Η αντιδραστική ουτοπία της νέας »εύπορης τάξης», μορφή και κυριαρχία των παγκόσμιων ελίτ

η σκέψη των κυρίαρχων ελίτ στο Πεκίνο

Η αντιδραστική ουτοπία της νέας »εύπορης τάξης», μορφή και κυριαρχία των παγκόσμιων ελίτ, L’utopia reazionaria della nuova “classe agiata”. Forma e dominio delle élite globali Posted on 17/12/2015 by kleovis Posted on 13/12/2015 by kleovis

  • Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ »ΕΥΚΑΤΆΣΤΑΤΗΣ ΤΑΞΗΣ». ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΝ ΕΛΙΤ
  • L’UTOPIA REAZIONARIA DELLA NUOVA “CLASSE AGIATA”. FORMA E DOMINIO DELLE ÉLITE GLOBALI

TwitterFacebookGoogle+

  •  Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015 09:08
  •  Giulia Bausano – Emilio Quadrelli
  •  816

Η  “εκμετάλλευση” είναι ίδιον όχι μιας διεφθαρμένης κοινωνίας ή ατελούς και πρωτόγονης, αλλά ανήκει στην ουσία του ζώντος σαν οργανική βασική λειτουργία; είναι μια συνέπεια της αληθινής θέλησης για ισχύ, που είναι η ίδια η θέληση της ζωής. (F. Nietzsche, Πέρα απ’ το καλό και το κακό»)

Ο λόγος του κινέζου στρατηγού Qiao Liang, που εκφωνήθηκε πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο Άμυνας του Πεκίνου και δημοσιεύεται στο n.7 του περιοδικού Limes1, δίνει την ευκαιρία για να ρίξουμε μια ματιά  στις “οπτικές΄του κόσμου” των σύγχρονων κυρίαρχων τάξεων. Να καταλάβουμε τι σκέφτονται, τι δίνει ζωή στις στρατηγικές τους, με τι τρόπο οργανώνουν τις συγκρούσεις που, κάθε ημέρα που περνά, με όλο και μεγαλύτερη δύναμη υπογραμμίζουν τα σενάρια της διεθνούς πολιτικής, είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό πνευματικό βίτσιο.

Ξέρουμε ήδη από καιρό πως κάθε Weltanschauung, παγκόσμια προβολή,  έχει υλικές και αντικειμενικές επιπτώσεις όχι λιγότερο πραγματικές από τα  “γεγονότα” αντιθέτως, εκ των υστέρων, είναι ακριβώς οι παγκόσμιες προβολές και οι δυνατές ιδέες που κατευθύνουν και δίνουν νόημα και σημασία στα γεγονότα. Εάν δεν ήταν έτσι πολύ δύσκολα θα γίνονταν αντιληπτός, για παράδειγμα, ο θανάσιμος αγώνας που παίζεται γύρω από την Ιστορία και την διήγησή της/ερμηνεία της.   Την ίδια στιγμή άλλο τόσο ανεξήγητη θα ήταν η ποσότητα πόρων και ενέργειας που αφιερώνονται από την διανόηση των κυρίαρχων τάξεων για να βάλουν σε τάξη τον κόσμο και την διαδρομή και εξέλιξη των πραγμάτων με συγκεκριμένο τρόπο παρά  με έναν άλλον.

Για να θυμίσουμε πόσο μεγάλο είναι το βάρος των λέξεων μπορεί να είναι χρήσιμη στο μυαλό μας η περίφημη διαπίστωση, ο περίφημος ισχυρισμός της  Margaret Thatcher: “Η κοινωνία δεν υπάρχει”. Προς στιγμήν μπορούσε να φανεί σαν μια boutade με γεύση αμυδρά dadaista όμως, πολύ σύντομα, όλοι έπρεπε να αναγνωρίσουν πως, σε ένα απλό αστείο, περιέχονταν όλη η  Weltanschauung παγκόσμια προβολή και όψη μιας ολόκληρης ιστορικής φάσης. Σίγουρα όλο αυτό που δίνει μορφή στην κοινωνία δεν έπαυε να υπάρχει μόνον διότι η Θάτσερ είχε διατάξει την εξάλειψη μα, και αυτό είναι το σημείο, μέσα από εκείνο το είδος αφορισμού έμπαινε στο αρχείο ένα ολόκληρο μοντέλο πολιτικό το οποίο, ξεκινώντας από την αναγνώριση του “κοινωνικού ζητήματος”, είχε επηρεάσει συνολικά τον πολιτικό τρόπο διαχείρισης και διοίκησης της ζωής των ατόμων.

όλα τα γεγονότα που ζωντανεύουν την κοινωνική ζωή δεν έπαψαν σίγουρα να υπάρχουν την στιγμή κατά  την οποίαν ειπώθηκε η μοιραία φράση της σιδηράς κυρίας,  della lady di ferro , απλά δεν βρίσκονταν πλέον στην διάθεση του λόγου της πολιτικής σκέψης. Με όλο αυτό ξεκίνησε η συνεχής διαδικασία αποκλεισμού και πολιτικής περιθωριοποίησης των μαζών. Με άλλα λόγια η κοινωνία έπαψε να υπάρχει πολιτικά και, με αυτήν, όλα τα γεγονότα που την αφορούν.  Στην γραμμικότητα και την απλότητά του αυτό το παράδειγμα μας θυμίζει ακριβώς πως η επικράτηση μιας συγκεκριμένης  Weltanschauung παγκόσμιας άποψης καθορίζει και oριοθετεί τους κανόνες του παιχνιδιού σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Κλείνουμε λοιπόν με αυτές τις έννοιες και επιστρέφουμε στον κινέζο στρατηγό μας.

Σε νια γρήγορη και αυστηρή σύνθεση ο στρατηγός Qiao παρουσιάζει την άποψη των κυρίαρχων κινεζικών τάξεων για το παρόν, δίχως να αρνείται μια σύντομη ιστορική αναδρομή, un breve excursus storico. Ένα  excursus που αποκαλύπτει ξεκάθαρα αυτό που μπορούμε να ορίσουμε την φιλοσοφία της ιστορίας έτσι όπως την έχει κάνει δική της η εύπορη τάξη της Γαλάζιας Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Qiao τα πολιτικά συμβάντα είναι εξ ολοκλήρου επουσιώδη, ενώ υπολογίζονται μόνο και αποκλειστικά οι “τεχνικές επαναστάσεις”. Η ίδια η Μεγάλη Επανάσταση, για και μέσα στην ιστορία του κόσμου, θα είχε κάλυπτε έναν ρόλο περιθωριακό καθώς, κι εδώ καταγράφει μια μεγάλη γκάφα, εξ αιτίας της ήττας που υπέστη ο Ναπολέων στο Βατερλό η σημασία εκείνης της επανάστασης  είχε μηδενιστεί και ο φεουδαλισμός είχε επιστρέψει νικηφόρος.

Ισχυρισμός που μας ξαφνιάζει μιας και πως μέχρι και ένας μαθητής του γυμνασίου, έστω και αδαής, γνωρίζει κάλλιστα πως  το Συνέδριο της Βιέννης δεν αποκατέστησε τους περιορισμούς της φεουδαρχίας στην Γαλλία, δεν κατήργησε την “νομική επανάσταση” που ο  Ναπολέων είχε επιβάλει σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης επισημοποιώντας με αυτό τον τρόπο την εξουσία της αστικής τάξης σαν τάξη πολιτικά ηγεμονική, έτσι όπως δεν εξάλειψε τον καπιταλισμό από την ευρωπαϊκή κοινωνία μα, αντιθέτως, ακριβώς λόγω της νομικής του επισημοποίησης επέτρεψε την πλήρη εφαρμογή του, ne consentì il pieno realizzo2.

