Δημόσιος απολογισμός των πρώτων δύο χρόνων λειτουργίας της Αναρχικής Ομοσπονδίας

Εν όψει του πρώτου τακτικού συνεδρίου της Αναρχικής Ομοσπονδίας, η ημερομηνία διεξαγωγής του οποίου θα ανακοινωθεί σύντομα, οι συλλογικότητες που την απαρτίζουν βρίσκονται σε μία διαδικασία απολογισμού και εσωτερικού διαλόγου.  Η ελευθεριακή κουλτούρα που επιδιώκουμε να έχουμε, ως αναρχικοί και αναρχικές, μας ωθεί στο να δημοσιοποιούμε το υλικό του διαλόγου αυτού, θέτοντας το στη διάθεση των υπόλοιπων συντρόφων/ισσών του κινήματος.  

Εν όψει του πρώτου τακτικού συνεδρίου της Αναρχικής Ομοσπονδίας, η ημερομηνία διεξαγωγής του οποίου θα ανακοινωθεί σύντομα, οι συλλογικότητες που την απαρτίζουν βρίσκονται σε μία διαδικασία απολογισμού και εσωτερικού διαλόγου.  Η ελευθεριακή κουλτούρα που επιδιώκουμε να έχουμε, ως αναρχικοί και αναρχικές, μας ωθεί στο να δημοσιοποιούμε το υλικό του διαλόγου αυτού, θέτοντας το στη διάθεση των υπόλοιπων συντρόφων/ισσών του κινήματος. 
Ξεκινάμε με τον απολογισμό της έως τώρα λειτουργίας της Α.Ο., τόσο των διαδικασιών που οδήγησαν στη δημιουργία της όσο και αυτών που ακολούθησαν του ιδρυτικού συνεδρίου το Νοέμβρη του 2015. Θα ακολουθήσουν οι εισηγήσεις των ομάδων για τις θεματικές οι οποίες θα συζητηθούν στα πλαίσια του προ-συνεδριακού διαλόγου. Οι θεματικές αυτές είναι: Δομή, Ταξικό ζήτημα, Έμφυλο ζήτημα, Ιμπεριαλισμός, Το ζήτημα των ουσιών. Εδώ να διευκρινίσουμε ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο διαλόγου για όλες τις θεματικές, ούτε η κάθε ομάδα δεσμεύεται να ακολουθήσει κάποιον συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης της θέσης της. Έτσι για κάποιες θεματικές η τελική θέση της Ομοσπονδίας είναι αποτέλεσμα διαλόγου που έγινε επί ολοκληρωμένων εισηγήσεων, γραπτών τοποθετήσεων σε μορφή bullets ή και προφορικών τοποθετήσεων στις δια ζώσεις πανελλαδικές συναντήσεις της Α.Ο. Κατά συνέπεια δεν είναι τεχνικά δυνατό να δημοσιοποιηθεί όλος ο προσυνεδριακός διάλογος. Αυτό που είναι εφικτό να κατατεθεί δημόσια είναι τα ολοκληρωμένα κείμενα συλλογικοτήτων για κάποιες από τις θεματικές. Για το ζήτημα της δομής δεν υπήρξαν γραπτές τοποθετήσεις, καθώς οι προτάσεις για αλλαγή του τρόπου λειτουργίας γίνονταν στις διά ζώσης διαδικασίες της Α.Ο. βάσει των ελλείψεων που όλοι/ες αντιμετωπίζαμε και  για τις οποίες αναζητούσαμε τρόπους βελτίωσης από κοινού. 



Δημόσιος απολογισμός των πρώτων δύο χρόνων λειτουργίας της Αναρχικής Ομοσπονδίας

Έχει έρθει, κατά την άποψή μας, ο χρόνος για την δημόσια παρουσίαση της αποτίμησης της δημιουργίας και της λειτουργίας της Αναρχικής Ομοσπονδίας. Ο λόγος που προτάσσει κάτι τέτοιο είναι διπλός. Αφενός, αποτελεί αναγκαιότητα με βάση το πολιτικό ήθος και την ελευθεριακή κουλτούρα που ως αναρχικοί προσπαθούμε να έχουμε. Αφετέρου, η οικειοποίηση, τόσο από εμάς όσο και από το υπόλοιπο κίνημα, της εμπειρίας που επίπονα κατακτήθηκε από τη μέχρι τώρα πορεία του οργανωτικού εγχειρήματος αποτελεί ουσιώδη ανάγκη. Οφείλουμε λοιπόν σήμερα να ορίσουμε επιτυχίες και αποτυχίες, διαψεύσεις και νίκες, αναπόφευκτα όσο και απερίσκεπτα λάθη.

Στην επαναστατική ιστορία τίποτα δεν είναι καινούριο αλλά και τίποτα δεν είναι αντίγραφο μιας παλιάς ιστορίας. Η εμπειρία των εγχειρημάτων είναι ένα εργαλείο που μόνο διαλεκτικά μπορεί να είναι χρήσιμο: ο απολογισμός και η αποτίμηση των ήδη γενομένων έχει αξία για τους αγωνιζόμενους, πρώτα από όλα ως εργαλείο για το μέλλον – το τι έγινε έχει σημασία για το τι μπορεί να γίνει.

Η ανάλυση της «πρωτοβουλίας των 4 ομάδων» που οδήγησε στην αρχή της οργανωτικής προσπάθειας παραμένει και σήμερα διαυγής. Οι δυνατότητες, η ορμή, ο πλούτος που ο αναρχικός χώρος φέρει, αλλά και τα όρια, οι αδυναμίες και οι ανεπάρκειες μας, συνεχίζουν, κατά τη γνώμη μας, να βρίσκονται εκεί και να μας κοιτάν όλες και όλους στα μάτια.

Αυτό το κείμενο αποτίμησης σηματοδοτεί για εμάς την ολοκλήρωση αυτού που στο ιδρυτικό μας συνέδριο το 2015 ορίσαμε ως «πειραματική περίοδο» της Αναρχικής Ομοσπονδίας, μιας περιόδου, δηλαδή, που de facto κάθε μας κίνηση, κάθε μας δομή, κάθε μας πρωτοβουλία θα ήταν πειραματική, ακριβώς επειδή καμία και κανένας μας δε το είχε ξανακάνει, καμία και κανένας μας δεν είχε μία έτοιμη συνταγή. Με το παρόν κείμενο, λοιπόν, ανακοινώνουμε τα αποτελέσματα αυτού του «πειράματος» και με βάση τη νέα πραγματικότητα προχωράμε στο 1ο τακτικό συνέδριο της Α.Ο. που θα καθορίσει την οριστική της φυσιογνωμία.

Ξεκινώντας το κείμενο παρουσίασης και αποτίμησης της ως τώρα λειτουργίας της Αναρχικής Ομοσπονδίας, θα ήταν εσφαλμένο και ανειλικρινές να μην παραδεχθούμε δημόσια ότι το αρχικό σχέδιο πάνω στο οποίο δομήθηκε ο σχηματισμός της Αναρχικής Ομοσπονδίας έχει αποτύχει. Το αρχικό σχέδιο -που από κοινού οι συλλογικότητες που συμμετείχαμε δομήσαμε- ανταποκρίνονταν σε μία άλλη συνθήκη και, αναγκαστικά -όπως συχνά συμβαίνει όταν οι σχεδιασμοί προσκρούουν στην πραγματικότητα- έχει ριζικά αλλάξει.

 

Από την πρωτοβουλία των 4 ομάδων έως την διάσπαση των δύο πανελλαδικών εγχειρημάτων…

 

Η διαδικασία

Τέσσερις συλλογικότητες, μετά από κοινή πορεία αρκετών χρόνων στην «Συνέλευση Αναρχικών για την κοινωνική αυτοδιεύθυνση» (την τελευταία, μέχρι σήμερα, τέτοιου τύπου συνέλευση συλλογικοτήτων) ξεκίνησαν μια θαρραλέα προσπάθεια υπέρβασης αυτού που εκείνες, και όλες οι υπόλοιπες που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα αυτών, αντιλαμβάνονταν ως όλο και πιο ορατό πολιτικό αδιέξοδο του χώρου.

Οι πολύμηνες ζυμώσεις των 4 ομάδων, παρά τις διαφορετικές στρατηγικές πάνω στο επίδικο (διαφορές που εν μέρει άφησαν την ηχώ τους στη συνέχεια της προσπάθειας) οδήγησαν στην παραγωγή ενός αρχικού καλέσματος, δομημένο πάνω σε 7 σημεία, τα οποία αποτελούσαν το πολιτικό προαπαιτούμενο συμμετοχής μίας συλλογικότητας στην οργανωτική προσπάθεια. Το γεγονός ότι προαπαιτούμενα για τη συμμετοχή ήταν ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις και αποδοχή του μοντέλου της ομοσπονδιακής προσέγγισης (του οποίου ο καθορισμός αφέθηκε ολοκληρωτικά στις διαδικασίες που ακολούθησαν) ήταν η καλύτερη απόδειξη -πολύ περισσότερο από τις όποιες διαβεβαιώσεις έδιναν οι 4 ομάδες- ότι η οργανωτική προσπάθεια ουδέποτε είχε ως στόχο να «ενοποιήσει τον χώρο». Η ζητούμενη οργάνωση δεν θα βασιζόταν στη λογική του «συνθετισμού», δεν θα αφορούσε όλους/ες τους/τις αναρχικούς/ες συντρόφους/ισσες. Αφορούσε τα σχήματα που έβλεπαν τον εαυτό τους μέσα στα 7 σημεία: ήταν, κατά συνέπεια, μια απόπειρα να οργανωθεί μια συγκεκριμένη πολιτική τάση μέσα στο αναρχικό κίνημα. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν την ορθότητα αυτής της επιλογής, όπως θα περιγράψουμε παρακάτω.

