λίγο είναι ότι η απόπειρα ανθρωποκτονίας – όπως αναφέρεται και στο ίδιο το βούλευμα –, δεν αφορά οποιαδήποτε άλλη πράξη ή κίνηση δική μου πλην του γεγονότος ότι πυροβόλησα μέσα στο ελικόπτερο. Συνεπώς εφόσον αποδείχτηκε ότι με το όπλο δεν είχα πρόθεση να τον σκοτώσω – γιατί είχα δυνατότητα αφού προσγειωθήκαμε να το κάνω, γεγονός που παραδέχτηκε και ο ίδιος –, δεν υφίσταται απόπειρα ανθρωποκτονίας. Αν είχα πρόθεση να τον σκοτώσω μέσα στο ελικόπτερο, θα είχα ολοκληρώσει την ενέργειά μου όταν προσγειώθηκε, γιατί είχα τη δυνατότητα να το κάνω. Και μάλιστα, είπα πως το γεγονός ότι τον άφησα να ζήσει και δεν έκανα κάτι, έστω να τον ακινητοποιήσω, να τον πυροβολήσω π.χ. στο πόδι, κάτι τέλος πάντων να του κάνω, έθεσα σε παραπάνω κίνδυνο την ίδια μου τη ζωή και την πιθανότητα να συλληφθώ. Το είπα ρητώς αυτό σε προηγούμενη συνεδρίαση και το επαναλαμβάνω.

Όσον αφορά τις άλλες πράξεις για τις οποίες με κατηγορείτε, την απόπειρα κατάληψης αεροσκάφους, την απόπειρα απελευθέρωσης κρατουμένων, τη διατάραξη της ασφάλειας αεροσκαφών κλπ, να μην τα διαβάζω… – όσον αφορά την απόπειρα ανθρωποκτονίας είπα και πριν πως δεν υφίσταται όπως αποδείχτηκε και από την διαδικασία – όλες οι κατηγορίες είναι υπό τη μορφή της απόπειρας.

Μια κατηγορία είναι η εξής: ‘‘απόπειρα αρπαγής με σκοπό τον εξαναγκασμό του παθόντος σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του’’. Ναι, δεν ήταν υποχρεωμένος να έρθει στον Κορυδαλλό. Αλλά στην ουσία εγώ ήθελα ένα δανεικό ελικόπτερο και ένα δανεικό πιλότο για να γίνει η απελευθέρωση κρατουμένων. Δεν είχα κανένα σκοπό να του κάνω κάτι. Ούτως ή άλλως ο Επαναστατικός Αγώνας έχει δείξει ότι φροντίζει ώστε να μην πλήττονται πολίτες από τη δράση του. Είχα πει και στο κείμενο με το οποίο είχα αναλάβει την πολιτική και επιχειρησιακή ευθύνη για την πράξη – το έκανα αμέσως μετά – ότι κουβάλησα και αλεξίσφαιρο γιλέκο για τον Κουπαρίτσα. Κατάληψη αεροσκάφους εν πτήσει είναι σε μορφή απόπειρας ούτως ή άλλως. Την απόπειρα ανθρωποκτονίας έχω πει δεν ισχύει, δεν την αποδέχομαι.

‘‘Ασκήσεως απειλής και πράξεως βίας κατά προσώπου εντός αεροσκάφους εν πτήσει…’’ Πράξη βίας δεν ασκήθηκε πάνω στον κ. Κουπαρίτσα. Το ότι ήρθαμε σε συμπλοκή στον αέρα, ήταν από δική του πρωτοβουλία. Και μάλιστα, ο ίδιος είπε ότι είχε και πειθαρχική κύρωση για τη συμπεριφορά του, γιατί θα έπρεπε να το λύσει με άλλο τρόπο. Αν μη τι άλλο, όπως είπε και ο κ. Κουπαρίτσας και ο κ. Δαγκλής, ‘‘η ενδεδειγμένη συμπεριφορά που πρέπει να έχουμε είναι να μην αντιδρούμε και να βλέπουμε στην πορεία – αν βρούμε κάποια ευκαιρία – να προχωρήσουμε σε ειδοποίηση’’. Είπα στη διαδικασία – δεν θα επιμείνω τώρα, γιατί άλλα είναι τα κυρίαρχα ζητήματα σε αυτό το δικαστήριο – ότι η όλη συμπεριφορά του κ. Κουπαρίτσα ήταν αποτέλεσμα μιας επιλογής που είχε κάνει ο ίδιος για τη ζωή του και όχι αποτέλεσμα του έντονου αισθήματος να υπηρετήσει τη νομιμότητα. Είχε άλλες επιλογές και η προοπτική ότι θα κάνει κάτι τέτοιο, τον έφερνε αντιμέτωπο με τις δικές του επιλογές πρώτα και κύρια, και ήθελε αυτό να το αποφύγει πάση θυσία, ακόμα κι αν έθετε σε κίνδυνο και την ίδια του τη ζωή. Διότι πολύ απλά ο κίνδυνος που προέκυψε, ήταν λόγω της δικής του θέσης μέσα στα κοινωνικά και οικονομικά πράγματα και από τη δική του επιλογή να αντιδράσει με αυτό τρόπο. Αλλιώς θα έπρεπε να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι ανισόρροπος και ότι θα πρέπει να γίνει επανεξέταση και να του πάρουν το δίπλωμα.

Όσον αφορά το ζήτημα αν μπήκε σε κίνδυνο η αεροπλοΐα με την πράξη αυτή, ρωτήθηκε και ο κ. Κουπαρίτσας γι’ αυτό. Και απάντησε ‘‘αν τυχόν και πετούσε κάποιο μιράζ’’ – αν ένα μιράζ, ένα πολεμικό αεροσκάφος πετάει στα 5.000 πόδια, στο ύψος ενός ελικοπτέρου – ‘‘θα μπορούσαμε να έρθουμε σε σύγκρουση’’. Πόσες πιθανότητες υπάρχουν ένα μιράζ της πολεμικής αεροπορίας να πετάει χαμηλά όπως ένα ελικόπτερο και να έρθει σε σύγκρουση μαζί του μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, από την ώρα δηλαδή, που έκανα εγώ την απόπειρα, μέχρι να προσγειωθούμε στο έδαφος. Πόσες είναι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό; Δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα, δηλαδή. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι πετύχαινε αυτή η απόπειρα και ούτως ή άλλως πηγαίναμε με τον Κουπαρίτσα εκεί που έπρεπε να πάμε και σε αυτή την περίπτωση ήταν απίθανο να συγκρουστεί το ελικόπτερο με ένα μιράζ.

Πρόεδρος: Είπε, αν κατάλαβα καλά, ότι αν ερχόταν το ελικόπτερο από τον Κορυδαλλό, θα περνούσε πάνω από το αεροδρόμιο της Τανάγρας.

Ρούπα: Όχι, δεν θα περνούσε από εκεί. Κοιτάξτε, όλα αυτά έπρεπε να γίνουν νοτιότερα. Λόγω της αντίδρασης του Κουπαρίτσα, κατευθυνθήκαμε πιο βόρεια προσεγγίζοντας το πολεμικό αεροδρόμιο. Αν η στροφή γινόταν την ώρα που του έγινε η πρόταση, θα είμαστε αρκετά πιο νότια και πολύ πιο μακριά από το αεροδρόμιο που αναφέρεται. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία εσείς έχετε να εξετάσετε, από την άλλη όμως όλα αυτά δεν έχουν κανένα νόημα, αν δεν μπουν στο πραγματικό τους πλαίσιο. Δεν είχα αυτοσκοπό να πάρω το ελικόπτερο ούτε είχα ως αυτοσκοπό να κάνω την απόδραση γενικώς και αορίστως και ούτε καν προσωπικά κίνητρα δεν είχα, αμιγώς τουλάχιστον. Ο σύντροφός μου Νίκος Μαζιώτης, πέρα από σύντροφός μου στη ζωή είναι και στην ομάδα μου. Είναι Επαναστατικός Αγώνας και ως μέλος του και μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες που βρισκόμουν αυτά έπαιξαν καθοριστικότατο ρόλο για να παρθεί αυτή η απόσταση και να εκτελεστεί.

Όσον αφορά τον 187Α αναφέρθηκα πριν σε ένα στενά τεχνικό-νομικό ζήτημα που θα πρέπει να το εξετάσετε για να σταματήσει αυτή η ιστορία με τις ποινές που ξεπερνούν κάθε λογικό προηγούμενο και όχι μόνο με εμάς. Γενικότερα. Θα τα αναπτύξουν και οι συνήγοροί μας που είναι και οι πιο αρμόδιοι να το κάνουν. Όμως πιστεύω ότι με τον τρόπο που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα αυτό το άρθρο (187Α Π.Κ), καταπατούνται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Πάνω σε αυτή την καταπάτηση επίσης, θα αναφερθούν και με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Είπα και πριν ότι δεν πιστεύω πως τα δικαστήρια δεν βλέπουν τι γράφει το άρθρο. Νομίζω είναι συνειδητή επιλογή να παρακάμψουν το γεγονός ότι το 94 ΠΚ εφαρμόζεται μόνο σε ανθρωποκτονίες και όχι σε άλλες πράξεις και ότι στις άλλες πράξεις εφαρμόζεται το αρ.98 Π.Κ. Είναι μια συνειδητή επιλογή που αφορά τον ρόλο του 187Α. Δηλαδή γιατί φτιάχτηκε και τις σκοπούς υπηρετεί. Ο 187Α φτιάχτηκε με ένα συγκεκριμένο σκεπτικό. Το σκεπτικό ήταν να αντιμετωπίσει την αντικαθεστωτική πολιτική δράση η οποία εκφράζεται με όρους ένοπλου στην Ελλάδα. Γιατί στην Ελλάδα φαινόμενα άλλου τύπου ‘‘τρομοκρατίας’’ δεν έχουμε. Είναι ένας νόμος που έχει έρθει από το εξωτερικό, όπως γνωρίζετε και δεν διαμορφώθηκε εδώ. Παρ’ όλα αυτά το ‘‘πρόβλημα’’ που πρέπει να αντιμετωπίσει ο 187Α στην Ελλάδα είναι πολύ συγκεκριμένο: είναι η ένοπλη επαναστατική, αντικαθεστωτική – ή όπως ορίζει ο καθένας τον εαυτό του – δράση. Εισήχθη μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς ‘‘αντιτρομοκρατικής’’ παράκρουσης και του παγκόσμιου ‘‘αντιτρομοκρατικού πολέμου. Θυμόσαστε, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες νομο-παρασκευαστικές επιτροπές για τον ‘‘αντιτρομοκρατικό’’ νόμο στην Ελλάδα, οι περισσότεροι εκ των συναδέλφων σας νομικοί αναλυτές είτε δεν πήγαν καν στις αρμόδιες επιτροπές να το συζητήσουν είτε αποχώρησαν από αυτές, θεωρώντας ότι ήταν εντελώς απαράδεκτο το να θεσμοθετείται ένα τέτοιος νόμος για τα ελληνικά δεδομένα. Ο οποίος νόμος – λέγανε από την αρχή αυτής της συζήτησης –, ότι παραβιάζει ευθέως το άρθρο 7 του Συντάγματος λόγω της αοριστίας του, λόγω της μη συγκεκριμενοποίησης των κατηγοριών. Ανάμεσα σε αυτούς που είτε απείχαν είτε αποχώρησαν ήταν ο Λοβέρδος, ο Μανωλεδάκης, ο Παρασκευόπουλος μετέπειτα υπουργός Δικαιοσύνης και άλλοι, οι οποίοι θεωρούσαν απαράδεκτο να συμμετέχουν στη δημιουργία αυτού του νομοθετικού εκτρώματος. Και ειδικά ο 187Α είχε μια αποστολή, θα λέγαμε, πολιτικής καταστολής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της πολιτικής καταστολής εφαρμόστηκε και μάλιστα με υπερβάλλοντα ζήλο από τα δικαστήρια καθώς ακόμα και το ίδιο το άρθρο, έτσι όπως είναι με τους περιορισμούς που βάζει το παραβίαζαν κατ’ εξακολούθηση όλα τα δικαστήρια, σε σημείο μάλιστα – όπως έγινε με τον ΕΛΑ – να καταδικάσουν σε 1.100 χρόνια τον καθένα για όλες τις βομβιστικές επιθέσεις.

Με βάση τον 187Α κόσμος μπαίνει στη φυλακή, καταδικάζεται σε ποινές απαράδεκτα ψηλές σε σχέση με το ίδιο το γράμμα του 187Α, και δυσκολεύεται να βγει κιόλας, από τη φυλακή. Ο 187Α και το ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο. Η ένοπλη αντίσταση σε ένα καθεστώς το οποίο θέλει να δείχνει ότι είναι παντοδύναμο και αλώβητο, ‘‘δεν χωράει’’, γιατί ‘‘δεν χωράει’’ πολιτικός αντίπαλος. Και εδώ έρχεται ο 187Α για να επιχειρήσει την αποπολιτικοποίηση της δράσης. ‘‘Δεν υπάρχει πολιτική αντίσταση’’. ‘‘Δεν υπάρχει αντικαθεστωτική πολιτική δράση σε συνθήκες δημοκρατίας’’. ‘‘Υπάρχει μόνο τρομοκρατία’’. Τρομοκρατία τι είναι; Ως όρος πρωτοεμφανίστηκε για να ορίσει την κρατική τρομοκρατία. Η ανάλυση της λέξης είναι το κράτος του τρόμου. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι εξετάζουμε τη δράση των τζιχαντιστών ποιο είναι το ‘‘κράτος του τρόμου’’ που επιβάλλουν αυτοί; Παρ’ όλο που κάνουν πράγματα κατακριτέα από όλη την κοινωνία γιατί στοχεύουν σε πολίτες, γιατί δεν ιεραρχούν ποιον θα χτυπήσουν και ποιον όχι. Το γιατί εκδηλώθηκε αυτό το φαινόμενο είναι άλλη ιστορία και αφορά τη γενικότερη ιστορική κίνηση του καπιταλιστικού συστήματος και τους πολέμους που έχουν εξαπολύσει τα δυτικά κράτη στο όνομα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και επέκτασης. Και κάποιοι άνθρωποι στον πλανήτη αποφάσισαν να αντιδράσουν βάζοντας στην ίδια μοίρα αυτούς που αποφασίζουν και εκτελούν τους πολέμους και εξοντώνουν εκατομμύρια ανθρώπους, με αυτούς που συναινούν σε αυτούς τους πολέμους. Και φτάσαμε στο σημείο να γίνονται επιθέσεις στην Ευρώπη – και αλλού – χωρίς διάκριση. Θα αναφερθώ μετά στο τι έλεγε ο Επαναστατικός Αγώνας για αυτό το φαινόμενο, πριν πάρουν αυτή την έκταση. Αυτό το φαινόμενο δεν το έχουμε στην Ελλάδα.

Όμως τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλη τη ‘‘δημοκρατική’’ καπιταλιστική ‘‘δύση’’ έχουμε το εξής: ‘‘Στη δημοκρατία σήμερα που είναι το ανώτερο και τελειότερο πολιτικό σύστημα, που χωράει όλες τις προβληματικές και όλες τις πολιτικές τάσεις, δεν έχει κανένα νόημα να αντιδράς πολιτικά γιατί έχουμε ολοκληρωθεί πλέον ως ανθρωπότητα, έχουμε φτάσει στο απόγειό μας, στο τελειότερο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα και ό, τι άλλο εκφράζεται το οποίο θέλει να μας πλήξει, δεν είναι πολιτικό, είναι τρομοκρατία’’(sic). Αυτό εξυπηρετεί ο 187Α. Είναι έτσι; Δηλαδή, ποιος πιστεύει πραγματικά ότι αυτό που ζούμε σήμερα είναι το τελειότερο, το πιο ολοκληρωμένο πολιτικό σύστημα; Ποιος το πιστεύει; Το πιστεύει κανένας; Εγώ δεν πιστεύω ότι πιστεύει κανένας. Αυτοί που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο από αναλυτές νομικούς, κοινωνικούς, από δικαστές, εισαγγελείς, ανακριτές κλπ και φυσικά πολιτικούς – γιατί πρωτοπόροι σε αυτή την θέση δεν ήταν η δικαστική, αλλά η εκτελεστική εξουσία – το κάνουν λόγω του θεσμικού τους ρόλου. Δηλαδή, η ‘‘αντιτρομοκρατική’’ μανία εισήλθε στην Ελλάδα μέσω της εκτελεστικής εξουσίας. Υποχρεώθηκε η δικαστική εξουσία αυτό να το κάνει νόμους και να δικάζει με βάση αυτούς. Ποιος πιστεύει ότι είναι το τελειότερο πολιτικό σύστημα; Κανένας. Απλώς αυτοί που το λένε πρέπει να υπηρετήσουν και να διασφαλίσουν τη διαιώνισή του. Και γιατί να διασφαλίσουν τη διαιώνισή του; Γιατί πολύ απλά, είναι τα συμφέροντά τους. Είναι τα συμφέροντα είτε τα δικά τους είτε των ανωτέρων τους. Και η κατακλείδα αυτής της θέσης είναι ‘‘ό, τι παθογένειες και καταστροφές δημιουργεί αυτό το πολιτικο-οικονομικό σύστημα, τις χώνουμε κάτω από το χαλί και οποιαδήποτε αντίδραση γίνεται γιατί υπάρχουν αυτές οι παθογένειες, το ονομάζουμε τρομοκρατία και τους φορείς της τους πετάμε στη φυλακή τόσα χρόνια ώστε να μη μπορούν να βγουν, για να μην τους έχουμε μπροστά μας και να μπορέσουμε να συνεχίσουμε το έργο μας’’. Και ποιο είναι το έργο τους; Αυτό που ζούμε σήμερα.