Όντως, αφ ‘ενός, μεγάλη νικήτρια της Βιέννης ήταν η Αγγλία, η οποία από καιρό είχε στείλει στην σοφίτα την φεουδαρχία κι έβλεπε στην αστική Γαλλία  ένα οικονομικό ανταγωνιστή φόβητρο, από την άλλην το 1815 οι ευρωπαϊκές κυρίαρχες τάξεις είχαν θέσει τον στόχο του εκσυγχρονισμού,  della modernizzazione, δηλαδή να αναπτύξουν τον καπιταλισμό, αποφεύγοντας την πολιτική και κοινωνική αναστάτωση μέσα από την οποίαν η Γαλλία είχε ελευθερωθεί από τα φεουδαρχικά εμπόδια και περιορισμούς.  Δύσκολα, λοιπόν, να αποφύγουμε το βάρος που η πολιτική αναλαμβάνει μέσα στις ιστορικές ρήξεις κι αυτό που είναι αυτή ικανή να προεικονίσει και να προαναγγείλει. Αυτό που με το Συνέδριο της Βιέννης, πράγματι, οι ανερχόμενες κυρίαρχες ευρωπαϊκές τάξεις θέλησαν να εξορκίσουν ήταν κυρίως η ιακωβινική πλευρά [καρμπονάροι] της Μεγάλης Επανάστασης και το μέτωπο των μαζών που αυτή, δίχως ίσως να το θέλει, κουβαλούσε μαζί της. La Restaurazione non restaura, η Αποκατάσταση δεν αποκαθιστά, [Παλινόρθωση], υπό το οικονομικό προφίλ, ένα ωραίο τίποτα έτσι όπως, όσον αφορά τις πολιτικές και κοινωνικές δομές και την διάρθρωση, δεν απονομιμοποιεί την μεγάλη μπουρζουαζία. Τραπεζίτες, βιομήχανοι, μεγαλέμποροι και ισχυροί αποικιοκράτες ηγεμόνες δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Αυτές  οι φιγούρες θα είναι τελείως μέσα στην Αποκατάσταση-Παλινόρθωση η οποία, εκ των υστέρων, περισσότερο από έκταση ultra ορεινή και νομιμόφρονη δεν έχει λίγα κοινά με την δεξιά των Γιρονδίνων, la destra della Gironda3.  Μέσα σε όλο αυτό υπάρχει πολύ λίγη τεχνική και πολύ πολιτική.

Αυτές οι πτυχές, που αναγνωρίζονται από τους ιστορικούς όλων των τάσεων, παραμένουν ξένες στον στρατηγό Qiao για τον οποίον οι αληθινές επαναστάσεις είναι οι τεχνικές. Το πόρισμα στο οποίο ο Qiao καταλήγει είναι μέχρι και προφανές: laGrande rivoluzione η Μεγάλη επανάσταση είχε μια σπουδαιότητα ασήμαντη σε σχέση, παραδείγματος χάριν, με τις επιπτώσεις την μηχανής και του ατμού. Όλο το δοκίμιο του Qiao κινείται γύρω από αυτή την υπόθεση. Με άλλα λόγια: η τεχνική αποφασίζει για όλα. Με αυτό επιβεβαιώνεται το αξίωμα “ο γάτος τρώει τον ποντικό Il gatto mangia il topo” – σε αντιπαράθεση με την γνωστή μαοϊκή διαπίστωση-ισχυρισμό: “ο κόκκινος γάτος τρώει τον ποντικό” – διαμέσου του οποίου ο  Deng Tsiao Ping είχε πάρει την εκδίκηση της μπουρζουαζίας στην επαναστατική Κίνα. Αυτό που σπρώχνει τον  Qiao είναι η αποπολιτικοποίηση της ιστορίας, με σκοπό να καταστήσει μάταιη και περιττή την ίδια την ιδέα της πολιτικής υποκειμενικότητας,  soggettività politica. Εάν, έχοντας κάνει τους λογαριασμούς, αυτό που έχει σημασία είναι μόνο η τεχνική και η κυριαρχία της, κι αυτό να ισχύει για κάθε ιστορική εποχή, η πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να είναι μια αιώνιαεπανεμφάνιση όπου μόνο μια περιορισμένη élite, σε θέση να κυβερνήσει και να αντιληφθεί την τεχνική, έχει δικαίωμα να κυβερνά και να κυριαρχεί.

Εδώ το θέμα δεν είναι να αντιθέσουμε την “επανάσταση από τ’ απάνω” στην  “επανάσταση από τα κάτω”, μιας και η ίδια η επανάσταση δεν μπορεί να ειδωθεί παρά σε διαλεκτική σχέση με τις μάζες, αλλά μάλλον αυτή η οπτική προϋποθέτει τον αποκλεισμό ipso facto, αυτοδίκαια ολόκληρου του πληθυσμού από την πολιτική σκηνή. Αυτή δεν μπορεί να κάνει άλλο από το να ακολουθήσει με τρόπο πειθαρχημένο και μέσα σε τάξη τις οδηγίες των “εκλεγμένων ανθρώπων”. Επάνω σε αυτή την οπτική, πριν συνεχίσουμε με την εξέταση του δοκιμίου, είναι χρήσιμο να χρονοτριβίσουμε λιγάκι μιας και, μέσα σε αυτή την υπόθεση και εργασία μπορούμε να συλλέξουμε ουκ ολίγα επιχειρήματα που χαρακτήρισαν την φιλοσοφική και πολιτική σκέψη των θεωρητικών του ιμπεριαλισμού των πρώτων χρόνων του Χίλια Εννιακόσια.

Ιδιαίτερα να σκεφτούμε σε όσα, γύρω από το θέμα της τεχνικής και της κυριαρχίας της, έχουν στοχαστεί οι Heidegger και Jünger4 και πως, γι αυτούς τους στοχαστές ο έλεγχός της επιτρέπει να πάρουμε στα χέρια μας την μοίρα μας. Όχι διαφορετικά απ’ ότι οι δημιουργοί που έδωσαν ζωή στην ρομαντική αντίδραση5, τόσο ο Heidegger όσο και ο Jünger συλλαμβάνουν τον αποπροσανατολισμό και τον μηδενισμό ,colgono lospaesamento e il nichilismo, που η βιομηχανική ανάπτυξη φέρνει μαζί της μα, σε αντίθεση με αυτούς, δεν κοιτούν στο παρελθόν, στην υποτιθέμενη ευτυχισμένη μεσαιωνική εποχή και περίοδο, αλλά στο μέλλον.   Κεντρικό σημείο, γι αυτούς, είναι να σφυρηλατηθεί ένας ανθρώπινος τύπος τελείως σε θέση να πλαστεί σύμφωνα ,με τηνφόρμα με την οποίαν ο κόσμος λαμβάνει. Επί πλέον, ακριβώς αυτή η μορφή επιβάλει να ξεφορτωθεί, όχι την τεχνική η οποία, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο από τον καπιταλισμό που έφτασε σε ένα συγκεκριμένο βαθμό ανάπτυξης, αλλά τις απαρχαιωμένες πολιτικές φόρμες ανίκανες ήδη να κυβερνήσουν αυτή την μορφή. 

Η αντιαστική εξέγερση, ιδιαίτερα σαφής και έντονη στον  Jünger, αντιπροσωπεύει την κριτική στο πολιτικό και πολιτιστικό μοντέλο των παλιών αστικών χώρων. Η κριτική από τον Jünger κατευθύνεται, με τρόπο ριζοσπαστικό όσο και αναιδή, προς την ασφάλεια και την ηρεμία, την ησυχία που εκπροσωπούσε το ιδανικό μοντέλο ζωής της προπολεμικής μπουρζουαζίας. Με τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όλος ο κόσμος του χθες πέφτει κομμάτια και, με αυτόν, όλο το στυλ ζωής ίδιον των παλαιών διοικούντων τάξεων6. Ο Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, διαμέσου της έλευσης της εποχής της μάχης των υλικών, έδωσε ζωή σε μια νέα μορφή της οποίας η ουσία μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο από έναν νέο ανθρώπινο τύπο. Αυτό, λοιπόν, είναι που χρειάζεται να αναρωτηθούμε, σύμφωνα με τους φιλόσοφους της ιμπεριαλιστικής περιόδου. Καταφατικά μπορούν να απαντήσουν μόνο εκείνοι που είναι σε θέση να αντιληφθούν την εποχή της τεχνικής.

Έτσι βλέπουμε πως, κατά βάθος, με την απολογία της τεχνικής ο κινέζος στρατηγός δεν επινοεί τίποτα το καινούριο αλλά, πιθανότατα δίχως να το ξέρει, εφιστά την προσοχή μας γενναιόδωρα προς το θεωρητικό οπλοστάσιο του πρωτοφασισμού. Δεν προκαλεί έκπληξη, ως εκ τούτου, πως, για την κινεζική ευκατάστατη τάξη έξω από αυτή την ίδια δεν μπορεί παρά να υπάρχει μια μάζα υφιστάμενων, εξαρτώμενων η ύπαρξη των οποίων δεν διαφέρει πολύ από την κατάσταση του σκλάβου. η Ιστορία, κατά βάθος, είναι μόνο εκείνη των  élite.

