[Αθήνα] «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν»

Η μπροσούρα «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» (της Ομάδας ενάντια στον εκβιασμό της μισθωτής εργασίας) που έχει επανεκδοθεί εδώ και ένα χρόνο περίπου από την Συνέλευση Εργαζόμενων-Ανέργων της Πλατείας Συντάγματος, βρίσκεται πλέον ολόκληρη στο blog της Συνέλευσης σε μορφή pdf. http://synelefsi-syntagmatos.espivblogs.net/ Αναδημοσιεύουμε εδώ αποσπάσματα από το τελευταίο κεφάλαιο, 1000+1 νόµοι και πρακτικές για τη µετατροπή του συστήµατος κοινωνικής ασφάλισης σε ατοµικοποιηµένο και ανταποδοτικό, που αναλύει τους εργασιακούς νόμους που επέβαλαν μεγαλύτερη ευελιξία και εντατικοποίηση στις εργασιακές σχέσεις στο πλαίσιο της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης την τελευταία 25ετία, με αποκορύφωμα τα «μνημονιακά» χρόνια. Ενόψει της επερχόμενης ριζικής εργασιακής μεταρρύθμισης από την αριστερά του κεφαλαίου αυτή τη φορά, η επικαιρότητα είναι προφανής.

(…)

Η ιδιοµορφία του ελληνικού µοντέλου συσσώρευσης –εκτεταµένη αναπαραγωγή της µικρής ιδιοκτησίας, µικρή συγκέντρωση του κεφαλαίου– συνοδευόταν πάντα από την ύπαρξη και αναπαραγωγή µιας µεγάλης ποικιλίας µορφών άτυπης απασχόλησης. Όλες οι πιθανές µορφές άτυπης απασχόλησης βρίσκονται εδώ και δεκαετίες στο καθηµερινό ρεπερτόριο εκµετάλλευσης ενός σηµαντικού κοµµατιού της εργατικής τάξης: µαύρη-ανασφάλιστη εργασία, µερική, προσωρινή ή εποχιακή απασχόληση, δουλειά µε το κοµµάτι, κοινωφελής εργασία, προγράµµατα voucher, απλήρωτη εργασία στην οικογενειακή επιχείρηση, «αυτοαπασχόληση» µε δελτίο παροχής υπηρεσιών, απλήρωτες υπερωρίες, µισθοί κάτω από το βασικό... και πολλά ακόµη.

Η πολιτική του κράτους όσον αφορά τους νόµους που ρύθµιζαν τις εργασιακές σχέσεις µέχρι και τη δεκαετία του ’80, µπορεί να χαρακτηριστεί κυρίως ως πολιτική laissez-faire, πολιτική ανοχής στις παραβιάσεις της εργατικής νοµοθεσίας από την πλευρά των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Από το 1990 όµως και µετά, ξεκίνησε από την πλευρά του κράτους µία προσπάθεια επέκτασης των όρων και των συνθηκών που επικρατούν στη µαύρη εργασία και τις άτυπες µορφές απασχόλησης στους τοµείς εκείνους που παραδοσιακά επικρατούσε το µοντέλο της πλήρους και σταθερής εργασίας. Αυτό έγινε µε τους νόµους 1892/90, 2639/98, 2874/00, 2956/01, 2972/01, 3144/03, 3174/03, 3250/04, 3385/05, 3377/05 και στη συνέχεια µε µια σειρά από µνηµονιακούς νόµους από την άνοιξη του 2010 µέχρι σήµερα, καθώς και µε επιµέρους προεδρικά διατάγµατα. Στην πραγµατικότητα που διαµόρφωσαν αυτοί οι νόµοι, είναι πλέον δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τις συνθήκες της µαύρης εργασίας απ’ αυτές της νόµιµης.

Στη συνέχεια παρουσιάζουµε το θεσµικό πλαίσιο που θέτουν αυτοί οι νόµοι για τη λεγόµενη «ευελιξία της εργασίας», φράση που χρησιµοποιείται για να ωραιοποιήσει τη νέα επίθεση των αφεντικών και του κράτους. 

Ανεργία. Όσον αφορά στα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά του φαινοµένου της ανεργίας, σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ το ποσοστό ανεργίας το 2015 ανέρχεται στο 24%. Η σηµασία του ποσοστού αυτού γίνεται αντιληπτή όταν συγκριθεί µε το αντίστοιχο του 2008, όταν είχαµε ποσοστό ανεργίας 7,7%. Από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι σωρευτικά η µείωση του αριθµού των εργαζοµένων την πενταετία 2010-2015 ανέρχεται σε σχεδόν 775.000, δηλαδή σε ποσοστό 17,4%. Για τους νέους έως 24 ετών το ποσοστό ανεργίας αγγίζει σήµερα το 49%! Ένα ακόµη χαρακτηριστικό της περιόδου 2010-2015 είναι οι µεταβολές που συντελέστηκαν στις κατηγορίες των µακροχρόνια ανέργων καθώς και των ανέργων που έχουν πρόσφατο παρελθόν εργασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι µέχρι και το 2010 οι µακροχρόνια άνεργοι αναλογούσαν µόλις στο 42,1% των ανέργων. Σήµερα, πάνω από 7 στους 10 ανέργους είναι µακροχρόνια άνεργοι, ενώ µόλις το 26,3% (από 57,9% που ήταν το 2010) των ανέργων έχει διάρκεια ανεργίας από 1 µέχρι 11 µήνες. 

Σηµειώνουµε ότι τα παραπάνω είναι τα επίσηµα στοιχεία και δεν περιλαµβάνουν τους µετανάστες και έλληνες προλετάριους που εργάζονται αδήλωτοι. Σηµειώνουµε επίσης ότι το εργατικό δυναµικό έχει µειωθεί από 5,05 εκατοµµύρια το 2010, σε 4,83 εκατοµµύρια το 2015 (µείωση που οφείλεται και στη µετανάστευση ντόπιου πληθυσµού). Η µείωση της ανεργίας που προβλέπεται, συνοδεύεται από αναδιαρθρωµένες σχέσεις και όρους εργασίας που µόνο υπέρ των εργαζοµένων δεν µπορούν να λογιστούν, καθώς περιλαµβάνουν µειώσεις άµεσου  και έµµεσου µισθού, αποδιάρθρωση των συλλογικών συµβάσεων εργασίας (voucher, προγράµµατα επιδοτούµενης απασχόλησης κλπ), απελευθέρωση των απολύσεων, πλήρη αναδιάρθρωση του ασφαλιστικού κλπ, µε στόχο την προσπάθεια δηµιουργίας ευνοϊκών συνθηκών για την ανάκαµψη της διαδικασίας κεφαλαιακής συσσώρευσης, προφανώς στις πλάτες ντόπιων και µεταναστών προλετάριων.

