Η αστυνομία ενάντια στον Pasolini, ο Pasolini ενάντια στην αστυνομία

από την ιστορία της γειτονικής χώρας, κι έχει σχέση με το κίνημα και τον έρποντα φασισμό και τις σχέσεις του με τις δυνάμεις καταστολής

Posted on 12/11/2015 by kleovis By Wu Ming 1, Internazionaleoκτ 29, 2015

Pier Paolo Pasolini 1. “Εκείνος ο μπάσταρδος είναι νεκρός”

ο Elisei Marcello,  19 χρόνων, πεθαίνει στις 3 το βράδυ, μόνος σαν σκύλος στην αλυσίδα σε εγκαταλειμμένο σπίτι. Πεθαίνει μετά από μιαν ημέρα και μια νύχτα ουρλιαχτών, ικεσιών, βογκητών, παρατημένος δίχως φαγητό ούτε νερό, δεμένος από τους καρπούς και τους αστραγάλους σε ένα τραπέζι ενός κελιού της φυλακής Regina Coeli. Έχει βρογχοπνευμονία, βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, το κελί είναι παγωμένο. Τα δεσμά μπλοκάρουν την κυκλοφορία του αίματος. Από ένα κοντινό κελί ένας άλλος κρατούμενος, ο νεοφασίστας Paolo Signorelli, ακούει το αγόρι να φωνάζει επί μακρόν, μετά να λαχανιάζει, να ζητά νερό, τέλος η σιωπή. Τι πρωί ζητά να μάθει τι έγινε.  “Εκείνος ο μπάσταρδος πέθανε”, τον διακόπτει ένας ανθρωποφύλακας. Είναι η 29η νοεμβρίου 1959.

ο Marcello Elisei έκτιε μια ποινή τεσσάρων χρόνων και επτά μηνών για κλοπή λάστιχων αυτοκινήτου. Είχε δώσει σημάδια ψυχικών διαταραχών. Ξεκάθαρα σημάδια: είχε καταπιεί καρφιά, που βγήκαν με πλύση στομάχου; την προηγούμενη μέρα είχε χτυπήσει πολλές φορές το κεφάλι ενάντια σε τοίχο, προσπαθώντας να αυτοκτονήσει. Οι γιατροί της φυλακής τον είχαν κατηγορήσει πως  “προσποιούνταν”. Οι ανθρωποφύλακες τον είχαν απομακρύνει με το ζόρι σέρνοντάς τον και τον είχαν δέσει στο παλιοτράπεζο.

Στις 15 δεκεμβρίου παραιτείται ο διευθυντής της φυλακής dicembre Carmelo Scalia, επίσημα για λόγους υγείας. Πέρα από αυτό, για τον θάνατο του Elisei δεν θα πληρώσει κανένας. Έρευνες και δίκες θα απαλλάξουν όλους τους ύποπτους.

Διαβάζοντας για την υπόθεση, ο Pier Paolo Pasolini σοκαρίστηκε. “Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να γράψω ένα άρθρο γι αυτό τον φοβερό θάνατο”, δηλώνει στο περιοδικό Noi donne στις 27 δεκεμβρίου 1959. “Όμως σίγουρα είναι ένα επεισόδιο που θα θέσω μέσα σε μια από τις διηγήσεις που έχω στο μυαλό μου, ή ίσως στο μυθιστόρημα »το τρέμουλο του σιταριού»,  Il rio della grana”. Ένα μυθιστόρημα που έμεινε ανολοκλήρωτο, και στην συνέχεια συμπεριλήφθηκε στα υλικά της συλλογής »ο Αλί με τα γαλάζια μάτια»,  Alì dagli occhi azzurri (1965)Εάν θα έπρεπε να γράψω μια έρευνα, προσθέτει, “θα ήμουν απολύτως ανηλεής με τους υπεύθυνους: από τους φύλακες μέχρι τον διευθυντή της φυλακής. Και δεν θα παρέβλεπα να υποδηλώσω την ευθύνη των κυβερνούντων”.

Σήμερα είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατον να αντιληφθούμε και να συλλέξουμε το μέγεθος του διωγμού που υπέστη κάθε μέρα ο Pasolini μέσα σε 15 χρόνια

Η αγωνία και ο θάνατος στην μοναξιά του Marcello Elisei θα σκάψουν βαθιά μέσα στον Pasolini, μέχρι να εμπνεύσουν το φινάλε στην ταινία Mamma Roma (1962). Μα στα 1959 ο Pasolini δεν είναι ακόμη ένας σκηνοθέτης. Είναι 37 χρονών, είναι συγγραφέας συλλογών ποιητικών, σεναρίων και δυο μυθιστορημάτων που έκαναν εντύπωση: Ragazzi di vita και Una vita violenta – Τα παιδιά της ζωής και  »Μια βίαιη ζωή». Έχει ήδη υποστεί προσαγωγή από την αστυνομία, μηνύσεις, δίκες. Για να λογοκριθεί το Ragazzi di vita κινήθηκε άμεσα η πρωθυπουργία. Κι όμως, μπροστά στο φασιστικό stalking, στο αστυνομικό-δικαστικό mobbing και στο λιντσάρισμα από την πλευρά των μέσων επικοινωνίας που ο άνδρας πρόκειται να υποστεί, αυτό ακόμη δεν είναι τίποτα.

Στο συλλογικό βιβλίο Pasolini: cronaca giudiziaria, persecuzione, morte (Garzanti, 1977) – Παζολίνι: δικαστική αναφορά, διωγμός, θάνατος –  ο Stefano Rodotà συμπυκνώνει το ζήτημα σε μια φράση: “ο Pasolini παρέμεινε ακατάπαυστα στα χέρια των δικαστών από το 1960 στο 1975”. Και επίσης, πρέπει να πούμε: Post mortem. Μετά θάνατον. ο Rodotà μιλά για  “μια μόνο δίκη”, μακριά αλυσίδα διερευνήσεων και ακροαματικών διαδικασιών που παρέσυρε τον Pasolini δεκάδες δεκάδων φορές στις αίθουσες του δικαστηρίου, κάποιες φορές περισσότερες από μια την ημέρα, ανάμεσα σε εξευτελισμούς και παρενοχλήσεις, ενώ έξω ο Τύπος τον προσέβαλε, τον έβριζε, τον λιντσάριζε.

2. Η ελεύθερη δημοσιογραφία

“Είμαστε σίγουρα σύμφωνοι ενάντια στον θεσμό της αστυνομίας”.