Η προσπάθεια παρουσιάστηκε σε μια μεγάλη εκδήλωση στην ΑΣΟΕΕ, όπου 40 και πλέον αναρχικές ομάδες από όλη την Ελλάδα παρευρέθηκαν και τοποθετήθηκαν για το θέμα. Σε αυτήν αναδείχτηκαν αρκετές διαφορετικές απόψεις. Κάποιες από τις παρευρισκόμενες συλλογικότητες δεν συμφωνούσαν με κάποια από τα 7 σημεία, ενώ κάποιες δε συμφωνούσαν με το «ομοσπονδιακό μοντέλο» και προέταξαν μια λογική «πανελλαδικού δικτύου».

Είκοσι μία (21) συλλογικότητες αποδέχτηκαν το κάλεσμα της «πρωτοβουλίας των 4» και ξεκίνησαν τελικά το εγχείρημα που κατέληξε στην δημιουργία τόσο της Αναρχικής Ομοσπονδίας, όσο και της Αναρχικής Πολιτικής Οργάνωσης.

Η διαδικασία ξεκίνησε με τον αυτο-ορισμό της. Κάθε ομάδα καλέστηκε να φέρει μια λίστα με θέματα επάνω στα οποία εκείνη θεωρούσε απαραίτητο να τοποθετηθεί το υπό διαμόρφωση πανελλαδικό εγχείρημα, έτσι ώστε να μπορεί να υπάρξει μια αναρχική ομοσπονδία με πλήρες περιεχόμενο, κοινό σχέδιο και αποτελεσματικές δομές. Τα θέματα αυτά συντέθηκαν κι έτσι καθορίστηκε η κοινή ατζέντα που θα έπρεπε να συζητηθεί κομμάτι-κομμάτι, και η οποία περιλάμβανε περισσότερα από 30 θέματα που κάλυπταν σχεδόν το σύνολο της αναρχικής πολιτικής υπόστασης, της στρατηγικής και των πιθανών δομών. Για κάθε ένα από αυτά τα θέματα, η κάθε ομάδα έπρεπε να τοποθετηθεί γραπτά. Η διαδικασία δομήθηκε με διήμερες πανελλαδικές συναντήσεις περίπου ανά δίμηνο, ενώ οι τοποθετήσεις και μέρος της ζύμωσης γίνονταν μέσω δικτυακού φόρουμ. Για κάθε ένα από τα θέματα της ατζέντας γινόταν μια πρώτη κουβέντα εκπροσώπων στις συναντήσεις και έβγαινε μια διασυλλογική ομάδα που αναλάμβανε να συνθέσει τις απόψεις, να παρουσιάσει τον κοινό τόπο, αυτός να περάσει από ένα δεύτερο στάδιο συζήτησης, να καταλήξει και να εγκριθεί από τις συνελεύσεις των ομάδων μετά το διήμερο. Η διαδικασία ήταν εξαντλητική. Κάθε ομάδα έπρεπε να συζητήσει στο εσωτερικό της κάθε θέμα της ατζέντας, να καταλήξει σε τοποθέτηση για αυτό, και να την αποτυπώσει σε κείμενο. Από εκεί και πέρα, εκπρόσωποί της ταξίδευαν ως την Αθήνα και επί 2 ημέρες από το πρωί ως το βράδυ διαπραγματεύονταν τις θέσεις της. Στο τέλος έπρεπε να ξανασυζητήσει το τελικό αποτέλεσμα.

Παρά τη δυσκολία και τον κόπο, όμως, δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει αλλιώς, πιο γρήγορα ή πιο επιφανειακά, εφόσον ο στόχος ήταν μια πολιτικά συνεκτική ομοσπονδιακή δομή. Μεταξύ αναρχικών συλλογικοτήτων ήταν κοινά αποδεκτό ότι κάθε θέμα που θεωρούνταν σημαντικό από κάθε ομάδα, έπρεπε να τεθεί στο τραπέζι. Κάθε θέμα έπρεπε να συζητηθεί όσο χρειαζόταν για να παραχθεί, μέσω μακράς ζύμωσης, μία κοινότητα τοποθετήσεων. Με το βλέμμα στο αφορμαλιστικό παρελθόν, που οτιδήποτε «αφήνονταν στην άκρη για να μην σκοτωθούμε», αποφασίσαμε να μην αφήνουμε διαφωνίες κάτω από το τραπέζι. Με το βλέμμα στο μέλλον, όλες και όλοι μαζί οφείλαμε να κλείσουμε όσες περισσότερες «πληγές» μπορούσαμε, ώστε να πορευτούμε όσο το δυνατόν πιο απερίσπαστοι στο δύσβατο δρόμο που το κίνημα έχει μπροστά του σε καιρό κρίσης.

 

Προβλήματα και αδιέξοδα

Πολύ γρήγορα άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες αδυναμίες και δυσκολίες. Κάποιες είχαν προβλεφτεί – κάποιες όχι. Το αρχικό κάλεσμα αφορούσε αποκλειστικά συλλογικότητες και μάλιστα αυστηρά πολιτικές. Η λογική πίσω από την απεύθυνση του καλέσματος μόνο σε πολιτικές ομάδες -η οποία οδηγούσε σε αποκλεισμό σχημάτων όπως καταλήψεις και στέκια ή αντισεξιστικές/ αντιφασιστικές κ.ά ομάδες- που δεν έδιναν στον εαυτό τους τον χαρακτηρισμό της πολιτικής ομάδας βασίστηκε πάνω στην πρόβλεψη του ότι τέτοια μορφώματα δεν θα ήταν δυνατό να διαχειριστούν μια τέτοια ατζέντα -κάτι το οποίο είναι πολύ λογικό λόγω της δομής τους, της σύστασής τους και της στόχευσης τους. Σήμερα είμαστε σίγουροι ότι αν υπήρχαν ανάμεσα μας τέτοια πολυσυλλεκτικά σχήματα αγώνα, η διαδικασία συνδιαμόρφωσης και απόφασης θα ήταν από εξαιρετικά δυσκολότερη ως ανέφικτη. Μέσα στις μακρές διαδικασίες φάνηκε ότι ακόμα και οι ίδιες οι πολιτικές ομάδες που συμμετείχαν είχαν πολύ μεγάλη ανομοιογένεια στις τοποθετήσεις τους επάνω στις θεματικές και στις προτεινόμενες δομές. Θέματα που σε κάποιες ομάδες είχαν δουλευτεί σοβαρά, για άλλες ήταν terra incognita, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε συνέχεια αντιμέτωποι με διαφορές εννοιολόγησης και κωδικοποίησης που μπλόκαραν την εξέλιξη και οδηγούσαν σε παρεξηγήσεις.

Αυτή η ανομοιογένεια, όμως, ήταν πολύ ευρύτερη από εκείνη των «δυνατοτήτων θεωρητικής παραγωγής». Υπήρχαν ομάδες με εντελώς ανομοιογενείς ποσοτικές δυνάμεις, με κάποιες να αριθμούν δεκάδες μέλη και κάποιες λιγοστά, γεγονός που δημιουργούσε τεράστιο βάρος για τις δεύτερες, τόσο για την προετοιμασία των θέσεων τους όσο και για την εκπροσώπησή τους. Υπήρχαν ομάδες που έκαναν εκτενή προετοιμασία και ζύμωση στο εσωτερικό τους και άλλες που έρχονταν με πρόχειρες κατευθύνσεις από τη συλλογικότητά τους και βασίζονταν στον αυτοσχεδιασμό των εκπροσώπων τους. Υπήρχαν ομάδες που πρακτικά είχαν αφοσιωθεί αποκλειστικά στην οργανωτική προσπάθεια και άλλες που παρότι είχαν πλούσια δική τους δράση, δε ένιωθαν αυτή την προσπάθεια ως προτεραιότητα με τον ίδιο τρόπο. Από την αρχή ήταν δεδομένος στόχος για όλους μας οι ομάδες να συνεχίσουν να υπάρχουν ως τέτοιες, να συνεχίσουν να παράγουν το πολιτικό τους έργο, να μιλάν, να δρουν. Το αποτέλεσμα, όμως, της ανομοιογένειας στην προτεραιοποίηση του πανελλαδικού εγχειρήματος ήταν κάποια σχήματα αφοσιωμένα στην οργανωτική προσπάθεια να παραμελήσουν τον πολιτικό τους αγώνα, ενώ άλλα να παραμελήσουν τις διαδικασίες. Ένα είναι σίγουρο: το μέγεθος του κόπου και του χρόνου που απαιτούσε αυτή η προσπάθεια είχε εξ αρχής υποτιμηθεί.

