ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ: “Εθνικισμός και Δημοκρατία – Σημειώσεις για την Καταλονία”

Ανάλυση από την συλλογικότητα ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ για τον Εθνικισμό και την Δημοκρατία με αφορμή την κατάσταση που επικρατεί στην Καταλονία πριν και μετά το δημοψήφισμα με αίτημα την ανεξαρτητοποίηση της περιοχής από το Ισπανικό κράτος.

post image

Εγώ δεν πιστεύω στην ύπαρξη του κόσμου σου, όπου επαιτούν οπαδούς όπου βρίσκουν αδιέξοδα»

Πιερ Πάολο Παζολίνι, «Va Constanzo»

Ο Καταλανικός εθνικισμός έχει κάτι από την ρομαντική αύρα του παρελθόντος, όταν ο εθνικισμός μπορούσε να παράγεται ως λόγος καταπιεσμένων λαών μέσα σ’ έναν κόσμο πολυεθνικών και/ή αποικιοκρατικών Αυτοκρατοριών. Αυτό επιτρέπει στην ειδική μορφή που παίρνει ο καταλανισμός σήμερα να εμφανίζεται ως κληρονόμος ενός μακραίωνου όσο και δίκαιου αλυτρωτισμού, και έτσι να συγκινεί τους ανά τον κόσμο αριστερούς. Ιδωμένο κατά αυτόν τον τρόπο, το Καταλανικό ζήτημα ομοιάζει στο Κουρδικό και το Παλαιστινιακό, δηλαδή σε εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες που διεξάγονται ενάντια σε μια συστηματική και μακρά καταπίεση. Ακριβώς όμως η ένταξη σ’ ένα κοινό, άρα και συγκριτικό, πλαίσιο με αυτές τις δύο περιπτώσεις καταδεικνύει το αδόκιμο του συγκεκριμένου αφηγήματος. Στην περίπτωση των Παλαιστίνιων και των Κούρδων έχουμε να κάνουμε με λαούς των οποίων η αυτοδιάθεση εμποδίζεται βίαια σε βαθμό που να τους αρνείται το ίδιο το δικαίωμα να εκφέρουν ότι είναι λαοί. Ακόμα περισσότερο, και στις δύο περιπτώσεις, η εθνική καταπίεση εντάσσεται σ’ ένα συνολικό ταξικό και πολιτικό σύστημα κυριαρχίας, στο οποίοι οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι αποτελούν κατά βάση ένα πληβειακό στρώμα. Ειδικά δε όσον αφορά το Κουρδικό, το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο από τη σκοπιά της κοινωνικής χειραφέτησης, είναι το εγχείρημα δημιουργίας μιας διαφορετικής από το παραδοσιακό έθνος-κράτος τάξης δικαίου, πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας στα συριακά εδάφη, ανεξάρτητα των αναπόφευκτων αντιφάσεων και ορίων ή του πως θα καταλήξει το εν λόγω πείραμα.