Ο άνδρας ο οποίος τον ιούνιο του 1968 γράφει αυτά τα λόγια έχει ήδη στις πλάτες του τέσσερις συλλήψεις, 16 μηνύσεις και ένδεκα δίκες σαν κατηγορούμενος, εκτός από τρεις επιθέσεις που δέχτηκε από νεοφασίστες  (όλες τέθηκαν στο αρχείο από την εισαγγελία) και μια έρευνα στο διαμέρισμά του από πλευράς αστυνομίας που έψαχνε όπλα. “Μόλις θα έχω λίγο χρόνο στην διάθεσή μου”, γράφει σε μιαν ανέκδοτη σημείωση, “θα δημοσιεύσω ένα λευκό βιβλίο με μια δωδεκαριά αποφάσεις που αποδόθηκαν εναντίον μου: δίχως σχόλια. Θα είναι ένα από τα πλέον κωμικά βιβλία που δημοσιεύτηκαν στην Ιταλία. Όμως τώρα τα πράγματα δεν είναι πλέον κωμικά. Είναι τραγικά, διότι δεν αφορούν πλέον τον διωγμό ενός αποδιοπομπαίου τράγου […]: πρόκειται τώρα για ένα πλατύ, βαθιά υπολογισμένο έργο καταπίεσης και καταστολής, στην οποίαν έχει αφιερωθεί η πιο οπισθοδρομική και καθυστερημένη πλευρά του Δικαστικού Σώματος με ζήλο…”. Και ακόμη: “Έχω ξοδέψει σχεδόν δεκαπέντε εκατομμύρια σε δικηγόρους, για να με υπερασπίζονται σε δίκες παράλογες και ξεκάθαρα πολιτικές”.

Σήμερα είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να αντιληφθούμε το μέγεθος της δίωξης που κάθε μέρα υπέφερε ο Pasolini για 15 χρόνια. Η έκθεση  Una strategia del linciaggio e delle mistificazioni, »Μια στρατηγική λιντσαρίσματος και παραπληροφόρησης», που εγκαινιάστηκε το 2005 και εδώ και λίγο οργανώθηκε ξανά στην sala Borsa της Bologna, επιστρέφει χαλαρούς απόηχους. Δεν μπορεί παρά να είναι έτσι, για να καταλάβουμε θα έπρεπε να πέσουμε μέσα στην άβυσσο  όπως έκανε ο Franco Grattarola, συγγραφέας του Pasolini. Una vita violentata (Coniglio, 2005), Παζολίνι. Μια βιασμένη ζωή – και να διατρέξουμε την πληθώρα των χτυπημάτων διαμέσου του Τύπου. Να αγγίξουμε με το δάχτυλο μιαν ομοφοβία που σε λερώνει μόνο να την φαντάζεσαι. Να ζυγίσεις όλο το βρεγμένο σώμα άρθρων, πυκνό σαν μια μεγάλη μπάλα με κοπριά και σκουλήκια.

Ανάμεσα στις εφημερίδες διαπιστώνεται κυρίως η Il Tempo, όμως είναι ο περιοδικός τύπος της δεξιάς που βασανίζει τον Pasolini με τρόπο αλήτικο, χουλιγκανισμού, ασταμάτητο. Περιοδικά όπως Lo Specchio και Il Borghese αφιερώνονται στην αποστολή με ενθουσιασμό, με reporter και γραφιάδες αποσπασμένους να καταδιώκουν το θύμα, να το προκαλούν, να το χτυπούν με κάθε ευκαιρία, με τίτλους όπως  “O κώλος χτυπά αριστερά” και του αδιαμφισβήτητου στυλ που σήμερα κληρονομήθηκε από το Libero – για να αναφέρουμε ένα μόνο όνομα.

Στις σελίδες του Borghese ξεχωρίζουν στο killeraggio, στο δολοφονικό σχέδιο θα λέγαμε, ο μουσικός κριτικός  Piero Buscaroli και ο μελλοντικός συγγραφέας και τηλεοπτικός σκηνοθέτης Pier Francesco Pingitore, που ίδρυσε το Bagaglino. Άλλες κατηγορίες και επιθέσεις καταφτάνουν από τον συγγραφέα Giovannino Guareschi και, σε μιαν ευκαιρία, από τον κινηματογραφικό κριτικό  Gian Luigi Rondi, μα η βασίλισσα του antipasolinismo δίχως αμφιβολία είναι η Gianna Preda, ψευδώνυμο της Maria Giovanna Pazzagli Predassi (1922-1981), που συνίδρυσε στην συνέχεια – μαντέψτε – το Bagaglino.

Εορτάζεται ακόμη και σήμερα σε ένα blog της δεξιάς σαν “η κυρία της ελεύθερης δημοσιογραφίας”, “έξω από τον χορό”, “ποτέ ηθικίστρια και μακριά από τον σκοταδισμό” και πάει λέγοντας, η Preda καλλιεργεί εις βάρος του Pasolini μια αυθεντική ομοφοβική εμμονή, σεξοφοβική και – ça va sans dire – ιδεολογική. Συχνά αναφέρεται στον συγγραφέα/σκηνοθέτη αποκαλώντας τον »η Παζολίνα»,  “la Pasolina”. Για τους ομοφυλόφιλους, που περιγράφονται σαν δημιουργοί σκιερών συνωμοσιών, επινοεί τον όρο “pasolinidi”. Προχωρά για χρόνια – συνεχίζοντας και μετά τον θάνατο του PPP – να γράφει πράγματα αυτού του είδους:

[Pasolini] μπόρεσε, με αμετάβλητη άνεση, να συνεχίσει να μπερδεύει τα ζητήματα της κάτω ράχης με εκείνα του αντιφασισμού […] Μια μυστική συμμαχία […] κάνει τους ‘αναποδογυρισμένους’ το πιο πολυάριθμο και στέρεο κόμμα της Ιταλίας; ένα κόμμα που, διαμέσου των διακεκριμένων μελών του, φτάνει στο σημείο να έχει επικεφαλής ή να αποδίδει υπηρεσίες στο Κκι, al Pci […] Ο ‘τοιούτος’ νιώθει, με την μύτη, εκείνο που τον συμφέρει και που πρέπει να ακουμπήσει, εάν δεν θέλει να δώσει λογαριασμό στην κοινή γνώμη για εκείνο που αυτή θεωρεί ακόμη ένα βίτσιο […] Έτσι γεννιέται ένας νέος μύθος… [Να τον γιορτάσουν] αναλαμβάνουν στην συνέχεια οι εφημερίδες της αριστεράς, που καταφέρνουν να καμουφλάρουν με ηρωισμό τον μυστικό φόβο εκείνου ή του άλλου παράνομου ‘capovolto’. Λαμπρές θα είναι οι τύχες των pasolinidi της Ιταλίας. Ήδη αισθανόμαστε τα σημάδια από τις τύχες εκείνων που ανακάλυψαν πολύ αργά την τύχη να είναι  pasolinidi […] Εάν θα έχουμε, λοιπόν, νέες συγκρούσεις με τους μαρξιστές […] πριν σκεφτούμε να προφυλάξουμε το στήθος μας, να ανησυχήσουμε να να κοιτάξουμε να προφυλάξουμε τα νώτα μας…

Η “μέθοδος Boffo” έρχεται από μακριά. Όπως επίσης και οι συνομωσιολογίες γύρω από την κακιά »θεωρία των φύλων»,  “teoria del gender”.