Όταν ξεκίνησε τη δράση του ο Επαναστατικός Αγώνας ήταν χάλια τα πράγματα από πολλές απόψεις. Παρ’ όλα αυτά το σύστημα καμωνόταν ότι ήταν σε ένα απόγειο ακμής, ότι ήταν άρτιο που ξεπερνούσε μόνο του τις κρίσεις του, οι αγορές αυτορυθμίζονταν, όλοι μιλούσαν για το τέλος των κρίσεων…! Κρίσεις που είχαν ξεσπάσει στα τέλη της δεκαετίας του ’90 – μιλώ για τις καταρρεύσεις των χωρών της νοτιανατολικής Ασίας – είναι τα γεγονότα που μας έχουν σημαδεύσει ως Επαναστατικό Αγώνα. Οι καταρρεύσεις που έγιναν μέσα στη δεκαετία του ’90, η χρηματιστηριακή κατάρρευση των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας στις ΗΠΑ (των λεγόμενων dot.com) ήταν γεγονότα τα οποία επεξεργαζόμασταν και πριν ακόμα τη δημιουργία του Επαναστατικού Αγώνα. Και βλέπαμε μέσα από αυτά ότι διανύαμε μια πορεία, η οποία θα είναι ολέθρια. Ποια θα ήταν αυτή η πορεία; Μια πορεία συνεχών κρίσεων, οικονομικών αναταράξεων, όπου οικονομίες καταρρέουν και λαοί ξεκληρίζονται, περνούν στο περιθώριο και άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα. Και το μόνο που ενδιαφέρει τους υπερασπιστές του καπιταλισμού και της αντιπροσωπευτικής ‘‘δημοκρατίας’’ – είναι να μην χτυπήσει κάποια κρίση το λεγόμενο καπιταλιστικό κέντρο και πάθει κάποια ανυπολόγιστη βλάβη το σύστημα. Εφόσον οι κραδασμοί των κρίσεων μπορούν να απορροφούνται, ‘‘μια χαρά είναι το σύστημα’’, ‘‘έχει ελαστικότητα’’, ‘‘μπορεί να απορροφά όλους αυτούς τους κραδασμούς’’, να συνεχίσει να ανακυκλώνεται, ακόμα και αν σημαίνει ότι μπορεί να ισοπεδώνεται και να πεθαίνουν ακόμα και εκατομμύρια άνθρωποι κάθε μέρα σε όλο τον πλανήτη.

Τα παρακολουθούσαμε λοιπόν αυτά τα γεγονότα και καταλάβαμε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα είναι πάρα πολύ άδικο αυτό που συμβαίνει όπως για παράδειγμα αυτά που είχαν συμβεί στις χώρες της νοτιανατολικής Ασίας, τα θυμάστε; Δεν ξέρω, εμάς πάντως μας είχαν επηρεάσει. Όπως επίσης το 2001 έγινε η κατάρρευση της Αργεντινής. Το 2001 δεν είχε δημιουργηθεί ο Επαναστατικός Αγώνας. Στην Αργεντινή έγινε η μεγάλη έκρηξη. Μια χώρα της οποίας το νόμισμα είχε προσδεθεί με το δολάριο, λόγω της οικονομικής της κατάστασης και του υψηλού χρέους υποχρεώθηκε να το αποσυνδέσει. Αυτό είχε ως επακόλουθο να κατακρημνιστεί το αργεντίνικο πέσο, να ακολουθήσει μια μεγαλειώδης κοινωνική εξέγερση και να φεύγει η κυβέρνηση με το ελικόπτερο νύχτα από το προεδρικό μέγαρο. Αφού ανέβηκαν και έπεσαν πέντε κυβερνήσεις μέσα σε μια εβδομάδα μέσω της μεγάλης κοινωνικής εξέγερσης, κατάφεραν να ισορροπήσουν την κατάσταση ως ένα βαθμό μέσα από την άρνηση πληρωμής του χρέους. Η Αργεντινή ήταν ένα παράδειγμα για το οποίο λέγαμε ως Επαναστατικός Αγώνας ότι δεν είναι καθόλου μακριά, ότι η Ελλάδα, παρ’ όλο που βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ΟΝΕ, αυτό δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα αυτά να εκδηλωθούν και εδώ, δεν σημαίνει ότι επειδή είμαστε στην ΟΝΕ, είμαστε καλυμμένοι και δεν θα περάσουμε μια μεγάλη κρίση, μια κρίση προερχόμενη από το ίδιο το καπιταλιστικό κέντρο μπορεί να εκδηλωθεί, και η Ελλάδα έχει όλες τις προδιαγραφές να πληγεί πολύ σφοδρά από μια τέτοια κρίση. Μισό λεπτό, θα σας τα διαβάσω για να μη λέτε ότι τα λέω τώρα και εκ των υστέρων. Έχει σημασία να διαβαστούν αυτά, όχι για να πω ‘‘τι προβλέψαμε και πόσο καλοί είμαστε στις προβλέψεις’’. Έχει σημασία γιατί αυτές οι προβλέψεις καθόρισαν τη δικιά μας επιλογή αγώνα. Δηλαδή, το αδιέξοδο που βιώνουμε ως κοινωνίες – το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο – με αυτό το σύστημα το οποίο είναι απαράδεκτο, είναι συγκεντρωτικό, εξουσιαστικό, εκμεταλλευτικό, τρομοκρατικό, εγκληματικό, δολοφονικό, η μόνη διέξοδος είναι η επανάσταση. Είναι η μόνη διέξοδος η επανάσταση όχι γιατί εμάς ‘‘μας έχει καθίσει στο μυαλό’’, είναι θέμα απόδειξης. Η απόδειξη ξεκινάει προ κρίσης μέσα από τις προκηρύξεις του Επαναστατικού Αγώνα και φθάνει στην περίοδο της κρίσης, για να επιβεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει όντως άλλος δρόμος από την κοινωνική Eπανάσταση. Και ποια επανάσταση όμως; Αυτό είναι το ερώτημα. Γιατί κατ’ εμάς, δεν μπορεί να μιλάς γενικώς για επαναστάσεις. Ως επανάσταση μπορεί να εννοηθεί από τον άλλον, οτιδήποτε. Ο κόσμος μπορεί να ακούει ‘‘επανάσταση’’ και να κρύβεται κάτω από το τραπέζι. Αυτό πρέπει να εξηγηθεί. Τι είδους επανάσταση πρεσβεύεις και τι είναι αυτό που θέλεις να κάνεις, τι προτείνεις να γίνει και πώς αυτό θα επιλύσει τα προβλήματα που πιστεύεις εσύ ότι πρέπει να επιλυθούν. Και όλος ο κόσμος θέλει να επιλυθούν.

Ο Επαναστατικός Αγώνας λοιπόν εκ της ιδρύσεώς του – με το ‘‘καλημέρα σας’’ –, από το 2003 που έγινε η πρώτη ενέργεια της οργάνωσης και η πρώτη προκήρυξη που κυκλοφόρησε, αναφερόταν στη Νέα Παγκόσμια Τάξη και στον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’, στον πόλεμο του Κόλπου το ’91, στη νεοφιλελεύθερη επέλαση και στην παγκοσμιοποίηση. Έλεγε: ‘‘Η πρώτη πολεμική πράξη που έγινε στα πλαίσια της Νέας Παγκόσμιας Τάξης, ο πόλεμος στον Κόλπο το 1991, διεξήχθη σε μια εποχή που στα υπερεθνικά κέντρα εξουσίας κυριαρχούσε μια υπέρμετρη ευφορία για τη νίκη του δυτικού μοντέλου κυριαρχίας επί του υπαρκτού ‘‘σοσιαλισμού’’, ευφορία που εκφραζόταν μέσα από αλαζονικές αναλύσεις και διακηρύξεις για το ‘‘τέλος των ιδεολογιών’’, την ‘‘παντοδυναμία’’ του συστήματος και τις ‘‘αναμφισβήτητες’’ αξίες του. Η πορεία της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της οικονομικής και πολιτικής ενσωμάτωσης όλου του πλανήτη στο δυτικό μοντέλο ηγεμονίας’’…. (είναι αυτή η πορεία μέσα στην οποία γίνονται οι σύγχρονοι πόλεμοι και μέσα από αυτούς ξεπήδησε και το φαινόμενο των ακραίων ισλαμιστών που επιτίθενται στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο γενικότερα, και όχι μόνο) ... ……. ‘‘έχει δείξει εδώ και καιρό τα πραγματικά αποτελέσματά της, τα οποία φαίνονται με ιδιαίτερη ωμότητα στις κατεστραμμένες οικονομίες πολλών χωρών που αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν τις οικονομικές συνταγές και τις αναδιαρθρωτικές προσαρμογές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας….’’, (το ζήτημα του ΔΝΤ, είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο· απασχόλησε τον Επαναστατικό Αγώνα με τη λογική ότι κάποια στιγμή μπορεί να έχουμε να κάνουμε και με αυτό τον μηχανισμό, έτσι;)… ‘‘στο 40% του παγκόσμιου πληθυσμού που βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας, στα 5,5 δισεκατομμύρια ανθρώπων που ζουν με στερήσεις κάθε είδους, στα 30 εκατομμύρια που πεθαίνουν κάθε χρόνο από την πείνα….

Η φτώχεια, η περιθωριοποίηση, ο κοινωνικός αποκλεισμός που σήμερα δεν αποτελούν ‘‘προνόμια’’ μόνο των χωρών της περιφέρειας, αλλά παρουσιάζονται με όλο και μεγαλύτερη οξύτητα και στο εσωτερικό των χωρών του λεγόμενου καπιταλιστικού κέντρου, είναι ό, τι γεννάει η κούρσα της παγκοσμιοποίησης και ο συγκεντρωτισμός του κεφαλαίου. Αυτή η πραγματικότητα είναι η αιτία που μεγαλώνει συνεχώς ο σκεπτικισμός για την αποτελεσματικότητα – ακόμα και τη βιωσιμότητα – του συστήματος, καθώς γίνεται όλο και πιο σαφές’’ (θα σα πω στη συνέχεια τι έλεγε ένας άλλος γι’ αυτό) ‘‘πως η «αόρατος χειρ» της ελεύθερης αγοράς όχι μόνο δεν δύναται να φέρει τη μέγιστη αύξηση του πλούτου των εθνών, όπως υποστηρίζει ο Άνταμ Σμιθ, αλλά έχει δημιουργήσει μια χαώδη κατάσταση σε όλο τον πλανήτη’’.

Όλα αυτά είναι εκ διαμέτρου αντίθετα από όσα έλεγαν εκείνη την περίοδο οι κυρίαρχοι. Απ’ όσα έλεγαν οι οικονομικοί αναλυτές, απ’ όσα έλεγε η οικονομική εξουσία και απ’ όσα έλεγε η πολιτική εξουσία. Μέσα σε αυτή την λογική, να ‘‘συμμετέχουμε όλοι σε αυτό το παιχνίδι’’ που έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’90 με το νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις αρχικά με τη ΝΔ και στη συνέχεια με το ΠΑΣΟΚ, φθάσαμε στο 1999 με το χρηματιστήριο. Θυμάστε τι έγινε το ’99; Η πολιτική εξουσία τότε μέσα στη βουλή μιλούσε για τον δείκτη του χρηματιστηρίου, αν είναι δυνατόν. Δηλαδή η ίδια η εκτελεστική εξουσία συζητούσε μέσα στη βουλή για την πορεία του χρηματιστηρίου. Και όλος ο κόσμος – κάτι παππούδες, κάτι γιαγιάδες, εργάτες και μετανάστες – έπαιζαν στο χρηματιστήριο. Θυμάμαι ακόμα μια γελοιογραφία με μια γιαγιά σε ένα βουνό που έβοσκε πρόβατα, να μιλάει στο κινητό για την πορεία των ‘‘blue chips’’. Όλο αυτό ήταν μια κομπίνα. Η λεγόμενη πυραμίδα. Και αφού άρχισαν να πουλάνε μετά οι ‘‘μεγάλοι παίχτες’’ του χρηματιστηρίου, όλος αυτός ο πλούτος από την κοινωνική βάση που επενδύθηκε στο χρηματιστήριο, πού κατέληξε; Στα χέρια των έξυπνων μεγαλοεπενδυτών, οι οποίοι υποδαύλισαν και τροφοδότησαν αυτή την χρηματιστηριακή φούσκα και με πρωταγωνιστή ποιόν; Τη βουλή, την εκτελεστική εξουσία, την ίδια την κυβέρνηση.

Αυτή η κρίση, η χρηματιστηριακή κατάρρευση του ’99, αφορούσε μόνο την κοινωνία, όλους αυτούς τους φτωχούς και τη μεσαία τάξη που επένδυσε τις οικονομίες της στο χρηματιστήριο – κατόπιν παρότρυνσης και της πολιτικής εξουσίας. Δεν αφορούσε η κρίση αυτή το σύστημα. Μια χαρά πήγε, ίσα-ίσα. Έβγαλε και υπερκέρδη από τις αποταμιεύσεις των φτωχών, έγινε μια μοναδική ανακατανομή πλούτου από κάτω προς τα επάνω, για να συνεχίσει ο καπιταλισμός την πορεία του. Αυτό γινόταν και καθ’ όλη τη δεκαετία του 2000. Δηλαδή, τέτοιες απώλειες όπως αυτές που είχαμε στο χρηματιστήριο το ’99, συνέβαιναν κατά κόρον και το επόμενο διάστημα. Με τη μόνη διαφορά ότι συνέβαιναν μόνο ‘‘κάτω’’ – στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, – όχι ‘‘πάνω’’. Δεν άγγιζε τα υψηλά κοινωνικά στρώματα. Ακόμα και καταρρεύσεις όπως αυτές των χωρών της νοτιανατολικής Ασίας. Για τις οποίες προέκυψε μια συζήτηση, ‘‘μήπως πρέπει να το ρυθμίζουμε το πράγμα’’ (το σύστημα, δηλαδή) ‘‘γιατί παραείναι ανεξέλεγκτο’’; Περιμένανε να δούνε αν χτυπήσουν το καπιταλιστικό κέντρο αυτές οι καταρρεύσεις. Εφόσον είδαν ότι δεν το χτύπησαν, είπαν ‘‘προχωράμε ακάθεκτοι, όλος ο πλανήτης και η κοινωνική βάση παντού μπορεί να απορροφήσει ό, τι τυχοδιωκτισμούς, κλεψιές και τρομοκρατικές ενέργειες κάνουμε’’. Με τη μόνη διαφορά ότι κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο. Και αυτά που έλεγαν τότε – το 2003 – ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα με αυτά που λέγαμε εμείς. Με πρώτο και καλύτερο τον πρώην πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), τον Αλαν Γκρίνσπαν, ο οποίος ήταν και ο μακροβιότερος πρόεδρος. Αυτός έβγαλε ένα βιβλίο το 2006 – η εποχή των αναταράξεων’’ – και έλεγε πόσο ολοκληρωμένο και πόσο τέλειο και πόσο απρόσβλητο είναι αυτό το σύστημα. Και έλεγε ότι ‘‘οι κρίσεις που συμβαίνουν, δεν είναι τίποτα· αλλά εφόσον αφήσεις τις αγορές να αυτορυθμίζονται’’ – ακραίες νεοφιλελεύθερες οι απόψεις του – ‘‘δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα· μπορούμε να προχωράμε και να αναπτύσσεται το σύστημα μια χαρά’’. Και ο Γκρίνσπαν αναφέρεται στον Άνταμ Σμιθ, όπως αναφερόμαστε κι εμείς τότε. Αυτός έλεγε ότι ο Άνταμ Σμιθ το 1776 ήταν ο πρώτος που όχι μόνο απενοχοποίησε τον ατομικό πλούτο, αλλά τον ανήγαγε σε αιτία βελτίωσης της κατάστασης όλης της κοινωνίας. Έλεγε ότι αφήνοντας το άτομο ελεύθερο να λειτουργεί για την ικανοποίηση του δικού του ατομικού συμφέροντος, εφόσον ο καθένας κυνηγάει την προσωπική του επιτυχία, τον πλουτισμό του εις βάρος των άλλων, αυτό οδηγεί στην ανάπτυξη της οικονομίας και στον πλούτο των εθνών. Έλεγε ο Γκρίνσπαν συγκεκριμένα (μεταφέροντας τα λόγια του Άνταμ Σμιθ): ‘‘Τα άτομα που ανταγωνίζονται μεταξύ τους με σκοπό το ατομικό κέρδος, ενεργούν σαν να οδηγούνται από κάποιο αόρατο χέρι, στην προώθηση του γενικού καλού’’. Την φράση ‘‘αόρατο χέρι’’ την ανέφερε αυτός (ο Σμιθ) και από τότε έως σήμερα χρησιμοποιείται η φράση ‘‘η αόρατος χειρ’’ των ελεύθερων αγορών, οι οποίες πρέπει ‘‘ανεξάρτητα και χωρίς παρεμβάσεις πολιτικές να τις αφήνουμε να κάνουν ό, τι θέλουν, αφού – στο τέλος-τέλος –, και κρίσεις να ξεσπούν, το σύστημα αυτοδιορθώνεται, αρκεί να μην παρέμβει κανείς στη λειτουργία του’’. Για το αν έγινε πολιτική παρέμβαση ή όχι, αυτό θα το πούμε πιο μετά.

