Θέση της ΑΔΥΕ για την υπόθεση της απαγωγής του παιδιού των Ρούπα, Μαζιώτη

Το μόνο «μεταδοτικό νόσημα» το οποίο θα μπορούσε ίσως να ανευρεθεί στο παιδί είναι η αμφισβήτηση της εγκληματικής τάξης της αστικής δημοκρατίας με τους αρχιερείς δικαστικούς, τα εκτελεστικά όργανά τους, τους μπάτσους, καθώς και την κουστωδία των ακολούθων τους, όπως τους λειτουργούς του Νοσοκομείου Παίδων.

Quis custodiet ipsos custodes?” «Ποιος θα φυλάξει τους ίδιους τους φύλακες;»

 

Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι άλλη μία αναφορά στο χρονικό της σύλληψης της Πόλας Ρούπα και της «προστασίας» του ανήλικου παιδιού της και παιδιού του Νίκου Μαζιώτη «υπό τη σκέπην» του κρατικού μηχανισμού, αλλά ν’ αποτελέσει μια νηφάλια θέαση των γεγονότων εκ των υστέρων, σε μια χρονική στιγμή που ο θόρυβος έχει κοπάσει. Θα αναφερθούμε σε κάποια σημεία τα οποία δεν έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής από την επικαιρότητα ή τις κινηματικές αιχμές λόγω του επείγοντος του ζητήματος.

 

Κατ’ αρχάς θα αναφερθούμε στη συνθήκη που δημιούργησε η σύλληψη της μητέρας που δεδομένου ότι ο πατέρας ήδη εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης οδήγησε σε αδυναμία άσκησης της γονικής μέριμνας και των δύο γονέων (αδυναμία άσκησης για πραγματικούς ή νομικούς λόγους άρθρο 1510 §3 ΑΚ),όπερσημαίνει αδράνεια –και όχι παύση– τουλειτουργικού τους δικαιώματος. Η διάκριση ανάμεσα στο λειτούργημα και την άσκηση της γονικής μέριμνας συνοδεύεται από τη διάκριση ανάμεσα στην παύση και την αδράνειά της.

 

Ο νόμος προβλέπει ότι «οι γονείς από τους οποίους αφαιρέθηκε η άσκηση της γονικής μέριμνας παραμένουν φορείς της, ωστόσο το δικαίωμά τους αδρανεί. Ο γονέας εκείνος που παραμένει φορέας της γονικής μέριμνας αλλά αδυνατεί ή του έχει αφαιρεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας-επιμέλειας είτε γιατί αυτή έχει ανατεθεί στον άλλο γονέα ή σε τρίτο, έχει το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας (άρθρο 1520 ΑΚ) με το τέκνο. Ο κύριος σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι η ικανοποίηση του αισθήματος αγάπης μεταξύ γονέα και παιδιού και η αποφυγή της αποξένωσής τους, ακόμη κι αν το παιδί είναι ακόμη σε βρεφική ηλικία. Το δικαίωμα επικοινωνίας κατοχυρώνεται υπερνομοθετικά από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ως βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη της οικογενειακής ζωής. Γι’ αυτό και δεν είναι επιτρεπτός ο πλήρης αποκλεισμός του γονέα από το δικαίωμα αυτό. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο δεν μπορεί να στερήσει το δικαιούχο γονέα από το δικαίωμα να επικοινωνεί με το παιδί του. Μπορεί όμως να επιβάλλει όρους στην επικοινωνία (για παράδειγμα, αυτή να γίνεται με την παρουσία του άλλου γονέα ή άλλων συγγενικών προσώπων), αν κρίνει ότι αυτό υπαγορεύεται από το συμφέρον του τέκνου. Πλήρης, όμως, αποκλεισμός καταρχήν δεν επιτρέπεται.»

 

Ας δούμε την εντολή της Εισαγγελέως Νικολού: «Διατάσσουμε την προσωρινή αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου από τους φυσικούς του γονείς Παναγιώτα Ρούπα και Νικόλαο Μαζιώτη και αναθέτουμε αυτή προσωρινά στην Κοινωνική Υπηρεσία του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων ‘Αγία Σοφία’, με ρητή εντολή απαγόρευσης επικοινωνίας οποιουδήποτε τρίτου προσώπου εκτός νοσοκομείου με τον ανήλικο».