Το αντίστοιχο της  Gianna Preda στο Specchio είναι ο πρώην ρεπουμπλικάνος Giose Rimanelli, κρυμμένος πίσω από το ψευδώνυμο, nom de plume A. G. Solari. Όπως είναι προφανές, παράφρονες επιθέσεις στον Pasolini φτάνουν επίσης από την Secolo d’Italia, μα μια πιο λεπτή επεξεργασία και με επιρροή δολοφονικού χαρακτήρα, di character assassination βρίσκει χώρο στον εθνικοσυντηρητικό λαϊκό τύπο, αυτό περιοδικών όπως το Oggi και Gente.

Πάμε πολύ μακριά, δυστυχώς. ο Pasolini μοιάζει να είναι η λυδία λίθος του χειρότερου. Το 1968 ο σκηνοθέτης Σέρτζιο Λεόνε, που ερωτήθηκε από το Borghese, νιώθει πως επείγεται να σχολιάσει έτσι τις πολεμικές για την ταινία Θεώρημα, sul filmTeorema: “Είμαι βέβαιος πως πολλά φιλμ για την ομοφυλοφιλία έχουν καταφέρει να κάνουν τελείως κανονική και θεμιτή αυτή την μορφή ανώμαλης σχέσης”. Μέχρι και στο manifesto βρίσκονται ομοφοβικά αστεία: “Η θέση [του Pasolini] απλοποιημένη είναι ξεκάθαρη …” (21 ιανουαρίου 1975). Όπως έγραψε ο Tullio De Mauro:

Οι μαύροι χείμαρροι φτάνουν σε σημείο να ρυπάνουν και νερά σχετικά απομακρυσμένα. Η λεκτική γλώσσα δεν είναι μόνο ζήτημα αυτού που λέμε ή ακούμε. Είναι ζήτημα επίσης αυτού που, στην συλλογική μνήμη, περιτριγυρίζει και alona αυτό που είπαμε και ακούσαμε. Αυτό που δεν είπαμε βαρύνει δίπλα σε αυτό που είπαμε, προσανατολίζει την εκτίμησή του και την κατανόησή του. Αυτός που διαβάζει στην Espresso στις 18 φεβρουαρίου  1968 το κομμάτι »ο Παζολίνι ευλογεί τους γυμνιστές»,  Pasolini benedice i nudisti , με φωτογραφίες νεαρού γυμνού να καβαλάει ένα βιολοντσέλο, επηρεάζεται από τις συνέπειες του μαύρου κύματος φασιστικής προέλευσης, αρέσει δεν αρέσει ,έστω και παρά την θέλησή τους, στους συντάκτες του ριζοσπαστικού-σοσιαλιστικού περιοδικού.

Πρόκειται για μιαν πλατιά εκστρατεία για την βοήθεια, ή καλύτερα, για να υποκινήσει όχι μόνο τις αστυνομικές και δικαστικές δράσεις, αλλά και τις φυσικές επιθέσεις από πλευράς φασιστών. Φασιστών που η δικαιοσύνη δεν άγγιξε ποτέ, και που θα καταλήξουν σε διάφορες έρευνες γύρω από την στρατηγική της έντασης, όπως οι Serafino Di Luia, Flavio Campo και Paolo Pecoriello.

Στις 13 φεβρουαρίου 1964, davanti alla Casa dello studente di Roma, μπροστά στην φοιτητική Εστία της Ρώμης, ένα Fiat 600 προσπαθεί να παρασύρει μιαν ομάδα φίλων του Pasolini που υπερασπίζονται αυτό τον τελευταίο από μιαν φασιστική ενέδρα. Οδηγεί το αυτοκίνητο ο Adriano Romualdi, οπαδός του Julius Evola και γυιός  του Pino, βουλευτή και προέδρου του φασιστικού κόμματος ιταλικό κοινωνικό Κίνημα,  Movimento sociale italiano (Msi). Το επεισόδιο αναφέρεται με λεπτομέρειες και τις πηγές τους σε όλες τις βιογραφίες του Pasolini, ενώ παραλείπεται στην Wikipedia στην αναφορά της για τον Romualdi.

ο Pasolini δεν προχωρεί σε καταγγελία, ούτε για τις δυσφημίσεις διαμέσου του Τύπου ούτε για τις φυσικές επιθέσεις που δέχεται. Είναι μια επιλογή προσεγμένη: δεν θέλει να πέσει στο επίπεδο αυτών που τον κυνηγούν και τον κατατρέχουν. Επίσης, εάν προχωρούσε σε καταγγελία δεν θα κατάφερνε άλλο από το να μεγαλώσει την ήδη τεράστια ποσότητα χρόνου που δαπανά στο δικαστήριο.

3. Πως κι έτσι?

Γιατί ένας τέτοιος κατατρεγμός? Γιατί ήταν ομοφυλόφιλος? Μεταξύ των καλλιτεχνών και των συγγραφέων σίγουρα δεν ήταν ο μοναδικός. Διότι ήταν ομοφυλόφιλος και κομουνιστής? Ναι, αλλά δεν φτάνει από μόνο του ούτε αυτό. Διότι ήταν ομοφυλόφιλος, κομουνιστής και εκφράζονταν δίχως καμιά αναστολή ενάντια στην αστική τάξη, την κυβέρνηση, την χριστιανική Δημοκρατία, τους φασίστες, στην εισαγγελία και την αστυνομία? Ναι, αυτό φτάνει. Θα είχε αρκέσει, έτσι κι αλλιώς, για την Ιταλία μιλάμε και εκείνη την συγκεκριμένη Ιταλία.


Pier Paolo Pasolini στην Roma, το 1967. (Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio)

ο Pasolini, έγραψε ο Alberto Moravia, σκανδάλιζε εκείνη “την ιταλική αστική τάξη που μέσα σε τέσσερις αιώνες δημιούργησε τα δυο σημαντικότερα συντηρητικά κινήματα της Ευρώπης, δηλαδή την αντιμεταρρύθμιση και τον φασισμό”.

Η ιταλική αστική τάξη εκδικήθηκε και, με τρόπους πιο πλάγιους, συνεχίζει να εκδικείται. Η φενάκη πως “ο Pasolini βρίσκονταν με την πλευρά της αστυνομίας”, που επαναλαμβάνεται από τους φασίστες, από τους καθώς πρέπει και τους ψεύτικους αντικονφορμιστές του σήμερα, συνεχίζει την  révanche των φασιτών, των καθωσπρεπιστών και των ψευτο αντικονφορμιστών του χθες.

Όπως επίσης η μεταφανάτια απολογία ενός απλοποιημένου Pasolini, γυαλισμένου,  πεπλατυσμένου και αγιοποιημένου από την révanche.