Στο βιβλίο του ο Γκρίνσπαν μεταφέρει τα λόγια του Άνταμ Σμιθ: ‘‘Η φυσική προσπάθεια κάθε ατόμου να βελτιώσει την κατάστασή του, όταν επιτρέπεται να ασκηθεί σε συνθήκες ελευθερίας και ασφάλειας, είναι μια τόσο ισχυρή αρχή που από μόνη της και χωρίς καμία βοήθεια είναι ικανή να οδηγήσει την κοινωνία στον πλούτο και την ευημερία’’. Συνεχίζει ο Γκρίσπαν: ‘‘Η κατανόηση εκ μέρους του Σμιθ της σημασίας του ατομικού συμφέροντος ήταν ακόμα πιο επαναστατική, δεδομένου ότι σε όλη την ιστορία και σε πολλούς πολιτισμούς το να ενεργεί κάποιος με γνώμονα το προσωπικό του συμφέρον – ιδιαίτερα όταν επιδίωκε τον προσωπικό του πλουτισμό – θεωρούνταν απρεπές, αν όχι παράνομο’’. Οι θέσεις του Άνταμ Σμιθ όντως, ήταν μια τομή λοιπόν, που δημιουργήθηκε σε θεωρητικό επίπεδο πριν τη βιομηχανική επανάσταση. Και μετά τη βιομηχανική επανάσταση και την άνοδο της αστικής τάξης στην εξουσία, έγινε κανόνας και ‘‘ευαγγέλιο’’. Το οποίο ‘‘ευαγγέλιο’’ προτρέπει στη διάλυση της κοινωνικής αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής και στην προώθηση του ατομικού συμφέροντος από το κάθε άτομο, με το επιχείρημα ότι αυτό προάγει το συμφέρον όλης της κοινωνίας. Να το δούμε αυτό με βάση την ιστορική εξέλιξη, που καταλήξαμε σήμερα; Ότι διαλύοντας την κοινωνική συνοχή, καταδικάζοντας την κοινωνική αλληλεγγύη, διαλύοντας τις κοινότητες που ήταν οργανωμένες οι κοινωνίες πριν τον καπιταλιστική επέλαση, και καταλύοντας την ελευθερία που ως ένα μεγάλο βαθμό είχαν οι κοινότητες να αυτοοργανώνονται – είτε ήταν σε αγροτικές περιοχές είτε σε πόλεις είτε ήταν συνεργατικές ενώσεις κλπ – καταλύοντας όλα αυτά, προάγοντας το ατομικό συμφέρον καταλήγουμε πού; Σε αυτό που έχουμε σήμερα. Και αυτό που έχουμε σήμερα είναι εντελώς αναντίστοιχο με αυτό που θα μπορούσε να εννοήσει κάποιος ως ανθρώπινη πρόοδο.

Αντιθέτως, έχουμε ένα σύστημα που ως θεμέλιο λίθο έχει το ατομικό συμφέρον και το να προσπαθεί ο καθένας να πλουτίζει πατώντας πάνω στο κεφάλι, στα πτώματα των διπλανών του, ανάγεται σε προαπαιτούμενο για την δημιουργία και διαιώνιση του συστήματος. Και στο σημερινό αποκορύφωμά του αυτό το σύστημα, κατέληξε στην δημιουργία μιας υπερεθνικής οικονομικής εξουσίας, η οποία είναι τόσο ισχυρή ώστε δεν μπορεί να αντιπαραβάλλει απέναντί της την εξουσία της καμία πολιτική δύναμη.

Ο Κασιμάτης – που διαβάσαμε τις προάλλες – έχει πει με δυο λόγια ότι πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, η πολιτική δύναμη όλης της ανθρωπότητας έχει γονατίσει από μια εξωπολιτική δύναμη, μια μη πολιτική εξουσία. Και αυτή η μη πολιτική εξουσία είναι οι αγορές κεφαλαίων, είναι το χρηματιστικό κεφάλαιο, είναι ο καπιταλισμός στη σημερινή μορφή του. Αυτά τα ζήσαμε ως χώρα με τα ‘‘μνημόνια’’.

Διαβάσαμε για τις παρανομίες που έγιναν με τα ‘‘μνημόνια’’. Σας έδωσα ορισμένα κείμενα – που διαβάστηκαν – αναφορικά με το τι έγινε το 2010. Και γιατί ο Επαναστατικός Αγώνας ήταν υποχρεωμένος πάση θυσία, να συνεχίσει μια δράση την οποία την είχε ξεκινήσει από το 2003 και έχει προβλέψει όλα αυτά που τελικά έγιναν. Αυτά είναι δεσμεύσεις. Όταν τα γράφεις, όταν τα λες, δεν το κάνεις για να βγεις μετά και να πεις, ‘‘τι ωραίος ήμουν που το πρόβλεψα’’. Είναι δεσμεύσεις ζωής.

Όταν το 2005 ο Επαναστατικός Αγώνας έγραφε για την επερχόμενη κρίση, εννοείται πως ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει να δρα εν μέσω της κρίσης. Λέγαμε τότε – είναι η προκήρυξη – ανάληψης ευθύνης για το υπουργείο Απασχόλησης: ‘‘Είναι αλήθεια πως η Ελλάδα βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση. Είναι αλήθεια πως το ελληνικό κράτος αναζητά συνεχώς τρόπους συγκέντρωσης χρημάτων για να πληρώνει τόκους προηγουμένων δανείων σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οίκους. Είναι αλήθεια πως μια ενδεχόμενη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας δεν βρίσκεται στη σφαίρα της φαντασίας. Είναι αλήθεια, επίσης, πως το χρέος είναι αποτέλεσμα της συστηματικής ενίσχυσης του κεφαλαίου από το ελληνικό δημόσιο, όπως προαναφέραμε. Είναι αποτέλεσμα μας ταξικής πολιτικής του ελληνικού κράτους που ευνοεί του ισχυρούς και στρέφεται ενάντια στους ανίσχυρους, είναι μια ταξική επιλογή αναδιανομής του πλούτου από κάτω προς τα πάνω και στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι πολιτικές για τη μείωση του χρέους και για την επίλυση του οικονομικού προβλήματος. Ό, τι χρήματα πρόκειται να μαζευτούν στα δημόσια ταμεία για να τραφεί περισσότερο το ήδη υπερτροφικό χρηματιστικό κεφάλαιο θα μαζευτούν από την ενισχυμένη αφαίμαξη των χαμηλών στρωμάτων. Και το ελληνικό κράτος θα επισπεύσει τη διαδικασία προσαρμογής της ελληνικής κοινωνίας στην οικονομική παγκοσμιοποίηση προκειμένου να ανατρέψει την πορεία φυγής κεφαλαίων από την Ελλάδα’’.

Αυτό που θέλω να διαβάσω επίσης, είναι αυτό που είχε γράψει ο Επαναστατικός Αγώνας με την επίθεση στο υπουργείο Οικονομίας τον Δεκέμβριο του 2005: ‘‘Ο φόβος για μια νέα, ακόμη μεγαλύτερης έντασης και έκτασης, κρίση που ενδεχομένως να πλήξει και το φαινομενικά αλώβητο καπιταλιστικό κέντρο, είναι ο κύριος λόγος που οι προαναφερόμενοι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες διερευνούν την εισαγωγή ρυθμίσεων που θα λειτουργούν ως ασφαλιστικές δικλείδες για την αγορά, και θα επιτρέπουν τη συνέχιση της πορείας προς την παγκοσμιοποίηση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος’’.

Γράφει πιο πριν σε αυτή την προκήρυξη για διάφορες ‘‘συζητήσεις’’ που γίνονταν τότε, μετά την κρίση των χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας και την κρίση στην Αργεντινή, αναφορικά με το αν πρέπει σε αυτό το σύστημα να μπει κάποιος έλεγχος. Γιατί από τη δεκαετία του ’80 που ξεκίνησε η πλήρης απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου, η οποία απελευθέρωση είχε ως αποτέλεσμα αυτές οι κρίσεις να εκδηλώνονται κατόπιν των ‘‘φιλικών’’ επιθέσεων των κεφαλαίων σε διάφορες χώρες – όπως αυτές της Ασίας – με αποτέλεσμα να δημιουργούνται διαφόρων ειδών ‘‘φούσκες’’, οι οποίες έσκαγαν όταν αυτά τα κεφάλαια αποφάσιζαν ότι πρέπει να εγκαταλείψουν τις χώρες αυτές, αφού απομυζούσαν πριν ό, τι κοινωνικό πλούτο μπορούσαν. Είναι σαν τα κοράκια τα κεφάλαια αυτά. Αφού τρώνε ό, τι βρουν, μετά πρέπει να επιστέψουν στην ασφάλεια του καπιταλιστικού κέντρου. Επειδή φοβήθηκαν κάποια στιγμή ότι και το καπιταλιστικό κέντρο δεν είναι ασφαλές, σκέφτηκαν μήπως θα έπρεπε να προλάβουν μια κατάρρευση μεγάλου βεληνεκούς. Αυτή ήταν μια συζήτηση που γινόταν τότε και σε αυτό απάντησε ο Επαναστατικός Αγώνας λέγοντας ότι είναι φαινομενικά αλώβητο το καπιταλιστικό κέντρο και ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η εκδήλωση μιας κρίσης σε αυτό. Συνεχίζει η προκήρυξη: ‘‘Όσον αφορά την Ελλάδα, η ίδια η ιστορία έχει ήδη αναδείξει πόσο φαιδρά ήταν τα φληναφήματα της πολιτικής εξουσίας περί ισχυροποίησης της ελληνικής οικονομίας ύστερα από την είσοδο της στην Ε.Ε., στη ζώνη του ευρώ και το άνοιγμα της στις διεθνείς αγορές…..’’. Σας διαβάζω αυτά, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά για να μην μου πείτε ότι τα λέω από μόνη μου εκ των υστέρων. Δηλαδή, ότι τώρα ‘‘βρεθήκατε εσείς σε αυτή την κατάσταση και επειδή θέλατε να συνεχίσετε αυτά που κάνατε, λέτε ότι είχατε πει πράγματα από την αρχή’’. Είναι δεσμεύσεις όλα αυτά, σας είπα.

‘‘Τα τελευταία απομεινάρια μιας ήδη αποσαρθρωμένης παραγωγικής δομής σαρώνονται από τις ανταγωνιστικές δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς, καμιά προοπτική για τη δημιουργία νέων παραγωγικών δομών δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα – εκτός και αν καταφέρουμε να ανταγωνιστούμε την Κίνα σε μισθούς, όπως προτρέπουν οι ευρωπαίοι επιχειρηματίες, η πλασματική ευημερία που για χρόνια βασίστηκε στην κατανάλωση με δανεικά λαμβάνει τέλος και το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να χρεώνει τις επόμενες γενιές με το υπέρογκο δημόσιο χρέος που κάθε χρόνο αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς, λόγω των υψηλών επιτοκίων με τα οποία οι κυβερνήσεις προσφέρουν ως αντάλλαγμα για να συνεχίσουν να δανείζονται. Κατά την άποψή μας η Ελλάδα βρίσκεται σε δεινή θέση και δεν σεβόμαστε την άποψη που λέει πως η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ καθιστά δεδομένη την αποφυγή σοβαρών κρίσεων. Τα δομικά προβλήματα της «εθνικής» οικονομίας σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη εγγενή τάση του καπιταλιστικού συστήματος προς την ανισορροπία, δημιουργούν ένα καλό συνδυασμό για μια επικείμενη οικονομική κρίση, την οποία δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από ποιους γεωγραφικούς παράλληλους θα ξεκινήσει’’. Ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, τελικά. Σε όλες τις προκηρύξεις του Επαναστατικού Αγώνα, γίνεται κατ’ αρχήν, μια ανάλυση των δεδομένων που υπάρχουν και αν μπορούν να ξεπεραστούν με άλλο τρόπο. Ο Επαναστατικός Αγώνας, πάντα έλεγε – το λέγαμε και από τη φυλακή και μέσα από αναρίθμητα κείμενα – ότι ο μόνος δρόμος για να λυθούν τα κοινωνικά προβλήματα, είναι η ανατροπή του συστήματος. Αυτά τα λέγαμε από το 2003 και η πρώτη προκήρυξη του Επαναστατικού Αγώνα με το πρόταγμα της κοινωνικής Επανάστασης τελειώνει. Και η δεύτερη προκήρυξη και η τρίτη προκήρυξη…. Και όλες οι προκηρύξεις του Επαναστατικού Αγώνα εκεί εστιάζουν. Αναλύουν το καθεστωτικό πολιτικό πλαίσιο. Είχε πει ο Επαναστατικός Αγώνας πριν τα ‘‘μνημόνια’’ πως αυτά θα γίνουν δεκτά απ’ όλα τα πολιτικά κόμματα. Είχε μιλήσει για τον Συνασπισμό τότε – μετέπειτα Σύριζα – και ότι και αυτός είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει αυτή την κατεύθυνση, ασχέτως αν αντιδρά ως αντιπολίτευση. Αυτό εξηγείται με κάποιο τρόπο. Ο ένας τρόπος να το εξηγήσεις είναι ότι δεν είναι δυνατόν ένα κόμμα εξουσίας να αντιπαρατεθεί με την υπερεθνική οικονομική ελίτ. Ότι αυτή η αντιπαράθεση μπορεί να γίνει μόνο από τα κάτω. Μόνο από μια γενικευμένη κοινωνική ανατροπή του καθεστώτος. Γατί όποιος μπαίνει να υπηρετήσει αυτό το καθεστώς, από όποια πολιτική τάση κι αν προέρχεται – από την άκρα δεξιά έως την αριστερά – δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί στην υπερεθνική οικονομική και πολιτική εξουσία. Δεν μιλάμε φυσικά, για το ‘‘κέντρο’’. Αυτό έδωσε τις εξετάσεις του και είδαμε τα αποτελέσματα. Μιλάμε γι’ αυτούς που υποτίθεται, δεν έχουν πάρει ακόμα την εξουσία. Για να μην μιλήσουμε τώρα για τους φασίστες της Χρυσής Αυγής που καμώνονται ότι είναι αντισυστημικοί, είναι για γέλια. Πέρα απ’ ότι είναι φασίστες, ρατσιστές, και προβλέπουν σε ένα υπερ-συγκεντρωτικό καθαρό υποτίθεται, κράτος και ασπάζονται όλα τα εγκλήματα του φασισμού και του ναζισμού στην ιστορία, ακόμα και η θέση ότι θα μπορέσει κάποιος να σηκώσει ανάστημα σαν κόμμα εξουσίας απέναντι στο ‘‘σύστημα’’, είναι από τους μεγαλύτερους πολιτικούς απατεώνες διότι είναι από αυτούς που κατ’ εξοχήν προωθούν τα πάγια συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου στην ιστορία. Απλώς θέλουν να πλασάρονται περισσότερο ως υπερασπιστές των συμφερόντων των ελλήνων καπιταλιστών και δη των εφοπλιστών. Και κυρίως ως υπηρέτες αυτών λειτουργούν και αυτό το έχουν δείξει και με τη δράση τους. Αυτά είναι μια παρένθεση.