Το δικαίωμα των γονέων στην επικοινωνία, κατοχυρωμένο υπερνομοθετικά καταστρατηγείται με μία απλή εισαγγελική εντολή που τίθεται υπεράνω του θεσμού του δικαστηρίου του οποίου οφείλει να μην προκαταλάβει την κρίση και το οποίο – κατεξοχήν αρμόδιο να αποφασίσει– δεν δικαιούται να επιβάλλει στέρηση δικαιώματος παρά όρους επικοινωνίας. Είναι σύμφωνος με τις επιταγές του νόμου ο καθ’ υπέρβασήν του υπερβάλλων ζήλος της Εισαγγελέως, Ακροβατεί στα όρια της νομοτυπίας ή εισάγει νέα –καθ’ έξιν– ήθη στη νομική δεοντολογία πέραν της αρχής του δικαίου;

 

Για τη διευθέτηση του ζητήματος της επιμέλειας ανηλίκου στη συνθήκη που ήδη περιγράψαμε προβλέπεται ρητά ότι «η όποια παρέμβαση θα πρέπει να είναι πρόσφορη και συγχρόνως απολύτως αναγκαία για την προστασία του ανηλίκου, οι τυχόν δε επιβαλλόμενοι περιορισμοί θα πρέπει να τελούν σε εύλογη σχέση αναλογίας προς τον κίνδυνο τον οποίο επιδιώκουν να περιστείλουν ή να αποτρέψουν. Σύμφωνα με την αρχή της κλιμάκωσης των συνεπειών που ισχύει και για τον εισαγγελέα, μολονότι στο άρθρο 1532 ΑΚ παρατίθενται διάφορες εναλλακτικές συνέπειες, η κομβικής σημασίας έννοια του συμφέροντος του τέκνου επιβάλλει την κλιμάκωσή τους, διότι το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει την εντός της οικογένειας προσπάθεια επανόρθωσης της συμπεριφοράς των γονέων, ενώ η άσκηση της επιμέλειας από φυσικά πρόσωπα προτιμάται έναντι των απρόσωπων ιδρυμάτων.»

 

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου παιδιού σε ίδρυμα αποτελεί την ultima ratio, και μόνον εφόσον εξεταστεί η δυνατότητα ανάθεσης της επιμέλειας σε συγγενικό πρόσωπο και δεν τελεσφορήσει είτε λόγω της απροθυμίας του εν λόγω προσώπου είτε λόγω της οφθαλμοφανούς ακαταλληλότητάς του. Στην περίπτωσή μας υπήρχαν μια γιαγιά και μια θεία –που αγνοούμε γιατί κρίθηκε ακατάλληλη– πρόθυμες εξαρχής να αναλάβουν τη φροντίδα του παιδιού. Αντ’ αυτού, τους απαγορεύτηκε και η επικοινωνία με το παιδί – το ότι επιτράπηκε εκ των υστέρων μόνο ως αποτέλεσμα της κοινωνικής πίεσης μπορούμε να το δούμε. Να σημειώσουμε ότι η μητρική γιαγιά αποτελούσε πρόσωπο αναφοράς για το παιδί αφού ανέλαβε τη φροντίδα του λίγες μέρες μετά τη γέννησή του και για τους 18 μήνες της προφυλάκισης των γονέων του, τους πρώτους 18 μήνες της ζωής του. Καθόλου αμελητέα σχέση αν κρίνουμε κι από την ανακοίνωση του ίδιου του νοσοκομείου «...αναγνώρισε με χαρά τις συγγενείς του, και είχε καλή συναισθηματική αλληλεπίδραση μαζί τους...» Φυσικά, δεν πρόκειται για οφθαλμοφανώς ακατάλληλα πρόσωπα. Εξάλλου είχαν ήδη κριθεί ως κατάλληλα. Εύλογα αναρωτιόμαστε γιατί η αρχή της κλιμάκωσης των συνεπειών υποκαταστάθηκε αυθαίρετα από την ultimaratio. Τα ερωτήματα παραμένουν.