4. “Δεν θα μπορούν να ψεύδονται αιώνια”

Τον μάρτιο του 1960 ο Fernando Tambroni, ήδη υπουργός εσωτερικών και στην συνέχεια οικονομικών, γίνεται αρχηγός μιας κυβέρνησης ενός χρώματος,  Dc. Το εκτελεστικό σχηματίζεται χάρη στις ψήφους των φασιστών. Μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την απελευθέρωση, μια νεοφασιστική δύναμη πλησιάζει στην περιοχή της κυβέρνησης. Διαμαρτυρίες και επεισόδια εκρήγνυνται σε όλη την χώρα. Στις 30 ιουνίου, δεκάδες χιλιάδων διαδηλωτών συγκρούονται με την αστυνομία στην Genova, πόλη εργατική και αντιστασιακή που επιλέχθηκε από το φασιστικό’Msi για το συνέδριό του. Στις 7 ιουλίου, στην Reggio Emilia, αστυνομία και καραμπινιέροι πυροβολούν ενάντια σε συνδικαλιστική διαδήλωση σκοτώνοντας πέντε ανθρώπους. Στις 19 ιουλίου, ο Tambroni παραιτείται.

Το περιοδικό Vie nuove – στο οποίο ο Pasolini κρατά μια στήλη όπου συζητά με τους αναγνώστες – φτιάχνει αμέσως έναν δίσκο για την σφαγή της Reggio Emilia. Πρόκειται για την ηχογράφηση των πυροβολισμών. Στο περιοδικό Vie nuove νούμερο 33, έτος XV, της 20 αυγούστου 1960, ο Pasolini σχολιάζει: “Εκείνο που μας χτυπά, που κάνει εντύπωση […] είναι η οργανωμένη και μηχανική ψυχράδα με την οποίαν η αστυνομία άνοιξε πυρè : οι πυροβολισμοί επαναλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλον, οι ριπές με τις ριπές, δίχως τίποτα να μπορεί να τις σταματήσει, σαν ένα παιχνίδι, σχεδόν με την φιληδονία μια διασκέδασης”.

Είναι οι ημέρες της δίκης του ναζιστή εγκληματία  Eichmann, και ο Pasolini συνδέει τις δυο ιστορίες:

Έτσι σκότωνε αυτός, με εκείνη την κρύα αποστασιοποίηση, με εκείνη την τρελή διάσταση.  Είναι προβλέψιμο πως οι δικαιολογίες των αστυνομικών […] θα είναι καθ’ όλα παρόμοιες με εκείνες  ήδη γνωστότατες… Θα μιλήσουν κι αυτοί για διαταγές, για καθήκον κλπ. […] Η ιταλική αστυνομία… σχεδόν χαρακτηρίζεται σαν στράτευμα ξένης δύναμης, τοποθετημένη στην καρδιά της Ιταλίας. Πως να πολεμήσουμε ενάντια σε αυτή την δύναμη και το στράτευμά της? […] Εμείς έχουμε ένα ισχυρό μέσο αγώνα: την δύναμη του λόγου και της αιτίας, του δίκιου, με την φυσική και ηθική συνοχή και αντίσταση που αυτό δίνει. Με αυτήν είναι που πρέπει να παλέψουμε, δίχως να χάσουμε χτύπημα, δίχως ποτέ να απ;exoyme. Oι αντίπαλοί μας είναι, κριτικά και ορθολογικά, τόσο αδύναμοι όσο αστυνομικά δυνατοί: δεν θα μπορούν να ψεύδονται αιωνίως.

Το 1961 ο Pasolini γυρνά την πρώτη του ταινία, Ακκαττόνε, Accattone. Σε ένα χωριό όπου διαβάζουν ελάχιστα, το σινεμά είναι δυνητικά πιο επικίνδυνο από την λογοτεχνία.
Η αστική αποδοκιμασία, η λογοκρισία και η καταστολή που ξέσπασαν από τις ταινίες του Pasolini (όλα, ουδενός εξαιρουμένου) θα είναι αφάνταστα μεγαλύτερες από εκείνες που ξέσπασαν από τα βιβλία και από τα άρθρα. Εάν μετά σε ένα φιλμ εμφανίζεται ξανά η ιστορία του πως πέθανε Marcello Elisei…

Στα 1962, το τέλος της ταινίας Mamma Roma – film που προκαλεί φασιστικές βιαιότητες και αμέσως απαγορεύεται από την λογοκρισία – δείχνει τον νεαρό Ettore που πεθαίνει στην φυλακή, βογκώντας, μες τον πυρετό και επικαλούμενος την μητέρα του, δεμένος με τα εσώρουχά του δεμένος σε ένα κρεβάτι. “Βοήθεια, βοήθεια, γιατί με βάλατε εδώ?… Δεν μπορώ άλλο, ορκίζομαι, δεν μπορώ άλλο… Είμαι καλός, τώρα… Mamma, πεθαίνω απ’ το κρύο… Είμαι χάλια… Mamma!… Mamma, πεθαίνω’… Είναι όλη νύχτα που βρίσκομαι εδώ πέρα… Δεν μπορώ άλλο…”.

Στις 31 αυγούστου 1962 ο αντισυνταγματάρχης Giulio Fabi, διοικητής της ομάδας καραμπινιέρων της Venezia, μηνύει την Mamma Roma για αισχρότητα και βιάζεται να προσθέσει: “Κάνουμε γνωστό πως ο δημιουργός και σκηνοθέτης Pasolini και ένας από τους ερμηνευτές, ο Citti, θα έπρεπε να έχουν νομικά προηγούμενα παρά του δικαστηρίου της Roma”. Ανάμεσα σε αυτούς που ακολουθούν και εκτιμούν τον Pasolini τριγυρνά η υπόθεση πως είναι η τελική φάση του έργου που ερέθισε το όπλο.

Aπό εδώ κι εμπρός, τον Pasolini θα κατακλύσει ένα ωστικό κύμα λογοκρισίας και καταστολής που δεν έχει αντίστοιχο στην καριέρα των άλλων ιταλών καλλιτεχνών.

5. “Να καταστρέψουμε την εξουσία”

Να το νόημα του επιρρήματος “προφανώς”, που χρησιμοποιήθηκε από τον Pasolini για να ενδυναμώσει μια προϋπόθεση που θεωρεί σημαντική. Είναι τελείως προφανές πως ο PPP είναι ενάντια στον θεσμό της αστυνομίας.

Aκόμη προφανέστερη η αποστροφή που ακολουθεί: “Προσπαθήστε όμως να τα βάλετε με την εισαγγελία, και θα δείτε!”. Εκείνη την εισαγγελία που τόσο κυνήγησε, συνεχίζει και θα συνεχίζει να κατατρέχει τον Pasolini, και μετά τον θάνατό του.

Ξεκινώντας από αυτή την θέση είναι που ο δημιουργός του ποιήματος  »Το Κκι προς τους νέους», Il Pci ai giovani εμπιστεύεται σε έναν σωρό από “άσχημους στίχους” – δικός του ο ορισμός – έναν στοχασμό μπερδεμένο, που αμέσως εκτροχιάζεται και γίνεται ένα ξέσπασμα, μια ευρηματική αντιαστική εκτόνωση. Όπως θα γράψει λίγο μετά: “Με τραυμάτισε πολύ η αστική τάξη, και το μίσος μου προς αυτήν είναι πλέον παθολογικό”.