Όχι λιγότερο ενδιαφέρον, σχετικά, είναι ο έπαινος, όσο κι αν είναι έμμεσος, που ο Qiao απευθύνει στην κύρια ανταγωνιστική élite: την κυρίαρχη τάξη των ηνωμένων πολιτειών. Μεγάλο μέρος του δοκιμίου, πράγματι, είναι αφιερωμένο σε μιαν αναπαραγωγή της πολιτικής που κράτησαν οι βορειοαμερικανικοί στρατιωτικοί κύκλοι ξεκινώντας από το  1944 όταν, μέσα από το περίφημο Σύμφωνο του Bretton Woods, επέβαλαν σε ολόκληρο τον πλανήτη το δολάριο συνδεδεμένο με τον χρυσό, σαν μοναδικό και μόνο νόμισμα ενεργοποιημένο στις διεθνείς συναλλαγές. Μια φάση που διήρκεσε μέχρι το  1971 όταν η Διοίκηση Nixon, λόγω του τεράστιου κόστους του πολέμου στο Vietnam και το επακόλουθο αραίωμα των αποθεμάτων χρυσού των ΗΠΑ, απελευθέρωσε το δολάριο από τον χρυσό δίδοντας το έναυσμα σε μια μεγάλη υποτίμηση του πράσινου νομίσματος και σε μιαν περίοδο προφανώς ασταθή και αβέβαιη, συναλλαγματικών διακυμάνσεων.

συνεχίζεται….

Σε εκείνη την φάση σχηματίστηκε ένα στιγμιαίο κενό εξουσίας, που είχε σαν αποτέλεσμα το άνοιγμα μιας οικονομικής και πολιτικής κρίσης διεθνούς, την οποία, σύντομα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήρθαν να καλύψουν, όταν στα 1973 συνέδεσαν το δολάριο στο πετρέλαιο. Επιβάλλοντας στις χώρες της Opec να εμπορεύονται μόνο και αποκλειστικά σε δολάρια, οι βόρειο αμερικανικές  élite επικεντρώνονταν σε έναν διπλό στρατηγικό στόχο: διατηρούσαν το δολάριο σαν ηγεμονικό νόμισμα σε διεθνές επίπεδο, καμιά όντως χώρα δεν μπορεί να παραμείνει ξένη στο ενεργειακό εμπόριο, και μπορούσαν να ξεκινήσουν να τυπώνουν νόμισμα δίχως κανέναν απολύτως περιορισμό μιας και πλέον μπορούσαν να μην στέκονται κάτω από την Δαμόκλειο σπάθη του αντίστοιχου ποσού σε αποθέματα χρυσού. Σε αυτό το σημείο ήταν μόνο η στρατιωτική και πολιτική ισχύς των ηνωμένων πολιτειών να εγγυάται την κυριαρχία του συναλλάγματός της.

Σύμφωνα με τον Qiao όχι ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος ή η κατάρρευση της URSS υπήρξαν τα γεγονότα clou του Εννιακόσια, αλλά η εγκατάλειψη του συστήματος του gold standard. Αυτό το γεγονός θα είχε ανοίξει τις πόρτες της αμερικανικής οικονομικής αυτοκρατορίας με όλες τις επιπτώσεις που αυτή επέφερε στο σύστημα – κόσμο. Από εκείνη την στιγμή και στην συνέχεια, χάρη σε μια κυκλική διαχείριση της αξίας του δολαρίου (δέκα χρόνια αδύναμου δολαρίου/έξι χρόνια ισχυρού δολαρίου), οι Ηνωμένες Πολιτείες, διανέμουν σε διεθνές επίπεδο δάνεια γενναιόδωρα την στιγμή κατά την οποίαν το δολάριο είναι αδύναμο, για να μαζέψουν το χρήμα όταν το δολάριο είναι ισχυρό, κι έτσι όχι μόνο πραγματοποίησαν κολοσσιαία κέρδη αλλά έστειλαν στην πτώχευση ολόκληρες χώρες, όπως στην περίπτωση της Argentina ή των λεγόμενων ασιατικών Τίγρεων, απαλλοτριώνοντας μεγάλο μέρος των οικονομιών τους.

Σήμερα, σύμφωνα με τον Qiao, έχουμε φθάσει στην τελική μάχη: εκείνη ανάμεσα στην αμερικανική δύναμη και την Γαλάζια Αυτοκρατορία. Πριν συνεχίσουμε μας φαίνεται χρήσιμο να σταθούμε λιγάκι σε όσα ακούσαμε. Ένα σημείο μας φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον: η απόλυτη ικανότητα, σύμφωνα με τον κινέζο στρατηγό, από μέρους των κυρίαρχων élite να κυβερνούν και να σχεδιάζουν τα γεγονότα στον κόσμο. Στον τρόπο κατά τον οποίον ο  Qiao διαβάζει την αμερικανική στρατηγική υπάρχει η σαφής πεποίθηση πως οι élite, όλες οι élite οπότε μιλώντας για τους αμερικανούς γενικότερα μιλά επίσης και κυρίως για τον εαυτό του, είναι, με τρόπο τελείως αυτοαναφορικό, δηλαδή δίχως να πρέπει να δώσουν λογαριασμοό σε κανέναν εκτός και από τον εαυτό τους, σε θέση να διαρθρώσουν με πλήρη συνείδηση και επίγνωση τις μοίρες του κόσμου. Η σύγκρουση δεν θα ήταν άλλο παρά μια παρτίδα σκάκι ανάμεσα σε δυνάμεις ισοδύναμες και ίσες στην αξιοπρέπεια, ένα είδος  Jus publicumEuropaeum μα σε παγκόσμια σκάλα, σκοπός του οποίου είναι η ισχύς για την ισχύ.

Σε αυτές τις élite, άκρως περιορισμένες, τίποτα δεν ξεφεύγει. Η πραγματικότητα βρίσκεται τελείως στα χέρια τους και αυτά τα χέρια είναι σε θέσει να την πλάσουν προς χρήσιν και κατανάλωσή τους. Όλο αυτό μέσα σε μιαν αιτιώδη συνάφεια τόσο λογική όσο ορθολογική. Η  “θέλησις για ισχύ”, κάτω από οποιοδήποτε ένδυμα κι αν τίθεται, είναι διαποτισμένη προγραμματικό ορθολογισμό. Όλη η δράση των ΗΠΑ, στην βάση των ιστορικών κύκλων που ο  Qiao αναπαράγει, είναι εκεί να το αποδεικνύει. Στην αρχή το  Bretton Woods, μετά η εγκατάλειψη του χρυσού, οπότε το πετρέλαιο, τέλος η εναλλαγή του δυνατού δολαρίου και του αδύναμου δολαρίου: ο ορθολογικός σχεδιασμός των élite των ηνωμένων πολιτειών έχει κάτι το θαυμάσιο μα  – κι εδώ φαίνεται πως αναδύεται ο Spengler και η θεωρία του η σχετική με την παρακμή και την δύση των αυτοκρατοριών και των ομήλικων “αριστοκρατιών” 8 μαζί με την εκ νέου ανορθολογική ερμηνεία τουηρακλείτιου πολέμου  insieme alla reinterpretazione irrazionalistica del ilpolemoseracliteo9 – ο αγώνας για την ισχύ δεν γνωρίζει ανακωχή. Οι  élite, στην προοπτική του στρατηγού Qiao, έχουν σκοπό να πολεμήσουν μεταξύ τους διότι η κάθε  élite δεν μπορεί παρά να στοχεύει στην ισχύ και στην κυριαρχία. Κι εδώ επεμβαίνει η στρατηγική της κυρίαρχης κάστας της Γαλάζιας Αυτοκρατορίας.