Επιπλέον, ένα άλλο πρόβλημα που ανέκυψε, εμφανές σε κάθε πολιτική διαδικασία, αφορούσε την κατανομή εργασίας μέσα στις ίδιες τις συλλογικότητες. Σύντομα, για μέρος των ομάδων, οι εκπροσωπήσεις είχαν παγιωθεί: ήταν συνεχώς οι ίδιοι άνθρωποι που αναλάμβαναν τον φόρτο της εκπροσώπησης. Αυτό παρήγαγε στο εσωτερικό των κυττάρων της ομοσπονδίας δύο ταχύτητες: κάποιοι που ζούσαν την προσπάθεια και κάποιοι που την έβλεπαν μέσα από τα μάτια των πρώτων.

 

Τα καφενεία από το παράθυρο

Η οργανωτική προσπάθεια της αναρχικής ομοσπονδίας θεωρούσε και θεωρεί τον εαυτό της ως μέρος του αναρχικού κινήματος και όχι ως κάτι που έρχεται να το υποκαταστήσει ή να προσπαθήσει να λειτουργήσει σε πολιτικάντικη αντιδιαστολή μαζί του. Σχήματα που δεν είχαν ποτέ πριν επικοινωνήσει και συνδιαμορφώσει μεταξύ τους, σχήματα με μεγάλη ιστορία κοινής δράσης αλλά και σχήματα που είχαν ενεργές συγκρούσεις και καχυποψία μεταξύ τους κάθισαν όλα μαζί στο ίδιο τραπέζι διαλόγου. Αυτό ήταν κάτι που, φυσικά, είχε προβλεφθεί. Από την πρώτη στιγμή αποτέλεσε ζήτημα που θα μπορούσε δυνητικά να καταστρέψει όλο το εγχείρημα, αν δεν αντιμετωπιζόταν από όλους και όλες με σοβαρότητα. Ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε αυτή η πρόκληση ήταν ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μιας στιβαρής πολιτικής διαδικασίας που θα μετουσίωνε συγκρούσεις και έριδες σε συγκεκριμένες διαφωνίες προς συζήτηση και σύνθεση. Αλλά ό,τι και να κάνει κανείς με τις διαδικασίες, για να μπορεί να υπάρξει συνέχεια απαιτείται ένα μίνιμουμ «καλής πρόθεσης». Και αυτό το μίνιμουμ το ονομάσαμε «επανεκκίνηση σχέσεων». Ουσιαστικά, όλοι και όλες μαζί συμφωνήσαμε να αφήσουμε στο παρελθόν υπάρχουσες κόντρες και πολιτικές (ή και μη) αντιπάθειες, και να επανεκκινήσουμε τις σχέσεις μας με όλες τις συλλογικότητες που συμμετείχαν στο εγχείρημα. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αυτή η προσέγγιση δούλεψε πολύ αποτελεσματικά. Οι διαδικασίες προχώρησαν και μια πραγματικότητα διαφορετική από τους «σκυλοκαυγάδες» κάπου ανάμεσα στο πολιτικό και το προσωπικό που σοβούν στο μικρό χωριό του αναρχικού χώρου, έγινε εφικτή. Κι αυτό ήταν μια από τις σημαντικότερες εμπειρίες που αποκομίσαμε. Ναι, είναι εφικτό για τους αναρχικούς και τις αναρχικές στις σημερινές συνθήκες να υπερβούν την πολιτικοκοινωνική μιζέρια ενός μικρού χωριού με τις βεντέτες και τις μάχες κουτσομπολιού στα καφενεία και το Ιndymedia. Κι όλα αυτά, ενώ έξω από τις διαδικασίες η πραγματικότητα κυλούσε στην «φυσιολογική» της μορφή. Ομάδες συνέχιζαν να συγκρούονται, ζητήματα συνέχισαν να δημιουργούν «πάγο» μεταξύ συλλογικοτήτων.

Η επιρροή που είχε το υπόλοιπο αναρχικό κίνημα πάνω στο εγχείρημα συνολικά, στις συλλογικότητες που το απάρτιζαν και τα άτομα τους δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Όλες οι ομάδες του οργανωτικού εγχειρήματος ουδέποτε θέλησαν να αποσχιστούν από το αναρχικό κίνημα: κινούνται μέσα σε αυτό γενικά, και σε διαφορετικά πεδία του συγκεκριμένα. Συντρόφισσες και σύντροφοι που συμμετείχαν στις ομάδες της ομοσπονδίας βρίσκονταν και σε άλλα εγχειρήματα (σωματεία, συνελεύσεις γειτονιάς, καταλήψεις, στέκια, άλλες συνελεύσεις). Το οργανωτικό εγχείρημα από το πρώτο λεπτό του είχε να αντιμετωπίσει εκτός από την αυτονόητη πολιτική κριτική και ένα νέφος

ιδιωτικών επιθέσεων. Το «τι δουλειά έχετε εσείς/εσύ με ΑΥΤΟΥΣ/ΟΝ» ήταν κυρίαρχη επωδός, όπου το «ΑΥΤΟΙ» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περιλάμβανε κάθε σχεδόν ομάδα που συμμετείχε και πολλά μεμονωμένα μέλη τους. Η διαδικασία παρόλα αυτά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, κράτησε κλειστή την πόρτα στις εμπάθειες ανάμεσα σε άτομα και το καφενειακό λασπόλουτρο. Το παράθυρο όμως δεν μπορούσε να κλείσει. Και αργά και σταθερά τροφοδοτούσε ένα υπόβαθρο ρήξης που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ούτε με «καλή πρόθεση» ούτε με διαδικαστικά μέτρα.

 

In vitro

Κάθε μεγάλη απόπειρα που πατάει στα πόδια της έχει για αρχή ένα σημαντικό κεφάλαιο: τον ενθουσιασμό. Και η οργανωτική προσπάθεια έκανε την καλύτερη δυνατή χρήση αυτού του εργαλείου. Χωρίς αυτόν, μια διαδικασία τόσο πλατιάς ζύμωσης ανάμεσα σε πολιτικές ομάδες θα ήταν αδύνατη. Ο ενθουσιασμός, όμως, κάποτε φθίνει, και τότε είναι μόνο η πραγματικότητα που μπορεί να δώσει το απαραίτητο καύσιμο που θα τον αντικαταστήσει. Εδώ ήταν, κατά την εκτίμησή μας, η μεγαλύτερη αδυναμία της διαδικασίας: Η αποστείρωση από την πράξη. Ο εγκλεισμός σε έναν πολιτικό δοκιμαστικό σωλήνα.

Για πολύ καιρό, παρά τις επίμονες προτάσεις μέρους των ομάδων, δεν έγινε εφικτό να συμφωνηθεί ένα παράλληλο πλάνο δράσης όλων όσων συμμετείχαν στην προσπάθεια. Οι κοινότητες που κατακτιόνταν στη θεωρία δεν έβρισκαν κανένα αντίστοιχο στην πράξη. Και κατά συνέπεια η ίδια η σημασία τους υποβαθμίζονταν. Για τους αναρχικούς το βασικό πεδίο είναι ο δρόμος. Ο δρόμος είναι αυτός που σφραγίζει την κοινότητα. Χωρίς τον δρόμο, ένα σύνολο ετερόκλητων ομάδων παραμένει ένα σύνολο ετερόκλητων ομάδων. Αφού, λόγω της έλλειψης κοινής δράσης, δεν μπόρεσε να στεριώσει ουσιωδώς μια νέα κοινότητα, το κενό του αρχικού ενθουσιασμού άρχισε να γεμίζει από κόπωση και οι εξωτερικές και εσωτερικές αποδομητικές επιρροές άρχισαν να κατακτούν έδαφος. Για να το πούμε απλά: αν με άλλους συζητάς και με άλλους πράττεις, αυτά τα δύο αργά ή γρήγορα θα έρθουν σε ρήξη.

Εντός του κόλπου της υπό διαμόρφωση κοινότητας, υπήρχε σταθερά αντίλογος για την πιθανότητα κοινής πράξης πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας, εκφρασμένος από συγκεκριμένες ομάδες -και θα ήταν ανόητο αν λέγαμε ότι ήταν απολύτως παράλογος: η κοινότητα της δράσης απειλούσε να υπερκεράσει την αναζήτηση πολιτικής κοινότητας, η διαδικασία έπρεπε να ολοκληρωθεί πριν περάσει στο επόμενο στάδιο. Αλλά και ο αντίστροφος αντίλογος που ερχόταν από έξω και μας προέτρεπε να τελειώνουμε με τα λόγια και να βγάλουμε ένα πρόχειρο κείμενο, ώστε να ριχτούμε στον αγώνα, επίσης δεν ήταν παράλογος. Η στάση όμως αυτή, και στις δυο εκδοχές της, λογικοφανής μέσα στην γραμμικότητά της, αγνοούσε τη διαλεκτική φύση του αγώνα, την αδιάσειστη σχέση θεωρίας και πράξης, τους αληθινούς όρους χτισίματος κοινότητας και όχι μόνο συμφωνίας ή σύμπραξης.