Συλλογικές Συµβάσεις Εργασίας. Πέρα από τις συντονισµένες προσπάθειες εργοδοτών–κράτους στο πεδίο του µισθού αυτό καθ’ εαυτό, την τελευταία πενταετία έχει κορυφωθεί µία από τις σφοδρότερες επιθέσεις στο πεδίο των Συλλογικών Συµβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύµβασης Εργασίας συµπεριλαµβανοµένης. 

Οι νοµοθετικές διατάξεις του 2011 (Ν.4024), του 2012 (Ν.4046, Πράξη 6 Υπουργικού Συµβουλίου, Ν. 4093) και του 2014 (Ν.4254, Ν.4303) προβλέπουν τα εξής :

1) Αναστολή της διαδικασίας επέκτασης της ισχύος των κλαδικών και των οµοιοεπαγγελµατικών ΣΣΕ για όσο χρόνο διαρκεί το πρόγραµµα «οικονοµικής προσαρµογής» (δηλ. τα µνηµόνια).

2) Αναστολή της αρχής της εύνοιας και υπερίσχυση της επιχειρησιακής ΣΣΕ σε περίπτωση συρροής µε κλαδική ΣΣΕ.

3) Δυνατότητα σύναψης επιχειρησιακής ΣΣΕ από νέα συλλογικά µορφώµατα εκπροσώπησης των εργαζοµένων εκτός συνδικάτων (ενώσεις προσώπων).

4) Δυνατότητα σύναψης επιχειρησιακής ΣΣΕ και από επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερα από 50 άτοµα (οι οποίες τα προηγούµενα χρόνια καλύπτονταν κυρίως από τις κλαδικές ΣΣΕ).

5) Παρέµβαση των αφεντικών και του κράτους στο περιεχόµενο και στην καθολικότητα της δέσµευσης της τελευταίας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύµβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) µε:

α) Μείωση του κατώτατου µισθού κατά 22% (και 32% για τους νέους κάτω των 25 ετών) της τότε ισχύουσας τριετούς ΕΓΣΣΕ 2010-2012·

β) Κατάργηση της ρύθµισης του κατώτατου µισθού/ηµεροµισθίου µέσω της ΕΓΣΣΕ και ανάληψης από το κράτος της αρµοδιότητας αυτής·

γ) Διαφορετική ρύθµιση του κατώτατου µισθού για τους µακροχρόνια ανέργους άνω των 25 ετών µε λιγότερες τριετίες·

δ) Υπό αυτό το πρίσµα, ο κατώτατος µισθός µετατρέπεται σε µοχλό για τη γενικευµένη και άµεση µείωση των αποδοχών στο σύνολο του ιδιωτικού τοµέα, καθώς η εξέλιξη αυτή συµπαρασύρει ανάλογα και τα επιδόµατα ανεργίας (τα οποία, µετά το 2012, µειώθηκαν κατά 22% και διαµορφώνονται πλέον στα 360 ευρώ από 461,5), ασθενείας, µητρότητας, τις συντάξιµες αποδοχές και τις αµοιβές για υπερωριακή απασχόληση.

6) Καθορισµό µέγιστης διάρκειας των ΣΣΕ (3 έτη), δραστική µείωση του χρόνου παράτασης της κανονιστικής δέσµευσης των ΣΣΕ µετά τη λήξη ή την καταγγελία τους (από 6 σε 3 µήνες), µε παράλληλο περιορισµό της µετενέργειας των ΣΣΕ, ώστε ελλείψει νέας σύµβασης να ισχύουν µόνο οι όροι που αφορούν τον βασικό µισθό και τέσσερα επιδόµατα (ωρίµανσης, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας).

7) Κατάργηση της µονοµερούς προσφυγής στη Διαιτησία του ΟΜΕΔ (ο νόµος 3899/2010 θέσπισε για πρώτη φορά την υπό όρους δυνατότητα αυτή για την εργοδοσία) και περιορισµό του περιεχοµένου της Διαιτητικής Απόφασης για ζητήµατα που αφορούν στη σύναψη Συλλογικών Συµβάσεων. Από 14/2/2012 η προσφυγή στη Διαιτησία µπορεί να γίνει µόνο µε συµφωνία και των δύο µερών και περιορίζεται αποκλειστικά στον καθορισµό του βασικού µισθού, ενώ δεν επιτρέπεται να περιλαµβάνεται σε αυτήν κανένα άλλο ζήτηµα. Σηµαντική εξέλιξη στο ζήτηµα της Διαιτησίας αποτέλεσε η απόφαση της Ολοµέλειας του Συµβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), 2307/2014, για το ζήτηµα της µονοµερούς προσφυγής στη Διαιτησία και της δυνατότητας ρύθµισης µε Διαιτητική Απόφαση του συνόλου των όρων εργασίας, που επαφίεντο στην ατοµική διαπραγµάτευση. Με νόµο που ακολούθησε την απόφαση αυτή της Ολοµέλειας του ΣτΕ (Ν. 4303/2014) επανέρχεται τυπικά η δυνατότητα µονοµερούς προσφυγής στη διαιτησία του ΟΜΕΔ, αυτή τη φορά και για τα δύο µέρη (εργαζόµενοι - εργοδότες).

8) Αναστολή (από 14/2/2012) των αυξήσεων λόγω ωρίµανσης που προβλέπονται από νόµο ή/και ΣΣΕ, µέχρι η ανεργία να µειωθεί κάτω από 10% (εδώ γελάµε...).

Σχετικά µε τις µειώσεις µισθών που προέκυψαν από τις µετατροπές κλαδικών συµβάσεων σε επιχειρησιακές ή ατοµικές, έχουν συµβεί τα εξής τα τελευταία χρόνια:

Οι νέες επιχειρησιακές ΣΣΕ µετά το 2012 προέβλεπαν στην πλειονότητά τους µειώσεις µισθών της τάξης του 10-40% από τα επίπεδα που καθόριζαν οι κλαδικές, οι οµοιοεπαγγελµατικές ή οι παλαιότερες επιχειρησιακές συµβάσεις. Σύµφωνα µε την Τράπεζα της Ελλάδος, το 2013, οι µειώσεις µισθών µέσω επιχειρησιακών και ατοµικών συµβάσεων αφορούσαν πάνω από το 30% των µισθωτών του ιδιωτικού τοµέα, ενώ οι µειώσεις µέσω κλαδικών ΣΣΕ αγγίζαν το ¼ περίπου των εργαζοµένων. Σε πολλές από αυτές τις νέες επιχειρησιακές ΣΣΕ οι κατώτατες αποδοχές µειώνονταν και ευθυγραµµίζονταν πλήρως µε τον κατώτατο εθνικό µισθό. Σήµερα, τα πράγµατα είναι ακόµα χειρότερα: οι περισσότερες από τις 243 επιχειρησιακές συµβάσεις που υπογράφτηκαν το 2015 (έναντι µόλις 12 κλαδικών) προέβλεψαν είτε τη διατήρηση των χαµηλών έως και 47% µισθών είτε το πάγωµα των αποδοχών για τα επόµενα χρόνια.46

Τέλος, στον ιδιωτικό τοµέα, οι µισθοί που καταβάλλουν οι εργοδότες µειώνονται επίσης για µεγάλο αριθµό εργαζοµένων µέσω και άλλων ρυθµίσεων που προβλέπονται από µια σειρά διατάξεων µετά το 2010.  