Για να λέμε την αλήθεια, σε αυτό το σημείο, το δοκίμιο αρχίζει λιγάκι να τα μπερδεύει. Από την μία πλευρά προεικονίζεται η στρατιωτική σύγκρουση, μια σύγκρουση την οποίαν η Κίνα θα μετέφερε στο έδαφος, όπου θεωρείται ανίκητη, αποφεύγοντας την θαλάσσια σύγκρουση διότι, στο νερό, η αμερικανική ισχύς της είναι ακόμη ανώτερη. Aπό την άλλη, αφού διαπίστωσε τις όλο και αυξανόμενες ποσότητες διεθνών χρηματικών συναλλαγών σε συναλλάγματα διαφορετικά από το δολάριο και την αντίστοιχη αποδυνάμωση του πράσινου νομίσματος, το οποίο για μιαν οικονομία που ζει κυρίως από νομισματικές συναλλαγές οδηγεί αναγκαστικά στην κατάρρευση, ο Qiao προδιαγράφει έναν πόλεμο κυρίως νομισματικό. Έναν πόλεμο για τον οποίον το κινεζικό συνάλλαγμα θα ήταν ήδη έτοιμο. Τέλος ο στρατηγός προεικονίζει μια νέα “βιομηχανική επανάσταση”, χάρη στην χρήση του εκτυπωτή 3D, σε θέση να παράξει μια κοσμοϊστορική αλλαγή του παγκόσμιου συστήματος παραγωγής στο οποίο οι ΗΠΑ, αντίθετα απ’ότι η Κίνα, δεν είναι έτοιμες.  Όμως ο  Qiao μοιάζει απολύτως βέβαιος για ένα πράγμα: η κινεζική θέληση για ισχύ θα έχει το επάνω χέρι. Έχει φτάσει η ώρα της Κίνας και παρά  αυτή την βεβαιότητα αυτή δεν παραβλέπει να προσφέρει ένα κλαδάκι ελιάς στην Ηνωμένες Πολιτείες προτείνοντας  όχι τον πόλεμο, ένα ισόποσο μοίρασμα της ισχύος. Όπως κι αν έχει, η κινεζική élite, εδώ ο Qiao δεν κρύβεται καθόλου, έχει επίγνωση της δύναμής της και είναι τελείως πρόθυμη να αξιοποιήσει αυτή την δυναμική.

Στην σκιά όσων έχουμε ακούσει μέχρι στιγμής το πιο εύκολο που έχουμε να κάνουμε, αλλά και το πιο άχρηστο, θα ήταν εκείνο του να επιπλήξουμε στον στρατηγό την πλήρη του απομάκρυνση από τον μαρξισμό. Δίχως αμφιβολία στον λόγο του δεν ξεπροβάλει ούτε ένα γραμμάριο μαρξισμού. Ο αγώνας των τάξεων σαν μηχανή του ιστορικού γίγνεσθαι ούτε καν λαμβάνεται υπ όψιν, όπως επίσης οι αντιθέσεις στον κόσμο της καπιταλιστικής παραγωγής, όπως η τάση να πέφτει διαρκώς το επίπεδο των κερδών και η συνακόλουθη δυσκολία να πραγματοποιηθούν οι σχεδιασμοί αξιοποίησης του κεφαλαίου, όλα αυτά κατάφωρα απουσιάζουν από την θεωρητική αναλυτική αποσκευή του στρατηγού μας.

Εάν ο αγώνας τον τάξεων και η θεωρία της αξίας παραμένουν γι αυτόν άγνωστα, δεν είναι λιγότερο άγνωστη σε αυτόν η ανάλυση λενιάνα του ιμπεριαλισμού. Όχι η σύγκρουση αυτή καθεαυτήν αλλά ο τύπος σύγκρουσης ίδιον της ιμπεριαλιστικής φάσης προκύπτει ξένος όσο και αδιάφορος σε αυτόν. Όμως, άπαξ και αναγνωρίστηκε αυτό, έχει σημασία να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην απουσία της μαρξιστικής θεωρίας μεταξύ των στρατηγών του κινεζικού στρατεύματος ? Μόνο και μόνο επειδή ο στρατηγός είναι μέλος με επιρροή του PCC θα πρέπει να δείξουμε έκπληξη και αποπροσανατολισμό μπροστά στην δική του  “άποψη για τον κόσμο”? Δεν είναι επίσης ότι ξέρουμε εδώ και καιρό πως, και στην διάρκεια της επανάστασης που έλαβε χώρα, η μπουρζουαζία μπορεί να αποτελέσει κυρίαρχη τάξη στο εσωτερικό του επαναστατικού κόμματος? Δεν ξέρουμε από καιρό πως, μέσα στην μακρά φάση μετάβασης,, η πιθανότητα για την αντεπανάσταση να οργανωθεί ξανά και να νικήσει, ακριβώς μέσα στο επαναστατικό κόμμα, είναι κάτι απολύτως δυνατόν? Δεν είναι ίσως γνωστό πως η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας είναι συνθήκη απαραίτητη αλλά δεν επαρκεί για την επικράτηση της προλεταριακής επανάστασης?10 Γιατί, λοιπόν, μας εκπλήσσει πως στην Κίνα η αστική τάξη ξαναπήρε τον έλεγχο της κατάστασης και πραγματοποίησε την κυριαρχία της εκμεταλλευόμενη τον πολιτικό μηχανισμό που κατέλαβε? Δεν έχει πλέον νόημα, εν τω μεταξύ, να λογαριαστούμε με την  “άποψη για τον κόσμο” αυτής της κυρίαρχης τάξης αντί να την επιπλήττουμε επειδή δεν ανέλαβε την άποψη της τάξης που είναι σε αυτήν θανατηφόρα εχθρική, ήτοι αυτή των εργατών και των προλετάριων?

συνεχίζεται….

Είναι πραγματικά ενδιαφέρον, ως εκ τούτου, αυτό που υπάρχει, όχι αυτό που λείπει. Εάν στο κείμενο του Qiao δεν υπάρχει τίποτα το μαρξιστικό, άλλο τόσο απουσιάζει έστω και κάποια μορφή εθνικισμού.  Διαφορετικά απ’ ότι μπορούμε να δούμε στην Ρωσία, όπου η εθνική πτυχή των αστών που έχει συγκεντρωθεί γύρω από τον Putin είναι όσο ποτέ άλλοτε εμφανής, στις επιχειρηματολογίες του στρατηγού υπάρχει πολύ λίγη από εκείνη την ρητορική που είναι έμφυτη της εθνικής μπουρζουαζίας. Γι αυτό περισσότερο απ’ ότι για τάξη, μοιάζει λογικό να μιλάμε για élite: κατά τα άλλα, στην Κίνα, η παράδοση που προέρχεται από τον Κομφούκιο παρέχει κάτι περισσότερο από απλή υπόδειξη στην μορφοποίηση της  “άποψης του κόσμου” της τρέχουσας ομάδας εξουσίας11. Σε όλο τον λόγο του Qiao δεν γίνεται ποτέ αναφορά στο Έθνος και στον λαό. Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζεται και νοείται ο στρατός, που στην Κίνα είναι ακόμη στρατός μάζας, μοιάζει να βρίσκεται πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίον ο  Federico II12 αντιλαμβάνονταν τα στρατεύματά του απ’ ότι με το μοντέλο του Ναπολέοντα. Αυτό που πρέπει να αναγνωρίσουμε στον Qiao είναι η ειλικρίνεια του κειμένου του. Αυτό είναι γραμμένο για μια κάστα, για μιαν αριστοκρατία που παρατηρεί τον κόσμο σαν κυρίαρχη τάξη και μιλά και αντιτίθεται στους όμοιούς της κυρίαρχους. Όλο αυτό επιτρέπει να εισέλθουμε στην καρδιά του ζητήματος. Η άποψη των κινεζικών élite, όπως θα προσπαθήσουμε να επιχειρηματολογήσουμε, έχει πολύ μικρή ιδιαιτερότητα αλλά αντιπροσωπεύει την “τοπική” διάρθρωση μιας Weltanschauung globale παγκόσμιας Προβολής που έχει πολλά να δείξει σχετικά με αυτά που συμβαίνουν στους κόσμους μας.

Ούτε στο  H καταστροφή του λόγου La distruzione della ragione, ένα  βιβλίο πολύ γνωστό όσο και άβολο, ο Lukács13 αναλύει, μέσα από επιχειρήματα στο όριο του έξυπνου, τις  “οπτικές για τον κόσμο” που έχουν φέρει τις κυρίαρχες τάξεις από την αποδοκιμασία της Μεγάλης επανάστασης, μέχρι την επικράτηση της φασιστικής εθνοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Αυτό το κείμενο, ή τουλάχιστον ένα μεγάλο του κομμάτι, μοιάζει να προσλαμβάνει σήμερα μιαν μη δευτερεύουσα επικαιρότητα. Αναφερόμαστε, ιδιαίτερα, στην επιχειρηματολογία του Λούκατς σχετικά με τον κόσμο της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας πριν την ολόπλευρη επικράτηση του εθνικοσοσιαλισμού. Με άλλα λόγια όλη την επεξεργασία που πηγαίνει από τον  Nietzsche μέχρι τον Schmitt περνώντας από τον Max Weber.