Μα όμως όσο κι αν αυτό το ευρηματικό του ξέσπασμα μπορεί να είναι τυπικά άσχημο και να του λείπει και focus στα περιεχόμενα, αφού διαβάστηκε ολόκληρο (ολόκληρο, όχι μόνον 4-5 στίχοι αποσπασματικά να κραδαίνονται σαν μπαστούνια από αυτό ή εκείνο το πρωτοπαλίκαρο) είναι δύσκολο να καταλήξει κάποιος πως ο “Pasolini ήταν με την αστυνομία”.

ο Pasolini περιγράφει τους αστυνομικούς που συγκρούστηκαν με τους φοιτητές στην Valle Giulia σαν “ταπεινωμένους από την απώλεια της ποιότητας τους ανθρώπου / για εκείνη του αστυνομικού”. Ο θεσμός της αστυνομίας είναι απάνθρωπος. Γι αυτό οι φοιτητές – “εκείνοι οι χίλιοι ή δυο χιλιάδες αδελφοί μου / που δρουν στο Trento ή στο Torino, / στην Pavia ή στην Pisa, / στην Firenze και λίγο και στην Roma” – είναι πάντως “απ’ την μεριά του δίκιου” και η αστυνομία “απ’ την μεριά του λάθους, της αδικίας”. Εάν δεν γίνεται αυτό αντιληπτό, δεν κατανοούμαι το παράδοξο της πρόθεσης του Pasolini. Η παραδοξότητα του χρειάζεται για να συγκεκριμενοποιήσει πως την αληθινή επανάσταση δεν θα την κάνουν ποτέ οι φοιτητές, διότι είναι παιδιά των αστών. Το πολύ θα μπορέσουν να κάνουν έναν “εμφύλιο πόλεμο”, γενεαλογικό σε αυτή την περίπτωση, μέσα στην αγκαλιά της μπουρζουαζίας. Την επανάσταση, λέει ο Pasolini, μπορούν να την κάνουν όνο οι εργάτες, στους οποίους ο μεγάλος αστικός Τύπος δεν θα γλείψει ποτέ τον κώλο, όπως αντίθετα – στην υπερβολή του Παζολίνι  – κάνει με τους φοιτητές. Είναι οι εργάτες ο αληθινός κίνδυνος για την καπιταλιστική εξουσία, οπότε θα είναι αυτοί που θα υποστούν την πιο σκληρή αστυνομική καταστολή: “Η αστυνομία θα περιοριστεί να αρπάξει λίγες γροθιές μέσα σε κατειλημμένο εργοστάσιο?”, ρητορικά αναρωτιέται ο συγγραφέας. Οπότε, εκεί είναι ακριβώς που πρέπει να βρεθούν οι φοιτητές, εάν θέλουν να είναι επαναστάτες: ανάμεσα στους εργάτες. “Οι Δάσκαλοι γίνονται καταλαμβάνοντας τα Εργοστάσια / όχι τα πανεπιστήμια”. Αλλά πάνω απ’ όλα, οι φοιτητές πρέπει να ξαναπάρουν στα χέρια “το μοναδικό πραγματικά επικίνδυνο εργαλείο / για να πολεμήσουν ενάντια στους πατεράδες [τους] : / δηλαδή τον κομουνισμό”. ο Pasolini τους καλεί να κάνουν δικό τους  Pci, κόμμα που έχει “τον θεωρητικό στόχο” να “καταστρέψει την Εξουσία” (εκείνη την εξάλειψη του κράτους που ο Marx θέτει σαν τελικό στόχο του ταξικού αγώνα και του σοσιαλισμού) μα που κατέληξε σε ανάξια χέρια, τα χέρια  μέτριων καλοντυμένων κυρίων”, “αστών σαν τους ηλίθιους πατεράδες σας”. Καταλάβετε τα γραφεία του Κκι, λέει ο Pasolini, αυτό θα βοηθούσε το κόμμα να  “καταστρέψει, εν τω μεταξύ, ότι αστικό έχει μέσα του”.

Αυτή η προτροπή καταλαμβάνει όλο το δεύτερο μέρος του κειμένου, μα – για δες – δεν αναφέρεται ποτέ.

Το ξέρω, ζαλίστηκες. Σου είχαν πει πως »το Κκι προς τους νέους» μιλούσε καλά για την αστυνομική καταστολή. Είχες ακούσει αποστροφές αυτού του ποιήματος να παρατίθενται από δημόσιους κατήγορους την ώρα που ζητούσαν βαρύτατες ποινές για τους  No Tav. Τις άκουσες από τα χείλια του Belpietro. Τις διάβασες στις ανακοινώσεις του Sap και του Coisp…

6. Ένα πρόστυχο μάντρα

το Il Pci ai giovani δέχτηκε αμέσως επίθεση, και όχι μόνο από τους φοιτητές στους οποίους ασκούσε κριτική. ο Franco Fortini γέμισε τον Pasolini προσβολές. Κάτω από την σώρευση εκείνων των προσβολών, οι κριτικές ήταν δίκαιες. ο Pasolini προσπάθησε να εξηγηθεί, προσπαθώντας να μην καταπιεί το παράδοξό του. Εκείνοι οι στίχοι ήταν “άσχημοι” διότι δεν κατάφεραν  “από μόνοι τους να εξηγήσουν εκείνο που ο δημιουργός [ήθελε] να εκφράσει”. Ήταν στίχοι “’με διπλή σημασία’, ειρωνικοί δηλαδή, αυτοσαρκαστικοί. Όλα ειπώθηκαν μέσα σε εισαγωγικά”. Μίλησε για “boutade”, »ανέκδοτα», di “captatio malevolantiae”, πως, μελίγα λόγια, θέλησε [ο Παζολίνι] να κάνει κακιά εντύπωση, όμως δεν έκανε πίσω ποτέ από το σημείο που είχε διαλέξει και αποφασίσει να υπερασπισθεί: την πρόσκληση στους φοιτητές να  “να κάνουν την τελευταία επιλογή που ήταν ακόμη δυνατή […] υπέρ αυτού που δεν ήταν αστικό”.

Όμως πλέον η φωτιά είχε ήδη ανάψει και θα παρέμενε να αιωρείται στον αέρα η κάπνα από τα αποκαίδια για τα επόμενα πενήντα και βάλε χρόνια που πέρασαν, προς χαράν των “μεταφασιστών”, ciellini, κίτρινων συνδικάτων, αυτών που προσκαλούνται στα talk-show, συγγραφέων που είναι μέσα σε όλα, τα ξέρουν όλα και λένε πολλά,  Παβλοβιανοί σχολιαστές.