Σήμερα κρίνουμε ότι το ρίσκο (που πράγματι υπήρχε) να υπονομευτεί η πολιτική ζύμωση μέσω της κοινής δράσης έπρεπε να είχε παρθεί. Αν στο αναρχικό κίνημα βλέπουμε συχνά την αποτυχία των κοινοτήτων που βασίζονται μόνο στο πρακτικό, στο οργανωτικό εγχείρημα είδαμε την αντίστροφη αποτυχία. Κι αυτό είναι μια πολύ σημαντική παρακαταθήκη εμπειρίας για το πως «γίνονται αυτά τα πράγματα».

 

Προς τη ρήξη

Πέντε από τις 21 ομάδες που ξεκίνησαν στο εγχείρημα αποχώρησαν στην πορεία, άλλες για πολιτικές διαφωνίες κι άλλες για διαφωνίες επί των διαδικασιών. Με δεδομένο ότι η διαδικασία ήταν κλειστή και έως ότου ολοκληρωθεί -επί δύο χρόνια δηλαδή- καμία νέα ομάδα δεν μπορούσε να μπει, αυτό σήμαινε ότι στο εγχείρημα συνεχίσαμε 16 ομάδες. Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό δείγμα υγείας το οποίο διατηρήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας, που έχει σημασία να αναφερθεί: μέχρι λίγο καιρό πριν τη διάσπαση δεν είχαν διαμορφωθεί πόλοι. Τα «μέτωπα κοινών θέσεων» διαφοροποιούνταν από θέμα σε θέμα της ατζέντας. Ομάδες που τα έβρισκαν στο ένα «τραπέζι» συγκρούονταν στο άλλο. Ο κίνδυνος εμφάνισης φραξιονισμού είχε προβλεφθεί από την αρχή και υπήρχε στο μυαλό όλων. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που μετά την απόρριψη της πρότασης για κοινή δράση, που αναφέρθηκε παραπάνω, οι συλλογικότητες που την πρότειναν απέφυγαν να συμπράξουν ξεχωριστά για να μην εισαχθεί αυτό το τόσο συνηθισμένο μικρόβιο στους επαναστατικούς κύκλους.

Καθώς όμως η κούραση, μετά από 2 χρόνια κάματου χωρίς αντίκρισμα, άρχισε να κυριαρχεί, και ενώ οι εξωτερικές φθοροποιές πιέσεις συσσωρεύονταν, οι ιδιαίτερες ατζέντες των ομάδων πήραν κεφάλι από την όποια κοινότητα είχε φτιαχτεί. Συγκρούσεις και υπόλοιπα του μακρινού παρελθόντος βρήκαν έδαφος ανάπτυξης και μετέτρεψαν τις τελευταίες 2-3 πανελλαδικές διαδικασίες σε πεδίο συνεχιζόμενων συγκρούσεων, συχνά πολύ κακής ποιότητας. Σε αυτό συνέτεινε και το γεγονός ότι οι «δυσκολότερες» θεματικές όπως η δομή της ομοσπονδίας είχαν αφεθεί για το τέλος.

Στο κέντρο της ρήξης βρέθηκε μια κεντρική διαφωνία σε σχέση με την αυτονομία ή μη των περιφερειών της Ομοσπονδίας. Μια διαφωνία που αναδείκνυε την ύπαρξη ρήγματος τόσο σχετικά με τη φυσιογνωμία της επιθυμητής οργάνωσης, όσο και για τις σχέσεις της με το υπόλοιπο αναρχικό κίνημα και τον τρόπο λειτουργίας της μέσα σε αυτό. Η διαφωνία αυτή ήταν μια συνηθισμένη στις επαναστατικές οργανώσεις ανά την ιστορία διαφωνία, που δεν μπορούσε όμως να καλυφθεί με ημίμετρα και έντεχνες διατυπώσεις, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες όλων.

Ήταν αναπόφευκτη, λοιπόν, η διάσπαση του εγχειρήματος σε δύο διαφορετικά μορφώματα; Και ναι και όχι.

Ο μόνος τρόπος που μία τόσο σημαντική διαφωνία θα μπορούσε ίσως να ξεπεραστεί θα ήταν να αφήσεις την πράξη να σε καθοδηγήσει. Δηλαδή, με καταγεγραμμένες τις διαφορετικές θέσεις, με μια πλευρά να υποχωρεί εν μέρει και με την κοινή δέσμευση ότι αν η πράξη δεν επιβεβαιώσει την επιλογή στην πρώτη «πειραματική περίοδο» τότε θα δοκιμαστεί ο άλλος δρόμος. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο χρειάζεται μια ισχυρή κατακτημένη κοινότητα, μια κατακτημένη εμπιστοσύνη, χρειάζεται ο αρχικός ενθουσιασμός που όταν όντως προέκυψε η διαφωνία πλέον δεν υπήρχε. Στη θέση του είχαν διαμορφωθεί για πρώτη φορά 2 πόλοι.

Την ίδια στιγμή που είχαν εμφανιστεί ή επανέλθει ρήξεις ανάμεσα σε ομάδες στην Αθήνα, τη Θεσ/νικη, την Πάτρα, και που οι ομάδες αυτές είχαν χωριστεί στη μία ή την άλλη άποψη για την αυτονομία των περιφερειών, η επιλογή ήταν είτε μία εξαναγκασμένη «ενότητα» είτε ένας αξιοπρεπής διαχωρισμός.

Η πρόταση για το διαχωρισμό των δύο μορφωμάτων προήλθε από ομάδες που συνέχισαν στην Αναρχική Ομοσπονδία και πραγματοποιήθηκε υποδειγματικά από όλες/ους, όπως οφείλει να συμβαίνει ανάμεσα σε αναρχικούς και όπως σπανίως συμβαίνει στην πραγματικότητα. Κι όσο κι αν ακούγεται ειρωνικό, η καθημερινότητα των πολιτικών ρήξεων ανάμεσα σε συλλογικότητες στο αναρχικό κίνημα αναδεικνύει από μόνη της τη σημασία που έχει το πώς τελειώνει ένα εγχείρημα, το αν τραβάει ο καθένας το δρόμο του κρατώντας την κληρονομιά που θεωρεί και δική του ή αν γίνεται τσίρκο.

Η διάσπαση της οργανωτικής προσπάθειας σηματοδότησε το τέλος του αρχικού οργανωτικού εγχειρήματος, αλλά παράλληλα ανέδειξε το πολιτικό του βάθος και τον πολιτισμό του.

 

Η δημιουργία της Αναρχική Ομοσπονδίας

Η διάσπαση στο οργανωτικό εγχείρημα οδήγησε στη δημιουργία δύο οργανώσεων. Η Αναρχική Ομοσπονδία (Α.Ο.) πραγματοποίησε το ιδρυτικό συνέδριό της στις 3 & 4/10/2015, ξεκινώντας έτσι να λειτουργεί. Η Α.Ο. βρέθηκε με το ξεκίνημά της σε ένα δύσκολο για την ίδια περιβάλλον: Ήταν απότοκο μιας διαδικασίας που φιλοδοξούσε να οργανώσει μια πολιτική τάση μέσα στο αναρχικό κίνημα, αλλά αυτό, μετά από μια κλειστή διαδικασία 2 ετών που οδήγησε σε διάσπαση, είχε γίνει πολιτικά αδύνατο έχοντας ξοδέψει το κεφάλαιο ενθουσιασμού που αρχικά διέθετε κι έχοντας αποτύχει, όσο κοντά κι αν έφτασε, να ξεπεράσει τις δομικές αδυναμίες των κυττάρων της, δηλαδή των αναρχικών συλλογικοτήτων όπως αυτές υπάρχουν στις σημερινές συνθήκες.

Η «ανακούφιση» που όλοι νιώσαμε όταν ο αρχικός στόχος της οργανωτικής προσπάθειας οδήγησε σε αποτέλεσμα, με το ιδρυτικό συνέδριο να είναι για όλες και όλους μας μία γιορτή, δεν εξασφάλιζε χρόνο εσωτερικής ανοχής ώστε να λυθούν οι χρονίζοντες γρίφοι.

Το αρνητικό κλίμα των τελευταίων πανελλαδικών διαδικασιών κληρονομήθηκε, μαζί με όλες τις άλλες αδυναμίες. Ακόμα, οι συλλογικότητες ήταν εντελώς ανομοιογενείς σε δυναμική, σε διαδικασίες και σε προτεραιότητες. Ακόμα, κάποιες συλλογικότητες ήταν αφοσιωμένες στο πανελλαδικό εγχείρημα και κάποιες αφοσιωμένες στη δράση τους. Ακόμα κάποιες ομάδες είχαν μακρές εσωτερικές διαδικασίες προσανατολισμένες στη ζύμωση κάνοντας σάρκα από τη σάρκα τους κάθε τι που αφορούσε την ομοσπονδία, ενώ άλλες ξεπέταγαν «μια στα γρήγορα» τα θέματα. Το πρόβλημα των ίδιων συγκεκριμένων ατόμων από κάθε συλλογικότητα που συμμετείχαν στις πανελλαδικές διαδικασίες και έτσι γνώριζαν κατά αποκλειστικότητα από τη συλλογικότητα τους την ομοσπονδία από τα σπλάχνα της, συνέχιζε να υπάρχει. Άρχισε να μην είναι σαφές πότε μιλάει ο εκπρόσωπος της ομάδας ατομικά και πότε η ομάδα συλλογικά, με αποτέλεσμα συχνά η εικόνα και η φυσιογνωμία της κάθε ομάδας να εξαρτάται από τον χαρακτήρα και το ταπεραμέντο του εκπροσώπου της και με συνέπεια να προκύπτουν σοβαρά θέματα συμπεριφορών σε διαδικασίες. Γιατί όπως αποδείχθηκε, αν η κουραστική πολιτική ζύμωση έχει μεγάλες απαιτήσεις, ο πραγματικός αγώνας μιας αναρχικής ομοσπονδίας έχει ακόμα μεγαλύτερες. Εκεί έγινε φανερό το πόσο ολέθριο λάθος ήταν η απουσία κοινής δράσης όλο το προηγούμενο διάστημα.