Γιατί αυτή η πλευρά είναι τόσο σημαντική και παρουσιάζεται τόσο τρέχουσα και σύγχρονη? Από την μία, και ίσως σήμερα αυτή να είναι η πλευρά η πλέον ξεπερασμένη, τόσο ο Nietzsche όσο και ο Weber, για τον Schmitt η κουβέντα είναι ίσως πιο πολύπλοκη, θέτουν το πρόβλημα της καταπολέμησης της ιστορικής/πολιτικής τάσης του σοσιαλισμού, της επικράτησης του προλεταριάτου ωσάν τάξης ιστορικο/πολιτικής ικανής να παίξει τον ρόλο του καθολικού.  Στον Nietzsche αυτό γίνεται βυθίζοντας τα χτυπήματα κατευθείαν ενάντια στο οργανωμένο κίνημα των εργατών και των εργαζομένων, που προσδιορίζεται με την ηθική των υπηρετών σε αντίθεση στην ηθική των κυρίων, la morale dei servi in opposizione allamorale dei signori14, αποφεύγοντας οποιανδήποτε άμεση θεωρητική σύγκριση με τον μαρξισμό, ενώ, στον Weber, η μάχη είναι ένα αυθεντικό σώμα με σώμα με τον ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό . Δεν είναι τυχαίο πως το πλέον γνωστό έργο του και συγχρόνως το περισσότερο συναρπαστικό,  Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού L’etica protestante e lo spirito del capitalismo15, θέτει σαν στόχο στρατηγικό να καταστρέψει από την βάση του, να κατεδαφίσει τον μαρξισμό και, με αυτό, την απαίτηση του εργατικού κινήματος να γίνει κυρίαρχη τάξη.  Εάν όλα μειώνονται σε αυτό, πολύ λίγη επικαιρότητα θα είχαν στο σημερινό σενάριο οι υποδείξεις των αστών θεωρητικών που χρησίμευσαν ως σκηνικό στην αυγή της ιμπεριαλιστικής φάσης. 

Δύσκολα, πράγματι, να δούμε σήμερα μια κάποια σοβιετική “απειλή” στον ορίζοντα. Στην παρούσα εποχή, για τις ιμπεριαλιστικές μπουρζουαζίες η παρτίδα με τον μαρξισμό και τον σοσιαλισμό μοιάζει να έχει επιλυθεί μια για πάντα δεν είναι όμως τυχαίο, παρεπιπτόντως, πως αυτή η παρτίδα, υπό την φιλοσοφική/θεωρητική πλευρά, διεξήχθη διαμέσου την  “εκ νέου ανακάλυψης” ενός Nietzsche “ανατρεπτικού” και  “ριζοσπάστη”. Και είναι μέσα από τον Nietzsche πρώτα και τον Heidegger στην συνέχεια που, με αρχή τα χρόνια Ογδόντα του περασμένου αιώνα, η λεγόμενη ριζοσπαστική διανόηση βύθισε τα χτυπήματά της ενάντια στην φιλοσοφία της μαρξιστικής θεωρίας. Στόχος αυτής της κριτικής ήταν η όχληση προς κάθε μετααφήγηση και η αντικειμενική οριστικοποίηση που αυτή μεταφέρει μαζί της 16. η Ιστορία, η οποία δεν θα είχε ούτε νόημα ούτε σκοπό, δεν θα ήταν άλλο παρά το αποτέλεσμα μιας συγκρουσιακής κατάστασης διαρκούς όπου τίποτα δεν είναι σίγουρο και βέβαιο. Μια κριτική η  “ριζοσπαστικότητα” της οποίας δεν περιορίζεται στην απονομιμοποίηση της ίδιας της ιδέας της ιστορικής τάξης αλλά πηγαίνει πολύ μακρύτερα. Αυτό στο οποίο η νέα  “ριζοσπαστική φιλοσοφία” επιτίθεται, επαναλαμβάνοντας όσο συνέβησαν στα πρώτα χρόνια του Εννιακόσια, είναι η ίδια η αστική τάξη που χτίστηκε επάνω στο μοντέλο του Κέϋνς. Είναι οι ίδιες οι τάσεις και οι εγγυήσεις αυτού του μοντέλου, που με κάποιον τρόπο είχε κάνει δική του οπτική όχι δευτερεύουσα την σοσιαλδημοκρατική   μεγάλη αφήγηση,  που πρέπει να διακοπούν.  Οι αντιθέσεις της κεϋνσιανής κοινωνίας συχνά συλλαμβάνονται από την νέα αντιδραστική σκέψη με αρκετή εξυπνάδα αλλά η επίλυσή τους σίγουρα δεν διακρίνεται στον σοσιαλισμό.

Εκείνο όμως που ελπίζεται, αντιθέτως, είναι μια εξέγερση, με γεύση αόριστα αναρχική, ενάντια σε κάθε μορφή κοινωνικής συστημικής οργάνωσης. Εάν θέλουν να μιλήσουν για αναρχία αυτή είναι η αναρχία ίδια του νεοφιλελευθερισμού ο οποίος, με λογαριασμούς τελειωμένους, δεν αναγνωρίζει άλλο νόμο παρά μόνο εκείνο της ατομικής σύγκρουσης και της άρνησης κάθε μορφής κρατικού παρεμβατισμού. Την στιγμή κατά την οποίαν ηιμπεριαλιστική φάση ξεκινά να αλλάζει δέρμα αυτό που χρειάζεται είναι να απονομιμοποιηθεί όχι μόνο η τάξη ιστορικά εχθρική αλλά επίσης τα πολιτικά μοντέλα, κοινωνικά και οικονομικά διαμέσου των οποίων, για έναν ολόκληρο ιστορικό κύκλο, η αστική τάξη, μέσα από την διαρκή μεσολάβηση με το ρεφορμιστικό εργατικό κίνημα, κυβέρνησε.   Ο πειθαρχημένος και επίσης λιγάκι βαρετός οργανωμένος κόσμος γύρω από τις ρητορικές του Welfare State μπαίνει στο αρχείο. Εκείνη που παρουσιάζεται ως η εξέγερση ενάντια στην “πειθαρχική κοινωνία” γίνεται, μεταφρασμένη εν ολίγοις, η μάχη ενάντια εκείνο το σύνολο δικαιωμάτων και εγγυήσεων (των από κάτω, των υφιστάμενων, των εξαρτώμενων, dei subalterni) που το πολιτικό μοντέλο το μετά 1945 ήταν ο νονός του στην δυτική Ευρώπη. Για την τρέχουσα ιμπεριαλιστική ελίτ, όντως, σε αυτά τα χρόνια ο εχθρός είναι περισσότερο ο  Keynes από τον Marx17. Για τις καταστροφικές πτυχές, ήτοι αντιμαρξιστικές, της πολιτικής και φιλοσοφικής σκέψης που εγκαινίασε η ιμπεριαλιστική εποχή υπάρχουν λίγα να ειπωθούν και η ίδια η μπουρζουαζία, επάνω σε αυτό, σιωπά εδώ και καιρό. Πολύ περισσότερο ενδιαφέρουσες και κοντινότερες σε εμάς είναι οι προγραμματικές πτυχές που χαρακτηρίζουν το σύνολο αυτών των  “πολιτικών φιλοσοφιών”.

