Συνέντευξη Intervista ad Anselm Jappe , Πρώτο μέρος

συνέντευξη στον διανοητή Άνσελμ Γιάππε https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/09/23/intervista-ad-anselm-jappe-agosto-2015/

Posted on 23/09/2015 by kleovis Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Intervista ad Anselm Jappe – Agosto 2015

Dobbiamo uscire da questo posto Πρέπει να βγούμε από αυτό το μέρος
– ο Alastair Hemmens παίρνει συνέντευξη από τον Anselm Jappe –

Alastair Hemmens: Ας αρχίσουμε να μιλούμε λίγο για την πνευματική σου ανάπτυξη σαν κριτικός θεωρητικός. Θα μπορούσες να μας πεις μερικά πράγματα για την ιστορική και πολιτιστική εμπειρία κατά την οποίαν, για πρώτη φορά, ανέπτυξες την προσέγγισή σου στην κριτική θεωρία? Μπορείς να εντοπίσεις μια ιδιαίτερη εμπειρία προσωπική που σε έσπρωξε, αρχικά, προς την ριζοσπαστική κριτική του καπιταλισμού?

Anselm Jappe: Μια από τις πιο δυνατές εκφράσεις της άποψης του κόσμου κοινή σε πολλούς νέους στα χρόνια εβδομήντα, είναι εκείνη για την οποίαν η Patti Smith τραγουδούσε «Έξω από την κοινωνία/να που θέλω να βρίσκομαι» (“Rock ’n’ Roll Nigger,” 1978). Αυτή είναι μια από τις καλύτερες συνθέσεις της αλλαγής που έλαβε χώρα από τότε. Σήμερα, μιλάμε αρκετά για «αποκλεισμό» από την κοινωνία, για «περιθωριοποίηση», για την ανάγκη να  «περιλάβουμε» στην κοινωνία όλα τα είδη των ανθρώπων. Το να είσαι «έξω από την κοινωνία», σήμερα το σκεφτόμαστε σαν το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να σου συμβεί.

Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, μιας και σήμερα η μεγαλύτερη απειλή που η καπιταλιστική κοινωνία αντιπροσωπεύει για τον καθένα από εμάς βρίσκεται στο γεγονός πως είμαστε σχεδόν περιττοί, και εύκολα θα μπορούσαμε να γίνουμε και εκ των πραγμάτων. όμως στην διάρκεια της εφηβικής μου ηλικίας, που συμπίπτει με το δεύτερο μισό των χρόνων εβδομήντα, στην Γερμανία, στην πόλη της Κολωνίας, η ηχώ της εξέγερσης του  ’68 ήταν ακόμη πολύ δυνατή, και ανάμεσα επίσης στους πολύ νεαρούς. Και το τελευταίο πράγμα που εγώ και οι άλλοι νεαροί εξεγερμένοι  όπως εμένα ήθελαν ήταν να  «ενσωματωθούμε» σε μια κοινωνία που θεωρούσαμε ποταπή.

Σχολείο και οικογένεια, εργασία και Κράτος, κουλτούρα αστική και παραδοσιακή ηθική, όλα αυτά μας φαίνονταν πως ήθελαν να «μας αρπάξουν» και να μας αναγκάσουν να «προσαρμοστούμε». Για εμένα, όπως για πολλούς άλλους, η άρνηση να «προσαρμοστούμε» υπήρξε η πρόκληση της ζωής μας. Φυσικά, αποκαλύφθηκε πολύ πιο δύσκολο από όσο πιστεύαμε; μα τολμώ να πω πως τουλάχιστον προσπάθησα να παραμείνω πιστός στο πνεύμα της πρώτης μου νιότης, με δυο έννοιες: Πρώτη, με την προσπάθεια να καταλάβω και να ασκήσω κριτική στην καπιταλιστική κοινωνία, κυρίως διαμέσου αναγνώσεων και συζητήσεων – ας την ονομάσουμε την πολιτική πλευρά της εξέγερσης, την πλευρά που έρχεται απ’ το «κεφάλι». Δεύτερη, με την άρνηση εκείνων των μορφών της ζωής που οι αρχές μας επιβάλλουν – την «υπαρξιακή» πλευρά της ανταρσίας, που προέρχεται από τα «σπλάχνα».