Η Α.Ο. στο ξεκίνημα της είχε μια πλούσια κοινότητα πολιτικού περιεχομένου αλλά ελάχιστη κοινότητα αγώνα. Οι συλλογικότητες έπρεπε να κατακτήσουν την αναμεταξύ τους εμπιστοσύνη, αλλά όχι μόνο αυτό. Χωρίς ένα παρελθόν κοινής δράσης, κανένα εργαλείο από όσα αποφασίσαμε ως δομή της ομοσπονδίας δεν μπορούσε να δοκιμαστεί. Όλες οι συζητήσεις για τη δομή και τους τρόπους λειτουργίας ήταν στα χαρτιά. Το πώς τελικά θα λειτουργήσουμε έμενε ακόμα ένα ερώτημα, την ώρα που θα έπρεπε να είναι μια απάντηση.

Επιπλέον, ως μέρος της δυσκολίας της ομοσπονδίας να στηθεί και λειτουργήσει όπως αρχικά είχαμε στο μυαλό μας θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η μεγάλη κάμψη του αναρχικού κινήματος (και του κινήματος ευρύτερα) από το 2012 έως και σήμερα. Στα διακυβεύματα του αρχικού καλέσματος της «πρωτοβουλίας των 4» δεν ήταν απλά και μόνο η δημιουργία οργάνωσης, ήταν και η ενίσχυση της λογικής της «συλλογικοποίησης». Της λογικής, δηλαδή, που ήθελε να ανατρέψει μια πραγματικότητα ενός πολιτικού χώρου που η μεγάλη πλειοψηφία των συντρόφων και συντοφισσών που τον απαρτίζουν λειτουργεί με ατομικούς όρους. Πιστεύαμε και πιστεύουμε ότι είναι προωθητικό για το αναρχικό κίνημα ευρύτερα να αυξηθεί η δυναμική των υπαρχόντων ομάδων, και για όσους/ες δεν βρίσκουν σε αυτές τις ομάδες απάντηση, να δημιουργηθούν νέες. Βλέπαμε άλλωστε αυτή τη δυναμική να εμφανίζεται μέσα στο κίνημα την προηγούμενη περίοδο σε όλη την Ελλάδα. Αντ’ αυτού, κυριάρχησε η αντίστροφη πορεία. Το αναρχικό κίνημα έχασε ένα μέρος της κινητοποιού του δύναμης και επικράτησε έως και σήμερα ένα διαλυτικό πνεύμα, με αδιάκοπες συγκρούσεις που ενίοτε οδηγούνται στα άκρα, ένα πρόβλημα που διατρέχει όλες τις τάσεις, με τα καφενεία και τα ξεμαλλιάσματα στο Indymedia να έχουν υποκαταστήσει κάθε έννοια δημόσιας πολεμικής. Εδώ και χρόνια, πέρα απ’ αυτή την οργανωτική πρωτοβουλία και τα 2 σχήματα που παρήγαγε, τίποτα άλλο δεν διεκδίκησε με αξιώσεις, πολιτική και οργανωτική υπέρβαση. Ούτε κάποια νύξη για «πανελλαδικό δίκτυο» έγινε, η μια προσπάθεια για «πλατφόρμα» δεν περπάτησε, ευρύτερα θεματικά καλέσματα γύρω από τον αντιφασισμό, το προσφυγικό ή τη διεθνή αλληλεγγύη απέτυχαν ή λειτούργησαν πυροτεχνηματικά. Στην Αθήνα δεν έγινε καν εφικτό να υπάρχει μια παλιάς κοπής «συνέλευση αναρχικών» που να πλησιάζει έστω τη δυναμική της παλαιότερης.

 

Ο πρώτος χρόνος της Αναρχικής Ομοσπονδίας

 

H A.O. στα πρώτα της βήματα επιχείρησε να κινηθεί δυναμικά. Είχαμε την ανάγκη να κάνουμε βήματα που να καλύψουν την απουσία από τον δρόμο και την κόπωση μας. Το στρατηγικό πλαίσιο είχε ήδη καθοριστεί με την παραγωγή των 21 σημείων και έπρεπε άμεσα να μπει σε πορεία υλοποίησης.

Η πρώτη πρωτοβουλία της μετά το ιδρυτικό συνέδριο ήταν η διοργάνωση μιας κεντρικής πορείας για το προσφυγικό. Οι ομάδες της Αθήνας απευθύνθηκαν στον αναρχικό κίνημα της Αθήνας με αρκετά καλή ανταπόκριση. Όπως θα μπορούσαμε να είχαμε προβλέψει (αλλά και πάλι τίποτα διαφορετικό δεν θα είχαμε κάνει) δεχτήκαμε άμεσα επίθεση. Σοβαρά αξιακά ζητήματα τέθηκαν από το «πουθενά» για μία από τις συλλογικότητες που συμμετείχαν στην ομοσπονδία, εντελώς άσχετα με το πολιτικό διακύβευμα. Ιστορίες δεκαετιών που είχαν απαντηθεί με σαφήνεια από την πρώτη στιγμή της οργανωτικής προσπάθειας επιχειρήθηκε να επανέλθουν με καταγγελτικούς και προβοκατόρικους όρους.

Εκεί η Α.Ο. καθόρισε την κουλτούρα της σχετικά με τον χειρισμό τέτοιων ενδο-κινηματικών συγκρούσεων. Αντί να ανταπαντήσουμε και να οξύνουμε την σύγκρουση (και είχαμε κάθε δικαίωμα και δυνατότητα να το κάνουμε) επιλέξαμε να καλέσουμε σε πολιτική διαδικασία, όπου οι όποιες κατηγορίες θα μπορούσαν να τεθούν δημόσια και να επιβεβαιωθούν ή να απορριφθούν με οριστικό τρόπο.

Όπως είχαμε προβλέψει δεν υπήρξε ανταπόκριση. Αυτό που υπήρξε όμως, και για εμάς είχε ιδιαίτερη σημασία, ήταν ο καθορισμός του τρόπου χειρισμού από μεριάς μας τέτοιων συγκρούσεων: δεν αρχίζουμε χαρτοπόλεμους, δεν εμπλεκόμαστε σε ναυμαχίες σε μπανιέρες. Είμαστε διατεθειμένοι να απαντάμε σε πολιτικά ζητήματα μόνο με πολιτικές διαδικασίες προσανατολισμένες στην οριστική επίλυση τους. Αν κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, προτιμάμε τη σιωπή. Η αντίληψη μας για τον πολιτικό χρόνο αφορά έτη, δεν αφορά τρίμηνες μάχες κουτσομπολιού στα δίκτυα κοινωνικής επιρροής του χώρου.

Το πρόβλημα όμως δεν σταμάτησε εκεί. Λίγο καιρό μετά την πρόκληση στην πρωτοβουλία για την προσφυγική πορεία, οι ίδιοι πρωταγωνιστές προέβησαν σε ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση. Συντρόφισσα, μέλος μιας από τις συλλογικότητές μας, δέχτηκε βίαιη, συνειδητή και σκοπούμενη επίθεση κατά τη διάρκεια επεισοδίων στην επέτειο δολοφονίας του Γρηγορόπουλου.

Όπως ήταν λογικό, σε ένα τέτοιο περιστατικό τον πρώτο λόγο τον είχε η συλλογικότητά της, με την Α.Ο. βέβαια να στηρίζει τη συλλογικότητα στις πολιτικές διαδικασίες που καλέστηκαν. Η συνολική διαχείριση της δεύτερης πρόκλησης βασίστηκε στο ίδιο πλαίσιο με την πρώτη. Αν και υπήρχε κάθε δυνατότητα (και μεγάλος πειρασμός) να απαντηθεί με τους γνωστούς τρόπους στον χώρο, επιλέχθηκε και πάλι ο αυστηρά πολιτικός τρόπος. Διαδικασίες και μόνο διαδικασίες. Ατελέσφορες για μια ακόμα φορά.

Εδώ, όμως, αναδείχθηκε και το εσωτερικό πρόβλημα της Α.Ο.: η ανομοιογένεια των ομάδων. Αν και η θιγόμενη συλλογικότητα, παρά την συναισθηματική φόρτιση, ακολούθησε την ουσία του γενικού πλαισίου της Α.Ο. σχετικά με τη διαχείριση τέτοιων ενδο-κινηματικών συγκρούσεων, απέτυχε στους τύπους. Η επίδειξη αριθμητικής δύναμης από μεριάς της στις διαδικασίες ναρκοθέτησε το πολιτικό περιεχόμενο της στάσης της ίδιας και της Α.Ο.