Κάθε φορά που εμφανίζεται η κοινωνική σύγκρουση και η αστυνομία επεμβαίνει για να την καταστείλει ξεκινά εκ νέου, όπως το αποκάλεσε ένας κακός δάσκαλος, “το πρόστυχο μάντρα” για το Pasolini που υποστήριζε την αστυνομία και τα γκλομπ της. Με εκείνο το μάντρα δικαιολογήθηκε κάθε προσφυγή στην βία από πλευράς των δυνάμεων της τάξης. Ξύλο, δακρυγόνα που ρίχνονται στο πρόσωπο, τοξικά αέρια, η δολοφονία του Carlo Giuliani, η εισβολή στην σχολή Diaz στην Genova, η αλληλεγγύη του σώματος [της αστυνομίας] στους δολοφόνους του Federico Aldrovandi κλπ. Κατά περιόδους, φράσεις που απομονώνονται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιούνται για τους διαδηλωτές  “παιδιά των μπαμπάδων τους” και τους προλετάριους αστυνομικούς χρησιμοποιούνται ενάντια στους επισφαλείς, αυτούς που τους κάνουν έξωση από τα σπίτια τους ή πληθυσμούς που αντιστέκονται στην καταστροφή των περιοχών τους.

Υποψιάζομαι όμως πως το μάντρα επιβλήθηκε μόνο αρχίζοντας από τα χρόνια εννενήντα, μαζί με συγκεκριμένες  “οικειοποιήσεις” της σκέψης του Pasolini. Σίγουρα, την περίοδο 1968-75 ουδείς κάτοχος της εξουσίας, κανένα μέλος του μπλοκ της εξουσίας διάβασε εκείνα τα εδάφια σαν πραγματικά απολογητικά της καταπίεσης και της καταστολής. Φτάνει να δούμε το πως εξελίχθησαν οι σχέσεις μεταξύ Pasolini, της αστυνομίας και της εισαγγελίας, και πως αναπτύχθησαν εκείνες ανάμεσα στον Pasolini, το φοιτητικό κίνημα και τις εξωκοινοβουλευτικές αριστερές.

7. “Αντεθνική προπαγάνδα”

Τον αύγουστο του 1968, δυο μήνες μετά την πολεμική για το Il Pci ai giovani, »το Κκι στους νέους», ο Pasolini παίρνει μέρος στην διαμαρτυρία ενάντια στο Φεστιβάλ κινηματογραφικής τέχνης της Βενετίας, καταλαμβάνει το κτίριο του κινηματογράφου στο Lido, υφίσταται την αστυνομική εκδίωξη και δέχεται μιαν ακόμη καταγγελία. Θ α δικαστεί μαζί με άλλους σκηνοθέτες, με την κατηγορία πως  “διατάραξε την ειρηνική κατοχή ακινήτων πραγμάτων άλλου”. Θα απαλλαχθεί τον οκτώβρη του 1969.

Στο περιοδικό Tempo νούμερο 39, έτος XXX, της 21 σεπτεμβρίου 1968, η ρουμπρίκα  Il Caos που κρατά ο Pasolini περιέχει ένα »Γράμμα στον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως»,  “Lettera al Presidente del Consiglio”, που αυτές τις ημέρες είναι ο Giovanni Leone, όχι ακόμη “ενθρονισμένος” né impeached. Ο συγγραφέας κατηγορεί τον ηγέτη της κυβέρνησης για την καταστολή στην Venezia. Όσοι πιστεύουν πως ο Pasolini υπήρξε ενάντια στο ‘68 θα αλλάξουν άποψη διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα  (corsivo mio):

Το ’44-’45 και το ’68, αν και μερικώς, ο ιταλικός λαός γνώρισε τι θα πει – ίσως μόνο σε ρεαλιστικό επίπεδο – τι είναι η αυτοδιαχείριση και η αποκέντρωση, κι έζησε, με βια, μιαν απαίτηση, αν και απροσδιόριστη, πραγματικής, άμεσης δημοκρατίας. Η Αντίσταση και το Φοιτητικό Κίνημα είναι οι δυο μοναδικές δημοκρατικές-επαναστατικές εμπειρίες του ιταλικού λαού. Γύρω τους υπάρχει σιωπή και ερημιά : η αδιαφορία, η κρατικίστικη εκφύλιση, οι φριχτές παραδόσεις της Σαβοϊας, των Βουρβώνων, του Παπισμoύ.

ο Leone απαντά με περιφράσεις, ο Pasolini συνεχίζει να στοχεύει απευθείας και στο νούμερο 41 της 5 oκτωβρίου 1968 επιβεβαιώνει: “Εγώ ήμουν παρόν, εκείνο το βράδυ. Και είδα με τα μάτια μου τις βιαιότητες της αστυνομίας”.

Για να ζητήσουν – και τις περισσότερες φορές να κερδίσουν  – την κατάσχεση των έργων του Pasolini ενεργούν σε πρώτο πρόσωπο μέλη των δυνάμεων της τάξης

Δυο μήνες μετά, στο νούμερο 52 της 21 δεκεμβρίου 1968, ο Pasolini σχολιάζει μιαν ακόμη σφαγή από αστυνομικό χέρι  – δυο εργάτες της γης διάτρητοι από σφαίρες στην Avola, στην Sicilia – και υποστηρίζει την πρόταση, που έγινε από ένα Κκι ακόμη μακριά από την υποστήριξη των ειδικών νόμων, για αφοπλισμό της αστυνομίας:

Ο αφοπλισμός της αστυνομίας όντως σημαίνει δημιουργία των αντικειμενικών συνθηκών για μιαν άμεση αλλαγή της ψυχολογίας του αστυνομικού. Ένας αστυνομικός άοπλος είναι ένας άλλος αστυνομικός. Θα κατέρρεε μονομιάς, σε αυτόν, το θεμέλιο της  ‘ψεύτικης ιδέας που έχει για τον εαυτό του’ που η Εξουσία του έχει δώσει, εκπαιδεύοντάς τον σαν ένα αυτόματο.

Σε ένα επεισόδιο της ρουμπρίκας που παρέμεινε αδημοσίευτη και βρήκε ο Gian Carlo Ferretti, ο Pasolini απαντά σε μιαν αναγνώστρια της δεξιάς, κάποιαν  Romana Grandi, πως της έστειλε ένα φυλλάδιο του φασιστικού Msi-Dn pieno γεμάτο προσβολές προς αυτόν και άλλους διανοούμενους: “Μια μικρή προσπάθεια θα μπορούσατε να την κάνετε, μιας και μου γράφετε και ξαναγράφετε πως είστε μια εργαζόμενη: δεν αντιληφθήκατε πως εκείνοι που χτυπήθηκαν από την αστυνομία είναι οι εργαζόμενοι (και οι φοιτητές που αγωνίζονται δίπλα στους εργαζόμενους)?”.


Pier Paolo Pasolini στην Roma, το 1967. (Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio)

Το φθινόπωρο του ’69 – που αποκαλέστηκε θερμό φθινόπωρο – είναι μια περίοδος μεγάλων αγώνων και εργατικών νικών. Στις 12 δεκεμβρίου, σαν απάντηση, εκρήγνυται η βόμβα στην piazza Fontana. Στην συνέχεια, ξεκινά η μασκαράτα για να χτυπηθούν οι αναρχικοί, οι αριστερές και το εργατικό κίνημα. Στις 15 δεκεμβρίου πεθαίνει ο Giuseppe Pinelli. Στις 16 δεκεμβρίου, ο απεσταλμένος της τηλεόρασης για το δελτίο ειδήσεων Tg1 Bruno Vespa κοινωνεί σε εκατομμύρια ανθρώπους πως ο “Pietro Valpreda είναι ο ένοχος, ένας από τους υπεύθυνους για την σφαγή του Milano”. Ο αναρχικός Valpreda καθίσταται το τέρας.