Για μένα, η επιλογή ήταν ξεκάθαρη: ούτε θυσιαστική στράτευση, ούτε «αγάπη, ειρήνη και ευτυχία» (ούτε «σεξ, ναρκωτικά και rock ’n’ roll”, αυτή είναι μια άλλη εκδοχή). Μάλλον, για να παραθέσουμε ένα άλλο τραγούδι: “We gotta get out of this place [Εμείς πρέπει να βγούμε από αυτό το μέρος]” (Eric Burdon, 1965). Έτσι διάλεξα, σαν μοντέλα, τους Saint-Just και Bakunin. Λίγο αργότερα ξεκίνησα να διαβάζω Marx, Marcuse και Adorno, αλλά πάντοτε με τραβούσε εκείνη που αποκαλούνταν η «αντικουλτούρα», ιδιαίτερα στην μορφή της hippie. Πήρα μέρος σε κάποιον αριθμό di «collettivi» – έτσι όπως αποκαλούνταν, »κολεκτίβες» – από την αντίθεση στο αυταρχικό σχολείο μέχρι το αντί-πυρηνικό κίνημα. Όταν ήμουν δεκαπέντε χρόνων, έλαβε χώρα μια συγκεκριμένη συνέλευση καθηγητών για να συζητήσουν εάν έπρεπε να με διώξουν απ’ το σχολείο, σαν τιμωρία για τα άρθρα μου στην φοιτητική εφημερίδα. Δεν με έδιωξαν, όμως πλησίασα πολύ κοντά.

Οι πνευματικές μου επιλογές, ουσιαστικά, χρειάστηκαν για να εμβαθύνω το εξεγερτικό μου πνεύμα. Έχω την εντύπωση πως αυτό την σήμερον ημέρα είναι κάτι καθόλου κοινό. Σήμερα, για κάποιους ανθρώπους, μια κριτική αντίληψη της καπιταλιστικής κοινωνίας πηγαίνει χέρι χέρι με μια ήρεμη πανεπιστημιακή καριέρα (ή με την προσπάθεια να κάνει κάποιος μια) και δεν φαίνεται πως πρέπει να συνεπάγεται την άρνηση της αστικής ζωής και της ενσωμάτωσης στην κοινωνία. Από την άλλη, σήμερα η άρνηση η «υπαρξιακή» της αστικής ζωής συχνά δεν αρθρώνεται και εύκολα καθίσταται ένα εναλλακτικό είδος ζωής, που μπορεί να ανακτηθεί στην λογική του εμπορεύματος; η άλλη πιθανότητα είναι πως οδηγεί σε μιαν ολοκληρωτική αυτό-γκετοποίηση. Υπάρχει αρκετή δυσαρέσκεια, σήμερα, μα σχεδόν πάντα απευθύνεται σε κάποιο ειδικό πρόβλημα, από την οικολογική καταστροφή στον ρατσισμό, και πολύ σπάνια στην ολότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας. O Mεταμοντερισμός έχει βαθιά επανασχεδιάσει και το ανταγωνιστικό πνεύμα.

Έτσι μεγάλωσα με τον μύθο της γαλλικής Επανάστασης, και το 1974-75 (όταν ήμουν μόνο 12 χρόνων) σκέφτηκα πως η πορτογαλική επανάσταση επαναλάμβανε την γαλλική Επανάσταση. Μπορείς βέβαια να γελάσεις με την αφέλειά μου, αλλά το προτιμώ από την συμπεριφορά εκείνων που, ήδη στην εφηβεία τους, προετοιμάζονταν να «να χάσουν την ζωή τους με το να κερδίζουν», όπως λέμε στα γαλλικά.Πάντα υπήρξα κάτι ανάμεσα στον αναρχισμό και τον ετερόδοξο μαρξισμό, και δεν είχα ποτέ συμπάθεια για τους σταλινικούς, τους μαοϊκούς, τους λενινιστές, ή για οποιανδήποτε άλλη αυταρχική αντίληψη της επανάστασης.  Πολύ σύντομα, ήρθα επίσης εις γνώση της σκοτεινής πλευράς της τεχνολογικής προόδου – ένα θέμα καινούργιο, τότε – και διάβασα συγγραφείς όπως οι Ivan Illich και Régine Pernoud. Μα δεν είχα ποτέ παρωπίδες ιδεολογικές: διάβασα επίσης Nietzsche με μεγάλο συναίσθημα.