 

Η διαδρομή του παιδιού από την Κοινωνική Υπηρεσία του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία» στην οποία ανατέθηκε η επιμέλεια μέχρι την Παιδοψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου που σύμφωνα με τον Στ. Κοντονή «κρίθηκε από την εισαγγελέα ανηλίκων ως ο καταλληλότερος χώρος προκειμένου το παιδί να βρεθεί υπό εποπτεία από τους επιστήμονες που έπρεπε να γνωμοδοτήσουν προς την εισαγγελέα για να λάβει τις αποφάσεις της» δεν είναι αυτονόητη εφόσον προϋποθέτει διαδικασία ακούσιας νοσηλείας. Αλλά το ζήτημα της ακούσιας νοσηλείας ρυθμίζεται από άλλο νομοθέτημα (άρθρα 95 και 96 ν.2071/1992) και υπόκειται σε πρόσθετες εγγυήσεις ιδίως όσον αφορά ανηλίκους και «απαιτεί σε κάθε περίπτωση τη σύμφωνη έγγραφη γνώμη δύο ψυχιάτρων άνευ της οποίας ο εισαγγελέας δεν δύναται να διατάξει τον εγκλεισμό.»

 

Τα παραπάνω ισχύουν και για την εισαγωγή για απλή ψυχιατρική εξέταση. «Το παιδί Β.Λ.Μ.Ρ. ηλικίας 6,5 ετών εισήχθη στην Παιδοψυχιατρική κλινική του Γ.Ν.Π.Α. ‘Η Αγία Σοφία’ στις 5/1/2017 με την υπ.αριθμ. 5/2017 εισαγγελική εντολή, προκειμένου να γίνει παιδιατρική εξέταση για μεταδοτικά νοσήματα και παιδοψυχιατρική εκτίμηση», υπογραμμίζει σε ανακοίνωσή της η διοίκηση του νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία». Μαθαίνουμε συνεχώς περί των νέων εθών και ηθών όπως για παράδειγμα ότι οι Παιδοψυχιατρικές κλινικές είναι αρμόδιες για έλεγχο μεταδοτικών νοσημάτων. Δεν θα ασχοληθούμε με το νομότυπο της Εισαγγελικής εντολής. Έχουμε δυστυχώς τη σοβαρή υπόνοια ότι βρέθηκαν δύο ψυχίατροι, που υπέγραψαν την εισαγωγή. Εξάλλου αυτός ο εγκλεισμός δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συναίνεση της Διοίκησης του Νοσοκομείου, της Κοινωνικής Υπηρεσίας και της Παιδοψυχιατρικής Κλινικής. Οι ευθύνες είναι επώνυμες και μέρος τους καταδεικνύεται στην καταγγελία της αδελφής της Πόλας Ρούπα – ο προϊστάμενος νοσηλευτών Παπανικολάου, η παιδοψυχίατρος του νοσοκομείου Μπελιβανάκη, ο διευθυντής της παιδοψυχιατρικής κλινικής Αναγνωστόπουλος. Δεν αρκέστηκαν να υπερασπιστούν μέχρι κεραίας μια επαίσχυντη εντολή. Αποδείχθηκαν βασιλικότεροι του βασιλέως. Κι όμως ήταν σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τις επιπτώσεις των πράξεών τους στον ψυχισμό του παιδιού. Υποτίθεται ότι είναι ταγμένοι να υπηρετούν την προστασία του. Γνώριζαν ότι ο βίαιος αποχωρισμός του παιδιού από τη μητέρα του, η απομόνωσή του από κάθε οικείο πρόσωπο και η τοποθέτησή του σε ένα «ειδικό» ψυχιατρικό περιβάλλον συνιστούν τραυματική συνθήκη. Ότι η φύλαξή του με φρουρά συνιστά απειλή και για το ίδιο και για τα υπόλοιπα παιδιά που νοσηλεύονται στο ίδιο τμήμα. Κι ότι ο ρόλος των ειδικών και μάλιστα με συνεχή παρουσία της Εισαγγελέως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναπληρώσει τις σχέσεις στοργής που το παιδί διατηρεί με τους οικείους του. Αλλά εκτελούσαν εντολές και αυτοαπαλλάσσονται της ευθύνης. Γνωρίζουν και αναγνωρίζουν μόνο την ηθική του Κρέοντα.