Εν κατακλείδει δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα εξουσίας το οποίο να μπορέσει – και να θέλει – να προχωρήσει σε σύγκρουση με την υπερεθνική οικονομική και πολιτική εξουσία, γιατί, όπως έδειξε η ιστορία στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, μια απόπειρα να στραφεί προς άλλη κατεύθυνση το σύστημα, είναι μάταιη και αδιέξοδη. Αυτό επιχειρήθηκε με τον Σύριζα. Ο Σύριζα πήρε την εξουσία υποσχόμενος αρχικά ότι θα σκίσει τα ‘‘μνημόνια’’. Μετά το ‘‘σκίσιμο των μνημονίων’’ – πριν πάρει την εξουσία –, έγινε ‘‘μια ευκαιρία επαναδιαπραγμάτευσης των συμβάσεων δανεισμού’’. Και όταν πήρε την εξουσία προχώρησε σε μια υποκριτική – πιστεύω εγώ – αντίσταση η οποία κράτησε για μήνες και να φτάσουμε το καλοκαίρι του ’15 να κηρύξουν το δημοψήφισμα. Και να γίνει τελικά το δημοψήφισμα, το οποίο κατέληξε με ένα ‘‘υπέροχο’’ ΟΧΙ, για να γίνει στην πορεία ένα ‘‘υπέροχο’’ ΝΑΙ από την κυβέρνηση Σύριζα – ΑΝΕΛ. Να καταλήξει στο ‘‘ναι τα θέλουμε τα μέτρα’’. Γιατί όμως έγινε αυτό; Τώρα τρώγονται μεταξύ τους για το τι έπρεπε να γίνει. Ο δε Βαρουφάκης έλεγε πάντα ότι δεν μπορεί ένα πτωχευμένο κράτος να δέχεται νέο δάνειο. Συμφωνούμε. Και ο Επαναστατικός Αγώνας έλεγε ότι δεν πρέπει να υπογραφούν συμβάσεις και δεν πρέπει να πάρουμε νέο δάνειο, αφού ήδη όλα αυτά τα χρέη που έχουμε, είναι εξοντωτικά και μας έχουν λυγίσει. Βέβαια ο Επαναστατικός Αγώνας το πήγαινε πάρα πέρα και έλεγε ότι πρέπει να γίνει διαγραφή, μονομερής διαγραφή του χρέους. Δεν είναι δυνατό να έχουμε ένα χρέος το οποίο έχει λυγίσει όλη την ελληνική κοινωνία και θα γονατίσει και τις επόμενες δυο-τρεις γενιές, για χρήματα που έχουν δανειστεί οι ελληνικές άρχουσες τάξεις και η πολιτική εξουσία για αναπτυξιακούς λόγους, για να βοηθήσουν το εγχώριο κεφάλαιο να αναπτυχθεί, να βοηθήσει το κράτος να επεκτείνει και να ισχυροποιήσει την εξουσία του και που εν τέλει, από όσα έχουμε πάρει δανεικά πριν το 2010, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει φθάσει στην κοινωνική βάση. Έχει καμιά δουλειά η κοινωνία να φορτώνεται αυτό το χρέος; Έλεγε ο Επαναστατικός Αγώνας εξ’ αρχής, πριν την κρίση ότι θα πρέπει να γίνει διαγραφή του χρέους. Ο Βαρουφάκης έλεγε ότι δεν έχουμε κανένα λόγο να πάρουμε νέο δάνειο. Σωστά. Είναι δυνατό να ζητάς νέο δάνειο όντας πτωχευμένος ως κράτος; Όχι. Γιατί έγινε αυτό; Γιατί, πολύ απλά, περισσότερο από το αν θα πέθαινε η μισή κοινωνία, τους ενδιέφερε αν θα σταθεί όρθιο το σύστημα ή όχι. Γιατί αν αρνιόταν η τότε κυβέρνηση να πάρει το δάνειο, θα έπρεπε να κηρύξει στάση πληρωμών προς τους δανειστές και αυτό σημαίνει μια γενικευμένη οικονομική, κοινωνική και πολιτική αναταραχή. Αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να έχει μια τέτοια πολιτική κατεύθυνση που να είναι επιλογή της να έρθει σε σύγκρουση και με τις αγορές και με τα αφεντικά της στην Ε.Ε και φυσικά, με όλες αυτές τις υπερεθνικές δομές και θεσμούς και να βάλει κάποιος άλλους όρους οικονομικής ανάπτυξης. Με τη μόνη διαφορά ότι και για να βάλει άλλους όρους οικονομικής ανάπτυξης, επίσης θα ήταν υποχρεωμένη να μπει πάλι στο ίδιο σύστημα, το οποίο αρχικά απέρριπτε – με μια δραχμή ίσως; – θα ήταν πάλι υποχρεωμένη να μπει σε μια διαδικασία συζητήσεων. Και οι τυχοδιωκτικές αυτές διακηρύξεις περί διαγραφής του χρέους και άρνησης νέου δανείου, δεν προχωρούσαν πιο πέρα. Δεν έλεγαν τι έπρεπε να κάνουμε, εφόσον ξέρεις ότι αν επιμείνεις, θα έρθεις σε αυτό το σημείο. Η άποψή μας; Ναι έπρεπε να προχωρήσουμε, ναι, έπρεπε να αρνηθούμε νέο δάνειο, ναι, έπρεπε να μη δεχτούμε καμία σύμβαση, ναι, έπρεπε να δοκιμάσουμε και να συγκρουστούμε με όλο το συστημικό μοντέλο και να το κατεδαφίσουμε για να χτίσουμε κάτι καλύτερο. Μόνο που δεν δόθηκε η ευκαιρία. Και δεν δόθηκε η ευκαιρία γιατί υπήρχε μια πολιτική εξουσία μπροστά, η οποία έκλεινε τον δρόμο με τον άλφα ή βήτα τρόπο στην κίνηση της κοινωνίας προς τα εμπρός. Είτε αυτός ο φραγμός ήταν τα ψέματα για την υφαρπαγή της λαϊκής ψήφου είτε ήταν η καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων είτε ήταν η απάτη είτε ήταν η υποκρισία.

Έλεγε λοιπόν ο Σύριζα το ’15 όταν πήρε την εξουσία ότι θα διαπραγματευτεί άλλους όρους για τις συμβάσεις δανεισμού. Άλλη απάτη αυτή. Ήταν δυνατόν – και δεν το είχαν καταλάβει οι κυβερνώντες – ότι δεν υπήρχε περίπτωση η τρόικα να δεχτεί την αλλαγή έστω και του παραμικρού μέτρου και ότι θα κηρύξει πόλεμο στην ελληνική πολιτική εξουσία; Και αυτό είναι που δοκιμάστηκε επί Σύριζα. Πίστευαν ψευδώς ότι μπλοφάροντας με την απειλή της χρεοκοπίας θα αναγκάσουν την Ε.Ε – η οποία δεν ήθελε κατά την άποψή τους, επ’ ουδενί να καταρρεύσει το ελληνικό καθεστώς και να πεταχτεί εκτός ΟΝΕ γιατί θα προκαλούσε ντόμινο αναταραχών και καταρρεύσεων – να κάνει πίσω, να υποχωρήσει. Μέχρι που φτάσαμε το καλοκαίρι του ’15 και όταν ο Τσίπρας πήγε στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε, του πέταξαν από την Κομισιόν το οδοιπορικό εξόδου από την ΟΝΕ. Και όταν συνειδητοποίησε τότε ότι δεν μπλοφάρουν και είδε τι θα επακολουθούσε, δεν είχε καμία βούληση και καμία διάθεση ως κόμμα και ως πρωθυπουργός να πάρει οποιοδήποτε ρίσκο να προχωρήσει προς τη κατεύθυνση της ρήξης, η οποία ήταν και εκτός του προγράμματός του. Είχαν κάνει λάθος. Πίστευαν ότι ναι, μπορεί να φτάσουν σε ένα σημείο, κάτω από απειλές, εκβιασμούς κλπ να κάνουν στην Ευρώπη λίγο πίσω. Λίγο, δεν ήθελαν πολύ, λίγο πίσω. Η διαπραγμάτευση αυτή βασιζόταν σε μια τροποποίηση μιας σύμβασης. Όχι γενικώς ενάντια στα ‘‘μνημόνια’’. Τα ‘‘μνημόνια’’ τα είχαν καταπιεί και αυτοί πριν έρθουν στην εξουσία.

Έτσι φτάσαμε στο σημείο του απόλυτου αδιεξόδου και του απόλυτου κενού. Και η ελληνική κοινωνία βυθίζεται στην απόγνωση και την απελπισία. Δεν σας είχα δώσει – που αναγνώστηκε – αυτή την έρευνα για την ψυχολογία των Ελλήνων; Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα ενός αδιεξόδου στο οποίο έχει παίξει καθοριστικό ρόλο η εκτελεστική εξουσία, καθοριστικό ρόλο η δικαστική εξουσία, καθοριστικό ρόλο έχουν παίξει όλοι οι καθεστωτικοί παράγοντες – φυσικά, τα ΜΜΕ –, όλοι αυτοί που έλεγαν ‘‘δεν γίνεται να μην τα υπογράψουμε τα ‘‘μνημόνια’’, δεν γίνεται να μην κάνουμε πίσω, δεν γίνεται να μην δεχτούμε νέο δάνειο’’, δεν γίνεται το ένα, δεν γίνεται το άλλο. Και όταν προσπαθούσε η κοινωνία να αντιδράσει, αστυνομικοί άνοιγαν τα κεφάλια των διαδηλωτών στους δρόμους με του πυροσβεστήρες. Με την καταστολή και μέσα από ασύστολη και ατελείωτη προπαγάνδα υπέρ των συμβάσεων και υπέρ της τρόικας κλπ, κατέληξε η κοινωνία στην απόλυτη απογοήτευση και την απόλυτη παραίτηση. Κατέληξε να κάθεται καρτερικά να υπομένει είτε την αρρώστια είτε τον θάνατο. Οι άνθρωποι κατέληξαν να υπομένουν ‘‘καρτερικά’’ την έξωσή τους από τα σπίτια τους, να λιποθυμάνε τα παιδιά τους από πείνα, να μην περιμένουν απολύτως τίποτα. Ούτε από τη ζωή ούτε από κανέναν. Και το κυριότερο να έχουν απολέσει τη δυνατότητα της εξέγερσής τους απέναντι σε ένα σύστημα το οποίο τους έχει φέρει σε αυτή την κατάσταση.

Ο Επαναστατικός Αγώνας όλα αυτά τα έλεγε πριν συμβούν. Πριν γίνουν όλα αυτά λέγαμε ως Επαναστατικός Αγώνας ότι θα γίνουν. Και για την πολιτική εξουσία ότι δεν πρόκειται να κάνει τίποτα άλλο. Και για την οικονομική κατάσταση πως θα διαμορφωθεί και για το έρεβος που θα πλακώσει την κοινωνία. Και για όλα αυτά τα αδιέξοδα που συναντήσαμε. Και φωνάζαμε ότι πρέπει να οργανωθούμε ώστε αυτό που έρχεται να το προλάβουμε και ως κοινωνία κάπως να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε. Προϋπόθεση για τον Επαναστατικό Αγώνα ήταν η δημιουργία ενός επαναστατικού κινήματος, το οποίο θα πρέπει να συγκρουστεί με όλη αυτή την καθεστωτική ιδεολογία περί αδιεξόδου. Ότι είναι μονόδρομος αυτό το σύστημα και ότι θα πρέπει να κάτσουμε να πεθάνουμε προκειμένου αυτό να μπορέσει να σταθεί, να σωθεί. Όλη αυτή η σύγκρουση θα έπρεπε αν διεξαχθεί από ένα πολιτικό κίνημα. Και ένα επαναστατικό κίνημα που θα μπορούσε να το κάνει κατ’ εμέ, θα ήταν το αναρχικό κίνημα, μόνο που δεν καταφέραμε κι εμείς – ως κίνημα εννοώ – να ανταπεξέλθουμε στις προσκλήσεις της εποχής μας. Και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, στο αδιέξοδο. Το 2010 μας συνέλαβαν. Πριν μας συλλάβουν λέγαμε και ποια είναι η λύση. Η κρίση δεν είχε χτυπήσει ακόμα την Ελλάδα με τη μορφή της κρίσης χρέους. Αν και είχε προβλεφθεί από τον Επαναστατικό Αγώνα ότι το χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, θα μετατραπεί σε κρίση χρέους για την Ελλάδα. Και αυτά δεν είναι προφητείες, δηλαδή. Λίγο να παρακολουθείς τα γεγονότα και να σε ενδιαφέρουν, βλέπεις πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα. Αυτό που έλεγε ο Γκρίνσπαν, ο πρώην πρόεδρος της Fed, ότι πρέπει να μένουν οι αγορές χωρίς παρεμβάσεις και ρυθμίσεις, πρέπει να παραμένουν ελεύθερες να κάνουν τη δουλειά τους και πρέπει να παραμείνουν ανεξέλεγκτες – και καλώς είναι ως έχουν –, ακόμα και σε περιόδους κρίσης πρέπει να αφήνονται ελεύθερες γιατί θα επανέλθουν στην ισορροπία, όταν ξέσπασε η κρίση και έγινε η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν το ακολούθησαν αυτό το νεοφιλελεύθερο δόγμα και έτρεξαν να στηρίξουν το χρηματοπιστωτικό – και όχι μόνο – σύστημα, διοχετεύοντας πολλά τρις δολάρια οι κεντρικές τράπεζες σε αυτό, προκειμένου να μην καταρρεύσει παγκοσμίως. Οπότε όλα αυτά είναι παραμύθια της Χαλιμάς. Δηλαδή, ‘‘ όσο έχουμε κέρδη ως άρχουσα τάξη, μη πειράζετε το σύστημα, μην αγγίζετε τίποτα’’. Στην επέκταση του καπιταλιστικού συστήματος να μην γίνεται καμία παρέμβαση, να μην μπαίνουν όρια. Αλλά αυτή η επέκταση προκαλεί τις κρίσεις και οι κρίσεις τις καταρρεύσεις. Εκεί όμως πρέπει να τρέξεις ‘‘κύριος κράτος’’ για να τους στηρίξεις. Και όλα αυτά τα τρισεκατομμύρια όμως, τι είναι; Δεν είναι κοινωνικός πλούτος; Δεν είναι ο εθνικός πλούτος από τις ΗΠΑ αυτά που δίνει η Fed και των Ευρωπαίων αυτά που δίνει η ΕΚΤ; Δεν είναι κοινωνικός πλούτος των Ελλήνων; Είναι. Και τα παίρνει ο ‘‘κύριος κράτος’’ και τα δίνει στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ‘‘ορίστε, πάρτε τα, για να μπορέσετε να κλείσετε τις τρύπες σας που δημιουργήσατε κερδοσκοπώντας όλα τα προηγούμενα χρόνια και φέρατε την κατάρρευση και τον κακό χαμό, καλά κάνετε και εγώ δεν πρόκειται να σας πειράξω· ίσα-ίσα, θα σας τροφοδοτήσω και με χρήμα· που θα το βρω; Από τα κορόιδα· τα αντλώ με τους φόρους κλπ, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα’’. Και όλα αυτά μετά θα πρέπει να τα πληρώνουν τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας, τα δισέγγονά μας και άμα ξεπληρωθούν και ποτέ.

Ο Επαναστατικός Αγώνας λοιπόν έγραφε, πριν την εκδήλωση της κρίσης χρέους στην Ελλάδα (προκήρυξη για το χρηματιστήριο): ‘‘Για εμάς η πραγματική έξοδος από την κρίση δεν βρίσκεται σε καμία συνταγή διόρθωσης του συστήματος. Να μην τους βοηθήσουμε να βγούνε από μια κρίση με το σύστημα νικητή και τις κοινωνίες ηττημένες. Να μην ζήσουμε άλλο κάτω από το ζυγό ενός συστήματος που μεγαλώνει συνεχώς τη φτώχεια, που τρέφεται με τον φόβο και την ανασφάλεια για την επιβίωση. Να μη ζήσουμε άλλο κάτω από τον κρατικό ζυγό, τον καθημερινό έλεγχο και την τρομοκρατία που ασκείται εις βάρος όλων μας. Η μόνη πραγματική έξοδος από την κρίση βρίσκεται στην ανατροπή του συστήματος που γεννά τις κρίσεις’’. Δεν σας διαβάζω τώρα όλη την ανάλυση, γιατί σε αυτό καταλήγει μέσα από ένα σκεπτικό. Γράφαμε τον Μάρτη του 2009 πριν την εκδήλωση της κρίσης χρέους – είχαμε Νέα Δημοκρατία τότε: ‘‘Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είναι διατεθειμένη να δεχτεί εν λευκώ κάθε όρο του μεγάλου κεφαλαίου όσο δυσβάσταχτος και αν είναι, να επιβάλει δια πυρός και σιδήρου και τις πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες επιταγές που της υποδεικνύει η αγορά και οι πολιτικές συμμαχίες που την υπηρετούν, όπως η Ε.Ε. και να ματώσει την ελληνική κοινωνία προκειμένου ν’ ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές της’’. Θυμάστε το 2010 που έλεγαν συνεχώς ‘‘πρέπει να ματώσουμε’’ ενόψει της επιβολής των ‘‘μνημονίων’’; Και γράφει μέσα στην ουσία για τα ‘‘μνημόνια’’ που θα επιβάλλονταν εν όψει της κρίσης χρέους που θα ερχόταν, ένα χρόνο αργότερα. Όμως και αυτή την έκφραση ‘‘να ματώσει’’, την έκφραση που χρησιμοποιούσε την άνοιξη του 2010 ο Παπανδρέου κατά κόρον, την έλεγε ο Επαναστατικός Αγώνας τον Μάρτη του 2009. ‘‘Πρέπει να ματώσουμε για να σωθεί η χώρα’’ έλεγε ο Παπανδρέου. Η χώρα. Ποια χώρα να σωθεί; Οι ίδιοι να σωθούνε θέλανε. Μάλιστα αυτός είχε και προσωπικά κέρδη από τις καταρρεύσεις των ελληνικών ομολόγων μέσω του αδελφού του. Οι ίδιοι θέλουν να σωθούν, το σύστημά τους, η πολιτική τους εξουσία. Αυτά. ‘‘Να ματώσουν’’. Μάτωσε η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας και εξακολουθεί να ματώνει. Ματώνουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην κοινωνική βάση, όχι οι ίδιοι. Αυτοί δεν πάθανε τίποτα.