Hemmens: Στον αγγλόφωνο κόσμο, είσαι ακόμη πιο γνωστός  για την εργασία σου επάνω στον  Guy Debord και στην Καταστασιακή Διεθνή. Ήθελα να σου πω πως το βιβλίο σου «Guy Debord» (1993) θεωρείται ακόμη, περισσότερο απ’ ότι ήταν είκοσι χρόνια πριν, όπως η οριστική εργασία επάνω σε εκείνο το υποκείμενο. Πως ανακάλυψες τον Debord? Τι επιρροή είχε, εάν είχε, στην κριτική σου σκέψη? Και γιατί νομίζεις πως η προσέγγισή σου στο έργο του έχει ακόμη αυτή την δυνατή αντήχηση?

Jappe: Γνώρισα τους καταστασιακούς μέσα στο πλαίσιο που μόλις σας περιέγραψα. Ένας φίλος μου, μεγαλύτερος από εμένα κάποιον χρόνο για γι εμένα ένα είδος μέντορα, ήταν ανάμεσα στα λίγα πρόσωπα που εκείνη την περίοδο, στην Γερμανία, γνώριζε τους καταστασιακούς. Όχι μόνο βρήκα πως οι ιδέες τους ήταν δύσκολα αντιληπτές, αλλά κυριολεκτικά έμεινα σοκαρισμένος: ήταν ενάντια σε όλον τον τρόπο στράτευσης της ριζοσπαστικής αριστεράς με την οποίαν αισθανόμουν να βρίσκομαι κοντά (αν και ήμουν υποψιασμένος, μου φαίνονταν αδύνατον πως θα μπορούσε να υπάρχει άλλο είδος συλλογικής δράσης). Από την μια, ένιωθα πως είχαν χτυπήσει κάποιες από τις πιο μύχιες βεβαιότητές μου; από την άλλη, ήμουν γοητευμένος από κάτι πολύ βαθύτερο, πιο ριζοσπαστικό και, την ίδια στιγμή, πιο ποιητικό από τα φυλλάδια που διανέμονταν από τις πολιτικές ομάδες που έβλεπα γύρω μου, οι οποίες συνήθως χρησιμοποιούσαν έναν τόνο αποφασιστικά ηθικιστικό.

Ήμουν επίσης αποπλανημένος από την έκκληση σε μιαν επανάσταση της καθημερινής ημέρας. Όμως υπήρξε μόνο κάποιον χρόνο αργότερα που διάβασα συστηματικά το έργο του  Debord και των άλλων καταστασιακών. Από την στιγμή που είχα διαλέξει τους καταστασιακούς σαν υποκείμενο της διπλωματικής μου εργασίας, μπορούσα να αφιερώσω ένα σωρό χρόνο για να τους διαβάσω. Εκείνη την περίοδο είχα μετακομίσει στην Ιταλία και σπούδαζα φιλοσοφία στην Ρώμη.  Είχα παρακολουθήσει ένα master με τον Mario Perniola, έναν καθηγητή αισθητικής που προσωπικά είχε γνωρίσει τον Debord και τους καταστασιακούς και βρέθηκε κοντά τους το 1968. Εν πάση περιπτώσει, επίσημα, η Καταστασιακή Διεθνής δεν υπήρχε στον ακαδημαϊκό κόσμο, ή στα Μέσα επικοινωνίας. (Δεν πρέπει να παραπονιούνται γι αυτό: η στρατηγική τους αντίσταση στην θεσμική και και θεαματική ανάκτηση λειτούργησε αρκετά καλά υπό αυτή την οπτική.) Όταν ο Perniola μου υπέδειξε να δημοσιεύσω σαν μονογραφία ένα μέρος της διατριβής μου για τον Debord, βγήκε προς τα έξω πως ήταν η πρώτη σε αυτόν αφιερωμένη.

