η εργατική τάξη ενώπιον των εχθρών της

http://www.sarajevomag.gr/entipa/teuhos_81/i81_p14_spirit2.html

Αν υπάρχουν, ακόμα, στο μέλλον άνθρωποι που θα μελετούν την ιστορία σαν υλιστικό-διαλεκτική εξέλιξη ίσως να ξύνουν το κεφάλι τους με απορία για το γεγονός ότι, σε διάφορες κοινωνίες (συμπεριλαμβανομένων εκείνων του αναπτυγμένου καπιταλισμού) απ’ τις τελευταίες δεκαετίες του επίσημα χρονολογημένου 20ου αιώνα, απ’ το 1980 και μετά δηλαδή, διάφοροι - καθ’ όλα έντιμοι - εμπλέκονται σε λιγότερο ή περισσότερο σχολαστικές αναζητήσεις (και αναλύσεις) περί “φασισμού” ή και άλλων πολιτικοϊδεολογικών ονομάτων και εννοιών.

Τέτοια είναι (κατά την άποψή μας) και η περίπτωση του δημοσιογράφου Δ. Ψαρρά, σε ότι αφορά (τουλάχιστον) την εισήγησή του στην ανοιχτή εκδήλωση ενάντια στο φαινόμενο του Νεοναζισμού - Φασισμού από την Κίνηση Αλληλεγγύης και Πολιτισμού, ΟΜΠΡΕΛΕΣ,  στα μέσα Γενάρη του 2014. Αναδημοσιεύουμε περίπου την μισή εισήγηση (παραλείποντας τα περισσότερα απ’ αυτά που σχετίζονται με τα ντόπια βοθρολύματα) και περιγράφουμε επ’ ευκαιρία την δική μας εντελώς διαφορετική προσέγγιση στο “φαινόμενο”...

 

η εργατική τάξη ενώπιον των εχθρών της

οι λέξεις και τα νοήματα

Δεν εμφανίζεται άλλο κίνητρο για μια “πολύ λεπτομερή αποσαφήνιση” του όρου “φασισμού” και “φασίστες” σήμερα (σήμερα στην ελλάδα...) εκτός απ’ τον πληθωρισμό στη χρήση του. Όπως συμβαίνει με το χρήμα ή με διάφορες αξίες (εντός ή εκτός εισαγωγικών) έτσι και στις λέξεις / νοήματα ο πληθωρισμός στη χρήση κουρελιάζει την κοινωνική σημασία. Αν οι πάντες είναι “φασίστες” τότε κανένας δεν είναι...
Είναι ωστόσο παράδοξο (και, κατά την ταπεινή μας άποψη, ύποπτα αδικαιολόγητο) να εντοπίζεται ο πληθωρισμός, ή ο κίνδυνος του πληθωρισμού, και συνακόλουθα η απώλεια της σημασίας / αξίας (εν προκειμένω καταγγελτικής) μόνο στη λέξη “φασισμός” και στα παράγωγά της. Μπορούμε να παραθέσουμε εύκολα μια σειρά άλλων λέξεων με πολιτικό νόημα, για τις οποίες συμβαίνει (ή έχει συμβεί) το ίδιο: σοσιαλισμός, κομμουνισμός, αναρχισμός, ελευθερία, δημοκρατία... Ακόμα και εργάτες, εργατική τάξη, προλεταριάτο... Ακόμα και έρωτας, αγάπη, φιλία... Τι συμβαίνει εδώ; Μήπως πρέπει να βυθιστούμε σε μια γενναία “αντιπληθωριστική” προσπάθεια για να διασώσουμε κάποιου είδους “αυθεντικότητα” στα νοήματα και στις λέξεις; Κι αν ναι πως άραγε θα επιβάλλουμε αυτές τις λεκτικές / νοηματικές αλήθειες; Μήπως πρέπει να εφεύρουμε (όπως κάνουν διάφοροι, επιτήδειοι ή μη) εντελώς καινούργιες λέξεις, αποκομμένες από οποιαδήποτε ιστορία, για να αποτελέσουν αυτές ένα καινούργιο νοηματικό (και, τελικά, πολιτικό) trademark; Ή μήπως πρέπει να αναγνωρίσουμε την ιστορικότητα (ακόμα και) των λέξεων και των νοημάτων, δηλαδή τις αργές ή γρήγορες μετεξελίξεις των σχέσεων που προσπαθούν να ονοματίσουν, μεταφέροντας την προσοχή μας όχι στις λέξεις αυτές καθ’ εαυτές αλλά στα νοήματα που θέλουμε (ή και πρέπει) αυτές να έχουν;
Ο 20ος αιώνας, αυτός ο τόσο έντονος πολιτικά αιώνας, με την τόσο πυκνή “γραφή κι ανάγνωση” (και συνθηματολογοία, και συζήτηση, και διαπάλη ιδεών) και τα τόσο ένδοξα και ματοβαμένα απελευθερωτικά εγχειρήματα, μας κληροδότησε την άμμο απ’ την τριβή: λέξεις που έγιναν πράξεις και πράξεις που έγιναν λέξεις, τόσο εντυπωσιακές ώστε ο διπλός κίνδυνος της νοηματικής “μουμιοποίησης” και της βερμπαλιστικής “αποθέωσης” τους να βρίσκεται παντού.  Η αν-ιστορικότητα ή ο ιστορικισμός, που είναι το ίδιο (και είναι ο φύλακας και της ταρίχευσης και της μυθοποίησης) είναι πια πολύ δύσκολος αντίπαλος.