Είναι πολλά αυτά που έχει γράψει ο Επαναστατικός Αγώνας. Για να μην τα διαβάζω όλα, σας λέω σε γενικές γραμμές, η μόνη διέξοδος από την κρίση που βρίσκει ο Επαναστατικός Αγώνας – και μάλιστα με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής πολλές φορές, παίρνοντας ως δεδομένες διάφορες προτάσεις αντιμετώπισης της κρίσης και αναλύοντας τι μπορεί να επακολουθήσει – οι οποίες προτάσεις καταλήγουν σε αδιέξοδο –, είναι η κοινωνική Επανάσταση. Ποια κοινωνική Επανάσταση; Γι’ αυτό θα μιλήσω στο τέλος.

‘‘Μέσα στο περιβάλλον της κρίσης που διαμορφώνεται, η έξοδος από το σύστημα παίρνει πλέον χαρακτηριστικά ανάγκης για επιβίωση καθώς ο καπιταλισμός έχει ήδη φτάσει με τον αδηφάγο και άπληστο χαρακτήρα τους τις κοινωνίες στα όρια της περιθωριοποίησης, της φτώχειας, του θανάτου και το οικοσύστημα του πλανήτη μας στην καταστροφή. Αν δεν ανατραπεί, θα σκοτώσει τον πλανήτη, θα μας σκοτώσει όλους’’.

Όλες οι προκηρύξεις έχουν πολλές τέτοιες αναφορές. Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαβάσω. Και το 2010 που μας συλλάβανε, τα ίδια λέγαμε. Και θα έλεγε κάποιος ‘‘ίσως βάλουνε μυαλό επειδή τους πιάσανε’’. Αν είσαι πεπεισμένος γι’ αυτά που λες και δεν υπάρχει κανένας να σου ανατρέψει αυτή την πεποίθηση ότι όλο αυτό που ζούμε είναι ένα αδιέξοδο και ότι δεν μπορείς πλέον να το υπερβείς χωρίς να ανατρέψεις το σύστημα που το προκαλεί και μάλιστα όταν εσύ που το βλέπεις όλο αυτό, δεν ασπάζεσαι την κυρίαρχη κουλτούρα που προάγει την εξατομίκευση, το ‘‘κοίτα την πάρτη σου’’ – γιατί αν το ακολουθούσαμε αυτό, δεν θα είμαστε στη φυλακή και δεν θα είχε γίνει ό, τι είχε γίνει – , σου είναι αδύνατο να μην αγωνιστείς προς αυτή την κατεύθυνση. Και να σας πω κάτι; Δεν είμαστε και από τους ανθρώπους αυτούς που δεν είχαμε δυνατότητες ενσωμάτωσης στο σύστημα, ή ‘‘αναρρίχησης’’ σε αυτό. Κάθε άλλο. Δυνατότητες υπήρχαν. Μόνο που ήταν επιλογή, συνειδητή επιλογή μας να κάνουμε αυτή την πολιτική δράση, να ρισκάρουμε τα πάντα στη ζωή μας, προκειμένου να μην εγκαταλείψουμε αυτό που πιστεύουμε. Ποιο είναι αυτό; Ότι αυτό το σύστημα έχει φτάσει σε ένα ακραίο όριο το οποίο είναι μη αναστρέψιμο, δεν βελτιώνεται, δεν μπορεί να ρυθμιστεί και δεν μπορεί να διορθωθεί και ότι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουν να επιβιώσουν οι κοινωνίες πλέον – γιατί είναι θέμα επιβίωσης των ίδιων των κοινωνιών και του ίδιου του πλανήτη – είναι να το ανατρέψεις.

 

Η πράξη της απόπειρας απόδρασης που δικάζεται εδώ έγινε μέσα στα πλαίσια αυτής της σκέψης και αυτής της πολιτικής. Έγινε μετά το 2010 και μέσα σε μια περίοδο που έγιναν αυτά που λέγαμε (με τον Σύριζα, μετά το δημοψήφισμα, μετά την πλήρη ηθική κατάπτωση της ελληνικής κοινωνίας κτλ). Έγινε μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο που είχε θριαμβεύσει και η καταστολή. Από τη μια δεν υπήρχαν οι κινητοποιήσεις στον δρόμο από την άλλη είχε αντιμετωπιστεί – να το πω έτσι – σε πολύ μεγάλο βαθμό το ζήτημα της ένοπλης δράσης, της ένοπλης απειλής από αυτούς που είχαν κάνει αυτή την επιλογή αγώνα. Γιατί τότε οι φυλακές είχαν μεγάλο αριθμό από τέτοιο κόσμο. Οπότε αυτή η κατάσταση επιδρούσε με ένα αρνητικό τρόπο στην ψυχολογία των αγωνιστών και είναι λογικό. Όπως επίσης και η αποτυχία στο να μπορέσεις να προάγεις μια διέξοδο στις ανάγκες της πλειοψηφίας της κοινωνικής βάσης για μια αποτελεσματική αντίδραση σε αυτή τη λαίλαπα των ‘‘μνημονίων’’, επίσης είχε ένα υλικό και ψυχολογικό αποτέλεσμα. Γιατί αν δεν αγωνίζεσαι, δεν έχεις και πιθανότητα να σωθείς από αυτή τη συνθήκη στην οποία βρίσκεσαι.

Καθώς λοιπόν έφτασε η στιγμή να επιβληθεί το πρώτο ‘‘μνημόνιο’’ έγιναν οι συλλήψεις και έχασε τη ζωή του ο σύντροφός μας Λάμπρος Φούντας στη συμπλοκή με αστυνομικούς στην Δάφνη η οποία έγινε κατά τη διάρκεια προετοιμασίας μιας ενέργειας του Επαναστατικού Αγώνα ενάντια στα ‘‘μνημόνια’’. Γι’ αυτό ήταν αυτή η ενέργεια. Γιατί το πρώτο ‘‘μνημόνιο’’ ήταν σχεδόν έτοιμο. Το μόνο που δεν ξέραμε ήταν πότε ακριβώς θα επιβληθεί. Και επίσης, το περιεχόμενό του, το ακριβές περιεχόμενό του, μπορώ να πω ούτε τώρα δεν το γνωρίζουν πολλοί. Πολλοί εκ των οποίων και από την πολιτική εξουσία δεν το γνωρίζουν. Αυτά τα έλεγε και ο Κασιμάτης στο βιβλίο του. Ότι περάσανε τις δανειακές συμβάσεις χωρίς ενημέρωση, κανένας δεν έμαθε τους όρους, μόνο επιγραμματικά όσοι μπήκαν στη διαδικασία να ασχοληθούν. Ο Κασιμάτης, λέει μέσα στο βιβλίο του που αποσπάσματα σας έδωσα και αναγνώσατε, ότι είχε πάει ο ίδιος και έψαχνε στη βουλή και κατά λάθος βρήκε τις δανεικές συμβάσεις και όταν τις διάβασε, έφριξε. Μην μαθαίνοντας λοιπόν, ο κόσμος τι ακριβώς συμβαίνει, υπήρξε η κοινωνική αντίδραση, έχοντας γενικά κατά νου ότι δεν είναι καλό αυτό που έρχεται. Συμβάσεις με το ΔΝΤ, γνωρίζουν όσοι έχουν μια σχετική ενημέρωση, ότι φέρνουν κοινωνικές καταστροφές και οικονομική λαίλαπα. Ο κόσμος αντέδρασε κυρίως για τα μέτρα, οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν κυρίως για τα μέτρα. Γιατί έβλεπε ο φτωχός κόσμος ότι η σωτηρία του συστήματος προϋποθέτει ότι αυτόν πρέπει να εξοντώσουν. Πρέπει να του πάρουν και τα λίγα που του έχουν απομείνει. Ο κόσμος ήθελε να αντιδράσει. Δεν υπήρχε λοιπόν, γνώση για το τι ακριβώς ήταν τα λεγόμενα ‘‘μνημόνια’’.

Ο Κασιμάτης τον Απρίλιο του 2011 έδωσε μια συνέντευξη που λεγόταν ‘‘Πραξικοπηματική η εξουσία που ασκείται στην Ελλάδα’’. Την έδωσε στους Στέργιο – Δημήτριο Κοπτερίδη και Ζέτα Αγγελάτου και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «εξ’ Ανατολής». Λέει: ‘‘Η πρώτη και κύρια Σύμβαση, δηλαδή η Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης, δεν αναφέρθηκε ποτέ από κανέναν. Αυτή η Σύμβαση δένει την Ελλάδα χειροπόδαρα’’. Πρόκειται για τη Σύμβαση που περιέχει όλους τους απεχθείς όρους – τα διαβάσαμε – όλα αυτά που όπως λέει και ο ίδιος δεν μπορούν ούτε με την απόλυτη πλειοψηφία της βουλής να περάσουν, αλλά ούτε και με δημοψήφισμα γιατί δεσμεύουν τις επόμενες γενιές. Είναι παντελώς παράνομες. Αυτό που έκανε ο Κασιμάτης – δεν ήταν ο μόνος, και άλλοι μιλούσαν τότε για την αντισυνταγματικότητα των ‘‘μνημονίων’’ – στο επίπεδο που του αναλογούσε ήταν ότι προσπάθησε να το πολεμήσει εκ των έσω. Το ίδιο έκανε και ο Ν. Μαριάς – μετέπειτα ήταν στους ΑΝΕΛ –, το ίδιο επιχείρησε και ο Χρυσόγονος του Σύριζα…. Δημοσιοποιούσαν κείμενα, συντάσσανε εκθέσεις, καταγγέλλανε τις συμβάσεις, έκαναν προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την πρώτη Δανειακή Σύμβαση, για τα μέτρα συγκεκριμένα. Τι λέει στη συνέντευξη αυτή ο Κασιμάτης για την κατάληξη αυτής της Σύμβασης. Σε ερώτηση που του έγινε ‘’ όταν λοιπόν, εσείς διαβάσατε αυτό το συγκρότημα συμβάσεων, τι είδατε;’’ Απαντάει: ‘‘Όταν το διάβασα, διαπίστωσα τους τρομερούς όρους τους οποίους είχε συμφωνήσει η Ελλάδα. Οι όροι αυτοί είναι πρωτοφανείς για μένα στην ιστορία των διεθνών σχέσεων. Ποτέ δεν είχαν ξανατεθεί τέτοιοι όροι και σε κανένα κράτος από τότε που υπάρχει το Διεθνές Δίκαιο, δηλαδή από την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών’’.

Ερώτηση: ‘‘Θεωρείτε πως η απόκρυψη της συγκεκριμένης Σύμβασης έγινε εσκεμμένα από τα ΜΜΕ; Πήραν κάποια εντολή;’’ Απάντηση: ‘‘Βεβαίως. Κατά τη γνώμη μου πήραν εντολή. Δεν είναι δυνατό να μην τους ενδιέφερε να δουν αναλυτικά τι ακριβώς υπεγράφη’’. Ερώτηση: ‘‘Επομένως κατηγορείτε τα ΜΜΕ ότι είναι ελεγχόμενα;’’ Απάντηση: ‘‘Ασφαλώς και τα κατηγορώ. Λογικά οι εργαζόμενοι δημοσιογράφοι, θα έπρεπε να είχαν την περιέργεια να ψάξουν, αλλά μάλλον δεν τους επέτρεψαν’’. Αναφέρεται κάποια στιγμή στην δικαστική εξουσία. Η ερώτηση που του έγινε είναι: ‘‘Σε τέτοιες περιπτώσεις οι δικαστικές αρχές δεν έχουν δικαίωμα παρέμβασης;’’ Απαντάει: ‘‘Θα μπορούσαν να παρέμβουν. Δυστυχώς όμως, η δικαστική εξουσία είναι για τα μικρά και όχι για τα μεγάλα’’.

Παρακάτω τον ρωτάνε για την προσφυγή που είχε κάνει στο ΣτΕ. Ο ίδιος λέει: ‘‘Η εισήγηση (του ΣτΕ), η οποία από νομικής πλευράς ήταν εντελώς απαράδεκτη, βγήκε εναντίον των θέσεών μας, υποστηρίζοντας δηλαδή, ότι οι διαδικασίες είναι νόμιμες. Ήταν σαφώς πολιτικό κείμενο’’. Ήθελα να την βρω να την καταθέσω αλλά δεν είχα τη δυνατότητα. Είναι ένα μεγάλο κείμενο η απόφαση του ΣτΕ που λέει γιατί απορρίπτει την προσφυγή που είχε γίνει κατά του α΄ ‘‘μνημονίου’’. Είναι ένα πολιτικό κείμενο που υπερασπίζεται τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της Ε.Ε και της ΟΝΕ, μιλάει για το δημοσιονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος και λέει ότι δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα να ανταπεξέλθουμε, παρά μόνο υπογράφοντας τις Συμβάσεις. Είναι ένα κείμενο υπεράσπισης όχι μόνο των ‘‘μνημονίων’’, αλλά του συνόλου της νεοφιλελεύθερης πολιτικής έτσι όπως επεβλήθη από την ΟΝΕ και την είχε υιοθετήσει το ελληνικό κράτος και ο Κασιμάτης έλεγε ότι σαν κείμενο, ήταν παντελώς απαράδεκτο. Γιατί όπως λέει ‘‘ εσείς κύριοι του ΣτΕ είσαστε νομικοί, δεν είσαστε ούτε πολιτικοί ούτε οικονομολόγοι υπερασπιστές του εκάστοτε καθεστώτος και θα πρέπει να το δείτε με το ‘‘γράμμα του νόμου’’.

Με το ‘‘γράμμα του νόμου’’ όμως – όπως έλεγε και ο Κασιμάτης και έτσι όπως έγινε – είναι παντελώς αντισυνταγματικά και παράνομα τα ‘‘μνημόνια’’. Γι’ αυτό δηλαδή, δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να διαβάσω περισσότερα. Διαβάσαμε και τι είπε ο Κασιμάτης. Ποια άρθρα έχουν παραβιαστεί, όχι μόνο από το ελληνικό Σύνταγμα, αλλά και από τον Χάρτη της Ευρώπης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και του ΟΗΕ. Ο Κασιμάτης λέει ότι καταλύθηκε το Σύνταγμα με τα ‘‘μνημόνια’’. Συνεπώς, εφόσον ισχύουν όλα αυτά και κανένας δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει – γιατί δεν άκουσα και κανέναν να βγαίνει να υπερασπίζεται ως νόμιμα τα ‘‘μνημόνια’’ και ότι είναι συνταγματικά –, έχουμε ένα καθεστώς το οποίο με βάση τα δεδομένα του ίδιου του συστήματος είναι παράνομο. Εφόσον έχεις παραβιάσει και έχεις καταλύσει το Σύνταγμα, είσαι νόμιμος; Δεν είσαι. Με βάση αυτά τα δεδομένα, μια δράση, η οποία θα ανέτρεπε ένα παράνομο καθεστώς, θα ήταν και αυτή παράνομη; Όχι… Έχεις ένα παράνομο καθεστώς πλέον. Παράνομο με τους δικούς του όρους. Το άρθρο 120 του Συντάγματος λέει ότι ήταν υποχρέωση των πολιτών να ανατρέψουν με κάθε μέσο το καθεστώς που κατέλυσε το Σύνταγμα το οποίο έχουν κατασκίσει οι κυβερνώντες.

Θα μου πείτε ‘‘εσύ είσαι υπερασπιστής του Συντάγματος’’; Αν πάρουμε τα περισσότερα άρθρα από την αρχή του έως το άρθρο 25, τα περισσότερα είναι σεβαστά. Και είναι αυτά που στην ουσία θέτουν τα όρια της πολιτικής εξουσίας απέναντι στους οικονομικά και κοινωνικά αδύναμους. Και όλα αυτά έχουν παραβιαστεί. Γιατί ποιος θα διαφωνούσε π.χ. με το άρθρο 1 για τη λαϊκή κυριαρχία; Μα αυτό είναι το ουσιαστικό θέμα. ‘‘Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία’’. Και σε μια επανάσταση, σε ένα επαναστατικό Σύνταγμα, το ίδιο θα λέγαμε. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Με τη μόνη διαφορά ότι πρέπει να είναι πραγματικό αυτό. όχι προσχηματικό. Λαϊκή κυριαρχία για τη δημοκρατία, στην οποία, υποτίθεται δεν χωράει αντίπαλος και δεν αναγνωρίζεται πολιτικός αντίπαλος, είναι μια απάτη, δεν είναι δημοκρατία ούτε πραγματική λαϊκή κυριαρχία. Είναι ένα ψέμα για να υποκλέπτουν ψήφους. Πιστεύει εξ’ άλλου κανένας άνθρωπος σήμερα ότι έχει κυριαρχία πάνω στη ζωή του με το να πηγαίνει σε μια κάλπη και να πετάει ένα ψήφο; Για να ψηφίσει αυτόν από τους απατεώνες που τον πείθει περισσότερο ότι αυτά που του τάζει θα του τα δώσει όντως και δεν τον κοροϊδεύει;

Άρθρο 1 του Συντάγματος: ‘‘ Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό. Υπάρχουν υπέρ αυτού, του έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα’’. Πού είναι αυτό; Ισχύει; Καταλύθηκε; Ναι, καταλύθηκε και τυπικά, γιατί ουσιαστικά δεν ίσχυε ποτέ.