Εάν αυτό το βιβλίο μεταφράστηκε σε πέντε ή έξι γλώσσες, κι αν διαβάζετε ακόμη και σήμερα από ένα ευρώ κοινό – ακόμη και μετά την  «ανακάλυψη» του Debord, μετά τον θάνατό του στα 1994 – και συνεχίζει να δημοσιεύεται, αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός πως προσπάθησα να υπογραμμίσω την σημασία του όχι μόνο σαν ριζοσπαστικού κριτικού της καπιταλιστικής κοινωνίας, τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη, αλλά και σαν κάποιον που κατάφερε να ζήσει όπως ήθελε να ζήσει: έξω από το θέαμα. Το μεγαλύτερο μέρος των επόμενων δημοσιεύσεων έχουν δώσει έμφαση – υπερβολικά, θα έλεγα – στην αισθητική πλευρά της δραστηριότητάς του, ή της βιογραφίας του, ή μείωσαν την κοινωνική κριτική του μονάχα σε μια μορφή θεωρίας των Μέσων. Έτσι, συνεισέφεραν, θέλοντας ή μη, στην ενσωμάτωση του Debord στην μεταμοντέρνα πολιτιστική βιομηχανία.

Δεν ήθελα όμως να προωθήσω την δημιουργία ενός θρύλου, ούτε ήθελα να γίνω ένας «ειδικός». Όντως, συνεχίζω να αναφέρομαι συχνά στις ιδέες μου, αλλά προσπαθώ επίσης όσο είναι δυνατό να αναπτύξω περισσότερο την κριτική της ολότητας του καπιταλιστικού συστήματος. Οπότε, δεν μπορώ να συμπαθήσω όλους εκείνους που αναπτύσσουν εφαρμογές, app «ψυχογεωγραφικές» για τα smartphone, ή τέτοιου είδους πράγματα! Ούτε τους ακαδημαϊκούς που επαινούν τον  Debord σαν «προφήτη της εποχής των μέσων επικοινωνίας» και που αγνοούν το γεγονός πως αυτός άρθρωσε μια ανελέητη κριτική όλων των «επιτρεπτών» μορφών ζωής, συμπεριλαμβανομένων πρακτικά και των μορφών αμφισβήτησης – την τέχνη κυρίως! Αυτή η  «πικρή νίκη του καταστασιασμού» πιθανότατα ήταν αναπόφευκτη. Eίναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο το γεγονός πως ο πυρήνας της ανάλυσης του θεάματος του Debord αντιπροσωπεύει ακόμη ένα σημείο αναφοράς για την κοινωνική σκέψη και πως μπορεί ακόμη να είναι μια σημαντική πηγή έμπνευσης. Εξίσου, η ζωή του και η συμπεριφορά του μπορούν να είναι πηγή έμπνευσης – και δεν υπάρχουν πολλές φιγούρες του 20° αιώνα για τις οποίες θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο.

Hemmens: Δέκα χρόνια μετά το «Guy Debord», δημοσίευσες το «Οι περιπέτειες του εμπορεύματος» (2003), που υπήρξε μια προσπάθεια να προσφέρεις – για πρώτη φορά, σε ένα πλατύ κοινό – μια συστηματική παρουσίαση της κριτικής θεωρίας του καπιταλισμού που ανέπτυξε η γερμανική ομάδα της  «Κριτικής της αξίας», ειδικότερα όπως διατυπώθηκε από τον εκλιπόντα κριτικό θεωρητικό Robert Kurz. Πιθανότατα, από τότε, έγινες ο ποιο γνωστός υποστηριχτής της Κριτικής της αξίας στην Γαλλία. Τι είναι η Κριτική της αξίας? Πως συνέβη η συσχέτισή σου με αυτήν και γιατί έφτασε στο σημείο να ορίζεται με το έργο σου?