Ισχύει κάτι ανάλογο στην Καταλονία; Επί Φράνκο, η Καταλανική ταυτότητα, μαζί με όλες τις εθνοτικές ταυτότητες εντός του Ισπανικού κράτους, επιχειρήθηκε να ξεριζωθεί βίαια, όπως (ας μην λησμονείται) είχε γίνει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε πολλά ακόμα έθνη-κράτη (του ελληνικού κράτους μη-εξαιρουμένου). Αναμφίβολα, τα χρόνια αυτά γαλούχησαν τον Καταλανικό (όπως και τον Βασκικό) εθνικισμό ως φορέα αντίστασης σε μια βίαιη και οργανωμένη αδικία. Η μνήμη αυτή διατηρείται και σήμερα, ως καταστατικό μέρος της αφήγησης που θρέφει το φαντασιακό του καταλανισμού. Από την άλλη, είναι παράλογο να μιλάμε λες και η Ισπανία βρίσκεται ακόμα στην Φρανκική περίοδο και να λησμονείται ότι ο εκδημοκρατισμός του Ισπανικού κράτους συνοδεύτηκεμε συνταγματική αναγνώριση της Καταλανικής ταυτότητας και με παραχώρηση σημαντικής αυτονομίας. Στο νέο πλαίσιο που δημιουργήθηκε μετά το 1979 οι Καταλανοί δεν συγκροτούνται ως δεύτερης κατηγορίας πολίτες ούτε ως κατώτερη κοινωνική ομάδα υποταγμένη σ’ έναν «λαό-Κυρίων». Αντιθέτως, στο πλαίσιο ανάπτυξης του Καταλανικού εθνικισμού ως επίσημη ιδεολογία της Αυτονομίας της Καταλονίας,λέγεταιότι η «καταλανικότητα» απέκτησε χαρακτηριστικά κοινωνικού προνομίου, κάτι που φαίνεται ναστηρίζεται στατιστικάκαι στο πρόσφατο δημοψήφισμα. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το σίγουρο είναι ότι τα χρόνια της οικονομικής ανάπτυξης, όταν η Ισπανία έγινε της μόδας και η Βαρκελώνη μέγας τουριστικός πόλος,το αίτημα για απόσχιση από το Ισπανικό κράτος και πλήρη ανεξαρτησία, χωρίς να εξαφανιστεί, δεν υφίστατο ως άμεσο, πρακτικό επίδικο. Ούτε φυσικά είναι τυχαίο ότι οι Indignados και τα παρεμφερή κινήματα του πρόσφατου κύκλου αγώνων εμφανίστηκαν τόσο στη Μαδρίτη όσο και στη Βαρκελώνη· η κρίση που γέννησε τις πλατείες και τα κινήματα αφορούσε το Ισπανικό κράτος συνολικά, ασχέτως αν κάποιες περιοχές επλήγησαν περισσότερο από άλλες. Κάτι τέτοιο ισχύει λίγο-πολύ για κάθε κράτος.

Όχι λιγότερο από τα κινήματα, η αναζωπύρωση του Καταλανικού ζητήματος σχετίζεται, χωρίς απαραίτητα να ανάγεται, με το ξέσπασμα της κρίσης, υποδεικνύοντας τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της τελευταίας. Όσο σημαντική και αν είναι αυτή η παραδοχή όμως είναι ανεπαρκής, διότι κάθε έκφραση έχει την ειδική της μορφή και δεν ανάγεται σε αυτό που εκφράζει. Με άλλα λόγια, ο Καταλανικός εθνικισμός, πέρα από το να εκφράζει την κρίση, τη διαμεσολαβεί πολιτικά. Συγκεκριμένα, ηντόπια εθνικιστική αφήγηση, όπως φυσικά κάθε εθνικιστική αφήγηση, είναι ότι για την κρίση φταίει το Ισπανικό κράτος το οποίο απομυζεί τον πλούτο της Καταλονίας. Κατά αυτόν το τρόπο, δομείται ένα κάθετο διαταξικό αφήγημα, που συνδέει τη λύτρωση με την αποτίναξη του Ισπανικού «ζυγού». Μάλιστα, το ηγεμονικό αφήγημα στην περίπτωση της Καταλονίας τίθεται από τη σκοπιά μιας προνομιακής θέσης: «οι Καταλανοί είμαστε πλούσιοι και μας τα τρώνε οι Ισπανοί». Ακόμα χειρότερα, το αφήγημα φαίνεται να είναι διαποτισμένο από τη λογική της οικονομικής αξίας: είναι άδικο η πλούσια Καταλονία να επωμίζεται το βάρος των ανάξιων (φτωχότερων γαρ) περιοχών του Ισπανικού κράτους. Σίγουρα υπάρχουν και άλλες αφηγήσεις για την ανεξαρτησία, πιο αριστερές, αλλά όπως στην περίπτωση του Brexit, είναι η δεξιά αφήγηση που έχει ηγεμονεύσει, καθώς η όλη διαδικασία οργανώθηκε από το κυβερνών δεξιό κόμμα.