Εάν κοιτάξουμε το τρέχον πολιτικό σενάριο παρατηρούμε πως  “θεωρία των élite” κυβερνά ολοκληρωτικά το σύνολο των εντολών του λόγου,  ordini discorsivi. Αυτή η θεωρία, πηγαίνοντας στο ψητό, αποκρυσταλλώνεται στην αναζήτηση και στην πραγματοποίηση της  “θέλησης για ισχύ”. Μία “βούληση για εξουσία” που μπορεί να ασκείται δίχως καμία βοήθεια από πλευράς των μαζών. Στο πρώτο μισό του Εννιακόσια, δυνάμει του βάρους που οι μάζες κάλυπταν μέσα στην μορφή πόλεμος,  dentro la forma guerra, που ακριβώς σε εκείνη την συγκυρία γνώριζε το πλήρες απόγειο του  “βιομηχανικού παραδείγματος”18, η “θεωρία των élite” αναγκάστηκε να  “εκδημοκρατησθεί”. Η θεωρία της κυρίαρχης ράτσας, που για τον  Nietzsche και τους παρόμοιους δεν είχε αμέσως εθνικά και εθνοτικά χαρακτηριστικά, χρειάστηκε τότε να υπερκαλυφθεί στην κατηγορία του λαού περιορισμένη μέσα σε περιμέτρους γεωγραφικούς καλά καθορισμένους.    Αυτό διότι η  “βούληση για ισχύ” του ιμπεριαλισμού των πρώτων μισών του Εννιακόσια χρειάζονταν την συνεργασία του πληθυσμού της 19. Για να το κάνει δεν μπορούσε να κάνει άλλο από, πραξικοπηματικά, να ανακηρύξει το σύνολο του πληθυσμού του, ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος αυτού, οντολογικά ανήκοντα στη νέα αριστοκρατική ράτσα. Η  “θεωρία των ελίτ” μετατρέπονταν έτσι στην θεωρία del volk, των ανθρώπων. Γι αυτό ο ναζισμός ήταν αναγκασμένος να διαλέξει σαν επίσημο “filosofo φιλόσοφο” του πιστεύω του μια προσωπικότητα άχαρη και κενή οποιασδήποτε διανοητικής ποιότητας όπως τον H. St. Chamberlain, όπως και να κάνει να υποστηριχθούν οι θεωρίες του από υποτιθέμενους κοινωνιολόγους όπως οι Gumplowiez, Ratzenhofer ή Woltmann.

Αν και η παραδοχή του ιμπεριαλισμού συνεπάγεται την αντικειμενική διάσπαση του ζευγαριού Κράτος-Έθνος,  Stato – Nazione, εμφάνιση που αλιεύεται με αρκετή διαύγεια από τους πολιτικούς θεωρητικούς κι ας είναι μακρινοί μεταξύ τους όπως οι  Arendt και Lenin20, στο εμπειρικό επίπεδο στην διάρκεια του σύντομου Αιώνα αυτό δεν μπόρεσε να καταναλωθεί ολοκληρωτικά. Για τους πολέμους του ο ιμπεριαλισμός του εννιακόσια είχε ακόμη ανάγκη του Έθνους.   Λόγω αυτού οι εξαρτώμενοι έπρεπε να συλληφθούν μέσα στην ιμπεριαλιστική κρατική οντότητα. Υπό το θεωρητικό/φιλοσοφικό προφίλ η ρήξη, όμως, είχε ήδη τεθεί. Όπως σωστά αναδεικνύει ο Lukács, σε συνέχεια του Marx, ήδη με το 1848 η αστική τάξη ξεκινά να χάνει τα χαρακτηριστικά της προοδευτικής ιστορικής τάξης αρχίζοντας να εξεγείρεται, τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος, ενάντια στα  “ιδανικά” που την είχαν κρατήσει την ώρα του βαπτίσματος. Η εχθρότητα ενάντια στα αγκυροβόλια τηςΜεγάλης επανάστασης,  Grande rivoluzione γίνεται το τίμημα για τους αστούς διανοούμενους τους περισσότερο “ριζοσπάστες”. Μέσα από ένα κίνημα σταδιακό αλλά σταθερό και συνεχές, το μίσος για τις μάζες και τον πρωταγωνιστικό πολιτικό και κοινωνικό τους ρόλο ριζοσπαστικοποιείται. Οι ιμπεριαλιστικές μπουρζουαζίες παίρνουν απολυτήριο από τους  “δικούς” τους πληθυσμούς και αυτοαναγορεύονται σαν νέα αριστοκρατική élite. Κάτω από το προφίλ της αποτελεσματικής διαχείρισης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας αυτό είναι εξ ολοκλήρου κατανοητό.

Το γραπτό του Lenin επάνω στον ιμπεριαλισμό προσέφερε για όλα αυτά μια φωτογραφία καθαρή και σαφή. Στην ιμπεριαλιστική φάση η πραγματική εξουσία περνά μέσα από τα χέρια ενός μικρού μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού.  Trust και μονοπώλια χρηματιστικά και βιομηχανικά γίνονται η πραγματική κυβέρνηση του κόσμου δίχως καμιά σχέση με μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Από εδώ ο κοσμοπολιτισμός των διεθνών ελίτ. Η ιμπεριαλιστική αστική τάξη, που από καιρό έπαψε να καλλιεργεί ρητορικές καθολικίστικες, δεν μπορεί παρά να βρει στην επικράτηση του εαυτού της την έννοια της ύπαρξης.   Δεν προκαλεί έκπληξη ως εκ τούτου πως η ολόπλευρη άσκηση της  “βούλησης για ισχύ” αντιπροσωπεύει τον υπαρξιακό ορίζοντα μέσα στον οποίον κινείται. Για μια μακρά περίοδο, σε συνέχεια της Επανάστασης του Οκτωβρίου, όλο αυτό αναγκαστικά παρέμεινε ένα όνειρο κλεισμένο στο ντουλάπι. Η νίκη που η ΕΣΣΔ κατάφερε ενάντια στον ναζιφασισμό, η δημιουργία του   “σοσιαλιστικού στρατοπέδου”, η επικράτηση της επανάστασης στην Cina, οι αντιαποικιακοί αγώνες απελευθέρωσης όπως και η μαζική ύπαρξη κομουνιστικών κινημάτων στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές χώρες ανάγκασαν τις “εύπορες τάξεις” να θέσουν προς στιγμήν ανάμεσα σε παρένθεση την δική τους “άποψη για τον κόσμο”. Ειδικότερα, στην δυτική Ευρώπη, οι πληθυσμοί συνέχισαν να καλύπτουν έναν κεντρικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή των κρατών έτσι ώστε, εκείνο το binomio Κράτος-Έθνος που ιστορικά είχε σταλεί στην σοφίτα από την ιμπεριαλιστική εποχή, συνέχισε  τεχνητά να κρατιέται εν ζωή. Με την κατάρρευση της Urss και την έλευση του λεγόμενου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, για τις  élite, οι λογαριασμοί άρχισαν επιτέλους να επιστρέφουν υπέρ τους. Η  “νέα αριστοκρατία nuova aristocrazia” βρέθηκε σε θέση να κυβερνήσει.

συνεχίζεται….

Υπό αυτό το πρίσμα η δημιουργία του ιμπεριαλιστικού Πόλου αντιπροσωπεύει μια από τις καλύτερες παραδειγματικές επεξηγήσεις. Μια περιορισμένη πολιτική ελίτ, γραφειοκρατική, οικονομική και χρηματιστική αποφασίζει, με πλήρη αυτονομία, επάνω σε όλα. Αυτή η  “νέα αριστοκρατία” μοιάζει σε θέση να κάνει δικά της τα  “ιδανικά” της  “ριζοσπαστικής διανόησης” των πρώτων χρόνων του Εννιακόσια. Οι μάζες φαίνονται σήμερα πραγματικά αποκλεισμένες από το πολιτικό παιχνίδι, κανένας  volk αυτή την στιγμή δεν φαίνεται απαραίτητος στην “κυρίαρχη ράτσα”. Αυτό είναι το πρόσωπο του “νέου φασισμού”. Παραδειγματική, σχετικά, είναι η αποστροφή που οι élite τρέφουν ενάντια στα παλιά εργαλεία του φασισμού του εννιακόσια. Η διάχυτη αποστροφή γι αυτό που κοινώς αποκαλείται λαϊκισμός δεν πρέπει να μας εξαπατά. Η αποφασιστική απομάκρυνση των διεθνών élite ενάντια στα λαϊκιστικά κινήματα και την ριζοσπαστική δεξιά δεν είναι φρούτο της προσκόλλησής τους σε κάποιαν ανοξείδωτη δημοκρατική αρχή. Εξ άλλου εάν υπάρχει κάποιος που ποδοπάτησε μέχρι τέρμα την ίδια του την δημοκρατία είναι ακριβώς η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία.  Η αποστροφή προς τον λαϊκισμό έχει την προέλευσή της πολύ διαφορετική. Είδαμε πως ο φασισμός και ο ναζισμός χρειάστηκε να εξημερώσουν την  “φιλοσοφία των élite” κάτω από την κατηγορία του volk, του ατόμου, κάνοντας αφύσικη, τουλάχιστον εν μέρη, την αριστοκρατική πλευρά της ράτσας των κυρίαρχων. ο Φασισμός και ο ναζισμός, για να επικρατήσουν,  ακούμπησαν επάνω, στηρίχθηκαν στις μπότες με τα καρφιά του volk. Παρά την ριζική αποστροφή των ιμπεριαλιστικών élite για τις μάζες, σε εκείνη την συγκυρία δεν μπορούσαν να κάνουν δίχως αυτές. Η απόλυτη κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, όμως, φαίνεται πως έχει χειραφετήσει τις élite από αυτό το αναγκαστικό πέρασμα. Ένας κόσμος κυβερνημένος ολοκληρωτικά από τις νομισματικές ροές που μετακινούνται δίχως κανέναν έλεγχο στα πληροφορικά δίκτυα μοιάζει να καθιστά άχρηστη και περιττή  “συμμετοχική”, όσο κι αν είναι αποξενωμένη, των υφιστάμενων, των από κάτω, των εξαρτώμενων.