Το γεγονός ότι η επιλογή αυτή της συγκεκριμένης ομάδας προσέφερε σε κάποιους/ες μέσα στο κίνημα δικαιολογία για «ίσες αποστάσεις», δεν είναι σημαντικό. Είναι σημαντικό όμως ότι αυτή η στάση οδήγησε σε σύγκρουση μέσα στην Α.Ο. και συνεπώς σε νέα εσωστρέφεια και ρήξεις.

Σε ένα νέο περιβάλλον συγκρούσεων στο εσωτερικό της Α.Ο. ήρθαν τα γεγονότα του κοινωνικού κανιβαλισμού στα Εξάρχεια και η σύγκρουση με τις μαφίες. Μια ομάδα της Α.Ο. βρέθηκε στο κέντρο ενός κυκλώνα που έφτασε να απειλεί ακόμα και ζωές συντρόφων. Τόσο η ίδια η συλλογικότητα, όσο και -πολύ περισσότερο- η Α.Ο. βρέθηκαν απροετοίμαστες. Παρά το τεράστιο εύρος της εσωτερικής ζύμωσης, το ζήτημα του κοινωνικού κανιβαλισμού, τα παράπλευρα ζητήματα που ανέδειξε, όπως και τα μέσα άμυνας εναντίον του δεν είχαν δουλευτεί. Παράλληλα, οι άλλες ομάδες εκτός Αθήνας είχαν αντικειμενικά πολύ μικρή δυνατότητα προσφοράς σε ένα ζήτημα που και οι ίδιες ένιωθαν ως σημαντικό, μιας και αφορούσε τη σωματική ακεραιότητα μελών της Α.Ο. Όσο ο αγώνας ενάντια στις μαφίες προχωρούσε, αναδείχθηκαν αποκλίνουσες τάσεις και διαφωνίες για τους χειρισμούς ή τα μέσα αγώνα, και η περιφέρεια Αθήνας, έπαψε, ουσιαστικά, να αποτελεί κοινότητα.

Το συνολικό κλίμα έγινε ξανά δυσάρεστο. Τα γεγονότα της Αθήνας προκαλούσαν αμηχανία στις ομάδες εκτός αυτής που αδυνατούσαν να καταλάβουν όλες τις πτυχές του ζητήματος, ενώ έπρεπε να δώσουν πολιτικές απαντήσεις στις περιοχές τους και παράλληλα να αντιστέκονται στις πιέσεις των κοινωνικών δικτύων επιρροής του χώρου.

Η εμπιστοσύνη στο εσωτερικό της περιφέρειας Αθήνας είχε χαθεί, ατομικές επιλογές και κακές συμπεριφορές εκπροσώπων ομάδων μέσα και έξω από τις διαδικασίες έριχναν συνεχώς λάδι στη φωτιά, ενώ η κρίση είχε μεταφερθεί και στο εσωτερικό των ομάδων. Αντικειμενικά, η περιφέρεια της Αθήνας δημιούργησε κλυδωνισμούς σε όλη την Α.Ο. και αναπαρήγαγε, άθελά της, την κατάρα του Αθηνοκεντρισμού που χαρακτηρίζει την Ελληνική πραγματικότητα, είτε αφορά το κράτος είτε το κίνημα. Ουσιαστικά, οι συλλογικότητες εντός Αθήνας βρίσκονταν σε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ τους, ενώ οι εκτός αυτής κατέληξαν να κοιτάνε απορημένες τις πρώτες να αλληλοσπαράσσονται.

Το τέλος του πρώτου χρόνου της Α.Ο., το καλοκαίρι του 2016, την βρήκε σε κακή κατάσταση: ελάχιστες δράσεις και αναιμικές πρωτοβουλίες πολύ κατώτερες των περιστάσεων αναλήφθηκαν, ενώ η αυτοδιάλυση κάποιων ομάδων και η αποχώρηση κάποιων άλλων οδήγησε την ομοσπονδία σε σημαντική συρρίκνωση.

 

Ο 2ος χρόνος

Παρόλα αυτά η Α.Ο. επέζησε. Αυτό δεν έγινε τυχαία, ούτε θα μπορούσε να συμβεί απλά και μόνο «για να μην πάει χαμένος τόσος κόπος». Η αναγκαιότητα ανώτερης οργανωτικής συγκρότησης, μέσα σε συνθήκες ύφεσης του κινήματος ευρύτερα, έγινε ακόμα πιο επιτακτική. Παρόλες τις συνεργασίες και μέτωπα των ομάδων, που οι συλλογικότητες της ομοσπονδίας συμμετείχαν και συμμετέχουν, όλες αξιολογούσαν ότι η συμμετοχή σε ένα πανελλαδικό σχήμα ήταν, με μακροπρόθεσμους όρους, απαραίτητη για την υπόθεση. Έτσι, γνωρίζοντας ότι κάθε νέα οργανωτική προσπάθεια θα έπρεπε να βαδίσει ξανά τον ίδιο μακροχρόνιο δρόμο και την ώρα που η κρίση παρήγαγε σωρεία χαμένων επαναστατικών ευκαιριών, ριχτήκαμε και πάλι στην προσπάθεια.

Από την άλλη, όλη αυτή η ιστορία άλλαξε καθοριστικά και ξεχωριστά τις συλλογικότητες που συμμετείχαν, αλλά και την ίδια την Α.Ο συνολικά. Το πολιτικό/ιδεολογικό οπλοστάσιο των ομάδων έχει κάνει άλματα και μεγάλη εμπειρία έχει κατακτηθεί σε επίπεδο διαδικασιών. Έτσι, ανασκουμπωθήκαμε και ξεκινήσαμε πάλι, έστω και με κάπως χαμηλωμένα φτερά.

Τον δεύτερο χρόνο, επιτέλους σε ένα εσωτερικό περιβάλλον εμπιστοσύνης και συντροφικότητας, επιλέξαμε να αναλάβουμε μετρημένες πρωτοβουλίες. Το ζήτημα του κολαστηρίου, οι πλειστηριασμοί, η δίκη Κορκονέα, η αλληλεγγύη στους Κούρδους και Τούρκους αγωνιστές σε Συρία και Τουρκία, η παρουσία μας στο δρόμο τις μέρες Γενικών Απεργιών και ψήφισης νέων μέτρων, η σταθεροποίηση της παρουσίας μας σε μεγάλα πολιτικά ραντεβού όπως οι πορείες της ΔΕΘ και της 17 Νοέμβρη, η έκφραση πολιτικού λόγου με πυκνούς ρυθμούς για σημαντικά ζητήματα επικαιρότητας, η επιτάχυνση των αποφάσεων και η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, η βελτίωση των υποδομών μας…

Η απουσία συλλογικοτήτων που πιο πριν ήταν περισσότερο αφοσιωμένες στην ομοσπονδία από ό,τι άλλες που παρέμειναν ήταν καθοριστική σε επίπεδο διαδικασιών, από την άλλη όμως βελτίωσε την ομοιογένεια, αφού πλέον η Α.Ο. αποτελούνταν από ομάδες που κατά κύριο λόγο κοιτάν προς τα έξω έχοντας πλούσια αγωνιστική παρουσία και κινηματικές παρεμβάσεις. Η ομοιογένεια και το αίσθημα κοινότητας επίσης βελτιώθηκε κατά πολύ από την κινητικότητα μελών από μία ομάδα της Α.Ο. σε άλλη, αλλά και από τις διασυλλογικές σχέσεις και δράσεις ανάμεσα στις ομάδες, κάτι που αποτελεί επιδίωξη και εργαλείο της ίδιας της Α.Ο.

Τόσο για την Α.Ο. όσο και για τις ομάδες που την αποτελούν, ένα είναι δεδομένο: επιδιώκουμε οι συνεργασίες να είναι προσανατολισμένες στην δράση και την αγωνιστική παρουσία. Την ίδια στιγμή, η πολιτική ζύμωση συνεχίζεται και διευρύνεται. Τόσο για ζητήματα τακτικής και αναλύσεων επικαιρότητας όσο και για ευρύτερα πολιτικά/θεωρητικά, όχι πλέον στο επίπεδο του «τι ζητήματα φανταζόμαστε ότι πρέπει να συμφωνήσουμε» αλλά στο τι ζητήματα μας έθεσε η κοινή μας πορεία όλον αυτόν τον καιρό, τι χρειάζεται να συμφωνήσουμε για να παράγουμε περισσότερο και αποτελεσματικότερο κοινωνικό επαναστατικό αγώνα.

Ο δεύτερος χρόνος της Α.Ο., αυτός που με βάση τις αρχικές επιθυμίες θα έπρεπε να είναι ο χρόνος μεγέθυνσης της, βρέθηκε να είναι ο χρόνος που καθόρισε την επιβίωσή της. Αυτόν το στόχο μας επέβαλε η συνθήκη πρώτα από όλα των δικών μας ελλείψεων και αδυναμιών αλλά και της κοινωνικής και κινηματικής ύφεσης. Αυτόν τον στόχο τον πετύχαμε.