Μειώσεις αποδοχών σε δηµόσιο και ιδιωτικό τοµέα. Στο δηµόσιο τοµέα, µε το νόµο 3833/10 και πριν το «µηχανισµό στήριξης», το σύνολο των µισθών και των επιδοµάτων των εργαζοµένων σε ΝΠΙΔ του δηµοσίου µειώνονται οριζόντια κατά 7%, ενώ µε το νόµο 3845/10 γίνεται εκ νέου µείωση κατά 5%. Λίγο αργότερα, µε το νόµο 3899/10, εισάγονται νέες ρυθµίσεις στην κατεύθυνση της µείωσης των µισθών. Συγκεκριµένα, τίθεται µηνιαίο ανώτατο όριο συνολικών αποδοχών 4.000 ευρώ στις ΔΕΚΟ και µειώνονται περαιτέρω κατά 10% οι µισθοί και τα επιδόµατα των εργαζοµένων σε αυτές µε συνολικές αποδοχές άνω των 1.800 ευρώ. Τέλος περιορίζεται στο 10% των συνολικών αποδοχών το ποσό που αντιστοιχεί σε υπερωρίες, εργασία σε µέρες αργίας, έξοδα µετακίνησης, εκτός έδρας και οδοιπορικά. Συνολικά, οι µισθοί στο δηµόσιο από το 2009 έως το 2013 µειώθηκαν από 25% έως 38%. 

Στον ιδιωτικό τοµέα, µε το νόµο 4046/12, πέραν του προαναφερθέντος καθολικού παγώµατος των αυξήσεων, τίθεται στόχευση για µείωση του κόστους εργασιακής δύναµης κατά 15% κατά τη διάρκεια των µνηµονίων. Με το νόµο 4093/12, για τους εργαζόµενους άνω των 25 ετών ο κατώτατος µηνιαίος µισθός ορίζεται σε µόλις 586,08 ευρώ και το κατώτατο µεροκάµατο σε 26,18 ευρώ, ενώ για τους νέους προλετάριους τα αντίστοιχα ποσά ορίζονται σε 510,95 ευρώ και σε 22,83 ευρώ. Σε αυτά τα ποσά καταργείται κάθε προσαύξηση πλην αυτής της προϋπηρεσίας.

Απελευθέρωση των απολύσεων. Σχετικά µε τις οµαδικές απολύσεις, ο εργασιακός νόµος 2874/00 όριζε ότι οι επιχειρήσεις που απασχολούν από 21-200 άτοµα µπορούν να απολύουν 4 άτοµα τον µήνα, οι άνω των 200 ατόµων το 2% του προσωπικού τους και οι κάτω των 21 απεριόριστο αριθµό. Με το νόµο 3863/10 αυξάνεται το όριο οµαδικών απολύσεων: µέχρι 6 άτοµα το µήνα για επιχειρήσεις µε προσωπικό 20-150 άτοµα, στο 5% και µέχρι 30 άτοµα για επιχειρήσεις άνω των 150 εργαζοµένων. Για επιχειρήσεις που απασχολούν κάτω από 20 άτοµα, οι απολύσεις συνεχίζουν να επιτρέπονται σε απεριόριστο αριθµό. Όσον αφορά στις ατοµικές απολύσεις, µε τους νόµους 3845/10, 3847/10, 3863/10 µειώνεται το ύψος της αποζηµίωσης ως και 50% µέσω της µείωσης του χρόνου προειδοποίησης της απόλυσης σε έξι µήνες ενώ ταυτόχρονα καταργείται και η υποχρέωση άµεσης καταβολής ολόκληρου του ποσού της αποζηµίωσης και αντικαθίσταται από διµηνιαίες δόσεις. Με το νόµο 4093/12 επέρχεται νέα µείωση του χρόνου προειδοποίησης στους τέσσερις µήνες και ταυτόχρονα µειώνεται το ανώτατο ύψος της αποζηµίωσης στο µισό (από 24 σε 12 µήνες) διευκολύνοντας τα αφεντικά να απολύουν κόσµο ακόµα και µε πολλά χρόνια εργασίας.

Μερική Απασχόληση. Η µερική απασχόληση θεσµοθετήθηκε στην Ελλάδα το 1990, και το πλαίσιο λειτουργίας της συµπληρώθηκε µε τους νόµους 2639/98 και 2874/00. Με το νόµο 2639/98 εισήχθηκαν ρητά και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα συµβάσεις ορισµένου χρόνου µερικής απασχόλησης, µε ανώτατη διάρκεια τους 6 µήνες και την 4ωρη ηµερήσια απασχόληση. Το καθεστώς της µερικής απασχόλησης στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα διευρύνθηκε ακόµα περισσότερο µε τους νόµους 3174/03 και 3250/04. Σύµφωνα µε το νόµο 3174/03, οι οργανισµοί του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µπορούν να συνάπτουν συµβάσεις µε επιχειρήσεις «µη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα» καθώς και µε την Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) προκειµένου να καλύπτουν ανάγκες που έχουν σχέση µε την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών (πρακτικά δηλαδή σε όλες τις θέσεις εργασίας…). Οι εργαζόµενοι σε αυτές τις επιχειρήσεις πρέπει υποχρεωτικά να εργάζονται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου µερικής απασχόλησης. Η ανώτατη διάρκεια της απασχόλησης ορίζεται σε αυτή την περίπτωση σε 24 µήνες, ενώ νέα σύµβαση µπορεί να συναφθεί µε τον εργαζόµενο µετά την πάροδο τουλάχιστον δύο µηνών από τη λήξη της προηγούµενης. Ο χρόνος εργασίας δεν ορίζεται πια σε ηµερήσια βάση, αλλά σε εβδοµαδιαία µε ανώτερη διάρκεια τις 20 ώρες. 

Επίσης, µε το νόµο 3250/04 θεσµοθετήθηκε η δυνατότητα να προσλαµβάνουν οι ίδιοι οι οργανισµοί του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µερικώς απασχολούµενους εργαζόµενους µε συµβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, για την κάλυψη αναγκών αντίστοιχων µε αυτές που ορίζονται από τον νόµο 3174/03. Η ανώτατη διάρκεια της απασχόλησης ορίζεται σε αυτή την περίπτωση σε 18 µήνες, ενώ νέα σύµβαση µπορεί να συναφθεί µε τον εργαζόµενο µετά την πάροδο τουλάχιστον τεσσάρων µηνών από τη λήξη της προηγούµενης. Ο χρόνος εργασίας επίσης ορίζεται σε εβδοµαδιαία βάση µε ανώτερη διάρκεια τις 20 ώρες. 