 

«Κατά τη διάρκεια της παραμονής του, το παιδί προσαρμόστηκε ικανοποιητικά, συμμετέχει ευχάριστα στις δραστηριότητες της Κλινικής, έχει καλή επικοινωνία με το προσωπικό και τα άλλα παιδιά και δεν λαμβάνει κανενός είδους φαρμακευτική αγωγή.» Η συνέχεια της ανακοίνωσης του Νοσοκομείου. Πού δηλώνει εμμέσως ότι δε συνέτρεχε λόγος εγκλεισμού. Αλλά δηλώνει επίσης εκ του αποτελέσματος ότι η Πόλα Ρούπα εκπλήρωσε τουλάχιστον επαρκώς τον μητρικό της ρόλο. Αν και οι υπόλοιποι γονείς δε χρειάζεται ν’ αποδείξουν τόσα πολλά. Σπανίως ο ρόλος τους εξετάζεται τόσο ενδελεχώς. Αλλά η Πόλα Ρούπα τελεί υπό καθεστώς εξαίρεσης. Η πολιτική της δράση την καθιστά ύποπτη ως κακή μητέρα. Βέβαια κανείς Εισαγγελέας ανηλίκων δεν σκέφτηκε κάτι ανάλογο για τους Χρυσαυγίτες γονείς του Περάματος που στράφηκαν κατά παιδιών συνομηλίκων με τα παιδιά τους. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός φαίνεται να αποτελεί αναγκαία και αποδεκτή κοινωνική συνθήκη. Οι ύποπτοι κινούνται εκτός της αποδοχής της συγκεκριμένης συνθήκης. Αγωνίζονται με τον τρόπο που οι ίδιοι επιλέγουν ενάντια στο κράτος για μια άλλη κοινωνία. Και μπορούν να είναι και γονείς και σύντροφοι. Η μια διάσταση δεν αποκλείει τις άλλες.

 

Το ζήτημα είναι πρωτίστως ηθικό και κατά συνέπεια πολιτικό. Ένα παιδί 6 ετών, συμβαίνει να είναι το παιδί δύο εχθρών του κράτους, δύο «τρομοκρατών» κατά την προσφιλή έκφραση κράτους και ΜΜΕ. Χρησιμοποιείται ανενδοίαστα ως μέσο πίεσης προς τους γονείς του κατά παράβαση όλων των δικαιωμάτων του ακριβώς απ’ αυτούς που θα έπρεπε να τα προασπιστούν. Απογυμνώνεται κάθε δικαιώματος και τοποθετείται σε θέση αντικειμένου που μπορεί να εξυπηρετήσει την τάδε ή δείνα σκοπιμότητα. Τρομοκρατία είναι το κράτος του τρόμου.

 

Ο τρόμος είναι σύμφυτος της θέσης που επιφυλάχθηκε σ’ αυτό το παιδί, ή σε κάποια άλλα παιδιά θύματα πολέμου που βιώνουν την απειλή της φυσικής εξόντωσης στα στρατόπεδα εισόδου. Αυτό δεν το γράφουμε φυσικά με διάθεση υπεράσπισης του «κράτους δικαίου» ή την πολιτική «προάσπισης των αστικών δικαιωμάτων». Με αυτή την παράθεση των δικαιικών παραβάσεων των δικαστικών αρχών και τη συνακόλουθη συνέργεια των ιατρών και διοικητικών του Νοσοκομείου Παίδων, καταγγέλλουμε στην ελληνική κοινωνία το γεγονός ότι οι δημόσιοι κατήγοροι (δικαστές, εισαγγελείς, ΜΜΕ) της Πόλας Ρούπα και του Νίκου Μαζιώτη που τους καταδικάζουν για το γεγονός ότι δεν σέβονται τους νόμους του κράτους και παρανομούν, καταπατούν κατά το δοκούν και με βάση τη δική τους υποταγή στα συμφέροντα της άρχουσας τάξης τους νόμους των οποίων εμφανίζονται ως υπέρμαχοι. Οι δε λειτουργοί του Νοσοκομείου Παίδων καταστρατήγησαν οποιαδήποτε έννοια επιστημονικής και ιατρικής δεοντολογίας υπακούοντας πειθήνια στις εντολές των εισαγγελικών αρχών. Στάθηκαν εξαιρετικά επικίνδυνοι για την υγεία του παιδιού, την οποία υποτίθεται κλήθηκαν να προστατεύσουν. Νόμισαν όλα αυτά τα καθάρματα ότι θα μπορούσαν να εκβιάσουν την Πόλα Ρούπα και να εκμαιεύσουν πληροφορίες για την οργάνωση Ε.Α. απειλώντας ανερυθρίαστα την υγεία του παιδιού της. Η άμεση απάντηση των κρατούμενων γονέων και της Αθανασοπούλου με την απεργία πείνας και δίψας καθώς και του κινήματος αλληλεγγύης εντός κι εκτός των τειχών έδωσε τέλος σε αυτή την αυταπάτη.