ο Pasolini, Moravia, Maraini, Asor Rosa και άλλοι διανοούμενοι υπογράφουν μιαν έκκληση “ενάντια στην κατασταλτική πλημμυρίδα”. Στην εφημερίδα Borghese της 28 δεκεμβρίου 1969, ο Alberto Giovannini αρπάζει την ευκαιρία και γράφει:

Ανάμεσα στους συλληφθέντες, εκτός απ’ τον Valpreda, που συνηθίζει να γυρνά την πλάτη του όχι μόνο στην μισητή μπουρζουαζία μα και στους αγαπημένους νεανίες, υπάρχουν πολλοί  ‘τραβεστί’ και  ‘αδελφές’; γεγονός που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο τον P. P. Pasolini, που για όλους τους αναποδογυρισμένους της Ιταλίας είναι, σίγουρα, ο πνευματικός πατέρας, μιας και η αχάριστη φύση […] δεν του έδωσε την ευκαιρία να είναι η μητέρα τους.

Στο νούμερο 2, έτος XXXII, της εφημερίδας Tempo, της 10 ιανουαρίου 1970, ο Pasolini απευθύνεται στον σοσιαλδημοκράτη βουλευτή Mauro Ferri και γράφει:

Ο εξτρεμισμός των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων της αριστεράς δεν οδήγησε με κανέναν τρόπο (είναι πρόστυχο μόνο και να το σκεφτόμαστε) στην σφαγή της Piazza Fontana: αυτός οδήγησε στην τεράστια νίκη των εργατών του μετάλλου. Πριν την δράση του Potere operaio και των άλλων ομάδων έξω από τα κόμματα, τα συνδικάτα κοιμούνταν.

Από την 1 μαρτίου 1971, για δυο μήνες, ο Pasolini εκτελεί χρέη διευθυντή υπεύθυνου της εφημερίδας Lotta Continua, αποδεχόμενος τον κίνδυνο να διερευνηθεί , να του απαγγελθούν κατηγορίες και να δικαστεί για τα περιεχόμενα της εφημερίδας. Όπως και γίνεται στις  18 oκτωβρίου του ίδιου χρόνου, επειδή  “υποκίνησε στρατιωτικούς να μην υπακούσουν τους νόμους […], επιτέλεσε αντεθνική προπαγάνδα και για την ανατροπή των οικονομικών και κοινωνικών κανονισμών που έχουν θεσμισθεί από το Κράτος [και] δημόσια υποκίνησε την διάπραξη εγκλημάτων”. Από τον κώδικα το ανώτερο ποινής προβλεπόμενης: 15 χρόνια κάθειρξης. Μάρτυρες κατηγορίας: αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και αστυνομικοί της δημόσιας ασφάλειας και των καραμπινιέρων.

Μετά από αυτή την κλήση σε δίκη, περιφρονώντας οποιοδήποτε τεκμήριο αθωότητας, η τηλεόραση Rai μπλοκάρει την μετάδοση του προγράμματος του  Enzo Biagi Terza B: facciamo l’appello. Σήμερα είναι μια από τις πιο διάσημες τηλεοπτικές εμφανίσεις του Pasolini, μα πολλοί όμως δεν γνωρίζουν πως είχε λογοκριθεί και μεταδόθηκε μόνο μετά τον θάνατό του, πέντε χρόνια μετά που καταγράφηκε.

Εν τω μεταξύ, για να ζητηθεί – και να επιτευχθεί τις περισσότερες φορές – η κατάσχεση των έργων του Pasolini επιχειρούν άμεσα στελέχη των δυνάμεων της τάξης. Στο Bari, η επιθεωρήτρια της αστυνομίας Santoro σημειώνει την “τρομακτική” αισχρότητα της ταινίας Decameron. Στην Ancona, ενάντια στο ίδιο φιλμ εμφανίζεται καταγγελία του επιθεωρητού της δασικής υπηρεσίας Lorenzo Mannozzi Torini, ο οποίος σύμφωνα με την Wikipedia είναι ένας “πιονιέρος της καλλιέργειας του μανιταριού τρούφα”.

Σίγουρα δοκιμάστηκε όμως δεν πτοήθηκε καθόλου, ο  Pasolini χρηματοδοτεί και γυρίζει μαζί με την κινηματογραφική κολεκτίβα της Lotta continua (Lc) ένα ντοκιμαντέρ-έρευνα γύρω από τα γεγονότα της piazza Fontana και για την κατάσταση των αγώνων στην Italia. Με το σενάριο του Giovanni Bonfanti και του Goffredo Fofi, το ντοκιμαντέρ βγαίνει στα 1972 με  τον τίτλο ’12 δεκεμβρίου’ , 12 dicembre και την διατύπωση “Από μια ιδέα του Pier Paolo Pasolini”.

Aκόμη τον νοέμβρη 1973, όταν η σχέση με την Lc είναι τεταμένη και στα πρόθυρα της ρήξης, ο Pasolini δηλώνει: “Τα παιδιά της Lotta συνεχίζουν να είναι εξτρεμιστές, σύμφωνοι, ίσως φανατικοί και πεισματικά τραχείς από πλευράς κουλτούρας, αλλά τραβούν το σκοινί και, γι αυτό ακριβώς, πρέπει να υποστηριχθούν, το αξίζουν. Πρέπει να θέλεις το πολύ για να κατακτήσεις το λίγο”.

8. “Οι παλιές μας γνωριμίες”

Η τελευταία περίοδος, εκείνη η “κουρσάρικη” και “λουθηρανική”, σημαδεύτηκε από την επαναλαμβανόμενη, αμείλικτη απαίτηση μιας μεγάλης δίκης στην χριστιανική Δημοκρατία, Democrazia cristiana, στα υψηλά της στελέχη, τους ιθύνοντες και τους προύχοντες, στους συνεργούς των πολιτικών της.

Μετά ‘το Κκι στους νέους’ ,Il Pci ai giovani, είναι κάποιες φόρμουλες-shock του Pasolini 1974-’75 που κρατούν τα πρωτεία των αναγνώσεων αυτού με τρόπο προβοκατόριο, χειραγωγημένο.