Με το νόµο 3846/10 ενισχυόταν η δυνατότητα σύµβασης µερικής απασχόλησης αλλά µε κάποιους όρους σχετικά µε το µισθό των εργαζοµένων. Εφόσον η απασχόληση ήταν µικρότερη των 4 ωρών ηµερησίως, οι αποδοχές προσαυξάνονταν κατά 7,5%. Επίσης, αν ο εργαζόµενος εργαζόταν επιπλέον των προσυµφωνηµένων ωρών υπήρχε προσαύξηση 10%. Αυτές οι προσαυξήσεις καταργήθηκαν τελείως µε το νόµο 3899/10 όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στο «µηχανισµό στήριξης» µε την υπογραφή του µνηµονίου. Ακόµα, µε το νόµο 3846/10 επεκτάθηκε ο θεσµός της µερικής απασχόλησης και στις ΔΕΚΟ, καλύπτοντας πια όλο το Δηµόσιο τοµέα, ενώ µε τον νόµο 3986/11 εισάγεται ο θεσµός της µερικής απασχόλησης στο στενό και ευρύτερο Δηµόσιο τοµέα. Αυτό µάλιστα συµπληρώνεται µε τη δυνατότητα µείωσης των ωρών εργασίας (ηµερήσια απασχόληση ή εργάσιµων ηµερών) µέχρι και 50% και µέχρι και 5 έτη, µε ανάλογη µείωση των αποδοχών και µε υπολογισµό ως συντάξιµου του µειωµένου χρόνου απασχόλησης. Η ραγδαία αύξηση της µερικής απασχόλησης επιβεβαιώνεται µε στατιστικά στοιχεία, αφού οι συµβάσεις µερικής απασχόλησης αυξάνονται κατά 259,06% την περίοδο 2009-2014, ενώ οι συµβάσεις πλήρους απασχόλησης µόλις κατά 3,79%. Στον ιδιωτικό τοµέα της οικονοµίας, η µερική απασχόληση µε τη µορφή της µόνιµης εργασίας (αορίστου διάρκειας) ενισχύθηκε σηµαντικά κατά τη διάρκεια της οικονοµικής κρίσης (82.960 άτοµα), εκτοπίζοντας έτσι την απασχόληση των συµβασιούχων (δηλαδή την προσωρινή απασχόληση).

Συµβασιούχοι Ορισµένου Χρόνου. Είναι γνωστή η ιστορία που επαναλαµβάνεται τα τελευταία 30 χρόνια, κυρίως στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα: στα πλαίσια του «πελατειακού κράτους» προσλαµβάνονται συµβασιούχοι ορισµένου χρόνου οι οποίοι όµως καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Οι εργαζόµενοι αυτοί είναι όµηροι της εκάστοτε κυβέρνησης και αποτελούν σίγουρη δεξαµενή ψήφων για τις εκλογές. Ωστόσο η συµφωνία στα πλαίσια της Ε.Ε µεταξύ συνδικάτων και αφεντικών περιόρισε την τακτική αυτή αφού όρισε κριτήρια για την ανανέωση των συµβάσεων, για τη µέγιστη διάρκειά τους και για το µέγιστο αριθµό ανανεώσεων ώστε να «εξορθολογιστούν» οι εργασιακές αυτές σχέσεις και να αποφεύγονται κινητοποιήσεις και καταδικαστικές αποφάσεις στα αστικά δικαστήρια. Στα πλαίσια αυτά, για λόγους εναρµόνισης της Ευρωπαϊκής νοµοθεσίας µε την Ελληνική και λόγω των κινητοποιήσεων των συµβασιούχων, εκδόθηκαν διαδοχικά τα διατάγµατα 81/03, 180/04 και 164/04. 

Το ΠΔ 81/03 προέβλεπε ότι σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συµβάσεων υπερβαίνει τα δύο έτη (διάρκεια που αυξήθηκε στα τρία έτη µε το Ν.3986/11) και στο διάστηµα αυτό ο αριθµός των ανανεώσεων υπερβαίνει τις τρεις, τεκµαίρεται ότι µε αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών µε συνέπεια την µετατροπή τους σε συµβάσεις αορίστου χρόνου (διαδοχικές θεωρούνται οι συµβάσεις αν δεν µεσολαβήσει µεταξύ τους χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των 20 ηµερών). Ωστόσο, το ΠΔ 81/03 περιελάµβανε µια σειρά εξαιρέσεων και ουσιαστικά απέκλειε τους εργαζόµενους στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα και το 70% των εργαζόµενων µε συµβάσεις ορισµένου χρόνου γενικά. Λόγω των κοινωνικών αντιδράσεων και των κινητοποιήσεων των συµβασιούχων εκδόθηκε κατόπιν νέο ΠΔ, το 180/04, το οποίο όµως αφορούσε µόνο εργαζόµενους στον ιδιωτικό τοµέα. Παρόλα αυτά και αυτό το ΠΔ ορίζει ένα σύνολο από εξαιρέσεις που αντιστοιχούν άλλωστε και στη γενικότερη κατεύθυνση της πολιτικής γύρω από τις εργασιακές σχέσεις όπως περιγράφηκε προηγουµένως. 

Στο νέο αυτό ΠΔ, το χρονικό διάστηµα µεταξύ δύο διαδοχικών συµβάσεων εργασίας διευρύνεται από 20 σε 45 ηµέρες. Ακόµη και αυτές όµως οι ρυθµίσεις δεν κάλυπταν τους «έκτακτους» εργαζόµενους στο δηµόσιο τοµέα καθώς υπάρχει σχετική απαγόρευση στο άρθρο 103 του Συντάγµατος. Παρά ταύτα και λόγω των κινητοποιήσεων των συµβασιούχων στο ευρύτερο δηµόσιο τοµέα (και εν µέσω διαφωνιών νοµικών και δικαστών) εκδόθηκε το ΠΔ 164/04 που ρύθµισε τις εργασιακές σχέσεις συµβασιούχων. Ωστόσο και εδώ υπάρχουν εξαιρέσεις που αποτυπώνουν τη γενικότερη κατεύθυνση της πολιτικής γύρω από τις εργασιακές σχέσεις. Εξαιρούνται λοιπόν οι εξής κατηγορίες:

1) Σχέσεις επαγγελµατικής κατάρτισης ή σχέσεις µαθητείας.

2) Συµβάσεις και σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράµµατος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελµατικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόµενου από τον ΟΑΕΔ.

