Στον Walter Alasia

από την ιστορία της επαναστατημένης ιταλίας στα χρόνια '70, ΄80


A Walter Alasia
15 dicembre 2011baruda
Στον Walter Alasia

Συνεχίζεται η ενότητα σε αυτό το σάϊτ που είναι αφιερωμένη στους συντρόφους που σκοτώθηκαν στη διάρκεια ένοπλων δράσεων, όλων εκείνων που συνήθως αφαιρούνται από τη συλλογική μνήμη, ‘δυσάρεστη’ μνήμη. Δεν ξεχνάμε το αίμα μας. Όλα περιέχονται στο ‘Σχέδιο Μνήμη’, Progetto Memoria, Edizioni Sensibili alle Foglie

WALTER ALASIA, “LUCA”
Γεννήθηκε στο Μιλάνο στις 16 σεπτεμβρίου 1956, πηγαίνει στο σχολείο του Sesto San Giovanni Ernesto Breda και για ένα χρόνο παρακολουθεί μαθήματα γραφίστα στις διαφημήσεις στη σχολή της Enalc στο Milano, και για δύο χρόνια στην Itis di Sesto San Giovanni. Συνεχίζει τις σπουδές του σε νυχτερινά τμήματα και αγωνίζεται στο φοιτητικό και εργατικό κίνημα. Εργάζεται για μια περίοδο σαν εργάτης στο μηχανικό τμήμα της Farem, στην περιφέρεια του Sesto, απολύεται και πιάνει δουλειά σε συνεργείο τοποθέτησης τηλεφωνικών συσκευών και αργότερα για τρεις μήνες ξεφορτώνει δέματα στα ταχυδρομεία του Μιλάνο, γίνεται μαχητής των Ερυθρών Ταξιαρχιών και σκοτώνεται απ’ τη μιλανέζικη αστυνομία στις 15 Δεκεμβρίου του 1976, την ώρα που προσπαθεί να διαφύγει της σύλληψης έχοντας σκοτώσει δύο αστυνομικούς.

-Comitato Operaio Magneti Marelli, Volantino –frammento-, Milano ’76:
-Εργατική Επιτροπή Magneti Marelli, απόσπασμα από Φυλλάδιο – ,Μιλάνο ’76 : ‘Τρομοκρατία ασκεί η αστυνομία ενάντια σε όλους εμάς. Ο Walter απάντησε με φωτιά. Μπορεί να συμφωνούμε ή όχι μαζί του, όμως η τρομοκρατία ενάντια στους εργάτες δεν ήταν δικός του αλλά των αφεντικών του Κράτους και των ένοπλων ανθρώπων του.’