Πως σχετίζεται η εθνικιστική διαμεσολάβηση της κρίσης με τα κινήματα που επίσης διαμεσολάβησαν τη λαϊκή δυσανεξία; Ταδιαφορετικά τους περιεχόμενααφήνουν λίγη αμφιβολία: η δυναμική επανεμφάνιση του καταλανισμού όχι μόνο δεν είναι αρμονική με τα πρόσφατα κινήματα αλλά πρέπει να ιδωθεί ως αποτέλεσμα της αδυναμίαςτους να προσφέρουν μια εναλλακτική, αδυναμία που εκφράζεται και στην αποτυχία των Podemos να αναλάβουν την κυβερνητική εξουσία σε εθνικό επίπεδο. Μπορεί να είναι αντιθετικές, αλλά τόσο η υποστηρικτική στάση αριστερών σχηματισμών όσο και η αρνητική στάση της Άντα Κολάου, δημάρχου της Βαρκελώνης– της οποίας η εκλογή αποτελεί δείγμα της δύναμης όσο και των ορίων του κινήματος – είναι από αυτήν την σκοπιά καθόλα ενδεικτική.

Τίποτα από ό,τι ειπώθηκε δεν σημαίνει ότι η άγρια καταστολή που κινητοποίησε ο Ραχόι δεν πρέπει να γίνει αντικείμενο σφοδρής κριτικής. Μάλιστα, είναι καθόλα συνεπές να στηρίζεται το δικαίωμα στο δημοψήφισμα χωρίς συγχρόνως να στηρίζεται η απόσχιση, ειδικά με τους όρους που αυτή τίθεται σήμερα. Ούτε όμως η (τόσο δημοφιλής πλέον στους ριζοσπαστικούς κύκλους) απόδοση απόλυτης πρωτοκαθεδρίας στο θύμα ούτε η αφηρημένη ταύτιση με τους καταπιεσμένους συνεισφέρει σε μια κριτική κατανόηση των γεγονότων, λες και το γεγονός ότι κάποιος είναι θύμα καταστολής τον κάνει ντε φάκτο φορέα δικαίου. Κατά πόσο η επιλογή του Ραχόι για κλιμάκωση της καταστολής ήταν επιτυχημένη χωράει συζήτηση (όπως φυσικά αν εν τέλει είχε κάποια άλλη επιλογή). Όπως έχει σημειωθείκαι αλλού, κάθε κρατική μορφή, ως συγκρότηση και επιβολή μιας ταυτότητας, περιέχει στον ορισμό της την έννοια του συνόρου άρα και μιας ορισμένης εδαφικής επικράτειας. Το σύγχρονο έθνος-κράτος ειδικά ανυψώνει την εδαφικότητα στο πλέον ουσιαστικό στοιχείο της κυριαρχίας του. Έπεται ότι η εσωτερική διάσπαση, μέσω απόσχισης, είναι από τη σκοπιά του κράτους σκάνδαλο ανάλογο της απώλειας εδαφών από εξωτερική επίθεση. Τούτου δοθέντος, είναιόντως αφελέςνα θεωρείται ότι ειρηνικές πορείες και μια εκλογική διαδικασία αρκούν για να διαρραγεί ένα κυρίαρχο και λειτουργικό (παρόλη την κρίση του) έθνος-κράτος, το οποίο σε ανάλογη περίπτωση (αυτή των Βάσκων) διεξήγαν έναν μακρόσυρτο εμφύλιο χαμηλής έντασης προς διαφύλαξη της ακεραιότητας του.