Αυτό που η σύγχρονη εποχή θέλει να ξεριζώσει είναι η νόμιμη παρουσία κάθε κινήματος αόριστα λαϊκού. Επιστρέφουμε στον αφορισμό της  Thatcher: “η κοινωνία δεν υπάρχει la società non esiste”. Εάν είναι αυτή η  “οπτική του κόσμου” των élite, τότε λοιπόν δεν υπάρχει χώρος ούτε για τα αντιδραστικά μαζικά κινήματα μιας και η πολιτική και κοινωνική τους νομιμοποίηση δεν μπορεί παρά  να παίζεται ενάντια σε μιαν άλλη πολιτική νομιμοποίηση εκείνη την σοσιαλιστική των εργατών και των εξαρτώμενων. Ο μαζικός φασισμός του εννιακόσια είχε αναλάβει τέτοια εμφάνιση διότι έπρεπε, σαν πρώτο πράγμα, να αντιτεθεί στην εργατική και προλεταριακή νομιμότητα. Στο παρασκήνιο υπήρχε πάντα ο πρωταγωνιστικός ρόλος τω μαζών. Αυτό τον πρωταγωνιστικό ρόλο, έστω και στην αντιδραστική του έννοια και μορφή, οι σημερινές ελίτ δεν τον έχουν πλέον ανάγκη.  Σίγουρα,  όπως τα γεγονότα στην Ουκρανία βρίσκονται εκεί πέρα να το δείχνουν, αυτή η γραμμή στρατηγικής συμπεριφοράς δεν είναι απρόσβλητη από τακτικισμούς, από τακτικές αναδιπλώσεις. Ο νόμος του  βεδουίνου La legge del beduino (ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου) διατηρεί πάντοτε αμετάβλητη την σημασία του μέσα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Για να απομακρυνθεί η κυριότερη αντίθεση, σε αυτή την περίπτωση το γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό βάρος της Ρωσίας, είναι δυνατή η στιγμιαία κάθοδος σε συμφωνίες με τον καθένα. Άλλο πράγμα όμως είναι να πιστεύουμε πως οι δυτικές ιμπεριαλιστικές κλίκες, οι οποίες επί πλέον αναπτύσσουν με την Ουκρανία ανομοιογενή σχέδια, στοχεύουν στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος εθνικοσοσιαλιστικού σε εκείνες τις περιοχές.  Δύσκολο να σκεφτούμε πως οι δυτικοί ηγεμόνες οι οποίοι, ο καθείς για λογαριασμό του, στοχεύουν στο να αποικίσουν την Ucraina σε μιαν οπτική όχι και πολύ διαφορετική από εκείνην τουζωτικού χώρου χιτλερικής μνήμης, ελπίζουν στην ανάδειξη μιας πολιτικής φόρμας επιρρεπή στις πολεμοκάπηλες ρητορικές  της  “Μεγάλης Ουκρανίας” ή κάτι τέτοιες παρόμοιες νοστιμιές. Για όλο αυτό, εξ άλλου, είχαμε ήδη πάνω από απλές ενδείξεις. Η σύγκρουση, ούτε και πολύ προσομειωμένη, που άνοιξε μεταξύ των κυβερνητικών »φιλελεύθερων» δυνάμεων και των νεοναζιστικών κινημάτων θα έδειχνε πως, για τις φιλοδυτικές πολιτικές δυνάμεις, η χρησιμοποίηση των νεοναζιστικών σχημάτων είναι κίνηση τακτική και όχι στρατηγική. Στην καλύτερη των υποθέσεων η ουκρανική νεοναζιστική δεξιά θα μπορέσει να αποκόψει έναν κάποιον χώρο μέσα στον στρατιωτικό και καταπιεστικό κρατικό μηχανισμό αλλά δεν θα μπορεί σίγουρα να σκέπτεται πως θα γίνει πολιτικό μοντέλο σφαιρικά 21.  Έχοντας λοιπόν πει αυτά ας επιστρέψουμε στον συλλογισμό μας.

Ας λάβουμε υπ όψιν μας αυτά που συνέβησαν κατά το ελληνικό δημοψήφισμα, Prendiamo le vicende del referendum greco. Κατά πάσα πιθανότητα, σε μιαν άλλη εποχή, οι κυρίαρχες τάξεις για να απονομιμοποιήσουν τα αποτελέσματα της λαϊκής αναμέτρησης θα είχαν προστρέξει στην χρυσή Αυγή,  ad Alba dorata. Μπροστά σε ένα μαζικό κίνημα προοδευτικό θα είχαν απαντήσει με ένα μαζικό κίνημα με αντίθετο πρόσημα. Όπως όλοι γνωρίζουν τα πράγματα δεν πήγαν έτσι. Για να καταστήσουν περιττή την έκβαση εκείνης της διαβούλευσης υπήρξε αρκετή μια οικονομική απειλή που θα είχε προκαλέσει πιθανή πτώχευση της χώρας. Μέσα σε μια στιγμή η ελληνική κυβέρνηση δείχνοντας για ακόμη μια φορά, στην περίπτωση που ήταν αυτό ανάγκη, τo πόσο άστοχη είναι η σοσιαλδημοκρατική πολιτική, αλλοτριώθηκε υπογράφοντας μια συμφωνία πολύ πιο επαχθή από εκείνη στην οποίαν η λαϊκή ψήφος είχε αντιτεθεί. Καμιά μπότα γεμάτη καρφιά χρειάστηκε για να λυγίσει η κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός. Οι σύγχρονες  élite δεν έριξαν στο χώμα με ένα πραξικόπημα την δημοκρατία, απλούστατα την ανακήρυξαν εξαφανισμένη.