3) Συµβάσεις προσωρινής απασχόλησης µε κατ’ επάγγελµα δανεισµό
προσωπικού (!).

Επιπλέον, για να αποφευχθεί µελλοντικά η µετατροπή συµβάσεων ορισµένου χρόνου σε αορίστου, το ΠΔ απαγορεύει τη σύναψη διαδοχικών συµβάσεων που υπερβαίνουν συνολικά τους 24 µήνες. Διαδοχικές εδώ θεωρούνται οι συµβάσεις αν δεν µεσολαβεί µεταξύ τους χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των τριών µηνών. Υπέρβαση του συνολικού χρόνου διάρκειας απασχόλησης επιτρέπεται µόνο για ειδικές κατηγορίες, όπως τα διευθυντικά στελέχη και οι εργαζόµενοι που προσλαµβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριµένου ερευνητικού προγράµµατος ή επιδοτούµενου ή χρηµατοδοτούµενου. Επίσης, αυτό το ΠΔ όριζε και τα κριτήρια σύµφωνα µε τα οποία θα µετατρέπονταν οι συµβάσεις των εργαζόµενων σε αορίστου χρόνου ως ακολούθως: 

Η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συµβάσεων θα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον 24 µήνες, ως και τρεις µήνες πριν την έναρξη ισχύος του διατάγµατος ανεξαρτήτως αριθµού ανανεώσεων, ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύµβασης µε συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 µηνών σε συνολικό διάστηµα 24 µηνών από την αρχική σύµβαση, και άλλα γραφειοκρατικά. Το συγκεκριµένο διάταγµα δεν καλύπτει, φυσικά, για µια ακόµα φορά όλες τις κατηγορίες εργαζόµενων, µε σηµαντικότερη τους εκπαιδευτικούς (αναπληρωτές, ωροµίσθιους), η ρύθµιση των συµβάσεων των οποίων γίνεται από το Υπουργείο Παιδείας. 

Είναι σηµαντικό να πούµε ότι η εφαρµογή του ΠΔ άφησε απέξω πολύ µεγάλο αριθµό συµβασιούχων, γεγονός που οδήγησε σε κινητοποιήσεις και δικαστικές προσφυγές τις οποίες όµως µπλόκαρε απόφαση του Αρείου Πάγου (του διαβόητου Ρωµύλου Κεδίκογλου).47 Τέλος µε το Ν.4147/13 επιτρέπεται η σύναψη σύµβασης έργου ανάµεσα σε εργαζόµενους και σε φορείς του ευρύτερου δηµοσίου τοµέα (ΟΤΑ), ακόµα και για ειδικότητες που αντιστοιχούν σε οργανικές θέσεις του φορέα, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή προσλήψεων στο δηµόσιο τοµέα (!!!) προκειµένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των ΟΤΑ, χωρίς να αυξάνεται ο εν γένει αριθµός των επιτρεπόµενων συµβάσεων Ιδιωτικού Δικαίου Ορισµένου Χρόνου (ΙΔΟΧ) και συµβασιούχων έργου. 

Εκ περιτροπής εργασία. Με το νόµο 2639/98 δόθηκε η δυνατότητα στα πλαίσια της ίδιας σύµβασης να υπάρχουν εναλλαγές πλήρους απασχόλησης µε µη εργασία. Το νοµικό πλαίσιο σύναψης τέτοιων συµβάσεων ενισχύθηκε αργότερα µε τον νόµο 3846/10 και ταυτόχρονα έδωσε στην εργοδοσία τη δυνατότητα επιβολής εκ περιτροπής εργασίας σε όλη την επιχείρηση µονοµερώς (!) έως 6 µήνες τον χρόνο για την αποφυγή απολύσεων, για να επεκταθεί λίγο αργότερα σε 9 µήνες τον χρόνο µε το νόµο 3899/10. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις θα έχουν στη διάθεσή τους την απαραίτητη ποσότητα εργασιακής δύναµης ανάλογα µε τις ανάγκες της εκάστοτε περιόδου, χωρίς κόστη διαθεσιµοτήτων, απολύσεων και προσλήψεων. Το 2015, σε σύνολο 1.667.024 προσλήψεων που έγιναν στον ιδιωτικό τοµέα, οι 300.244 ήταν µε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας (για λίγες ηµέρες την εβδοµάδα), οι 622.653 µε καθεστώς µερικής απασχόλησης και µισό µισθό (για λίγες ώρες την ηµέρα) και µόνο οι 744.127 µε καθεστώς πλήρους απασχόλησης.48

Συστήµατα Βάρδιας. Με το νόµο 1892/90 δόθηκε η δυνατότητα στις επιχειρήσεις µη διαρκούς πυράς να λειτουργούν (στο σύνολο τους ή κατά τµήµατα) καθ’ όλο το 24ωρο. Αυτό επιτυγχάνεται είτε µέσω της εγκαθίδρυσης 4ης  βάρδιας –η οποία προϋποθέτει την ατοµική συγκατάθεση των εργαζοµένων–, είτε µέσω της δυνατότητας πρόσληψης πρόσθετου προσωπικού. Στο άρθρο 2 του ΠΔ 88/1999 εµπεριέχεται ο ορισµός της «εργασίας κατά βάρδιες».

Απελευθέρωση Ωραρίου Λειτουργίας Καταστηµάτων. Ο νόµος 3377/05 καθιέρωσε σε εθνική κλίµακα ενιαίο ωράριο λειτουργίας των καταστηµάτων. Έτσι, η λειτουργία των καταστηµάτων επιτρέπεται από τις 5 το πρωί µέχρι τις 9 το βράδυ τις καθηµερινές και από τις 5 το πρωί µέχρι τις 8 το βράδυ το Σάββατο. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα στα οικεία νοµαρχιακά συµβούλια να επιµηκύνουν το ωράριο αυτό κατά το δοκούν. Οι απόψεις των «ενδιαφερόµενων οργανώσεων» –δηλαδή των σωµατείων, των αφεντικών και κυρίως των εργαζόµενων που νιώθουν άµεσα και έµµεσα τον πέλεκυ της σχέσης µισθωτής εργασίας να χαράζει συνεχώς τον σβέρκο τους όλο και βαθύτερα µε όλο και µεγαλύτερη ένταση– έχουν µόνο γνωµοδοτικό χαρακτήρα!

Αργότερα, µε το νόµο 4177/13 τα καταστήµατα µπορούν να λειτουργούν και τις Κυριακές (7 Κυριακές το χρόνο και όσες ακόµα κρίνεται κατά τόπους µε απόφαση του αρµόδιου αντιπεριφεριάρχη). Στην ίδια κατεύθυνση, ο νόµος 4254/14 καταργεί πλήρως την κυριακάτικη αργία σε 3 τουριστικές περιοχές πιλοτικά για ένα χρόνο. Προς το παρόν, η εφαρµογή αυτού του νόµου έχει ανασταλεί από το ΣτΕ και εκκρεµεί απόφασή του. 