Και η δημοκρατία; Όποια και αν είναι η άποψη μας για τον Καταλανικό εθνικισμό, δεν υπάρχει παραβίαση του δημοκρατικού δικαιώματος για αυτοδιάθεση; Αυτό επικαλέστηκαν πλείστοι για να υποστηρίξουν το δημοψήφισμα, απ’ τον αθλητικές διασημότητες σαν τον Πέπε Γκουαρδιόλα και τον Ζεράρ Πικέ (οι οποίοι φυσικά ποτέ δεν αρνήθηκαν την συμμετοχή στην εθνική Ισπανίας) μέχρι και την αναρχοσυνδικαλιστική CNT (αν και η τελευταία μεσαφώς πιο κριτικό τρόπο). Αναμφίβολα, τα γεγονότα στη Ισπανία δύναται να ενταχθούν στη ευρύτερη τάση και ροπή των σύγχρονων φιλελεύθερων κρατών προς ένα πιο αυταρχικό μοντέλο, μιας και, από τη σκοπιά των ελίτ, οι δημοκρατικές διαδικασίες γίνονται όλο και λιγότερο αξιόπιστες. Η διάγνωση, αν και ορθή,παραμένει σ’ ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, το οποίο δεν αναδεικνύει τις αντιφάσεις της ίδιας της δημοκρατίας. Ως μορφή κρατικής οργάνωσης, ακόμα και στα δημοκρατικότερα της, η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να έπεται της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας της δομής που μορφοποιεί, δηλαδή του κράτους. Για αυτό άλλωστε, από την προοπτική της συνταγματικής τάξης του Ισπανικού κράτους το δημοψήφισμα θεωρήθηκε άκυρο, καθώςδεν μπορεί να αποφασιστεί το σχίσμα ενός ενιαίου έθνους-κράτους από μια μειοψηφία.Το πραγματικό ζήτημα φυσικά είναι ότι η δημοκρατία συγχρόνως εμφανίζεται και ως κινηματική ροή που δεν περιορίζεται από τη καταστατική τάξη που δομεί ένα κράτος, αφού αποτελεί την πραγματωμένη αμφισβήτηση της. Ειδικά μέσα από την καταστολή, το δημοψήφισμα, ως διαδικασία πέραν του εκλογικού συμβάντος, πήρε σαφώς τέτοια κινηματικά χαρακτηριστικά. Αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του, όχι οι εικόνες θυματοποίησης. Επίσης, το γεγονός ότι η ανεξαρτησία της Καταλονίας διαμεσολαβείται αναγκαστικά από το ζήτημα της δημοκρατίας, ειδικά στην κινηματική του διάσταση, πρέπει να μας κάνει προσεκτικούς στις εκτιμήσεις μας. Όποιο και αν είναι το περιεχόμενο της, εν προκειμένω η βελτίωση της ζωής και η έξοδος από την κρίση δια μέσω της ανεξαρτησίας, η δημοκρατία φέρει την υπόσχεση ότι αφορά όλο το πολιτικό σώμα. Ειδικά σε μια μεταβατική εποχή αυτό κάνει το εθνικιστικό αφήγημα εσωτερικά ασταθές.

Για την ώρα πάντως για άλλη μια φορά φαίνεται να επαναλαμβάνεται το γνωστό μοτίβο των τελευταίων χρόνων: πολύ κακό για το τίποτα. Όπως και ο Τσίπρας μετά το δημοψήφισμα του 2015 ο Κάρλες Πουτζδεμόντ κατηγορήθηκε για «κωλοτούμπα» επειδήδεν κήρυξε μονομερή ανεξαρτησία. Λαμβάνοντας υπόψη τους λεονταρισμούς του Καταλανού προέδρου η κριτική μοιάζει δικαιολογημένη. Από την άλλη, είναι πολύ αμφιλεγόμενο κατά πόσο στην περίπτωση του Καταλανικού δημοψηφίσματος υπήρξε καθαρή εντολή που να δίνει το περιθώριο και τη νομιμοποίηση στην πολιτική εξουσία για μια ρηξικέλευθη μονομερή πράξη, κάτι που (πέρα από τις αναμενόμενες για πολιτικό φανφάρες) ο Πουτζδεμόντ μάλλον το γνώριζε. Όπως και να έχει, ο περιορισμός της κουβέντας σε ζήτημα ηγεσίας και της ικανότητας ή του ηρωισμού του εκάστοτε πολιτικού ηγέτη είναι ανεπαρκής. Το γεγονός ότι ο κόσμος στην Καταλονία, όπως είχε γίνει και στην Ελλάδα, δεν αντιδρά με οξύ τρόπο στις παλινωδίες της πολιτικής ηγεσίας δείχνει κάτι πολύ παραπάνω από τη σημασία των πολιτικών διαμεσολαβήσεων. Υποδεικνύει ότι τα όρια της πολιτικής μορφής είναι και όρια του ίδιου του κοινωνικού γίγνεσθαι που αυτή διαμεσολαβεί. Σίγουρα, υπάρχει το απρόβλεπτο και το ενδεχομενικό, αλλά για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι δεν πρέπεινα αναμένεται «ρήξη» από εκλογικές διαδικασίες, ειδικά όταν η πολιτική μορφή που αναλαμβάνει τη διαχείριση τους είναι ένα νομιμόφρον αστικό κόμμα και οι επιθυμίες που εκφράζει είναι ως επί το πλείστο μεσοαστικές προσδοκίες βελτίωσης του υπάρχοντος ή αποκατάστασης της προ-κρίσης κατάστασης.