Λέγοντας αυτά μένει να αναρωτηθούμε εάν η εποχή των μαζών στην πραγματικότητα έχει παρέλθει, έχει δύσει, ή εάν η συμπεριφορά της  “νέας αριστοκρατίας” δεν είναι άλλο από μια ουτοπία. Με άλλα λόγια πρέπει να αναρωτηθούμε εάν είναι πραγματικά δυνατό να κρατήσουμε, σε μονιμότητα, τις μάζες έξω από τα πολιτική και κοινωνική διάρθρωση, έξω από τις δομές.  Ορισμένοι δείκτες θα έμοιαζαν να λένε πως το όνειρο  της εντολής της νέας αριστοκρατίας έχει πολύ λίγες  chance πραγματοποίησης. Ας σταθούμε μονάχα στο  “ζήτημα πρόσφυγες”. Πόλεμοι και φτώχεια, δηλαδή τα συνακόλουθα των πολιτικών των ιμπεριαλιστικών élite, έχουν θέσει σε κίνηση εκατομμύρια εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτοί ψάχνουν μια διέξοδο, μιαν οδό απόδρασης και μιαν δυνατότητα ζωής πιέζοντας ακριβώς στα σύνορα των δημίων τους. Mια έξοδος που κανείς τοίχος και κανένα συρματόπλεγμα μπορεί να σταματήσει. Αναπόφευκτα όλο αυτό συνεπάγεται επιδείνωση των συγκρούσεων και των αντιθέσεων μέσα στην καρδιά του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Εκατομμύρια νέων προλετάριων θα είναι παρόντες στην καρδιά του ιμπεριαλισμού, σκιαγραφώντας, κατά πάσαν πιθανότητα, μια παρτίδα ολοκαίνουργια στις σχέσεις μεταξύ των τάξεων.  Αντικειμενικά αυτό δεν μπορεί παρά να ανοίξει μια νέα φάση σύγκρουσης. Η συστημική κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, εξ αιτίας της όλο και δυσκολότερης πραγματοποίησης των διαδικασιών αξιοποίησης, δεν φαίνεται πως χρειάζεται ένα τέτοιον αριθμό εργατικής δύναμης. Αφ ‘ετέρου η παρουσία ενός εφεδρικού βιομηχανικού στρατού είναι χρήσιμη και λειτουργική μόνον μέχρι οι αριθμοί να είναι τέτοιοι ώστε να μπορούν να παίζονται μέσα στον “νορμάλ” ανταγωνισμό, μέχρις ότου δύναται να βρίσκονται υπό έλεγχο.Όταν, όμως, αυτοί οι αριθμοί υπερβαίνουν το λειτουργικό όριο, το ρίσκο η μπάνκα να τιναχτεί στον αέρα, όπως μας υπενθυμίζουν τα τριάντα εκατομμύρια άνεργοι που δημιουργήθηκαν από την κρίση του  ’29, είναι κάτι περισσότερο από μιαν απλή σχολική υποθετική ερώτηση. Ένα χρόνιο πλεόνασμα εργατικής δύναμης δεν μπορεί να είναι όχημα καμιάς πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας και καμιά “άποψη του κόσμου” αριστοκρατική δεν μπορεί να εξορκίσει, με διάταγμα, τις υποτροπές μιας τόσο εκρηκτικής κατάστασης. Την ίδια στιγμή μια συνεχής φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού δεν είναι προάγγελος σταθερότητας ούτε σε κοινωνικό επίπεδο, ούτε σε εκείνο το οικονομικό.  Ένας πληθωρισμός που κυμαίνεται ανάμεσα στο μηδέν και την προσφυγή στην άλγεβρα σίγουρα δεν είναι σύμπτωμα υγείας και ευρωστίας οικονομικής.  Και όλο αυτό, όπως θυμόμασταν πριν, δίχως να ξεχνάμε πως, στην προέλευση μεγάλου μέρους αυτών των προσφυγικών κυμάτων και της μαζικής μετανάστευσης, υπάρχουν οι διάχυτοι πόλεμοι από την ιμπεριαλιστική σύγκρουση σε μεγάλο μέρος του κόσμου.    Συγκρούσεις που τείνουν πλέον να γίνουν , Siria και Ucraina είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό σύμπτωμα, πόλεμοι μαζών σε όλα και για όλα. Όλες οι  élite, σε αυτό το θανατηφόρο παιχνίδι, βρίσκονται μέσα μέχρι τον λαιμό.

Στην ισχύ, λοιπόν, περισσότερο απ’ ότι μπροστά σε μιαν νέα παγκόσμια τάξη nuovo ordine mondiale, όπου απ’ το Πεκίνο στη Νέα Υόρκη, περνώντας από Λονδίνο, Παρίσι και Βερολίνο οι  élite μπορούν να παίζουν, με όλη τους την ησυχία, τα παιχνίδια σκάκι τους για να επιβεβαιώσουν την δική τους “θέληση ισχύοςv”, μοιάζει να παίρνει σάρκα και οστά το σενάριο ενός παγκόσμιου χάους lo scenario di un caos globale μέσα στο οποίο, οι μάζες, δεν μπορούν απ’ το να επιστρέψουν στην ανάληψη ενός πρωταγωνιστικού ρόλου μη δευτερεύουσας σημασίας.  Με κάθε πιθανότητα, ακόμη μια φορά, η καθαρή θεωρία της  “νέας αριστοκρατίας” μοιάζει προορισμένη να ναυαγήσει μπροστά και απέναντι στηνδύναμη των πραγμάτων ,sembra destinata a naufragare di fronte alla forza delle cose έτσι όπως, όχι διαφορετικά απ’ ότι στο παρελθόν, το εννοιολογικό όριο της αστικής τάξης παραμένει αυτό της κατανόησης του γίγνεσθαι μόνον κατόπιν εορτής, cogliere ildiveniresolo post festum22,δηλαδή, όταν πλέον είχε συμβεί. Τόσο στο ’14 come όσο και στο ’39 οι ιμπεριαλιστικές μπουρζουαζίες έδωσαν ζωή σε συγκρούσεις για τις οποίες δεν είχαν την μηδαμινή ιδέα. Με τον ίδιο τρόπο στα 1929 και το 2008 καταβυθίστηκαν σε μιαν κρίση της οποίας δεν είχαν την παραμικρή αίσθηση. Ωσάν μερική κατηγορία και τάξη η μπουρζουαζία δεν μπορεί παρά να ταξιδεύει όχι με ραντάρ αλλά με τα μάτια αντιλαμβανόμενη και ερμηνεύοντας τα ιστορικά γεγονότα μόνον αφ ότου αυτά έχουν συμβεί. Μπροστά σε όλο αυτό φαίνεται θεμιτό να υποστηρίξουμε πως ένα νέο  “ζήτημα των μαζών questione delle masse” είναι προορισμένο να τεθεί. Ο τρόπος με τον οποίον αυτό το ζήτημα θα μπορεί να τεθεί πολιτικά σε μορφή είναι η πρόκληση που η μαρξιστική θεωρία πρέπει να βρεθεί σε θέση, εκ νέου, να εισπράξει, να συλλέξει.

1Qiao Liang, “La grande strategia cinese”, in Limes, n7, 2015

2E. V. Tarle, Napoleone, Editori Riuniti, Roma 1964

3Cfr. A. Mathiez, G. Lefebvre, La rivoluzione francese, Einaudi, Torino 1979

4M. Heiddeger, “La questione della tecnica”, in Id., Saggi e discorsi, Mursia, Milano 1976; E. Jünger, L’operaio, Guanda, Parma 2004

5Cfr., I. Berlin, Le radici del romanticismo, Adelphi, Milano 2001

6In particolare, S. Zweig, Il mondo di ieri, Mondadori, Milano 1994

7Paradigmatico, al proposito, M. Heiddeger, L’autoaffermazione dell’università tedesca, Il melangolo, Genova 1988 ma si vedano anche, Id., Scritti politici (1933 1966),Piemme, Casal Monferrato (Al) 1998

8O. Spengler, Il tramonto dell’Occidente, Longanesi, Milano 2008

9Cfr., M. Heidegger, E. Fink, Eraclito, Laterza, Roma 2010

10Cfr., V. I. Lenin, Stato e rivoluzione, Editori Riuniti, Roma 1963; Id., La rivoluzione proletaria e il rinnegato, Kautsky Editori Riuniti, Roma 1969

11Cfr., M. Weber, Sociologia delle religioni, Utet, Torino 1976

12Cfr., G. E. Rusconi, Clausewitz il prussiano, Einaudi, Torino 1999

13G. Lukács, La distruzione della ragione, Einaudi, Torino 1959

14F. Nietzsche, Genealogia della morale, Adelphi, Milano 1984

15M. Weber, L’etica protestante e lo spirito del capitalismo, Rizzoli, Milano 1991

16Cfr., G. Vattimo, P. A. Rovatti, Il pensiero debole, Feltrinelli, Milano 1983

17M. Foucault, Nascita della biopolitica, Feltrinelli, Milano 2005

18Cfr., R. Smith, L’arte della guerra nel mondo contemporaneo, Il Mulino, Bologna 2009

19Cfr., G.L. Mosse, La nazionalizzazione delle masse, Il Mulino, Bologna 1975

20H. Arendt, Le origini del totalitarismo, Edizioni di Comunità, Milano 1996; V. I. Lenin,L’imperialismo fase suprema del capitalismo, Editori Riuniti, Roma 1969

21Cfr. L’Ucraina tra noi e Putin, Limes, n4, 2014

22F. Engels, K. Marx, L’ideologia tedesca, Editori Riuniti, Roma 196

 

Etichettato sotto

Cina, storia, qiao liang, strategia, rivoluzione, politica, finanza, USA, russia, Mao,classe,capitalismo, tecnica,

Stampa

http://contropiano.org/documenti

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License