 

Ο κανιβαλισμός όμως απέναντι σ' ένα παιδί έξι ετών δεν περιορίστηκε μόνο στην απομόνωση από το οικείο περιβάλλον του, τον εγκλεισμό του και τη δεδομένη χρήση του ως μέσου εκβιασμού. Η διαμόρφωση εχθρικής κοινής γνώμης ήταν αναγκαίο συστατικό αυτής της κρατικής τρομοκρατικής επιχείρησης. Για τον λόγο αυτό, προβλήθηκαν εκτεταμένα από τα ΜΜΕ οι λόγοι εισαγωγής του παιδιού στην ψυχιατρική κλινική του Νοσοκομείου Παίδων: ψυχιατρική εξέταση και έλεγχο μεταδιδόμενων νοσημάτων (εντός της ψυχιατρικής κλινικής!). Ήθελαν να περάσουν στην κοινή γνώμη την εικόνα όχι μόνο ενός παραμελημένου παιδιού από την ακατάλληλη μητέρα, αλλά και ενός επικίνδυνου παιδιού για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, όπως άλλωστε θεωρήθηκαν και τα προσφυγόπουλα από μία ρατσιστική μερίδα του ελληνικού πληθυσμού και από τους μισάνθρωπους νεοναζί. Η πραγματικότητα –το παιδί χαίρει άκρας σωματικής και ψυχικής υγείας–, η οποία δεν προβλήθηκε παρά ελάχιστα από τα ΜΜΕ, διαψεύδει τις οικτρές προσπάθειες εισαγγελέων, νοσοκομειακών λειτουργών και ΜΜΕ. Το μόνο «μεταδοτικό νόσημα» το οποίο θα μπορούσε ίσως να ανευρεθεί στο παιδί είναι η αμφισβήτηση της εγκληματικής τάξης της αστικής δημοκρατίας με τους αρχιερείς δικαστικούς, τα εκτελεστικά όργανά τους, τους μπάτσους, καθώς και την κουστωδία των ακολούθων τους, όπως τους λειτουργούς του Νοσοκομείου Παίδων.

 

Η υπόθεση δεν έχει ακόμα κλείσει και οι όροι απόδοσης του παιδιού στη γιαγιά διατηρούν το ίδιο πνεύμα εξαίρεσης και στιγματισμού: «με επιμέλεια της γιαγιάς, να ολοκληρωθεί η παιδοψυχιατρική αξιολόγηση του ανηλίκου και, με τη συνεργασία της, να στηριχθεί η ψυχική υγεία του παιδιού από ειδικούς παιδοψυχολόγους», λέει η εισαγγελική λειτουργός, παρότι η έκθεση του Νοσοκομείου δείχνει ότι δεν συντρέχει λόγος. Για τον λόγο αυτό, παραμένουμε σε εγρήγορση και παρακολουθούμε τα γεγονότα και τις αναμενόμενες αυθαιρεσίες του κράτους.

 

Δεδομένων όλων αυτών, η στάση μας είναι πιο ξεκάθαρη από ποτέ: είμαστε αλληλέγγυοι στους εχθρούς του κράτους και πάντοτε απέναντι στους εχθρούς της κοινωνίας: μπάτσους, δικαστές και τους υποτακτικούς τους που ενσαρκώνουν με τον πιο εμφατικό τρόπο τους θεσμούς ευτελισμού κάθε έννοιας δικαίου.

 

ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΔΟΜΗ ΥΓΕΙΑΣ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License