 

Δυο λόγια για την κοινωνικό-πολιτική συγκυρία, μέσα στην οποία δημιουργήθηκε και πειραματίστηκε το εγχείρημα

Η σπείρα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, που οι επιπτώσεις της χτύπησαν λίγους μήνες μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, οδήγησαν την ελληνική κρατική διοίκηση στην τυπική –πλέον– παράδοση των κλειδιών του κράτους στην διεθνή επιτροπεία. Εδώ και 7 χρόνια, ανά τακτά χρονικά διαστήματα κράτος και κεφάλαιο «δαγκώνουν» κι ένα νέο κομμάτι από τα τελευταία μέσα επιβίωσης του κόσμου της εργασίας. Μοιάζει με φυσικό φαινόμενο κάθε 1,5 χρόνο, μετά από μια «αγωνιώδη» περίοδο υποτιθέμενων διαπραγματεύσεων του ελληνικού κράτους με τους πάτρωνές του, την ΕΕ και το ΔΝΤ, να ανακοινώνονται οι νέες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, να χάνονται νέα εργατικά δικαιώματα, να υποτιμάται η τάξη μας όλο και πιο πολύ. Ούτε καν η φρασεολογία δεν αλλάζει από ΠΑΣΟΚ σε ΝΔ και από ΝΔ σε ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Το κράτος έχει συνέχεια. Τα κόμματα που καταλαμβάνουν τα πόστα στο καθεστώς, αργά ή γρήγορα πετάνε τον όποιο μανδύα χρησιμοποίησαν για να κερδίσουν τις εκλογές και μένουν με την στολή της εξουσίας, να κάνουν όσα πρέπει να κάνουν το κράτος και το κεφάλαιο για να συνεχίσει να παρασιτούν εις βάρος των από τα κάτω. Όπως κάθε κυβέρνηση οφείλει να πράττει, έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ βάλθηκε να επιτεθεί στον εσωτερικό και τον εξωτερικό εχθρό. Εν προκειμένω, στον κόσμο του αγώνα, σε αυτούς που αντιστέκονται στη βαρβαρότητα που μας επιβάλλουν συντονισμένα κράτος και κεφάλαιο και στους μετανάστες, δηλαδή τον σύγχρονο αποδιοπομπαίο τράγο.

Οι εκκενώσεις καταλήψεων, η αστυνομική καταστολή σε πορείες και διαδηλώσεις, οι δικαστικές διώξεις, οι χαλκευμένες δίκες και οι εξοντωτικές ποινές που επιβάλλονται σε αναρχικούς, ακόμα και σε συγγενικά τους πρόσωπα, η «σκλήρυνση» των συνθηκών εγκλεισμού (με πιο εξόφθαλμο παράδειγμα τον προς ψήφιση νέο σωφρονιστικό κώδικα) και η μεθοδευμένη παρακώλυση/παρεμπόδιση στις παροχές αδειών σε πολιτικούς κρατούμενους υπό τον εκβιασμό της δήλωσης πολιτικής μετάνοιας καταμαρτυρούν την άνωθι συνθήκη.

Μέσα σε αυτό το πολιτικό σκηνικό, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε ό,τι υποσχέθηκε. Όχι σε εμάς. Αλλά στο καθεστώς που πάντοτε υπηρετεί η καθεστωτική αριστερά και η σοσιαλδημοκρατία. Αφομοίωσε τη δυναμική της κοινωνικής αντεπίθεσης των πρώτων μνημονιακών χρόνων, την έσυρε στον εξευτελισμό της κάλπης και μετά την αντάλλαξε με μια θέση όχι μόνο στην εξουσία σήμερα, αλλά και ως σταθερός πόλος του νέου δικομματισμού τα επόμενα χρόνια. Όχι κι άσχημα για ευρωκομμουνιστές του 4%, πολύ άσχημα για όλους εμάς. Γιατί ο καλύτερος τρόπος να συνηθίσεις τις αλυσίδες σου είναι αυτός που σου υπόσχεται να στις βγάλει να σου πει πως είναι τελικά απαραίτητο να τις φοράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το καλύτερο δώρο, η πιο σίγουρη λύση για το κράτος και το κεφάλαιο που στην ιστορική περίοδο που ζούμε έχει αποφασίσει να τα «μαζέψει» όλα.

Τα τελευταία χρόνια ήταν ανέφελα για τις κυρίαρχες τάξεις, χωρίς κοινωνικές αναταραχές και χωρίς αντιστάσεις. Πολύ γρήγορα η ασυνέχεια μεταξύ της αυταπάτης που εξέφραζε το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (και κάθε παρόμοιο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα συνέχισης της καπιταλιστικής βαρβαρότητας με “ανθρώπινο πρόσωπο”) με την πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού, αποκαλύφθηκε. Η αποτυχία του επιβεβαιώνει τη μόνη αλήθεια που μπορεί να προκύψει αβίαστα από τα πραγματικά δεδομένα: στο έδαφος της σημερινής καθολικής καπιταλιστικής κρίσης ανοίγονται δύο δρόμοι, είτε η αποδοχή των όρων του παγκόσμιου ολοκληρωτισμού είτε η Κοινωνική Επανάσταση. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

Για την τάξη μας, τα χρόνια αυτά ήταν χρόνια υποχώρησης. Η επίθεση που δέχθηκε δεν τη γύρισε σε «προηγούμενους αιώνες» και σε «μεσαίωνες» – αντίθετα χάραξε και τόνισε την εικόνα του μέλλοντός της. Ένα μέλλον ολομέτωπης επίθεσης κράτους και κεφαλαίου στην εργασία, την ασφάλιση, τις κοινωνικές ελευθερίες, το περιβάλλον και τα κοινωνικά αγαθά. Μετά τις μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, τις περικοπές σε όλες τις δημόσιες παροχές, την σταδιακή κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας, την αύξηση της φορολογίας, την αύξηση τιμών σε βασικά αγαθά, ήρθε η αλλαγή στο ασφαλιστικό σύστημα, ήρθε το πετσόκομμα της κοινωνικής ασφάλισης, οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας και το νέο εργασιακό νομοσχέδιο που εμποδίζει το δικαίωμα της απεργίας και αμφισβητεί τα συλλογικά όργανα των εργατών.

Το υποτιθέμενο αντι-μνημονικό μπλοκ, λοιπόν, μόλις ανέλαβε τα ινία της εξουσίας ψήφισε με χέρια και με πόδια όχι ένα, αλλά δύο μνημόνια, και συνεχίζει ακάθεκτο. Τίποτα δεν το διαδέχτηκε σαν κυρίαρχη εκδοχή αντιπρότασης στην καπιταλιστική βαρβαρότητα που προελαύνει, και η μόνη αντιπολίτευση φαίνεται πλέον να γίνεται αποκλειστικά από τα δεξιά. Την κάλπικη ελπίδα διαδέχτηκε το σάστισμα και εν τέλει ο συμβιβασμός και η ηττοπάθεια. Οι όποιες κινήσεις αντίδρασης, ήταν άνισες και κατακερματισμένες. Όμως για τον κόσμο του αγώνα η μη παραδοχή της ήττας ήταν και είναι –ελπίζουμε– μονόδρομος.

Όπως αναφέραμε και στην αρχή, από τις πρώτες ακόμα προσπάθειες συγκρότησης της Αναρχικής Ομοσπονδίας, σκοπός μας ήταν η δημιουργία ενός σχήματος που θα στόχευε σε πρώτο βαθμό να κομίσει μια οργανωτική πρόταση στους κόλπους του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού κινήματος αλλά με ρητή προοπτική την, σε δεύτερο επίπεδο, ουσιαστικότερη και αποτελεσματικότερη παρέμβαση και ενίσχυση των κοινωνικών-ταξικών αγώνων. Ελπίζουμε έχει γίνει ήδη σαφές, ότι πρόθεσή μας σε καμία περίπτωση δεν ήταν η περιχαράκωση, η εσωστρέφεια ή το ‘’καπέλωμα’’, αλλά η προσπάθεια διασφάλισης των καλύτερων δυνατών όρων παρέμβασης στα κομμάτια της κοινωνίας που μπορεί να είναι πρόθυμα για μια τέτοια ζύμωση. Για λόγους που έχουν να κάνουν με τα ζητήματα και τα προβλήματα που αντιμετώπισε η διαδικασία της δημιουργίας της ΑΟ (και τα οποία περιγράψαμε παραπάνω), θεωρούμε πως η παρουσία μας μέχρι στιγμής υπήρξε ανεμική και αποσπασματική, χωρίς το απαραίτητο βάθος και εύρος, καθώς και την ανάλογη μεθοδικότητα που θα απαιτούσε κάτι τέτοιο. Για να το πούμε συνοπτικά, μέσα σε ένα όλο και πιο πιεστική κοινωνική συγκυρία, η δική μας παρέμβαση στην κεντρική πολιτική σκηνή αλλά και στους εκάστοτε αγώνες, ήταν σαφώς ελλιπής.