Άρθρο 2: ‘‘Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου είναι πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας’’. Ποια είναι η αξία του ανθρώπου, που είναι υποχρεωμένη η πολιτεία να σεβαστεί και να προστατεύσει και το έκανε; Καμία. Να το δούμε από τα αποτελέσματα των πολιτικών; Από τα αποτελέσματα της συνθήκης που βρέθηκε η κοινωνία και που η ελληνική άρχουσα τάξη όχι μόνο δεν έκανε τίποτα για να την αποτρέψει, αλλά την στήριξε και την κάλυψε; Την πλήρη καταπάτηση της αξιοπρέπειας των χαμηλών κοινωνικών τάξεων την προώθησε η ίδια η πολιτική εξουσία, προκειμένου να σώσει τις τράπεζες, τους μεγαλομετόχους του ελληνικού κράτους, την υπερεθνική οικονομική εξουσία και προκειμένου να κάνει ό, τι της λέει η τρόικα. Τα καταπάτησε και τα κουρέλιασε όλα.

Άρθρο 4 Σ: ‘‘Οι Έλληνες πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις’’. Αυτά είναι λόγια του αέρα. Ποια είναι τα ίσα δικαιώματα; Ίσα δικαιώματα σημαίνει ισότητα. Και η ισότητα προϋποθέτει την οικονομική ισότητα. Και η οικονομική ισότητα για εμάς, είναι προϋπόθεση για να υπάρχει ελευθερία όλων των ανθρώπων και όχι ελευθερία των λίγων, των οποίων η ελευθερία δομείται πάνω στην υποταγή των πολλών και την εκμετάλλευσή τους. Ποια είναι τα ίσα δικαιώματα; Αυτό που πρεσβεύει ο Επαναστατικός Αγώνας και οι επαναστάτες όλων των εποχών είναι οικονομική ισότητα με πραγματικούς όρους. Γιατί ίσα δικαιώματα δεν μπορούν ούτε να υπάρξουν ούτε να διασφαλιστούν, αν δεν υπάρχει πραγματική οικονομική ισότητα. Και η ισότητα ακυρώνεται με τους ταξικούς και κοινωνικούς διαχωρισμούς μέσα στις κοινωνίες. Δηλαδή πλούσιοι, πολύ πλούσιοι, φτωχοί, πάρα πολύ φτωχοί. Αυτό το χάσμα μεγαλώνει συνεχώς στην εποχή μας. Οπότε είναι κοροϊδία τα περί ισότητας. Οι προασπιστές αυτών των άρθρων του Συντάγματος δεν είναι το πολιτικό σύστημα, εμείς είμαστε.

Στο ίδιο άρθρο παρ. 5 λέει: ‘‘Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους’’. Πού το είδαμε αυτό να εφαρμόζεται και πότε; Και ειδικά από το 2010 και μετά; Διαβάσατε τις καταδίκες που έχουν αποφασιστεί εις βάρος της ελληνικής πολιτικής εξουσίας για την εφαρμογή των ‘‘μνημονίων’’, αναφορικά με το πόσο δυσανάλογα κατανέμονται τα βάρη, υπέρ των πλουσίων και εις βάρος των φτωχών. Όταν η φορολογία στους πλούσιους έχει αυξηθεί από το ’10 κι μετά κατά 9% και κατά 340% για τους οικονομικά αδύναμους. Ποια ισοκατανομή των δημόσιων βαρών, όταν ισοπεδώνεις τους φτωχούς προκειμένου να στηρίξεις τους προύχοντες, τους οικονομικά ισχυρούς για να μην απειληθούν τα κέρδη τους. Τους υπόσχονται γη και ύδωρ καταπατώντας ακόμα και τη δική τους κρατική υπόσταση. Για παράδειγμα, ο εθνικός πλούτος, που είναι κοινωνικός πλούτος και που παράλληλα ορίζει την αυτάρκεια και την ίδια την κυριαρχία ενός κράτους, έχει εκχωρηθεί μέσα από τη μητρική, τη βασική Δανειακή Σύμβαση. Αυτή τη στιγμή όλος ο κοινωνικός και ο πολιτιστικός πλούτος έχει υποθηκευτεί προς χάριν των δανειστών. Έχουν τοποθετηθεί δημόσια αρχαιολόγοι για την υποθήκευση ακόμα και αρχαιολογικών χώρων οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο υπερταμείο (π.χ. ο Λευκός Πύργος,, η Ροτόντα κλπ· γιατί όχι και η Ακρόπολη;)

Άρθρο 4 παρ. 5: ‘‘Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας’’. Ποιος έχει δικαίωμα να προστατεύσει την υγεία του; Να διαβάσω έκθεση (έρευνα) που έχει δημοσιευτεί για την ψυχική κατάσταση των ανθρώπων τα τελευταία χρόνια; Της ψυχικής, κατάστασης, της υγείας τους, για τις αυτοκτονίες; Ποιος υπερασπίζεται τι; Το Σύνταγμα είναι κουρελόχαρτο.

Έχουν γίνει πολλές μελέτες για το ‘‘ελληνικό πείραμα’’ και τις επιπτώσεις που αυτό είχε στην ζωή, την υγεία, την ψυχολογία των Ελλήνων. Γερμανικές εφημερίδες εξ’ άλλου έγραψαν το 2010: ‘‘Η Ελλάδα είναι πλέον το εργαστήριο της Ευρώπης. Επανενσωμάτωση με το άγριο. Αν – σε περίπτωση που – οι Έλληνες το ξεπεράσουν, θα είναι μια άλλη χώρα’’.

Ναι, είμαστε μια άλλη χώρα μόνο που είμαστε μια – ολίγον – νεκρή χώρα.

Η ΓΣΕΕ είχε καταθέσει στη βουλή απόφαση για την καταδίκη της Ελλάδας από το συμβούλιο υπουργών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών δικαιωμάτων όπου με την απόφασή τους – αυτή η απόφαση είναι του 2017 – ‘‘διαπιστώνονται πολλαπλές και επανειλημμένες παραβιάσεις του ευρωπαϊκού κοινωνικού χάρτη και των διεθνών υποχρεώσεων της Ελλάδας για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων από σειρά νομοθετικών μέτρων της περιόδου 2010 – 2014, τα οποία είναι σε ισχύ μέχρι σήμερα’’. Παράλληλα αναφέρει ‘‘η κατάσταση στην Ελλάδα απαιτεί επείγουσα προσοχή σε όλα τα κράτη- μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης’’. Το συμβούλιο υπουργών με το ψήφισμά του καλεί την ελληνική κυβέρνηση να συμμορφωθεί το συντομότερο και να άρει όλα τα νομοθετικά μέτρα που παραβιάζουν τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, όπως διαπίστωσε η ευρωπαϊκή επιτροπή των Κοινωνικών Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης’’. Αυτή την απόφαση η ΓΣΕΕ την κατέθεσε στην υπουργό Αχτζιόγλου. Τι έχει παραβιαστεί από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη; Ομόφωνα αποφάσισαν ότι παραβιάζεται το άρθρο 1 παρ. 2, το αρ. 2 παρ.1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Το πρώτο είναι για το δικαίωμα του εργαζόμενου να κερδίζει τη ζωή του με εργασία. Το δεύτερο είναι η λογική διάρκεια ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας. Ομόφωνα συμφώνησαν ότι παραβιάζεται το άρθρο 4 παρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που αφορά στην αμοιβή που πρέπει να είναι ικανή να εξασφαλίσει στους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Έχει πολλά άρθρα τα οποία κατέληξαν ότι παραβιάζονται. Αυτή την απόφαση την παρέδωσαν στην Βουλή. Οι αποφάσεις που καταδικάζουν την Ελλάδα για τις πολιτικές των ‘‘μνημονίων’’, ζητούν να παρθούν πολλά από τα μέτρα αυτά πίσω. Είναι δυνατόν να τα πάρουν πίσω;

Δηλαδή, έρχεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία επιβάλλει μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τα ‘‘μνημόνια’’ μαζί με το ΔΝΤ και μετά έρχεται π.χ. αυτή η επιτροπή να πει ότι όλα αυτά είναι λάθος και να καταδικάσει την Ελλάδα γιατί τα εφαρμόζει. Μιλάμε για τραγέλαφο.

Το ζήτημα όμως είναι πως ό, τι προσφυγές ήταν να γίνουν σε άλλα θεσμικά όργανα – όπως π.χ. στο Συμβούλιο του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή στο Συμβούλιο της Ευρώπης – έχουν γίνει. Έχουν παρθεί αποφάσεις που είναι καταδικαστικές όσον αφορά την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την εφαρμογή των ‘‘μνημονίων’’. Έχουν καταπατηθεί όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και έχει καταλυθεί κάθε χάρτης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Σύνταγμα, τα πάντα. Και τι έγινε; Ίδρωσε το αυτί κανενός; Φυσικά και όχι. Γιατί; Γιατί ισχύει αυτό που είχε πει ο Κασιμάτης: Πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μια μη πολιτική δύναμη έχει γονατίσει την πολιτική δύναμη όλης της ανθρωπότητας. Συνεπώς δεν μπορείς να αλλάξεις μέσα από το σύστημα, απολύτως τίποτα. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να ανατραπούν αυτοί οι οποίοι λένε ‘‘δεν μπορεί να γίνει τίποτα και πρέπει να κάνουμε αυτά που μας λένε’’. Γιατί αλλιώς φως στο τούνελ δεν υπάρχει.

Με δικάζετε εμένα τώρα για δύο ‘‘ληστείες’’ σε τράπεζες, για δύο απαλλοτριώσεις. Δηλαδή, πιστεύετε πραγματικά ότι έχουν μεγάλο μέγεθος αυτές οι πράξεις μέσα σε όλα αυτά που συμβαίνουν; Δηλαδή, έγιναν δύο απαλλοτριώσεις από τον Επαναστατικό Αγώνα – έχω αναλάβει εγώ και τις πράξεις αυτές, και τα πάντα – και αυτό θεωρείτε ότι είναι ‘‘μεγάλο μέγεθος’’. Μα καθόμαστε εδώ και να συζητάμε για μήνες για το ‘‘τι έγκλημα διέπραξε η Ρούπα παίρνοντας τα λεφτά από το υποκατάστημα της Πειραιώς και το υποκατάστημα της Εθνικής τράπεζας στη Μαλεσίνα’’. Ακόμα κι έτσι να το πάρεις ποιών τα χρήματα πήρα; Και μέσα σε ποια περίοδο κιόλας; Που έχουν γίνει τόσα εγκλήματα, που ισοπεδώνεται μια ολόκληρη κοινωνία για να στηριχθούν οι τράπεζες. Με τα λεφτά των φτωχών ανθρώπων. Με τα ‘‘μνημόνια’’ των οποίων τα λεφτά από τα πακέτα οικονομικής στήριξης, πήγαν όλα για την στήριξη των τραπεζών, για αποπληρωμές χρέους και τόκων. Και τι έμεινε από τα 300 δις τουλάχιστον, που πήραμε; Γύρω στα 5 δις δεν πήγαν στις τράπεζες και το χρέος. αυτά είναι συμπεράσματα που διαβάσατε κι εσείς. Οι Γερμανοί οικονομολόγοι που έκαναν την έρευνα σχετικά με το πού πήγαν τα λεφτά των ‘‘μνημονίων’’ δεν την έκαναν γιατί νοιάζονταν τι θα γίνουμε εμείς. Την έκαναν γιατί νοιάζονταν πού πάνε τα λεφτά του Γερμανού φορολογούμενου. Και αυτοί έλεγαν ότι δεν πρέπει να στηρίζεται στο τραπεζικό σύστημα και ότι αφού δίνουμε χρήματα, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον να στηρίζονται τα χαμηλά στρώματα οι οποίοι πλήττονται από την κρίση περισσότερο από τους ‘‘από πάνω’’. Αλλά δεν έγινε έτσι.

Θα καταδικάσετε εμένα – δεν ξέρω σε πόσα χρόνια – για τα συμφέροντα του κ.  Προβόπουλου, του κ Σάλλα, για την Εθνική τράπεζα, οι οποίοι έχουν πάρει τόσα δώρα από το ελληνικό κράτος που θα τα πληρώσουν γενεές επί γενεών. Είναι άξιον αναφοράς το πού πήγαν τα λεφτά των ‘‘μνημονίων’’– γιατί το παρακολουθούσα και με είχε επηρεάσει κιόλας πάρα πολύ έντονα, αφού έτσι κι αλλιώς με επηρεάζουν όλα αυτά – την περίοδο που γίνονταν αυτές οι απαλλοτριώσεις των τραπεζών. Με ενδιέφερε η ιστορία των τραπεζών και ο ρόλος τους μέσα στην κρίση. Ασχολήθηκα για να ξέρω που πάω. Εντάξει, ο καθένας λέει ‘‘τράπεζα είναι, κακό πράγμα είναι’’, αλλά η περαιτέρω γνώση για αυτές με ενδιαφέρει. Και έτσι διαπίστωσα ότι οι ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών που έχουν γίνει ήταν πολύ-πολύ μεγάλο κοινωνικό έγκλημα. Και μεγαλύτερο έγκλημα όλων αυτών των ανακεφαλαιοποίησεων ήταν η τρίτη. Για την οποία έστρωσε τον δρόμο με τη διαμόρφωση του νομικού πλαισίου ο Σαμαράς και την υλοποίησε ο Τσίπρας με την επόμενη κυβέρνηση. Υπάρχουν πάρα πολλά δημοσιεύματα σε σχέση με αυτό.

‘‘Το μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολίτευσης’’ γράφει ένα δημοσίευμα. ‘‘Η συμμετοχή του κράτους σε Εθνική, Πειραιώς, Alpha και Eurobank’’, εν μέσω της κρίσης, ‘‘έγινε σε τιμές αντίστοιχα 4,29 ευρώ για την Εθνική, 1,70 ευρώ για την Πειραιώς, 0,44 ευρώ για την Alpha, 1,54 ευρώ για την Eurobank ανά μετοχή. Το ελληνικό κράτος με τις παραπάνω αγορές που έγιναν το ’13, κατείχε το μεγαλύτερο ποσοστό μετοχών για να στηρίξει τις συστημικές τράπεζες έχοντας εκχωρήσει μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας περί τα 35 δις ευρώ. Για να καταλήξει να πουλάνε οι τράπεζες τις μετοχές το 2015 εν όψει της 3ης ανακεφαλαιοποίησης (το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιοποιήθηκε αμέσως μετά την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση, στις 27/11 του 2015) 0,02 η Εθνική, 0,03 ευρώ η Πειραιώς, 0,04 ευρώ η Alpha και 0,01 ευρώ η Eurobank. Σε αυτή την αγοραπωλησία απαγορεύτηκε να συμμετέχει το ελληνικό κράτος, δηλαδή το Τ.Χ.Σ. Δηλαδή, το Τ.Χ.Σ αγόρασε μετοχές, αξίας 35 δις ευρώ και μετά την 3η ανακεφαλαιοποίηση έχασε το 90% των κεφαλαίων του. Και αυτό είναι δημόσιο χρήμα.

Η 3η ανακεφαλαιοποίηση ήταν ένα συντονισμένο σχέδιο μεταξύ τραπεζών, κράτους και ενδιαφερόμενων από τις κεφαλαιαγορές να ρίξουν τις τιμές των μετοχών και να αγοραστούν σε αυτή την τιμή. Και αγοράστηκαν από ποιους; Από τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds). Δηλαδή αγόρασαν το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα αντί 5 δις. Μετά από αυτή την ανακεφαλαιοποίηση, αυτά τα επενδυτικά κεφάλαια έχουν την πλειοψηφία και τον έλεγχο των τραπεζών. Είναι καταγεγραμμένο σε άπειρα δημοσιεύματα περί τίνος πρόκειται, ποιοι βρίσκονται πίσω από αυτά, καθώς και τι ρόλο παίζουν γενικότερα στα οικονομικά πράγματα.