Μαρτυρίες στο Progetto Memoria: Renato Curcio, φυλακισμένος, Roma 1995 :
‘Ήμουν στη Πίζα Walter, εκείνο το δεκέμβρη του ’76, στις 15. Σκληρή απομόνωση, μακρά. Σκέψου, απέναντι απ’ το κελί μου σταθμεύει 14 ώρες στις 24, αστυνομικός. Στέκονταν εκεί, κάθονταν, και, όταν δεν άντεχε άλλο κοιμόταν. Κοιμόταν και τη στιγμή που είπανε την είδηση στη τηλεόραση. Εγώ Βάλτερ, ‘έκοβα γραμμές’ εκείνη την ώρα, πάνω κάτω, πάνω κάτω στο κελί μου. Έλεγε η μισοριξιά πως στο Σέστο είχαν γίνει φασαρίες. Ένας τρομοκράτης είχε σκοτώσει δυο αστυνομικούς και, άλλοι μπάτσοι σκότωσαν αυτόν. Εσύ ήσουνα ο σκοτωμένος και, μόλις είπαν τ’ όνομά σου, σταμάτησα. Κόλλησα. Είπαν πολλά στις ειδήσεις αλλά δεν κατάφερα ν’ ακούσω τίποτα. Στεκόμουν εκεί, όρθιος, ακίνητος, όπως εσύ στην αγκαλιά του θανάτου. Άκουγα τη καρδιά μου που ενόσω επαναλάμβανε το όνομά σου μου έστελνε εικόνες του χαμογελαστού σου προσώπου.
Εκείνη η πρώτη συνάντησή μας, θυμάσαι ; στην ζώνη Ticinese. Εγώ που παρουσιάστηκα σαν πρώην εργάτης της Φίατ και εσύ που γελούσες κάτω απ’ τα μουστάκια σου. Και στη συνέχεια η εκπαίδευση στις σπηλιές στις κοιλάδες του Μπέργκαμο. Με κορόϊδευες εξ αιτίας της ηλικίας μου : ‘Άσε σε μένα αυτό το Luger, είναι πολύ μεγάλο για ένα γεράκο σαν κι εσένα!’. Κι εγώ να στοιχηματίζω ενόσω ανεβαίναμε το ποτάμι : ‘Έχεις πολύ δρόμο ακόμη αγόρι μου μπροστά σου για να μπορέσεις ν’ ακολουθήσεις το βηματισμό μου’. Γελούσαμε. Όμως το Luger, που ο Feltrinelli μου είχε αφήσει στο εμπιστευόμουν μ’ ευχαρίστηση. Αν και από διαφορετικές γενιές ήμασταν και οι δύο μέσα σ’ εκείνο το παιχνίδι με τα όπλα πλήρες και αληθινό κι εσύ, για μένα, αντιπροσώπευες το μέλλον. Κυρίως μου άρεσε εκείνη η ανεμελιά σου, ο τρόπος που έβλεπες Μιλάνο με τα μάτια ενός αγοριού μπερδεμένου.
‘Έλα, να σε πάω στο San Donato, στο San Giuliano, έτσι θα δεις με τα μάτια σου τις περιπολίες των καραμπινιέρων πάνω κάτω στους δρόμους του χωριού με τα αυτόματα στις πλάτες δυο δυο με τα πόδια, έτοιμοι να πυροβολήσουν. Θα δεις το θυμό στα πρόσωπα των αγοριών που ήδη μοναχά επειδή υπάρχουν καθίστανται ύποπτοι….Έλα θα σου γνωρίσω κάποιο φίλο, που ζει όπως μπορεί, μια μέρα εργάτης στην ’Autobianchi, την άλλη άνεργος οργισμένος, μια μέρα να κλέβει μηχανάκια μπροστά απ’ τον αυτοκινητόδρομο της Monza … Πολλά απ’ αυτά τα παιδιά που σου γνώρισα, μου έλεγες, δεν ξέρουν πλέον τι να σκαρφιστούν για να αντιμετωπίσουν τις πληγές της ζωής’.
Η ιδέα του ‘πεσίματος’ στην παχιά Μιλάνο είχε μόλις ξεκινήσει την επώαση. Άχεσε να κυκλοφορεί και η ηρωίνη. Μας έλαχε πρώτους εμάς να εξερευνήσουμε μαζί τους πρώτους τόπους διακίνησης. Άσχημοι οιωνοί, αλήθεια ; Δεν μας άρεσε με τίποτα.
Εγώ ερχόμουν από εμπειρίες στη δύση τους κι εσύ από ένα μέλλον που μόλις ανακοινώνονταν. Για μας, μπροστά, θα υπήρχαν μόνο κάποιοι μήνες. Η ιδέα πως η φυλακή, ή ο θάνατος, μας περίμεναν ήδη, εκείνες τις μέρες ούτε που μας άγγιζε. Αυτό όμως δεν μας εμπόδισε να πάμε να ‘μαζέψουμε’ μαζί όπλα και έγγραφα από ένα σπίτι ‘ανασφαλές’. Με την ευκαιρία μου γνώρισες και τη μητέρα σου.
‘Θα μας βοηθήσει μια συντρόφισσα από το Σέστο, μια εργάτρια της Πιρέλλι, μου είπες, μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη, είναι η μάνα μου’.
Πήγαμε μαζί, οι τρεις μας, ένα βροχερό απόγευμα. Αποστολή εξετελέστη. Γέλαγαν τα μάτια σου στην επιστροφή, ενώ εγώ δεν σταματούσα να σε ‘ανακαλύπτω’. Ήταν ευτυχισμένη η μητέρα σου που πήρε μέρος μαζί σου σε εκείνη τη δράση.
‘Η μητέρα μου είναι η καλύτερη φίλη μου, η πιο έμπιστη. Αγωνιζόμαστε για τα ίδια πράγματα. Και αγαπιόμαστε’. Ήταν ωραίο να σε ακούω να το λες, όμορφη η φωνή της καρδιάς σου. Δεν με παραξενεύει λοιπόν πως ακριβώς στο σπίτι σου κατέφυγες το βράδυ του ραντεβού σου με το θάνατο. Οποιαδήποτε θλίψη κι αν σε έσπρωξε, οποιαδήποτε αγωνία και αν εξομολογηθήκατε, ξέρω πως για σένα έτσι κι αλλιώς ήταν κάτι καλό. Και πως για να μη λάβεις υπ’ όψη σου τους κανόνες της παρανομίας ήταν όχι από επιπολαιότητα αλλά για κάποια βαθιά καλή αιτία.
Πολλοί με ρώτησαν για σένα, μετά το θάνατό σου. Οι απαντήσεις μου συχνά ήταν ανεπαρκείς. Σαν να ήταν το πολιτικό μητρώο το μόνο σχετικό στον καθορισμό της έννοιας της γρήγορής σου ύπαρξης. Σου ζητώ συγνώμη γι αυτό, Βάλτερ, επειδή γνωρίζω πως εσύ πρώτος, μπροστά στα σοβαρά μου λόγια, θα είχες αρπάξει την κιθάρα για να παίξεις ένα τραγούδι. Θα με πείραζες όπως τότε στις κοιλάδες του Bergamo όταν πηγαίναμε για εκπαίδευση’.