Jappe: Συνέλαβα το βιβλίο μου για τον Guy Debord, όχι σαν ενατένιση ενός κάποιου φαινομένου του παρελθόντος, μα σαν συνεισφορά στην επεξεργασία μιας νέας κατανόησης του ύστερου καπιταλισμού και της δυνατότητας να τον ξεπεράσουμε. Ήμουν λοιπόν στην αναζήτηση άλλων ριζοσπαστικών αναλύσεων της θλιβερής κατάστασης στην οποίαν βρίσκεται ο κόσμος.  Γύρω στο  1993, έπεσα επάνω στην Κριτική της αξίας και στο γερμανικό περιοδικό Krisis. Χτυπήθηκα ιδιαίτερα από τις αιτιάσεις και τα ζητήματα του Robert Kurz, γύρω από το γεγονός  πως η κατάρρευση της ΕΣΣΔ δεν σήμαινε πως ο καπιταλισμός θα είχε τελικά θριαμβεύσει, μα κυρίως πως είχε κάνει ένα ακόμη βήμα προς την τελική του κρίση. Η δήλωση της ομάδας  Krisis, σύμφωνα με την οποίαν είναι ο φετιχισμός των εμπορευμάτων, και όχι ο ταξικός αγώνας, που αποτελεί την καρδιά της καπιταλιστικής κοινωνίας, που συνιστά την καρδιά της καπιταλιστικής κοινωνίας,  με έπεισε, πολύ περισσότερο που η θεωρία του Debord είχε ήδη υπογραμμίσει την σημασία κατηγοριών όπως αλλοτρίωση, αποξένωση, φετιχισμός, εμπόρευμα, και αξία (μολονότι δίχως να εγκαταλείψει το παράδειγμα το παράδειγμα του ταξικού αγώνα).

Μια άλλη πτυχή που συνδέει τις καταστασιακές ιδέες στην Κριτική της αξίας, είναι η κριτική της εργασίας. ο  Debord μας έδωσε το slogan «Μην δουλέψετε ποτέ!» και διεκδίκησε «την εξάλειψη της αλλοτριωμένης εργασίας». Η Κριτική της αξίας δεν θεωρεί πλέον την εργασία σαν να βρίσκεται σε αντίθεση στο κεφάλαιο και σαν δράστη της υπέρβασής του (όπως στον παραδοσιακό μαρξισμό), αλλά μάλλον σαν μέρος της αύξησης-αξιοποίησης της αξίας διαμέσου της αφηρημένης εργασίας. Αφηρημένη εργασία σημαίνει εργασία δίχως ποιότητα, εργασία που θεωρείται σαν απλή δαπάνη ανθρώπινης ενέργειας που μετριέται από τον χρόνο, δίχως κανένα περιεχόμενο συγκεκριμένο.

Πρόκειται λοιπόν για μιαν καταστροφική μορφή  κοινωνικής παραγωγής, δεδομένου ότι δεν μπορεί να παρέμβει στο περιεχόμενό της και στις συνέπειές της. Γι την  Krisis, η ουσία της θεωρίας του Marx κατοικεί στην κριτική του άποψη επί της εργασίας και της αξίας, επί του εμπορεύματος και του χρήματος; δεν πρόκειται για φυσικές κατηγορίες, αλλά για ιστορικές κατηγορίες που χαρακτηρίζουν μόνον την καπιταλιστική κοινωνία, και δεν πρόκειται για ουδέτερες κατηγορίες τις οποίες οι δυνάμεις της χειραφέτησης μπορούν να αδράξουν, να κατάσχουν; αλλά, στην δομή τους μέσα βρίσκονται, μορφές αλλοτριωμένες της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η παραγωγή αξιών χρήσης υπάρχει μόνον σαν ένα είδος συμπληρώματος της παραγωγής αξίας, η οποία συνίσταται στην μετατροπή ενός ποσού χρήματος σε ένα ποσό χρήματος ακόμη μεγαλύτερο – κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο προσθέτοντας εργασία στην εργασία, δίχως καμία θεώρηση για την πραγματική της χρησιμότητα.

Ο ταξικός αγώνας είναι η μορφή που ανελήφθη από την ιστορική εξέλιξη της λογικής της αξίας. Το εργατικό κίνημα, στις διάφορες τάσεις και συνιστώσες του, ήταν κυρίως προσανατολισμένο να διενεργήσει έναν αγώνα για μιαν δικαιότερη διανομή των κατηγοριών βάσης που δεν θέτονταν πλέον σε αμφισβήτηση: χρήμα και αξία, εργασία και εμπορεύματα. Γι αυτό ήταν κατ’ ουσίαν μορφές έμφυτης κριτικής, συνδεδεμένης στην ανοδική φάση του καπιταλισμού, όταν ακόμη υπήρχε κάτι να διανεμηθεί.  Mα ευθύς εξ αρχής,υπήρχε σε ενέδρα μια μεγάλη αντίθεση στο εσωτερικό της διαδικασίας παραγωγής της αξίας : μόνο η ζωντανή εργασία – εργασία στην πράξη της εκτέλεσής της – δημιουργεί αξία. Η τεχνολογία δεν την δημιουργεί.