Από αυτήν την σκοπιά, ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία των γεγονότων στην Καταλονία είναι ότι καταδεικνύουν αφενόςτα αδιέξοδα του φιλελεύθερου οικουμενισμού και αφετέρου τη δύναμη του κεφαλαίου ως πραγματωμένου οικουμενισμού. Ο πρώτος αδυνατεί να αντιπαρατεθεί στον εθνικισμό σε περιόδους επέλασης του, αφού ο τελευταίος επελαύνει ακριβώς επειδή προτάσσει, όταν αυτή καθίσταται αναγκαία, μία μορφή συλλογικής δικαίωσης και λύτρωσης, έννοιες πουο φιλελεύθερος οικουμενισμός των ατομικών δικαιωμάτων αρνείται επί της αρχής.
Από την άλλη, ο πραγματωμένος οικουμενισμός του κεφαλαίου συνεχίζεινα περιορίζει τον εθνικισμό στην ολότητα που τον γεννάει. Τα λόγια είναι ωραία, αλλά όταν έρθει η ώρα να μιλήσει το χρήμα οι εθνικιστικές μεγαλοστομίες υποκύπτουν στις αγορές.

Εφόσον μιλάμε για μία ιστορική συνθήκη, τίποτα δεν αποκλείει ότι κάποια στιγμή ο εθνικισμόςθα σπάσει τη διεθνή του κεφαλαίου. Άλλωστε, ένας από τους λόγους που οι Ευρωπαίοι εταίροι και εν γένει η διεθνής ελίτ ήταν εχθρικοί στο δημοψήφισμα έχει να κάνει με το γεγονός ότι η ανεξαρτησία της Καταλονίας, πόσο μάλλον ερχόμενη μονομερώς και δια μέσω μαζικών κινητοποιήσεων, ενδεχομένως θα δημιουργούσε πολιτική αστάθεια σε μια ήδη ασταθή κατάσταση. Μπορεί σ’έναν κόσμο οργανωμένο γύρω από εθνικά κράτη το αίτημα των Καταλανών για ανεξαρτησία να ακούγεται δίκαιο, αλλά το ίδιο ισχύει (π.χ.) και για το αίτημα των Φλαμανδών ή των Βάσκων.Είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να συντελεστεί ειρηνικά μια μεγάλης κλίμακας αναδιάταξη του γεωπολιτικού χάρτη της Ευρώπης. Εξίσου αμφίβολο είναι κατά πόσο μια αναδιάταξη στη βάση εθνικιστικών αποσχίσεων φέρει καθαυτή κάποιο θετικό πρόσημο από τη σκοπιά της κοινωνικής χειραφέτησης. Περίπου 100 χρόνια πριν ο εθνικισμός στην Ευρώπη, ακόμα και ως «δικαίωμα για αυτοδιάθεση», συνέβαλε στην ήττα της καθόλα υπαρκτής σοσιαλιστικής προοπτικής. Από την άλλη, ήταν μέσα στα πλαίσια εθνικά οργανωμένων δημοκρατιών που γιγαντώθηκε το εργατικό κίνημα και τα διάφορα σοσιαλιστικά (κομμουνιστικά, αναρχικά) προτάγματα. Η αντίφαση που υποδεικνύεται απαιτεί κριτική σκέψη και πολιτικό προβληματισμό, πέρα από τον αριστερό οπαδισμό.

ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ– κείμενο: Γιώργος Σωτηρόπουλος

ΟΓιώργος Σωτηρόπουλοςείναι διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών με κατεύθυνση την Πολιτική Θεωρία. Διδάσκει Ιστορία και Θεωρία Γνώσης στο International School of Athens. Συμμετέχει στην συλλογικότηταΚενό Δίκτυο. Το βιβλίο τουΔιψώντας για δικαιοσύνη – Περί της θεωρίας και ιστορίας της επανάστασηςκυκλοφορεί σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία από τιςεκδόσεις futuraISBN 978-960-9489-73-7

πληροφορίες:http://voidnetwork.gr/2017/10/03/

Εικόνες:

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License