Αυτά τα κεφάλαια (hedge funds) που έχουν την πλειοψηφία των μετοχών των τραπεζών και θα διαχειριστούν το ζήτημα των κόκκινων δανείων (επαγγελματικών, στεγαστικών κλπ) είναι κεφάλαια τα οποία – σε πολλές περιπτώσεις όπως και στην συγκεκριμένη περίπτωση – αγοράζουν αξίες σε εξευτελιστική τιμή, προωθούν την άνοδό τους και στη συνέχεια πουλάνε και καρπώνονται τη διαφορά. Αυτή είναι η στρατηγική τους και το γνωρίζουν και στην ελληνική κυβέρνηση. Γιατί δεν είναι ηλίθιοι, έχουν και ανθρώπους, οι οποίοι αν μη τι άλλο, καταλαβαίνουν από οικονομία και ξέρουν ποιο σκοπό έχουν τέτοιου είδους επενδυτικά κεφάλαια. Γνωρίζουν ότι αυτά θα προβούν στο λεγόμενο σορτάρισμα (των τραπεζικών μετοχών) μετά από λίγα χρόνια, ίσως και πιο άμεσα. Αυτό είναι το σχέδιο. Και γι’ αυτό το σχέδιο, ως ελληνική κοινωνία πληρώσαμε 30 δις, έτσι, τα χαρίσαμε. Γιατί; Γιατί ‘‘τα έχουμε και τα δίνουμε’’. Αυτά, άσχετα με τα χρήματα που δόθηκαν στις τράπεζες από τα ‘‘μνημόνια’’. Οι τράπεζες έχουν ‘‘φάει’’ συνολικά (ρευστό και εγγυήσεις) 275 δις από το 2009 μέχρι σήμερα.

Οπότε η 3η ανακεφαλαιοποίηση – η πιο επιθετική που έχει γίνει στην καπιταλιστική ιστορία , όπως λέγεται – ήταν η χαριστική βολή. Αυτή τη στιγμή, το χρηματοπιστωτικό σύστημα συνεπώς η παραγωγική δομή και η κατοικία στην Ελλάδα, ελέγχεται από αυτά τα κερδοσκοπικά κεφάλαια. Τώρα, εγώ δικάζομαι για ποιο πράγμα; Γιατί πήγα μια φορά και πήρα από μια τράπεζα 137 χιλιάδες ευρώ και τη δεύτερη πήραμε 150.000 ευρώ. Από ποιους; Και γιατί; Είναι και το γιατί γίνονται αυτές οι πράξεις. Φυσικά και δεν θα ερχόμουν εδώ να τα λέω όλα αυτά, αν αυτά τα έκανα για να πλουτίσω, για να έχω χρήματα να περνάω καλά. Αλλά δεν το έκανα γι’ αυτό. Η πρώτη απαλλοτρίωση έγινε για να οργανωθεί η απόπειρα απόδρασης – αυτό έχει γραφτεί και στο κείμενο με το οποίο είχα κάνει την ανάληψη ευθύνης – και για την δράση του Επαναστατικού Αγώνα.

Σας είχα πει σε προηγούμενη συνεδρίαση – σας ζητώ να το έχετε υπ’ όψιν σας αυτό – πως όταν είπα στο κείμενο της ανάληψης ευθύνης για την απόπειρα απόδρασης ότι η απαλλοτρίωση της Πειραιώς στο νοσοκομείο Σωτηρία έγινε για να οργανωθεί η συγκεκριμένη απόπειρα απόδρασης, δεν υπήρχε καμία δίωξη, ούτε καν η δική μου.

Καμία δίωξη δεν υπήρχε τότε. Αυτό σημαίνει ότι η σκέψη, η οργάνωση, η προετοιμασία για αυτή την ενέργεια (της απόπειρας απόδρασης με ελικόπτερο) είχε γίνει πριν ακόμα το καλοκαίρι του ’15, αφού η απαλλοτρίωση της Πειραιώς συμπεριελάμβανε ως ζητούμενο το να υπάρχουν αυτά τα χρήματα για να γίνει η απόπειρα απόδρασης. Σας παρακαλώ να το λάβετε υπ’ όψιν σας αυτό. Γιατί η κατηγορία της ‘‘ηθικής αυτουργίας’’ έχει χρονική ανακολουθία. Προσδιορίζεται στο βούλευμα από τον Νοέμβριο του 2015. Όμως ο Νοέμβριος του 2015 ως χρόνος, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που πραγματικά έγινε. Αν δεν σας πείθουν όλα όσα έχουν ειπωθεί ότι εμείς είμαστε αυτοί που είμαστε και δεν έχουμε εντολείς και εντολοδόχους ή δεν σας έπεισε αυτό που σας έλεγα περί της δικής μου στάσης – ότι δεν είμαι άνθρωπος που θα μου πεις τι να κάνω, δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα –, καθώς επίσης, αν δεν λάβετε υπ’ όψιν σας το γεγονός ότι ήμουν καταζητούμενη και επικηρυγμένη, ότι δεν υπήρχε και η δυνατότητα να υπάρξει επικοινωνία… (τι λέει ο ποινικός κώδικας για την ‘‘ηθική αυτουργία’’, ότι εξαναγκάζει ο ηθικός αυτουργός τον άλλον να κάνει κάτι), ότι υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες αφού μάλιστα, εγώ ήμουν στην ‘‘παρανομία’’ και επικηρυγμένη, αλλά και υποκειμενικές δυσκολίες γιατί εγώ δεν είμαι από αυτούς που θα τους βάλεις να κάνουν αυτό που θέλεις εσύ, αν δεν θέλετε όλα αυτά να τα λάβετε επ’ όψιν σας, όπως επίσης, ότι εμείς δεν έχουμε τέτοιους όρους αγώνα, αλλά και το γεγονός ότι όσον αφορά τον Νίκο Μαζιώτη, αν είχε τη δυνατότητα να το συζητήσει μαζί μου, θα προσπαθούσε να με αποτρέψει να το κάνω –, αν δεν θέλετε να λάβετε όλα αυτά υπ’ όψιν σας – δεν μπορείτε να μην λάβετε υπ’ όψιν σας το γεγονός ότι δεν συμπίπτουν οι χρόνοι. Δηλαδή, από τον Μάρτη του ’16 που έγραψα το κείμενο για την απόπειρα απόδρασης, γινόταν αναφορά στην απαλλοτρίωση της Πειραιώς ότι έγινε στα πλαίσια της προετοιμασία αυτής της ενέργειας.

Πρόεδρος: Δηλαδή, ότι θα ερχόσαστε με το ελικόπτερο, πότε τους ενημερώσατε;

Ρούπα: Τώρα δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες κα πρόεδρε. Το θέμα είναι ότι η προεργασία αυτής της ενέργειας γινόταν πολύ πριν γίνει γνωστό εντός της φυλακής. Ο Μαζιώτης δεν ήξερε τίποτα. Δεν είχα καμία επικοινωνία με κανέναν.

Πρόεδρος: Αν το ήξερε θα το απέτρεπε.

Ρούπα: Αν υπήρχε η δυνατότητα να συζητηθεί, θα επιχειρούσε να με αποτρέψει. Όμως όπως δεν είναι εύκολο να με βάλει κάποιος να κάνω κάτι, έτσι και δεν είναι εύκολο να με αποτρέψει να κάνω κάτι, αν πιστεύω ότι είναι σωστό. Είπα μια εκτίμηση, αν είχε τη δυνατότητα συζήτησης μαζί μου – που δεν την είχε – όχι μόνο δεν θα μου έλεγε ‘‘πάρε ελικόπτερο να με βγάλεις’’…. – αποκλείεται να το έκανε –, θα προσπαθούσε να με αποτρέψει.

Το ζήτημα είναι ότι εγώ ήμουν πεπεισμένη, λόγω όλων αυτών των πολιτικών ζητημάτων που σας ανέφερα, συν κάποια άλλα πράγματα που θα σας πω τώρα, ότι αυτό έπρεπε να γίνει. Για πολιτικούς λόγους αυτό έπρεπε να γίνει πάση θυσία. Και έφθασε κάποια στιγμή η ώρα που αυτό έπρεπε να αρχίσει να υλοποιείται.

Τα λέω όλα αυτά ως παρένθεση στην τοποθέτηση που κάνω, και πρέπει να το σκεφθείτε ότι δεν υπάρχει ούτε η χρονική ακολουθία γεγονότων και κατηγορητηρίου, αν δεν σας πείθουν όλα αυτά που ακούτε έως τώρα. Και ξαναλέω, δεν είμαι άνθρωπος που αν του πεις ‘‘όχι, για την προσωπική σου ασφάλεια, μην το επιχειρήσεις’’, ότι θα έκανα πίσω, αν το πιστεύω. Και η πίστη είναι πάντα ζήτημα που σχετίζεται με πολιτικές επιλογές, οι οποίες είναι άμεσα συνδεδεμένες με αυτά που σας διάβασα, με αυτά που σας είπα για την πορεία του Επαναστατικού Αγώνα, με τα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα, με τοπ γεγονός ότι πλέον το πολιτικό σύστημα με βάση το ίδιο το καθεστωτικό πλαίσιο είναι παράνομο. Εσείς με δικάζετε τώρα για το γεγονός ότι έχω μια δράση παράνομη, ενάντια σε ένα παράνομο σύστημα. Ποια είναι η νομιμότητα με βάση την οποία εγώ πρέπει να καταδικαστώ; Για ‘‘παράνομες’’ πολιτικές πράξεις απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που είναι παράνομο; Γιατί, όπως σας διάβασα, έχει παραβιάσει όλο το Σύνταγμα. Και εφ’ όσον δεν υπάρχει Σύνταγμα αφού έχει καταλυθεί, πού στηρίζεται η νομιμότητα και αυτού του δικαστηρίου, να το θέσω και έτσι;

Ήμουν πεπεισμένη ότι όλη αυτή η πολιτική και κοινωνική συνθήκη έπρεπε να απαντηθεί και να πολεμηθεί. Ακόμα και αν ήμουν μόνη μου στον κόσμο, το ίδιο θα έλεγα. Δεν μπορεί κανένας να μου αλλάξει την πεποίθηση ότι όλα αυτά που λέω σε αυτό το δικαστήριο δεν ισχύουν και δεν μπορεί κανένας να μου αλλάξει την πεποίθηση, δεν μπορεί να με πείσει – με βάση τα ιστορικά γεγονότα και την ανάλυσή τους – ότι υπάρχει άλλος τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτό το αδιέξοδο, πέρα από την ανατροπή του καθεστώτος και την κοινωνική Επανάσταση. Για το ποια Επανάσταση εννοώ, θα το πω στην συνέχεια. Δεν μιλάω για κανένα κοινωνικό χάος. Και ούτε μιλάμε ως αναρχικοί, ως Επαναστατικός Αγώνας για την πρόκληση κοινωνικού χάους. Ούτε για την ατομική εξέγερση μιλάμε, γενικώς και αορίστως.

Για εμάς η επαναστατική δράση είναι, θα έλεγα, η υπηρεσία του ατόμου σε ένα σκοπό υπερατομικό ο οποίος αφορά το κοινωνικό σύνολο και αφορά μια οπτική που βασίζεται στις τωρινές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, πως αυτές μπορούν να σπάσουν και να μετασχηματιστεί η κοινωνική οργάνωση που να αποκλείει την εκδήλωση αυτών των άθλιων φαινομένων που ζούμε σήμερα.

Πρόεδρος: Για την απόπειρα απελευθέρωσης δηλαδή, θα απολογηθείτε ή απλώς το αναφέρετε; Ρούπα: Δεν φτάνουν αυτά; Θέλετε να πω κάτι άλλο; Για την απόπειρα απόδρασης σας μιλάω τώρα. Σας λέω ότι ήταν μια απόφαση που πάρθηκε μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Πρόεδρος: Κι εγώ σας ρωτάω επί του πραγματικού. Ήξεραν, γνώριζαν, υπήρχαν δύο κομμένα κάγκελα, είπε ο κ. Μαζιώτης ότι τα έκοψε ο ίδιος.

Ρούπα: Αυτό το είπε ο κ. Μαζιώτης, εγώ τι να πω; Έξω ήμουν.

Πρόεδρος: Ναι, κάνατε απλώς συνεννόηση;

Ρούπα: Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες τώρα κ. πρόεδρε περί συνεννοήσεων, μη συνεννοήσεων. Πρόεδρος: Γιατί πήρατε ελικόπτερο για εφτά άτομα.

Ρούπα: Δεν θα μπω σε αυτή τη διαδικασία. Σας μιλάω για την πολιτική μου επιλογή.

Πρόεδρος: Αν δεν θέλετε να μιλήσετε, δεν θα μιλήσετε, είναι δικαίωμά σας. Η απολογία εμπεριέχει και ερωτήσεις….

Ρούπα: Θα μιλήσω μόνο για τις δικές μου επιλογές και θα μείνω σε αυτό.

Πρόεδρος: Η απολογία εμπεριέχει και ερωτήσεις…

Ρούπα: Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Κατ’ αρχήν εγώ τώρα ακούω ότι ο Μαζιώτης έκοψε το κάγκελο, δεν με απασχολούσε καν αυτό το ζήτημα.

Πρόεδρος: Πού θα κατέβαινε το ελικόπτερο;

Ρούπα: Μπορούμε να σταματήσουμε; Όχι, δεν θα πω που θα κατέβαινε το ελικόπτερο. Όπως δεν θα πω και για τη συνέχεια. Οι κατηγορίες μου είναι μέχρι τη συμπλοκή με τον Κουπαρίτσα. Μέχρι εκεί. Για το παραπέρα, ούτε μπαίνω ούτε θέλω να μπω και ούτε θα απαντήσω σε καμία ερώτηση. Πρόεδρος: Εντάξει.

Ρούπα: Και στο κάτω- κάτω δεν αφορά κανέναν. Πρόεδρος: Συνεχίστε, είναι δικαίωμά σας.

Ρούπα: Όλα αυτά, σας είπα, πρέπει να ειπωθούν για να συνδεθεί η απόπειρα απόδρασης με την ευρύτερη πολιτική - κοινωνική κατάσταση. Για να γίνω κατανοητή. Επιμένω πως δεν ήταν άδικη αυτή η πράξη που έκανα, δεν έβλαψα κανένα στο τέλος-τέλος, ούτε με τις απαλλοτριώσεις των τραπεζών ούτε με την απόπειρα απόδρασης. Ένα δανεικό ελικόπτερο – να το πω αλλιώς – ήθελα. Από εκεί και πέρα, για το τι έγινε τελικά στο ελικόπτερο, ευθύνεται ο ίδιος ο πιλότος. Δική του επιλογή ήταν. Αν δεν είχε την αντίδραση αυτή, δεν θα είχε γίνει τίποτα. Δεν έχω κάτι άλλο να πω. Για την αποδεικτική διαδικασία μίλησα αρκετά εκτενώς – για τον πυροβολισμό, για το πού στόχευσα, για ποιο λόγο έγινε ό, τι έγινε, κλπ – συνεπώς κάποια απ’ όσα μου αποδίδονται τα αποδέχομαι και κάποια δεν τα αποδέχομαι. Και έχω πει συγκεκριμένα τι αποδέχομαι και τι δεν αποδέχομαι, αλλά δεν θα μιλήσω και για πράγματα τα οποία δεν με αφορούν εμένα και σε σχέση με την απόφασή μου να κάνω ό, τι έκανα. Δεν θέλω να επεκταθώ πάρα πέρα. Αλλά θέλω να επιμείνω σε αυτό που εγώ βιώνω: δεν νοιώθω ενοχή. Δεν έχω κάποια ενοχή ότι έχω πράξει κάτι ‘‘αντικοινωνικό’’ όπως έλεγε και ο Μανωλεδάκης. Γιατί θα πρέπει να κριθεί (από ένα δικαστήριο) αυτό. Για να μπορέσει ένα δικαστήριο να κρίνει μια πράξη, πρέπει να την κρίνει αντικοινωνική με την ευρύτερη έννοια. Και πως είναι αντικοινωνική με την ευρύτερη έννοια η απαλλοτρίωση δυο τραπεζών και δεν είναι αντικοινωνική με την ευρύτερη έννοια, όλη η δράση και η ύπαρξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα; Είναι ή δεν είναι – με βάση τα στοιχεία που διαβάσατε κι εσείς; Θα μπορούσαμε να μιλάμε μέχρι αύριο το πρωί. Έχω χαρτιά, βιβλία, αναλύσεις, δημοσιεύματα για να σας πω πόσοι είναι αυτοί που λένε ότι όχι μόνο είναι αντικοινωνικός ο ρόλος των τραπεζών, αλλά είναι εγκληματικός. Ο εισαγγελέας Νικολούδης π.χ. έλεγε ότι οι τράπεζες είναι εγκληματίες χωρίς καλάσνικοφ. Και όλη αυτή η πορεία των ‘‘μνημονίων’’ έχει αποδεδειγμένα καταστήσει παράνομο το πολιτικό σύστημα, το οποίο υποτίθεται, υπηρετεί και αυτό το δικαστήριο. Και εγώ είμαι τι; Η παράνομη που στρέφεται ενάντια σε τι; Γιατί είμαι η παράνομη; Είμαι ‘‘παράνομη’’ γιατί έδρασα ‘‘παράνομα’’ ενάντια σε ένα παράνομο σύστημα. Όλοι παράνομοι είμαστε. Και αυτή η δίκη παράνομη είναι. Το γεγονός ότι το σύστημα είναι παράνομο δεν το λέω εγώ, το λένε συνταγματολόγοι, μεγάλα ευρωπαϊκά όργανα, ο ΟΗΕ, οι πάντες. Καταστρατηγήθηκε το Σύνταγμα, όλοι οι χάρτες ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις ‘‘μνημονιακές’’ πολιτικές στην Ελλάδα, συνεπώς αυτό είναι ένα πολιτικό σύστημα το οποίο είναι παράνομο. Συνεπώς αυτός που δρα ενάντια σε ένα σύστημα που είναι παράνομο, είναι ο ίδιος παράνομος; Ποιος θα το κρίνει αυτό; Είναι ένα ζήτημα κοινωνικό-πολιτικό. Όμως εγώ δεν το νοιώθω έτσι, ότι είμαι παράνομη. Δεν νοιώθω ότι έχω τίποτα παράνομο. Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα μέσα σε συνθήκες ολοκληρωτικής παρανομίας του συστήματος με βάση τα δικά σας νομικά πλαίσια, είναι καθ’ όλα νόμιμη. Ήταν υποχρεωτικό να συνεχιστεί η δράση του Επαναστατικού Αγώνα μέσα σε αυτή την ιστορική περίοδο, γιατί πολύ απλά, όλη η ιστορία των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει το κοινωνικό αδιέξοδο. Το κοινωνικό αδιέξοδο που προκαλείται με ένα αντιπροσωπευτικό ‘‘δημοκρατικό’’ πολιτικό σύστημα, το οποίο έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται ακόμα και ως τέτοιο. Ο ίδιος ο Κασιμάτης μιλάει για δικτατορία, όλοι μιλούσαν για κατάσταση κατοχής, όλοι μιλούσαν για πραξικόπημα… Και ρωτώ τώρα: Το 120 Σ γιατί να μην εφαρμοστεί; Μπορώ να επικαλεστώ το 120 Σ. Με βάση αυτό έχω κάθε δικαίωμα να ανατρέψω το σύστημα. Όχι μόνη μου, ως κοινωνία και ο καθένας ατομικά έχει το δικαίωμα αυτό. Να ανατρέψουν αυτούς οι οποίοι παρανομούν, καταλύουν το Σύνταγμα. Είναι υποχρεωμένοι, το ίδιο το Σύνταγμα το λέει αυτό. Με βάση τη δεδομένη πολιτική και κοινωνική εξέλιξη, δεν ήμουν εγώ η παράνομη. Το σύστημα που υπηρετείτε είναι και αυτό το δικαστήριο. Πρέπει το σύστημα αυτό να ανατραπεί γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