Παρόλα αυτά, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα διάφορα κεφάλαιο αναγκάζει επίσης τον κάθε ιδιοκτήτη κεφαλαίου να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία όσο το δυνατόν περισσότερο για να αυξήσει την παραγωγικότητα των εργατών του. Αυτό του επιτρέπει να έχει μεγαλύτερα κέρδη σε μικρό διάστημα. Ωστόσο, και η αξία που περιέχεται σε κάθε ενιαίο εμπόρευμα ελαττώνεται. Μόνο μια αύξηση συνεχής της συνολικής μάζας των εμπορευμάτων μπορεί να αντισταθμίσει αυτή την μείωση σε κάθε εμπόρευμα, αλλά αυτός ο μηχανισμός παράγει τo πλήθος της παραγωγής για τους σκοπούς της ίδιας της παραγωγής, με όλες τις τρομερές οικολογικές συνέπειες  που τώρα γνωρίζουμε. Αυτός ο μηχανισμός αντιστάθμισης δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα και, από το  1970 και μετά, η μικροηλεκτρονική επανάσταση έχει οριστικά καταστρέψει πολύ περισσότερη εργασία από αυτήν που δημιούργησε. Από εκείνη την στιγμή  ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μιαν κρίση δίχως τέλος. Αυτή η κρίση δεν είναι πλέον κυκλική ; μα προκαλείται από το γεγονός πως ο καπιταλισμός έχει φτάσει το εσωτερικό του όριο. Μόνο η μαζική εξάπλωση του χρέους και οι οικονομικές αγορές συνεχίζουν να κρύβουν την βαθιά εξάντληση της καπιταλιστικής παραγωγής.

Μπροστά σε αυτή τη νέα κατάσταση, το ζήτημα δεν είναι πλέον εκείνο του πως θα καλυτερεύσουν οι συνθήκες μέσα σε αυτό το σύστημα εμπορευμάτων, αλλά πως θα βγούμε τελείως από το σύστημα χρήματος και αξίας, εμπορευμάτων και εργασίας. Αυτό δεν είναι πλέον ένα ουτοπικό σχέδιο, αλλά πρόκειται μάλλον για την μοναδική δυνατή αντίδραση μπροστά στο πραγματικό τέλος του χρήματος και της αξίας, του εμπορεύματος και της εργασίας, που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Υπάρχει μόνο το ζήτημα να γνωρίζουμε εάν θα υπάρξει μια έξοδος χειραφετική ή μια γενική βαρβαροποίηση.

Είναι πάνω από είκοσι χρόνια που συνεισφέρω στην επεξεργασία και στην διάδοση της Κριτικής της αξίας, δεδομένου ότι αυτή η προσέγγιση είναι, τουλάχιστον στα μάτια μου, η μόνη που φθάνει στην καρδιά του καπιταλιστικού συστήματος, αντί να περιοριζόμαστε να περιγράφουμε να φαινόμενα μεμονωμένα. Ειδικά,  λαμβάνει υπ όψη το γεγονός πως σήμερα, σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραγωγή  «περιττού πληθυσμού» είναι ένα πρόβλημα ακόμη μεγαλύτερο από την εκμετάλλευση. Είμαι βέβαιος πως αυτό το είδος κριτικής θεωρίας, και οι πρακτικές της συνέπειες, είναι η μόνη εναλλακτική στο αυξημένο κύμα λαϊκισμού, ο οποίος μειώνει την κριτική του στην αντίθεση στις τράπεζες, στην κερδοσκοπία και στην οικονομική σφαίρα, και πως θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα ένα επικίνδυνο μείγμα παραδοσιακής αριστεράς και δεξιάς.

Hemmens: Ίσως, το ριζοσπαστικότερο θέμα και το πιο κεντρικό της Κριτικής της αξίας είναι εκείνο για το οποίο η εργασία είναι μια κοινωνική μορφή εξ ολοκλήρου αρνητική και καταστροφική και , εξάλλου, ιστορικά προσδιορίζει τον καπιταλισμό. Σε τι πράγμα η κριτική σας της εργασίας διαφέρει από την παραδοσιακή αυτόνομη ή αναρχική κριτική της εργασίας? Με τι τρόπο αυτή η κριτική της εργασίας κάνει διαφορετική την Κριτική της αξίας από άλλες  «μεγάλες θεωρίες» κοινωνικής χειραφέτησης?