Ivana Cucco, Intervento processuale, Milano 1984, παρέμβαση στη δίκη :
‘Ουσιαστικά η κατηγορία στηρίζονταν στη σχέση μου με τον Βάλτερ, σχέση που για μένα στάθηκε μια πάμπλουτη και σημαντική εμπειρία που μειώθηκε σε κατηγορητήριο και σε ένα είδος σημαδιού αρνητικού.
Μια σχέση ποινικοποιημένη, ίσως διότι είναι αδιανόητο να αγαπάς έναν ερυθροταξιαρχίτη.
Έπρεπε ο ταξιαρχίτης να παρουσιαστεί σαν ένα είδος τέρατος, μια προσωπικότητα δίχως ρίζες και δίχως αιτίες, δίχως δεσμούς και θετικές αξίες. Όποιος όμως τον γνώρισε ξέρει αντιθέτως πως ο Βάλτερ ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος : δυο γαλάζια μάτια σαν τον γαλήνιο ουρανό και μια χαρά για ζωή που ξεχύλιζε από τους πόρους του. Μετά το θάνατό του σπαταλήθηκαν ποτάμια μελάνης για λογαριασμό του. Μέχρι που γράφτηκε μάλιστα μια βιογραφία που ήταν κυριολεκτικά μια πανωλεθρία γύρω από την ταυτότητα και την ιστορία του. Κάθε κομματάκι της ζωής του ραδιογραφήθηκε και αποσυντέθηκε με σκοπό ν’ ανακαλύψει τη προέλευση της αρρώστιας του, για να βρεθεί μια πιστευτή εξήγηση των επιλογών ζωής και αγώνα που έκανε. Μια ορθολογική εξήγηση του γεγονότος πως ένα αγόρι είκοσι χρονών μπορεί να έχει σκοτωθεί κάτω από το σπίτι του την ώρα που προσπαθεί να ξεφύγει της σύλληψης ένα πρωϊνό του δεκέμβρη. Όλα πράγματα για mass media και κοινωνιολογία της πλάκας. Ο Βάλτερ δεν ήταν γυιός καμιάς τρελαμένης μεταβλητής. Ήταν παιδί των καιρών του και του Sesto San Giovanni, του κόκκινου Sesto, της μεγάλης εργατικής πολιτείας εμποτισμένης μέχρι το μεδούλι και σε όλη της την έκταση στην κοινωνική ζωή της εργατικής κομουνιστικής κουλτούρας.
Ο Βάλτερ γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σε αυτή την κουλτούρα και αυτό το σύστημα αξιών. Από πάντα ανέπνεε αυτή την ατμόσφαιρα. Η ζωή του ξετυλίχτηκε μέσα στο κλίμα έντασης εκείνων των χρόνων και εκείνου του περιβάλλοντος. Είναι τα χρόνια των μεγάλων εργατικών αγώνων, των κρατικών σφαγών, των φοιτητικών εξεγέρσεων, της Χιλής, της Πορτογαλίας, του μαχητικού αντιφασισμού, των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, των καταλήψεων σπιτιών. Όλες εμπειρίες που ο Βάλτερ διέσχισε μέχρι την επιλογή της ένταξής του στον ένοπλο αγώνα, που ήταν έτσι κι αλλιώς επιλογής τρόπου ζωής, όχι θανάτου. Επιλογή και ανάγκη απελευθέρωσης τόσο δυνατή και απαραίτητη μέχρι του σημείου να παίξει τη ζωή του. Ο Βάλτερ δεν ήταν διαφορετικός από πολλούς άλλους διότι αυτές οι εντάσεις εμπειριών ανήκαν σε χιλιάδες ανθρώπους, ήταν το σενάριο μέσα από το οποίο εκφράστηκε και καθιερώθηκε μια ολόκληρη γενιά υποκειμένων που φιλοδοξούσαν σε μια ριζική αλλαγή αυτής της κοινωνίας.
[….] Ο Βάλτερ ήταν η ωραιότερη από τις συναντήσεις, αυτή που ακόμη φέρω μέσα μου. Όχι μόνο οι σύντροφοί του έκαψαν το θάνατό του. Ήταν όλη η Sesto San Giovanni. Από τα παιδιά των είκοσι χρονών σαν κι αυτόν μέχρι τους πενηντάρηδες εργάτες. Δεν θάφτηκε ούτε σαν τέρας ούτε σαν ορφανός. Και τότε η κηδεία του στάθηκε αντικείμενο ποινικοποίησης. Ειδικότερα, υπήρξε μια εκστρατεία σφυροκόπησης αρνητισμού από μέρους του Leo Valiani στις σελίδες της Corriere della Sera, όπου υποστήριζε πως θα έπρεπε να καταγραφούν και να συλληφθούν όσοι θα παρουσιάζονταν με την ευκαιρία αυτή, όλοι εκείνοι που θα αψηφούσαν το κλίμα τρομοκράτησης και τη στρατικοποίηση που στήνονταν, για να πάνε να φωνάξουν την αγάπη τους και τον πόνο για τον θάνατό του.
Στις 15 δεκεμβρίου του 1976, ημέρα του θανάτου του Walter, με συνέλλαβαν.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License