Το Νοέμβρη του 2015, η Ομοσπονδία δημοσίευσε τα «21 σημεία», τις οργανωτικές, τακτικές και στρατηγικές στοχεύσεις της στη συγκυρία. Μέσα στο κείμενο αυτό, τίθονταν οι δύο παρακάτω στόχοι:

«Οργανωμένη παρουσία της ομοσπονδίας στα μεγάλα στιγμιότυπα κεντρικής παρουσίας στο δρόμο (1η Μάη, Πολυτεχνείο, πανεργατικές απεργίες κλπ.)» και

«Λόγος και παρουσία στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και στα ζητήματα που αυτό δημιουργεί ως επικαιρότητα. Η αναρχική ομοσπονδία ως μία από τις αιχμές του αναρχικού κινήματος με διακριτό και αναγνωρίσιμο τρόπο παρεμβαίνει προωθώντας τις αντιλήψεις της και προπαγανδίζοντας τις αναρχικές επιλογές αγώνα.»

Μπορεί οι αδυναμίες της Ομοσπονδίας να μας οδήγησαν στο να μην είναι πάντα εφικτή ή επαρκής η παρέμβασή μας ή να συμβαίνει από συλλογικότητες-μέλη της και όχι από την Ομοσπονδία συνολικά, όμως για όλες και όλους εμάς, οι στόχοι αυτοί παραμένουν επίκαιροι και τους θέτουμε εκ νέου για την επόμενη περίοδο.

 

Η Αναρχική Ομοσπονδία από δω και πέρα

Όπως ξαναείπαμε, η οργανωτική παρακαταθήκη του αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα (αφορμαλισμός, ενδοκινηματικές συγκρούσεις κλπ.) κάνει το έδαφος ακόμα πιο δύσβατο για την προσπάθειά μας. Η χρόνια οργανωτική αδυναμία και η ιστορική απουσία αναρχικού πολιτικού φορέα αποτελεί μια κληρονομιά που δημιουργεί μάλλον καχυποψία προς το εγχείρημα, παρά λαχτάρα για συλλογικοποίηση και διάθεση για προσωπική και επομένως συλλογική εμπλοκή. Τουλάχιστον για ένα μεγάλο τμήμα του πολιτικού μας χώρου.

Από την εμπειρία του προηγούμενου διαστήματος έγινε ορατό ότι κάθε νέο πολιτικό οργανωτικό εγχείρημα στην Ελλάδα μετατρέπεται από τα πρώτα του βήματα σε έναν «μονομάχο». Δυστυχώς, η πρώτη αρένα στην οποία πρέπει να σταθεί είναι η αρένα του «χώρου». Προσπαθούμε να ανταπεξέλθουμε αλλά οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε με τεχνητό τρόπο τα φυσικά όρια του πολιτικού μας χώρου. Με ειλικρίνεια λοιπόν προς τους συντρόφους και τις συντρόφισσες  εκτός της ΑΟ, πίστη και δέσμευση στον αναρχικό αγώνα, ανασυγκροτούμαστε και συνεχίζουμε την προσπάθεια αξιολογώντας τα λάθη μας και τις ανεπάρκειες μας.
Η ίδια η πραγματικότητα αυτών των ανεπαρκειών μας επέβαλε το ένα έτος πειραματικής λειτουργίας να διπλασιαστεί. Καθώς, όμως, έφτασε πλέον στο τέλος του, η Α.Ο. ετοιμάζει το πρώτο τακτικό συνέδριό της.

Μακριά πια από τον αρχικό βολονταριστικό στόχο να ενοποιήσει μια πολιτική τάση στο αναρχικό κίνημα, η Α.Ο. είναι πλέον μια αναρχική επαναστατική οργάνωση που εκφράζεται τόσο από τις επιμέρους παρουσίες των ομάδων που την αποτελούν όσο και από τον δικό της μηχανισμό και την ενοποιημένη της παρουσία. Γνωρίζουμε ότι η εμπιστοσύνη και η συντροφικότητα απαιτούν μια συνεχή και επίπονη διαδικασία για να οικοδομηθούν και να οδηγήσουν έπειτα στην οργανωτική στιβαρότητα και την αποτελεσματικότητα. Ιδιαίτερα στο εσωτερικό ενός χώρου όπου κυριαρχεί η ευκαιριακή σύμπραξη μεταξύ μεμονωμένων-αυτονομημένων συλλογικοτήτων ή ατόμων και όχι μια σταθερή συνέργεια στα απαιτητικά πλαίσια ενός αναρχικού πολιτικού φορέα.

Επιλέγουμε να λειτουργούμε με ένα μη συγκεντρωτικό μοντέλο που προσφέρει στις συλλογικότητές της Α.Ο. μια ουσιαστική αυτονομία δράσης και λόγου˙ μία αυτονομία που χτίζει την Ομοσπονδία από κάτω προς τα πάνω. Με τον τρόπο αυτό, αποδεσμεύει την ίδια και τα κύτταρά της από το ανασταλτικό –προς τη δράση- στοιχείο της «σφραγίδας» σε κάθε μεμονωμένη κίνηση και πρωτοβουλία. Η Ομοσπονδία λειτουργεί κατά κύριο λόγο ως φορέας συντονισμού, ζύμωσης και στρατηγικού σχεδιασμού. Επιθυμώντας διακαώς τη μεγέθυνσή της με την είσοδο υπαρχόντων συλλογικοτήτων ή τη στοχευμένη δημιουργία νέων, η Α.Ο αποτελεί μια οργανωμένη στρατηγική κοινότητα που βασίζεται στον πλούτο που παράγουν τα κύτταρά της, που απαιτεί την χωρίς αστερίσκους αλληλοαποδοχή αυτών των κυττάρων και την συντροφικότητα μεταξύ των μελών αυτών, που επιθυμεί την εσωτερική κριτική και ζύμωση και την διαρκή διεύρυνση της κοινότητάς της.
Στο επερχόμενο συνέδριο θα τεθούν κομβικά θέματα που αφορούν και την πολιτική της ταυτότητα και τη δομή της. Ενώ όμως τα συνέδρια είναι στιγμές με μεγάλη συμβολική σημασία και πολιτικό αντίκτυπο, στην πραγματικότητα, τα θέματα που καλούνται να επιλύσουν επιλύονται μέσα σε μια μακροχρόνια συν-λειτουργία και όχι μέσα σε μια στιγμή.

Και, φυσικά, προβλήματα συνεχίζουν να υπάρχουν. Οικονομικά, έχουμε πάντα ελλείψεις. Οι ομάδες έχουν μεγάλες διαφορές ως προς τη δυναμική τους. Άτομα από ομάδες συνεχίζουν να επωμίζονται δυσανάλογα μεγάλο βάρος για την λειτουργία της Α.Ο. Οι δομές, που λόγω της συμμετοχής λίγων συλλογικοτήτων είναι απλοποιημένες, είναι αμφίβολο πόσο θα ανταποκριθούν το ίδιο καλά με περισσότερες ομάδες. Επιπλέον, δεν έχει βρεθεί ακόμα η φόρμουλα που θα επιτρέψει και τη συμμετοχή ατόμων στο εγχείρημα, κάτι που χρόνια τώρα συζητάμε. Και αν τελικά βρεθεί, εκεί θα βρεθούμε μπροστά σε απάτητα εδάφη. Οι θεματικές των παρεμβάσεών μας παραμένουν περιορισμένες, με έμφαση στο ταξικό αλλά απουσία σε πολλά άλλα κρίσιμα πεδία. Δεν έχουμε καταφέρει την πληρότητα στην παρουσία μας σε κεντρικά πολιτικά γεγονότα. Έχουμε υποτυπωδώς εκμεταλλευτεί τον πλούτο των δυνατοτήτων και «εξειδικεύσεων» των ομάδων που συμμετέχουν και των μελών τους. Απομένει ακόμα να γίνει πολλή δουλειά στις διασυλλογικές σχέσεις και πρωτοβουλίες. Σε αντίθεση με τις ομάδες που τη συνθέτουν, η Α.Ο. μέχρι στιγμής έχει μηδενικές σχέσεις με το διεθνές αναρχικό κίνημα. Τέτοια είναι, λοιπόν, τα ζητήματα που θα κληθεί να επιλύσει η Α.Ο. την επόμενη του συνεδρίου περίοδο.

Η επαναστατική ιστορία έχει δείξει τη σημασία και την αναγκαιότητα των επαναστατικών οργανώσεων και της ανηφόρας που πρέπει να βαδίζουν. Αν κάποια στιγμή η ανηφόρα μας παρασύρει, αν ο ενθουσιασμός χαθεί, αν οι συντροφικές σχέσεις διαρρηχθούν, αν η ανάγκη αντικατασταθεί από τη θλίψη του ότι «ο κόπος μας πήγε χαμένος», τότε σίγουρα δε θα μας ενδιαφέρει να κρατήσουμε την ταμπέλα ενός ανύπαρκτου πολιτικού μαγαζιού με όρους γραφικού αριστερισμού. Ξέρουμε που μπλέξαμε: μπλέξαμε στην υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης, στην υπόθεση της αναρχίας, όπως άλλωστε και εκατοντάδες άλλοι σύντροφοι και συντρόφισσες που συλλογικά ή ατομικά έχουν επιλέξει άλλους δρόμους. Αυτός είναι ο στόχος της Α.Ο. και κάθε πολιτικής συλλογικότητας που συμμετέχει σε αυτήν: η νίκη, η κοινωνική και ατομική απελευθέρωση, η πραγματοποίηση της αναρχίας. Και θα κάνουμε ότι χρειάζεται γι’ αυτό.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License