Για παράδειγμα, απομονώνονται παράδοξα όπως “ο φασισμός των αντιφασιστών” για να υποστηριχθούν οι συγκεντρώσεις της άκρας δεξιάς, αποφεύγοντας να πουν πως ο Pasolini χρησιμοποιούσε την έκφραση για να επιτεθεί στην υποκρισία του  θεσμικού τόξου, το σύνολο των κομμάτων της εξουσίας, εκείνα που – λέει σε μια συνέντευξη τον ιούνιο του 1975 – “θα συνεχίζουν να οργανώνουν άλλες δολοφονίες και άλλες σφαγές, και ως εκ τούτου να εφευρίσκουν τους φασίστες δολοφόνους; δημιουργώντας έτσι μια αντιφασιστική ένταση για να ενδυθούν μιαν αντιφασιστική παρθενιά, και για να κλέψουν από τους κλέφτες τις ψήφους τους; μα, την ίδια στιγμή, διατηρώντας την ασυλία των φασιστικών ομάδων που αυτοί, εάν το επιθυμούσαν, θα τις εξολόθρευαν σε μιαν ημέρα”.

Δίχως το πλαίσιο, το περιβάλλον τι απομένει? Μια χούφτα από εικόνες – οι πυγολαμπίδες, το τέλος του αγροτικού κόσμου, τα αναγνωρίσιμα σώματα των μακρυμάληδων – που έχουν μειωθεί σε cliché και καταστεί αβλαβείς. Παραμένει ο » φτιαχτός μύθος” ενός ψευτοPasolini light και lactose-free, που πίνει στην υγειά της ίδιας κυρίαρχης κουλτούρας που τον κυνηγά, που πίνει μαζί με τους δημοσιογράφους κληρονόμους αυτών που τον συκοφαντούσαν και τους πολιτικούς κληρονόμους αυτών που του επιτίθονταν στον δρόμο.

Στις 8 oκτωβρίου 1975, στην εφημερίδα  Corriere della Sera, ο Pasolini σχολιάζειτην αναμετάδοση του Accattone από πλευράς της τηλεόρασης Rai. Σην ταινία του μετην οποίαν πρωτοεμφανίζεται, γράφει, μετέφερε στην επιφάνεια δυο φαινόμενα συνέχειας ανάμεσα σε φασιστικό καθεστώς και καθεστώς χριστιανοδημοκρατίας: “Πρώτον, o διαχωρισμός του υποπρολεταριάτου σε μιαν περιθωριοποίηση όπου όλα ήταν διαφορετικά; δεύτερον, η αδίστακτη, εγκληματική, αδιαφιλονίκητη βία της αστυνομίας”.

Στην φασιστική αστυνομία της Madrid και Barcellona, γράφει ο Pasolini, βλέπουμε την δική μας αστυνομία

Όσον αφορά το πρώτο φαινόμενο, γράφει ο Pasolini, η κοινωνία της κατανάλωσης  “ενσωμάτωσε” και ομολογοποίησε και τους υποπρολετάριους επίσης, τις συνήθειές τους, τα σώματά τους. Όθεν, ο κόσμος που παρουσιάζεται στο Accattone τέλειωσε για πάντα.

Πέρασε λίγος χρόνος, εκείνα όμως τα μέρη της Ρώμης άλλαξαν. ο Pasolini τα διασχίζει καιπίσω από κάθε σταυροδρόμι, πίσω από κάθε κτίριο, πίσω από κάθε μάζωξη νέων βλέπει – σε μιαν αλληλεπικάλυψη θολή ελαφρά – πως ήταν το σταυροδρόμι, το κτίριο κι εκείνοι οι νεαροί πριν λίγο καιρό. Όλα φαινομενικά μοιάζουν, όμως ο συναισθηματικός τόνος άλλαξε, η βαθιά νότα είναι αγνώριστη.  Για μιαν δυναμική ψυχογεωγραφική καταγραφή επάνω σε αυτό το “διπλό παιχνίδι” σας παραπέμπω στην βόλτα του Merda στο Petrolio, Σημειώσεις 71-74a.

Mα τι λέει ο  Pasolini για το δεύτερο φαινόμενο συνέχειας ανάμεσα στο φασιστικό καθεστώς και εκείνο το χριστιανοδημοκρατικό? “Σε αυτό επάνω το σημείο όλοι αμέσως καταλαβαινόμαστε”, γράφει, και ξέρει πως προκαλεί. Μιλά στους αναγνώστες του Corsera, που δεν μπορούν να αποδεχθούν αυτόν και όλους εκείνους που συμφωνούν θεωρώντας “αδίστακτη ” και  “εγκληματική” της αστυνομική βία.

Ma l’autore è adamantino: “È inutile spendere parole. Parte della polizia è ancora così”. Ακολουθεί μια αναφορά στην ισπανική αστυνομία, την guardia civil του φρανκικού καθεστώτος. Αναφορά αδιανόητη σήμερα, γι αυτούς που δεν γνωρίζουν τις συνέβαινε στην Ισπανία εκείνες τις μέρες.   Να ένας τίτλος από την l’Unità της 5 oκτωβρίου 1975: “Βασανιστήρια στην  Madrid. / Χρησιμοποιήθηκε από την φρανκική αστυνομία με συστηματικό τρόπο ενάντια σε τουλάχιστον 250 βάσκους. – Τα συμπεράσματα μιας έρευνας της Amnesty International – Μαρτυρίες ανατριχιαστικές”.

Το πέρασμα είναι ταχύτατο, αλλά όχι ρηχό, επιφανειακό. Μας δείχνει έναν άλλο “διπλό κόσμο” εκτός φάσης. Στην φασιστική αστυνομία της Μαδρίτης και Βαρκελώνης, γράφει ο Παζολίνι, βλέπουμε ξανά την δική μας αστυνομία, “τις δικές μας παλιές γνωριμίες σε όλη την απαίσια λαμπρότητά τους”.

9. Ο άνθρωπος που χαμογελά

Τρεις εβδομάδες αργότερα, την νύχτα μεταξύ 1 και 2 νοεμβρίου, το σώμα του Pasolini κείτεται στην λάσπη της Ostia, σφαγιασμένο, έχοντας καταστεί ένα μοναδικό κουρέλι ποτισμένο με αίμα.

Τώρα, για να κλείνουμε, δανείζομαι τα λόγια του Roberto Chiesi:

Εάν κοιτάξετε ανάμεσα σε εκείνες τις φοβερές φωτογραφίες με την εύρεση του πτώματος του Pasolini, υπάρχει μια, ίσως η φοβερότερη, που δείχνει το αναποδογυρισμένο σώμα κακοποιημένο, με γύρω του κάποιους ερευνητές και αστυνομικούς που κάθονται στα γόνατά τους. Ειδικότερα υπάρχει ένας αστυνομικός καθισμένος πλάι στο πτώμα του Pasolini, που χαμογελά. Η φωτογραφία τον δείχνει με τρόπο κατηγορηματικό: είναι ένα χαμόγελο εμπαιγμού, περιφρόνησης. Αυτή η εικόνα είναι σαν ένα δείγμα της χειρότερης Ιταλίας, αυτής που αρνούμαστε, συμπυκνωμένης σε εκείνη την ασπρόμαυρη εικόνα, που εμφανίστηκε στις πρώτες σελίδες πολλών εφημερίδων της εποχής.

ο Pasolini συνέχιζε να είναι ενάντια στην αστυνομία, η αστυνομία συνέχιζε να είναι ενάντια  Pasolini.

http://www.micciacorta.it/sezione/novita/libri/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License