Πέραν όµως της απελευθέρωσης του ωραρίου, η εργασία πια αποσυνδέεται από αυτό. Σύµφωνα µε το νόµο 4093/12 σταµατάει η απαγόρευση της εργασίας τις ώρες που τα καταστήµατα δεν λειτουργούν και η διακεκοµµένη εργασία µπορεί πια να εφαρµόζεται ανεξάρτητα αν τα καταστήµατα λειτουργούν διακεκοµµένα ή συνεχόµενα.

Διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Ο νόµος 1892/90 έδωσε για πρώτη φορά στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα εξάµηνης διευθέτησης του χρόνου εργασίας, και συµπληρώθηκε από το νόµο 2639/98 που έδωσε τη δυνατότητα ετήσιας διευθέτησης, µε ανώτατη ηµερήσια απασχόληση το 10ωρο. Ο νόµος 2874/00 προχώρησε ακόµα παραπέρα µε τη διαχείριση του διευθετούµενου χρόνου στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώµατος για 138 ώρες το χρόνο σε συνδυασµό µε µείωση του ετήσιου εργάσιµου χρόνου κατά 92 ώρες.

Οι ρυθµίσεις αυτές έµειναν πρακτικά ανεφάρµοστες αφού καµία επιχείρηση δεν επωφελήθηκε του νόµου 1892/90, ενώ ο νόµος 2874/00 εφαρµόστηκε µόνο σε πέντε επιχειρήσεις. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι η µαύρη εργασία και οι άτυπες µορφές απασχόλησης είναι κυρίαρχες σε ένα µεγάλο κοµµάτι της ελληνικής οικονοµίας (25-40% του ΑΕΠ σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις της ΓΣΕΕ, κάτι που σίγουρα συµφέρει τους καπιταλιστές). Από την άλλη µεριά, στις µεγάλες επιχειρήσεις όπου κυριαρχούν «τυπικές» µορφές απασχόλησης, η εφαρµογή των ρυθµίσεων εµποδίστηκε επειδή αφενός τέθηκε ως προϋπόθεση η σύµφωνη γνώµη του συνδικάτου ή της πλειοψηφίας των εργαζόµενων και αφετέρου επειδή τα αφεντικά δεν ήθελαν να εφαρµόσουν ρυθµίσεις που προέβλεπαν τη µείωση του εργάσιµου χρόνου. Επιπλέον, τα αφεντικά αντέδρασαν στην αύξηση του κόστους επιµήκυνσης του εργάσιµου χρόνου που επέφερε ο νόµος 2874/00, καθώς το κόστος τόσο της υπερεργασίας όσο και των υπερωριών (για τις πρώτες 120 ώρες υπερωριακής απασχόλησης) αυξήθηκε από 25% σε 50% επί του ωροµισθίου. Επίσης, η υπερεργασία περιορίστηκε σε 3 µόνο ώρες την εβδοµάδα (από την 41η ώρα µέχρι τη 43η αντί της 48ης που ίσχυε προηγουµένως) και ονοµάστηκε «ιδιόρρυθµη υπερωρία». Το κράτος απάντησε στις αντιδράσεις αυτές τετραπλασιάζοντας τις χορηγήσεις αδειών υπερωριακής απασχόλησης µέσα στα πρώτα τέσσερα χρόνια εφαρµογής του νόµου 2874/00.

Έτσι λοιπόν, προκειµένου να λυθούν τα «προβλήµατα» που παρουσιάστηκαν κατά την εφαρµογή των προηγούµενων ρυθµίσεων, ψηφίστηκε ο νόµος 3385/05 που επανέφερε τόσο το θεσµό της υπερεργασίας στα ισχύοντα προ του νόµου 2874/00, όσο και το 48ωρο ως νόµιµο ανώτατο εβδοµαδιαίο ωράριο (!). Το 40ωρο ορίζεται πλέον ως «συµβατικός εβδοµαδιαίος χρόνος εργασίας». Η υπερεργασία επιµηκύνθηκε σε 5 ώρες την εβδοµάδα (ή 8 ώρες σε περίπτωση 6ήµερης εργασίας) µε παράλληλη µείωση της προσαύξησης στην αµοιβή από 50% σε 25%. Οι ρυθµίσεις για τις υπερωρίες παρέµειναν ως είχαν µε µόνη διαφορά τη µείωση του κόστους των παράνοµων από 150% σε 100% επί του ωροµισθίου και τη σηµειολογική µετονοµασία τους σε «κατ’ εξαίρεση υπερωρίες». Τα ποσοστά αυτά µειώθηκαν περαιτέρω το 2010 µε τον µνηµονιακό νόµο 3863/10: το ποσοστό προσαύξησης µειώθηκε για την υπερεργασία από 25% σε 20%, για τις υπερωρίες έως 120 ώρες από 50% σε 40% και για τις υπόλοιπες νόµιµες υπερωρίες από 75% σε 60%. 

Όσον αφορά δε στην ελαστική διευθέτηση του χρόνου εργασίας, ο νόµος 3385/05 προβλέπει τη δηµιουργία δύο συστηµάτων: ένα σύστηµα τετράµηνης διάρκειας και ένα σύστηµα ετήσιας διάρκειας. Στην πρώτη περίπτωση  επιτρέπεται για µια χρονική περίοδο µέχρι τέσσερις µήνες να απασχολούνται οι εργαζόµενοι δύο ώρες την ηµέρα πλέον του οκταώρου. Στη δεύτερη περίπτωση, ο µέγιστος διευθετούµενος χρόνος εργασίας ορίζεται σε 256 ώρες από 138, µε ανώτερο όριο αυξηµένων ωραρίων τις 32 εβδοµάδες το χρόνο. Το σύστηµα αυτό δε συνδέεται µε την παράλληλη µείωση του ετήσιου εργάσιµου χρόνου, όπως προέβλεπε ο Ν. 2874/00. Για την πρώτη περίπτωση τίθεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη ενός «πρακτικού συµφωνίας» ανάµεσα στην εργοδοσία και το συνδικάτο (ή, εν τη απουσία αυτού, το συµβούλιο εργαζόµενων). Αν τίποτα από τα δύο δεν υπάρχει, απαιτείται η συµφωνία του συνόλου των εργαζόµενων της επιχείρησης. Η τελευταία προϋπόθεση δεν ισχύει για τη δεύτερη περίπτωση, κάτι που νοµιµοποιεί την πλήρη αυθαιρεσία των αφεντικών! Τέλος, ο ανώτατος χρόνος ηµερήσιας εργασίας µε καθεστώς διευθέτησης είναι το δεκάωρο αντί του δωδεκάωρου που ίσχυε µέχρι τότε. Το δωδεκάωρο παραµένει ως ανώτατος ηµερήσιος χρόνος απασχόλησης (µε υπερωρίες) στην περίπτωση που δεν ισχύει σύστηµα διευθέτησης.