Jappe: Πρακτικά, όλο το εργατικό κίνημα – συμπεριλαμβανομένης της αναρχικής του μορφής – ήταν μια υπεράσπιση της εργασίας και της οπτικής των εργαζομένων. Η εργασία θεωρούνταν σαν μια αρχή αιώνια, οντολογική, ίδια με την  «οργανική ανταλλαγή» του ανθρώπου με την φύση. Σαν τέτοιοι, οι εργαζόμενοι δοξάζονταν σαν ενσάρκωση αυτής της «καλής» αρχής, και οι εκμεταλλευτές που κατείχαν τα μέσα παραγωγής φαίνονταν απλά σαν παράσιτα. Το εμπόρευμα, η αξία, το χρήμα, και η αφηρημένη εργασία θεωρούνταν σαν τεχνική βάση κάθε πιθανούς μορφής παραγωγής; και η σοσιαλιστική κοινωνία, κομουνιστική, ή αναρχική του μέλλοντος έπρεπε να συνίσταται στην διαχείριση «ορθολογική» ή «προλεταριακή» ή δημοκρατική τέτοιων κατηγοριών. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, υπήρχε η υπόσχεση πως θα καταργούνταν σε ένα πολύ μακρινό μέλλον. Πρέπει να πούμε πως ο ίδιος ο Marx ήταν συχνά μάλλον ασαφής γύρω από αυτό και κάποιες φορές έθετε υπό συζήτηση το υπέρ-ιστορικό status της εργασίας. Περιέγραφε την «διπλή φύση της εργασίας» – συγκεκριμένης και αφηρημένης – και όριζε αυτήν σαν την «πιο σημαντική του ανακάλυψη». Πάνω από εκατό χρόνια αργότερα, η Κριτική της αξίας ανακάλυψε εκ νέου αυτή την πτυχή της θεωρίας του Marx. Εκείνος που θα μπορούσαμε να ορίσουμε σαν »παραδοσιακό μαρξισμό», όμως, πήγε στην αντίθεση κατεύθυνση: η εργασία, ειδικά η βιομηχανική εργασία, θα παρέμενε για πάντα στην βάση κάθε κοινωνίας. Μολονότι οι αρχές του εργατικού κινήματος, στην μορφή των λουδιστών και των πρωτο-σοσιαλιστών γάλλων, χαρακτηρίζονταν από μια συγκεκριμένη απόρριψη της βιομηχανικής εργασίας, το κίνημα πολύ σύντομα παρέμεινε τελείως παγιδευμένο στην μυθολογία της προόδου και του ρόλου της εργασίας στην πραγματοποίησή της. Ο στόχος κατέστη λοιπόν  εκείνος του να ελευθερωθεί η εργασία, όχι να ελευθερωθούν οι άνθρωποι από την εργασία. Αυτή η προσέγγιση έφτασε στο αποκορύφωμά της στον θαυμασμό από πλευράς  Lenin και Gramsci για τον Henry Ford και για την Taylorization της εργασίας. Στην Σοβιετική Ένωση, στην Κίνα, και αλλού,  «επανάσταση των εργαζομένων» σημαίνει κυρίως να εργάζονται οι άνθρωποι περισσότερο και πιο σκληρά απ’ ότι συνέβαινε πριν, αλλά να τους λες, συγχρόνως, πως τώρα είναι οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής.