Για ποια επανάσταση μιλάμε; Υπάρχουν διάφοροι οι οποίοι λένε ότι οι επαναστάσεις έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Δεν υπάρχει τίποτα το οποίο να μπορεί να δώσει μια άλλη πρόταση κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης πέρα από την αντιπροσωπευτική ‘‘δημοκρατία’’. Η οποία – να επαναλάβω – για τα ελληνικά δεδομένα δεν υφίσταται ούτε με τον χαρακτήρα που είχε παλαιότερα. Όπως έλεγε ο Χρυσόγονος οι σύγχρονοι καθεστωτικοί πολιτικοί είναι μεταπράτες που χειραγωγούν την κοινωνική βάση, εκμαυλίζουν τις κοινωνικές συνειδήσεις, στο όνομα μιας υπερεθνικής οικονομικής εξουσίας. Ο οποίος μετά συμμετείχε κι αυτός στην εξουσία. Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει. Εφ’ όσον με το που πατάει κάποιος το πόδι του στην είσοδο του πολιτικού συστήματος είναι υποχρεωμένος να κάνει τα ίδια ακριβώς που έκαναν οι πρότεροί του. Οπότε ο Επαναστατικός Αγώνας δηλώνει από την αρχή, από την ίδρυσή του ‘‘αυτό το σύστημα θα εκδηλώσει σοβαρές κρίσεις που θα χτυπήσουν κι εμάς· αν δεν το πιστεύετε τώρα, θα το δείτε στην πορεία· και όταν θα χτυπήσουν εμάς δεν θα μπορέσουμε ανταπεξέλθουμε’’. Και όταν έγινε η κρίση το 2010, αυτό φάνηκε ολοκάθαρα. Και κυρίως φάνηκε από τα συνολικά αδιέξοδα που επήλθαν γιατί δεν μπορούσε να δοθεί μια άλλου τύπου απάντηση. Δεν μπόρεσε να μπει ένα φρένο από κανέναν και σε τίποτα. Όλοι στην πολιτική εξουσία έσκυψαν το κεφάλι και άφησαν να μας διαλύσουν. Απέναντι σε αυτό λοιπόν ο Επαναστατικός Αγώνας τι προτείνει; Τον Συνομοσπονδισμό. Το συνομοσπονδιακό μοντέλο οργάνωσης. Εκεί η δημοκρατία βρίσκει την πραγματική της ουσία και να μην είναι κατ’ επίφαση όπως είναι τώρα και που από το ’10 και μετά που το καθεστώς δεν πληρεί ούτε καν τα στάνταρ της αντιπροσωπευτικής ‘‘δημοκρατίας’’. Τα έχει καταλύσει όλα.

Συνεπώς αν θεωρούμε ότι υπάρχει δυνατότητα να εφαρμοστεί με την πραγματική της έννοια η δημοκρατία και έτσι όπως το λέει και το ίδιο το Σύνταγμα η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, αυτό γίνεται μόνο με την εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας.

Η άμεση δημοκρατία πώς μπορεί να εφαρμοστεί σε μια μεγάλη κοινωνία, όπως η ελληνική, σε μια μεγάλη κλίμακα. Ναι, λέει η κ. εισαγγελέας. Έχει γίνει ξανά αυτή η συζήτηση και έχω ακούσει από άλλον εισαγγελέα ότι η άμεση δημοκρατία μόνο σε παλαιότερες εποχές και πιο πρωτόγονες κοινωνίες μπορούσε να εφαρμοστεί και όχι στις σύγχρονες όπως η δική μας. Διαφωνούμε. Βέβαια, κάποιος ο οποίος θέλει να υπερασπιστεί το υπάρχον καθεστώς τι θα πει; Ότι είναι ανεφάρμοστο. Το συνομοσπονδιακό μοντέλο πιστεύουμε ότι είναι η μόνη λύση που μπορεί να διασφαλίσει τις προϋποθέσεις για να γίνουν όντως πράξη αυτά τα άρθρα του Συντάγματος που διάβασα πριν, περί ισότητας, λαϊκής κυριαρχίας, ατομικής αξιοπρέπειας και ελευθερίας. Δηλαδή, οργανώνεται η κοινωνία από τα κάτω σε κομμούνες, σε συμβούλια, σε συνελεύσεις, δημιουργείται ένα πυραμιδωτό σχήμα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, εκπρόσωποι που μεταφέρουν τις αποφάσεις των οργανώσεων βάσης σε κάποια περιφερειακή ομοσπονδία και τις αποφάσεις αυτών των ομοσπονδιών στην κεντρική συνομοσπονδία σε εθνικό επίπεδο. Θα μπορούσαμε και γι’ αυτό το ζήτημα να μιλάμε πολλές ώρες. Αυτό το μοντέλο έχει εφαρμοστεί από αναρχικούς και από τον επαναστατημένο λαό στην Ισπανική επανάσταση. Γενικώς όλες οι επαναστάσεις στην ανθρώπινη ιστορία ήταν προσπάθειες των ανθρώπων να διεκδικήσουν και να εφαρμόσουν την πραγματική λαϊκή κυριαρχία. Έτσι όπως σε κάθε εποχή τουλάχιστον, το έθεταν οι επαναστάσεις. Είτε μιλάμε για τη γαλλική επανάσταση είτε μιλάμε ακόμα και για την αγγλική επανάσταση, πριν καταλήξει στη μορφή που κατέληξε, είτε μιλάμε για την Παρισινή Κομμούνα είτε μιλάμε για την Ισπανική επανάσταση το ’36, όλες οι επαναστάσεις στην ανθρώπινη ιστορία είχαν ως κινητήρια δύναμη – ασχέτως πώς κατέληξαν – τον πόθο και το πάθος της κοινωνικής βάσης για αυτοκυριαρχία, για λαϊκή κυριαρχία, και για συμμετοχή στη διαχείριση της εξουσίας. Και αυτό πιστεύουμε ότι δεν είναι ουτοπικό.

Για όσους πιστεύουν ότι αυτά αφορούν άλλες εποχές οι οποίες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, υπάρχει το παράδειγμα της Βόρειας Συρίας. Το οποίο δεν το γνωρίζουν πολλοί. Και η Βόρεια Συρία εφαρμόζει το μοντέλο του συνομοσπονδισμού και μάλιστα σε μια περιοχή που θεωρείται ότι είναι από τις πιο πολεμοχαρείς – να το πω έτσι – γιατί πολλοί ‘‘δυτικοί’’ έχουν χαρακτηρίσει ως φύσει μη δημοκρατικούς αυτούς τους λαούς. Ότι από τη φύση τους είναι συγκεντρωτικοί είναι μισογύνηδες, μη δημοκρατικοί κλπ. Και αυτοί έχουν καταφέρει μέσα από το συνομοσπονδιακό μοντέλο την ειρηνική συνύπαρξη όλων των λαών της Βόρειας Συρίας – δεν είναι και λίγοι, γιατί δεν ζουν μόνο Κούρδοι εκεί, ζουν Αρμένιοι, Άραβες, Συροϊκαβωτίτες …., διάφορες εθνότητες – με κάποιες από τις οποίες είχαν και έχθρες παλιά, όπως π.χ. οι Τούρκοι με τους Αρμένιους. Έχουν καταφέρει μέσα από αυτό το μοντέλο και συνυπάρχουν φυλές και λαοί με διαφορετικά πιστεύω, θρησκείες, παραδόσεις, γλώσσες κλπ. Πραγματικά, θα έπρεπε να είναι υπόδειγμα σήμερα αυτό που έχουν καταφέρει στη Β. Συρία. Ειδικά εν όψει ενδεχόμενων διακρατικών συγκρούσεων που μπορεί να εκδηλωθούν, και εν όψει των εθνικισμών που ενισχύονται, εν όψει των εθνικών αντιπαραθέσεων να είναι παράδειγμα, ειδικά για την περιοχή μας, ειδικά για τα Βαλκάνια. Να είναι παράδειγμα το συνομοσπονδιακό μοντέλο με την άμεση συμμετοχή όλων σε όλες τις διαδικασίες και σε όλα τα επίπεδα πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας.

Επίσης εκεί που υποτίθεται, οι γυναίκες είναι καταδικασμένες να ζουν σα ζώα, χωρίς φωνή και χωρίς δικαιώματα – σύμφωνα με τη ‘‘δυτική’’ άποψη –, έχουν καταφέρει οι γυναίκες την πρώτη πραγματικά γυναικεία επανάσταση. Δηλαδή, μιλάμε για μια επανάσταση που έχει τις εξής διαστάσεις. Είναι από τη μια ενάντια στο κράτος και τον καπιταλισμό. Έχουν απορρίψει εξ’ αρχής το κράτος – οι ‘‘οπισθοδρομικοί’’ – ως μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Γιατί όπως λένε οι ίδιοι οι επαναστάτες στη Β. Συρία, ‘‘όλες οι μορφές καταπίεσης τις οποίες εμείς πολεμάνε, εφ’ όσον καταφέρουμε εμείς να φτιάξουμε ένα εθνικό κράτος’’ – οι Κούρδοι συγκεκριμένα – ‘‘θα είμαστε υποχρεωμένοι να αναπαράγουμε όλους αυτούς τους διαχωρισμούς και όλες αυτές τις διακρίσεις τις οποίες πολεμούσαμε’’. Οπότε έχουν απορρίψει τον στόχο δημιουργίας εθνικού κράτους, συνειδητά – όχι ότι δεν μπορούσαν να το κάνουν. Μέσα σε αυτό το κοινωνικό μοντέλο, η γυναικεία απελευθέρωση είναι ένα στοιχείο της επανάστασης ισότιμο με όλα τα άλλα: τον αντικαπιταλισμό, τον αντικρατισμό, την οικολογία (είναι αδιαχώριστη στην θεωρία και την επανάσταση που κάνουν η θέση πως το οικονομικό μοντέλο που θα αναπτύξουν θα πρέπει να βασίζεται στην οικολογία, γιατί ο πλανήτης με τον καπιταλισμό δεν έχει πολλά χρόνια ζωής).

Η γυναικεία απελευθέρωση και ίση συμμετοχή στις κοινωνικές και πολιτικές δομές της είναι ένας πυλώνας της επανάστασης. Σε κάθε θεσμό, σε κάθε πολιτικό όργανο είναι υποχρεωτικό να υπάρχει ένας άντρας και μια γυναίκα – είναι το δυαδικό σύστημα. Έχουν δημιουργήσει ένα στρατό αποκλειστικά από γυναίκες, με τον οποίο μάχονται αποτελεσματικά εναντίον κάθε παράγοντα που επιβουλεύεται την Επανάσταση. Έχουν δείξει απαράμιλλο θάρρος και έχουν κάνει πράξη αυτό που λέμε γυναικεία χειραφέτηση. Και πιστεύουν πως η γυναικεία χειραφέτηση δεν καταχτιέται παρά μόνο με την κατάργηση του κράτους και του καπιταλισμού. Πιστεύουν ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο το ζήτημα του διαχωρισμού των φύλλων, της πατριαρχίας και του σεξισμού με την ίδια την κρατική υπόσταση. Αυτά λένε και έχουν δίκιο. Εγώ τα ασπάζομαι στο ακέραιο. Επίσης, έχουν φτιάξει γυναικεία δικαστήρια. Τα δικαστήριά τους είναι οι Επιτροπές Ειρήνης και Συναίνεσης, οι οποίες λειτουργούν στην κοινωνική βάση. Την επανάσταση αυτή την επιβουλεύονται και την πολεμάνε με διάφορους τρόπους. Έχει πάει στη Β. Συρία π.χ. μη κυβερνητική οργάνωση η οποία λέει, επειδή το μοντέλο τους στην απονομή δικαιοσύνης δεν προσομοιάζει με το δυτικό μοντέλο, ότι παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτά γίνονται στα πλαίσια του πολέμου εναντίον της επανάστασης. Και οι γυναίκες που συμμετέχουν εξ’ αρχής στην επανάσταση, αντιμετώπισαν μια μεγάλη έκρηξη βίας εναντίον τους. Και αποφάσισαν ότι πρέπει να φτιάξουν δικά τους δικαστικά σώματα, στα οποία να εκδικάζονται μόνο από γυναίκες τα εγκλήματα κατά των γυναικών, την ενδοοικογενεική βία, τη βία στο δρόμο, τη σεξιστική βία παντού. Δεν είναι πολύ προχωρημένες; Δηλαδή, δικαιώματα που υποτίθεται, έχουν όλοι στη ‘‘δύση’’ και τα οποία καταπατούνται κάθε μέρα και από όλα τα όργανα της πολιτικής, οικονομικής και δικαστικής εξουσίας, ένα Σύνταγμα που έχει καταλυθεί και μαζί του όλα τα δικαιώματα που υποτίθεται, διασφαλίζονται για τους ανθρώπους αυτοί στη Βόρεια Συρία τα έχουν εφαρμόσει, τα υπηρετούν και έχουν ‘‘βάλει γυαλιά’’ σε όλη τη ‘‘δύση’’, την υποτίθεται, ‘‘δημοκρατική’’ δύση. Όπου μόνο δημοκρατία δεν υπάρχει.

Η Β. Συρία είναι ένα παράδειγμα. Δεν είναι αναρχικοί, αλλά στο εγχείρημά τους υπάρχουν στοιχεία που θα έπρεπε να φωτίζουν όλη την ανθρωπότητα. Όπως επίσης, θα έπρεπε να φωτίζει όλη την ανθρωπότητα η ιστορία των επαναστάσεων που έχουν γίνει στο παρελθόν. Και ειδικά, θα πω, για την Ισπανική επανάσταση που είναι το κορυφαίο εγχείρημα αυτοκυριαρχίας των εργατών, και των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων, πώς πήραν την πολιτική και την οικονομική κατάσταση στα χέρια τους και πώς είχαν οργανωθεί.

Η ιστορία των επαναστάσεων θα έπρεπε να μαθαίνεται ευρέως, ακόμα και να διδάσκεται στα σχολεία. Γιατί όπως είπε και ένας αναρχικός καθηγητής, κοινωνίες στις οποίες δεν είναι ζωντανή η ελπίδα μιας επανάστασης για ένα καλύτερο κόσμο, είναι νεκρές κοινωνίες. Και εγώ αυτό πίστευα και πιστεύω.

Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα και η ενέργεια που εκδικάζεται εδώ ήθελα με τα όσα είπα, να ‘‘κουμπώσει’’ με την ιστορία. Ήταν απαραίτητο να συνεχιστεί η δράση του Επαναστατικού Αγώνα, ήταν απαραίτητο να χτυπηθεί η καταστολή, ήταν απαραίτητο να αναδειχθεί η αξία της αλληλεγγύης – γιατί μέσα στην κρίση που προκαλεί η καταστολή, βρίσκεται και η αλληλεγγύη σε κρίση. Έπρεπε για όλα αυτά να γίνει μια υπέρβαση και να πολεμηθεί το κυρίαρχο πολιτικό και οικονομικό σύστημα εξουσίας με κατεύθυνση την ανατροπή του και την κοινωνική Επανάσταση.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License