Αργότερα, µε το νόµο 3986/11 η τετράµηνη διευθέτηση επεκτείνεται σε εξάµηνη και ο ίδιος νόµος σε συνδυασµό µε το νόµο 3986/10 εισαγάγουν τη δυνατότητα να καθορίζεται άλλο σύστηµα διευθέτησης εκτός του ισχύοντος νοµικού πλαισίου, µέσω επιχειρησιακών και κλαδικών συµβάσεων ανάλογα µε τις ανάγκες του κλάδου ή της επιχείρησης! Τέλος, µε το νόµο 4093/13 η ελάχιστη ώρα ανάπαυσης µειώνεται από τις δώδεκα ώρες στις έντεκα ανά 24ωρο. 

Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης (κοινώς Εταιρείες Ενοικίασης Εργαζόµενων). Ο νόµος 2956/01 θεσµοθέτησε τις εταιρείες προσωρινής απασχόλησης (ΕΠΑ) που έχουν ως αντικείµενο την παροχή εργασίας από µισθωτούς τους σε άλλον εργοδότη (έµµεσο εργοδότη) µε τη µορφή της προσωρινής απασχόλησης. Επίσης, µπορούν να παίζουν το ρόλο του διαµεσολαβητή στην «αγορά εργασίας» και να αναλαµβάνουν την αξιολόγηση ή και την κατάρτιση µισθωτών που εργάζονται σε άλλες επιχειρήσεις. Οι εργαζόµενοι που ενοικιάζονται σε άλλες επιχειρήσεις συνάπτουν σύµβαση ορισµένου ή αορίστου χρόνου µε την ΕΠΑ, ο µισθός τους ορίζεται από τις εκάστοτε συλλογικές συµβάσεις και δεν µπορούν να εργάζονται στον ίδιο έµµεσο εργοδότη για διάστηµα µεγαλύτερο από δεκαοκτώ µήνες. Σε αντίθετη περίπτωση, η σύµβαση εργασίας µεταξύ µισθωτού και ΕΠΑ µετατρέπεται σε σύµβαση αορίστου χρόνου µεταξύ µισθωτού και έµµεσου εργοδότη. Οι ενοικιαζόµενοι εργαζόµενοι πρέπει να απολαµβάνουν τις ίδιες παροχές υγείας και ασφάλισης µε τους «κανονικούς» εργαζόµενους του έµµεσου εργοδότη. Υποτίθεται ότι απαγορεύεται να «απασχολούνται» εργαζόµενοι σε έµµεσους εργοδότες όταν αντικαθιστούν απεργούς ή όταν ο έµµεσος εργοδότης το προηγούµενο έτος είχε πραγµατοποιήσει οµαδικές απολύσεις εργαζόµενων στις ίδιες ειδικότητες. Ο νόµος αυτός ανανεώθηκε αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Με το νόµο 3899/10, η ανώτατη διάρκεια δανεισµού εργαζοµένου από ΕΠΑ διπλασιάζεται από 18 µήνες σε τριάντα έξι, ενώ µε το νόµο 4038/12 καταργούνται όλοι οι περιορισµοί της ισχύουσας νοµοθεσίας στην άσκηση επαγγελµατικών δραστηριοτήτων των ΕΠΑ. Σηµαντικές αλλαγές στη νοµοθεσία που αφορά στις ΕΠΑ γίνονται µε το νόµο 4093/12 που κινείται στην κατεύθυνση της πλήρους απελευθέρωσης του πλαισίου σύστασης και λειτουργίας τους. 

Stage – Voucher – «Κοινωφελής» Εργασία. Ο νόµος 2639/98 καθιέρωσε τα προγράµµατα συνεχιζόµενης επαγγελµατικής κατάρτισης, πιο γνωστά ως προγράµµατα STAGE, που στην πραγµατικότητα αποτελούσαν νοµιµοποιηµένη µορφή ανασφάλιστης/«µαύρης» εργασίας. Ο µισθός των εργαζοµένων καταβαλλόταν από τον ΟΑΕΔ, ονοµαζόταν «εκπαιδευτικό επίδοµα» και το ύψος του το όριζε µε απόφασή του το ΔΣ του ΟΑΕΔ και ήταν σε κάθε περίπτωση χαµηλότερο του κατώτατου µισθού. Έτσι, το ύψος του µισθού ήταν ανεξάρτητο από τις συλλογικές συµβάσεις εργασίας! Επιπλέον, δεν προβλεπόταν ασφάλιση σύνταξης και ο ΟΑΕΔ κατέβαλε µόνο ασφαλιστικές εισφορές ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης και επαγγελµατικού κινδύνου. Φυσικά, µετά τη λήξη των προγραµµάτων, των οποίων η διάρκεια συνήθως κυµαινόταν από 9 έως 18 µήνες, οι εργαζόµενοι δεν δικαιούνταν επιδόµατος ανεργίας. Καθώς η απασχόληση σε προγράµµατα STAGE δεν αναγνωριζόταν ως µισθωτή εργασία αλλά θεωρείτο «απόκτηση εµπειρίας», «επαγγελµατική κατάρτιση» κ.ο.κ., οι εργαζόµενοι στερούνταν όλων των δικαιωµάτων τους, όπως π.χ. αδειών, επιδοµάτων (αδείας, ασθενείας), συλλογικής διαπραγµάτευσης κλπ. Σε οργανισµούς του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα είχαν γίνει διαδοχικές ανανεώσεις των προγραµµάτων ώστε η διάρκεια της εργασίας να φτάνει σε ορισµένες περιπτώσεις µέχρι και τα 3,5 χρόνια. Μάλιστα αυτό έχει συµβεί στον ίδιο τον ΟΑΕΔ που λειτούργησε ως φορέας απασχόλησης! Με αυτόν τον τρόπο επιτεύχθηκαν ταυτόχρονα δύο στόχοι: από τη µια µεριά αναπαραγόταν η σαπίλα των πελατειακών σχέσεων, ενώ από την άλλη µεριά εξασφαλιζόταν φτηνή και ανασφάλιστη εργασία. Τα προγράµµατα αυτά καταργήθηκαν οριστικά το 2009 στα πλαίσια της «εξυγίανσης του δηµοσίου» και τα αιτήµατα των εργαζοµένων για µονιµοποίηση πέσαν στο κενό (οποία έκπληξις!…).