Η ριζοσπαστική αριστερά πάντα καταδίκαζε μόνο την τανάλια του γραφειοκρατικού μηχανισμού επί της σοσιαλιστικής κολεκτιβοποίησης της ιδιοκτησίας, όχι όμως τον ρόλο της ίδιας της εργασίας και του πως οργανώνονταν. Και οι αναρχικοί επίσης τείνουν να παίρνουν μέρος στο προσκύνημα του εργαζομένου. Ήταν μόνον ανάμεσα στους καλλιτέχνες, τους ποιητές και τους  bohémien – ειδικότερα, τους σουρεαλιστές – που μπορούσε να βρεθεί η άρνηση της εργασίας. Μετά το 1968, ξεκινά να αναδύεται μια άρνηση της εργασίας σε κάποιους τομείς της εργατικής τάξης, κυρίως στην Βόρεια Ιταλία, και ανάμεσα στους πολλούς νέους που δεν ταυτοποιούνταν πλέον με την ιδέα πως θα πρέπει να περάσουν την ζωή τους εργαζόμενοι. Από την μία, αυτό αποδείχθηκε σαν ένα είδος  εργαστηρίου για νέες μεταμοντέρνες μορφές, πιο  «ελαστικές», εργασίας, που απαιτούν να ξεπεράσουν τον διαχωρισμό ανάμεσα σε εργασία και ελεύθερο χρόνο. Από την άλλη, στις  «αυτόνομες» τάσεις και του «μετά-εργατισμού» μπορούμε να βρούμε μια ετερόνομη άρνηση της εργασίας.

Αυτή η άρνηση, όμως, έμεινε υποκειμενική, δίχως μια θεωρητική αντίληψη της διπλής μορφής της εργασίας, που οδήγησε σε αποτελέσματα συζητήσιμα: ή εγκωμιάζουν τις μηχανές που θα έπρεπε να δουλεύουν στην θέση μας, που μεταφράστηκε σε τεχνοφιλία και στην αποδοχή μας διαδικασία στην οποίαν τα ανθρώπινα όντα αντικαθιστώνται από την τεχνολογία, ή εορτάζοντας το freelance, το ελεύθερο επάγγελμα, στο οποίο πίστεψαν πως οι άνθρωποι διαχειρίζονται την εργασία τους και κατέχουν οι ίδιοι τα μέσα παραγωγής (για παράδειγμα, στον τομέα της επικοινωνίας και της πληροφόρησης), αν και παραμένουν τελείως εξαρτημένοι από τους μηχανισμούς της αγοράς. Γενικά, οι θεωρητικοί του μετά-εργατισμού μιλούν για «αυτό-ανάπτυξη» σαν έναν στόχο θετικό, αντί να θέσουν υπό αμφισβήτηση όλη την διαδικασία διαμέσου της οποίας η χρησιμότητα ενός προϊόντος υποβάλλεται στην «αξία» που του απονέμεται από την νεκρή εργασία που περιέχει.

H προσέγγιση της Κριτικής της αξίας είναι πολύ διαφορετική καθότι επιμένει στην «διπλή φύση» της εργασίας στην καπιταλιστική κοινωνία (και μόνο στην καπιταλιστική κοινωνία): η αξία χρήσης κάθε εμπορεύματος δεν έχει σημασία; είναι μόνο η ποσότητα αφηρημένης εργασίας που αυτή «περιέχει» (ή «αντιπροσωπεύει») που μετρά. Αυτή σημαίνει πως η εργασία, σαν τέτοια, μειώνεται στην απλή δαπάνη ανθρώπινης εργασίας. Είναι η αφηρημένη πλευρά, η πλευρά «αξία», στην εμφανή της μορφή του χρήματος, που κυριαρχεί την πραγματικότητα. Οι νόμοι της παραγωγής και της κυκλοφορίας της αξίας επιβάλλονται σε όλη την κοινωνία και δεν αφήνουν θέση σε αποφάσεις συνειδητές, υποκειμενικές, ούτε της «κυρίαρχης τάξης»: αυτό είναι που ο Marx ονομάζει «φετιχισμό των εμπορευμάτων». Δεν είναι φυσικό, μα είναι μάλλον μια αντιστροφή της φυσιολογικής σχέσης ανάμεσα σε αφηρημένο και συγκεκριμένο. Η παράλογη τυραννία της εργασίας στην μοντέρνα κοινωνία είναι η άμεση συνέπεια του δομικού ρόλου που έχει η αφηρημένη εργασία. Εάν δεν λαμβάνουμε υπ όψη αυτό, κάθε εξέγερση ενάντια στην ερgασία παραμένει ρηχή, επιδερμική, επιφανειακή.

– Αύγουστος 2015 – πηγή: The Brooklin Rail – Critical Perspectives on Arts, Politics, and Culture –

http://francosenia.blogspot.gr/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License