Μερικά χρόνια αργότερα, µε το νόµο 4024/11 θεσµοθετούνται οι διαδικασίες για τη δηµιουργία θέσεων απασχόλησης «κοινωφελούς εργασίας», που αφορούν θέσεις στο δηµόσιο και ευρύτερο δηµόσιο τοµέα πλήρως επιχορηγούµενες από το ΕΣΠΑ. Πρόκειται ουσιαστικά για δανεισµό ανέργων προς εκµετάλλευση στο δηµόσιο για πέντε µήνες µε µισθούς κατώτερους από αυτούς που προβλέπονται από τις συλλογικές συµβάσεις εργασίας και συγκεκριµένα: για τις θέσεις που προκηρύχθηκαν το 2012-2013, 25 ευρώ την ηµέρα και όχι πάνω από 625 ευρώ τον µήνα, και για αυτές που προκηρύχθηκαν το 2013-2014, 19,6 ευρώ τη µέρα και όχι πάνω από 490 ευρώ το µήνα. Στα προγράµµατα του 2012-2013 δινόταν δυνατότητα σε Φορείς Μη Κερδοσκοπικού Χαρακτήρα (εφαρµόστηκε κυρίως από ΜΚΟ και ΙΝΕ-ΓΣΕΕ) να λειτουργήσουν ως ενοικιαστές των «ωφελούµενων» και να πληρώνονται µε 3-5% του µισθού ανά «ωφελούµενο». Στα επόµενα προγράµµατα το ρόλο αυτό έπαιξε ο ΟΑΕΔ. Μέσω των προγραµµάτων «κοινωφελούς εργασίας» τα αφεντικά απαλλάσσονται εξ’ ολοκλήρου από το κόστος εργασίας αφού ολόκληρος ο µισθός πληρώνεται από τα προγράµµατα ΕΣΠΑ και οι ασφαλιστικές εισφορές καλύπτονται από τον ΟΑΕΔ. Επίσης ο «ωφελούµενος» δεν θεωρείται εργαζόµενος και συνεπώς δεν εµπίπτει στο εργατικό δίκαιο, χάνοντας έτσι τα θεσµοθετηµένα από την εργατική νοµοθεσία δικαιώµατα (άδειες, επιδόµατα, δικαίωµα στην απεργία κλπ). Χαρακτηριστικό είναι ότι σε προσφυγές «ωφελούµενων» η επιθεώρηση εργασίας δήλωνε αναρµόδια λόγω αυτού του ιδιότυπου καθεστώτος απασχόλησης. Αξίζει τέλος να αναφέρουµε ότι υπήρξε προσπάθεια από τον ΟΑΕΔ να επιβάλει στους ανέργους να εργαστούν σε «κοινωφελή» προγράµµατα, αφού σύµφωνα µε οδηγία που εξέδωσε ο ίδιος τον Δεκέµβρη του 2013, όποιος αρνείτο τη θέση για την οποία είχε επιλεχθεί, θα διαγραφόταν από τα µητρώα ανέργων, προσπάθεια που απέτυχε εν γένει, µετά από τις αντιδράσεις των ανέργων, κυρίως αυτών που αρνήθηκαν να δουλέψουν ως ελεγκτές στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς.

Παράλληλα µε τα «κοινωφελή», µε το νόµο 3845/10 δόθηκε η δυνατότητα επιχορήγησης εργοδοτών ιδιωτικού τοµέα για πρόσληψη ανέργων κατόχων επιταγής, στα πλαίσια προγραµµάτων επαγγελµατικής εκπαίδευσης και επαγγελµατικής κατάρτισης (voucher), και µε το νόµο 3996/11 εισάγεται η επιταγή απόκτησης επαγγελµατικών προσόντων για πρόσβαση στα ανωτέρω προγράµµατα. Πρόκειται για τη θεσµοθέτηση των προγραµµάτων voucher που την περίοδο 2013-2014 πήραν δύο µορφές: µηνιαία σεµινάρια που συνοδεύονταν µε επίδοµα 500 ευρώ (που φυσικά αντικαθιστούσε το επίδοµα ανεργίας) είτε παρόµοια σεµινάρια συνοδευόµενα από πεντάµηνη ηµερήσια εξάωρη πρακτική άσκηση στον ιδιωτικό τοµέα και αφορούσαν «ωφελούµενους» νέους έως 29 ετών και µε αντίστοιχο «επίδοµα» 2.700 ευρώ για απόφοιτους τριτοβάθµιας εκπαίδευσης και 2.400 ευρώ για απόφοιτους δευτεροβάθµιας. Την περίοδο 2014-2015 ο αριθµός τέτοιων προγραµµάτων πολλαπλασιάστηκε και δεν περιορίστηκε σε νέους έως 29 ετών και η πρακτική εργασία επεκτάθηκε στους 6 µήνες χωρίς ανάλογη αύξηση του µισθού–«επιδόµατος». Το εργασιακό καθεστώς είναι παρόµοιο µε αυτό των «κοινωφελών». Οι απασχολούµενοι δεν θεωρούνται εργαζόµενοι αλλά «ωφελούµενοι» και συνεπώς δεν καλύπτονται από την εργατική νοµοθεσία. Ολόκληρος ο µισθός πληρώνεται από τα προγράµµατα ΕΣΠΑ ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές, που αφορούν µόνο ιατροφαρµακευτική περίθαλψη και δεν περιλαµβάνουν συντάξιµα ένσηµα σε αντίθεση µε τους «κοινωφελείς», καλύπτονται από τον ΟΑΕΔ. Δηλαδή και σε αυτά τα προγράµµατα για τα αφεντικά η εργασιακή δύναµη παρέχεται δωρεάν! 

Τέλος να σηµειώσουµε ότι σωρευτικά οι απώλειες των ασφαλιστικών ταµείων από τα «κοινωφελή» προγράµµατα και τις υπόλοιπες µορφές ευέλικτης και µερικής απασχόλησης ανέρχονται ετησίως σε 6-8 δισ. ευρώ, όπως δείξαµε και στο πέµπτο κεφάλαιο, καθώς αφενός σε µερικές δεν δίνονται καν συντάξιµα ένσηµα (π.χ. voucher) και αφετέρου οι αποδοχές και συνεπώς οι αντίστοιχες εισφορές είναι µικρότερες από αυτές που θα δίνονταν σε µη «ιδιότυπες» σχέσεις εργασίας. 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

46. Ηµερησία, 24/12/2015

47. Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί η περίπτωση των καθαριστριών στα σχολεία. Πολλές από αυτές εργάζονταν στα σχολεία µε συµβάσεις ορισµένου χρόνου πάνω από είκοσι χρόνια. Παρόλα αυτά το ΠΔ 164 δεν τις κάλυπτε και παραπέµφθηκαν στο Συµβούλιο της Επικρατείας προκειµένου να κριθεί αν καλύπτουν «πάγιες και διαρκείς» ανάγκες! Μετά από τις κινητοποιήσεις και τις απεργίες που έκαναν, η κυβέρνηση Καραµανλή αναγκάστηκε τελικά να τις «µονιµοποιήσει» µε συµβάσεις µειωµένης απασχόλησης.

48. Ηµερησία, ό.π.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License