 

τάξη εναντίον τάξης

Θα χρησιμοποιήσουμε κι εδώ, όπως έχουμε κάνει σαν αυτόνομοι εργάτες από χρόνια, μια “έννοια / γέφυρα”: αυτήν του ολοκληρωτισμού. Είναι πολιτική έννοια, αλλά δεν έχει πολυχρησιμοποιηθεί / λιώσει απ’ την χρήση στις μέρες μας. Και το νόημα που έχει (υποθέτουμε ότι δεν υπάρχει διαφωνία επ’ αυτού) είναι ότι μια ορισμένη τάξη (ή διευρυμένη ομάδα συμφερόντων, ή δίκτυο συμφερόντων...) επιβάλλεται επί όσων (κοινωνικών σχέσεων και προσώπων) θεωρεί αντίπαλούς της αδιαπραγμάτευτα και δια της βίας. Συνεπώς, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, στο όρο “ολοκληρωτισμός” μπορούν να περιληφθούν “χούντες”, στρατιωτικές ή/και πολιτικοοικονομικές “δικτατορίες”, “βοναπαρτισμοί”, “απολυταρχικές” γραφειοκρατίες, “φασισμοί”, “ναζισμοί”, κλπ. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σ’ όλα αυτά; Υπάρχουν ομοιότητες; Η απάντησή (μας) είναι “ναι”. Εξαρτάται όμως από ποια θέση τα αντιμετωπίζει κανείς!! Εννοούμε: από ποια κοινωνική και πολιτική θέση.
Ας πάρουμε για παράδειγμα την ελληνική χούντα. Ήταν αυτή ένα ολοκληρωτικό καθεστώς; Για τους αντιπάλους της ναι - αλλά μόνο γι’ αυτούς! Για τους φίλους της, τους οπαδούς της, όσους οφελούνταν από δαύτην ή, ακόμα, και για όσους την θεώρησαν απλά “αναγκαία”, όχι. Μπορούσε (και μπορεί) να ονομαστεί φασιστικό καθεστώς; Οι χουντικοί και οι οπαδοί τους ποτέ δεν χρησιμοποίησαν για τα έργα τους τον όρο “φασισμός”. Αντίθετα μιλούσαν για “επανάσταση”, “επαναστατική κυβέρνηση”, κλπ· μια “τομή” δηλαδή... Όσοι / όσες (αντιπαλοί της...)  κατηγορούσαν την χούντα και τους χουντικούς (καραβανάδες και “λαϊκούς”) σαν φασίστες έκαναν, λοιπόν, λάθος; Έκαναν ένα “ψυχολογίζον” ή “μηχανιστικό” λάθος, πιθανόν ολέθριο στις συνέπειές του;  Ο Πουλατζάς (και μέσω αυτού και ο Δ. Ψ.) λέει όχι, η χούντα δεν ήταν “φασισμός”. Και, κατ’ αναλογία, όλες ή σχεδόν όλες οι χούντες, δικτατορίες, ολοκληρωτισμοί της λατινικής αμερικής επίσης δεν ήταν “φασισμός”. Η σχεδόν 40χρονη δικτατορία του Φράνκο στην ισπανία; Ούτε κι αυτή...

Πόσο σοφότερος (και, κυρίως, πόσο καλύτερα εξοπλισμένος εναντίον της “χούντας των συνταγματαρχών”) θα γινόταν κανείς ύστερα από μια τέτοια λεπτεπίλεπτη διάκριση και ταξινόμηση; Εξαρτάται, ίσως, απ’ τα επιχειρήματά της. Ο Δ. Ψ. μνημονεύει σαν “κεντρικό στοιχείο της ανάλυσης του Πουλατζά” περί φασισμού την “λαϊκή απήχησή” του. Με τα δικά μας λόγια αυτό σημαίνει ότι ο φασισμός (και ο εθνικοσοσιαλισμός) ταυτίζονται και εξαντλούνται στο “κόμμα / κράτος”, όπως αυτό εμφανίστηκε ιστορικά στην ιταλική και στη γερμανική περίπτωση, στα ‘20s και ‘30s. Όμως ας μας επιτραπεί: μια τέτοια άποψη είναι, το λιγότερο, εξαιρετικά στενής οπτικής.
Η αιτία της τέτοιας κατηγορηματικότητάς μας είναι ότι η μορφή “κόμμα / κράτος” ήταν η αναγκαία και ικανή μορφή που μπορούσε να πάρει, στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και στις συγκεκριμένες κοινωνίες, η δικτατορία του κεφάλαιου και των αφεντικών· καθόλου όμως η μοναδική στην ιστορία του καπιταλισμού. Μάλιστα (είναι κάτι που έχουμε εκθέσει σ’ αυτές εδώ τις σελίδες πριν λίγους μήνες) αυτή η μορφή “κόμμα / κράτος” ήταν τόσο πιο έντονη όσο πιο διευρυμένος ήταν ο βιομηχανισμός μέσα στη γενική καπιταλιστική φάση των αντίστοιχων κρατών: η μορφή “κόμμα / κράτος” υπήρξε αναπαράσταση και διευρυμένη (κοινωνικά) εφαρμογή της πειθαρχίας της μαζικής ανειδίκευτης βιομηχανικής εργασίας.
Το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο, στην ισπανία, που καθόλου συμπτωματικά επιβλήθηκε δια της βίας στην ίδια περίοδο, δεν ήταν “κόμμα / κράτος”. Ήταν “στρατός / κράτος”. Αλλά ήταν φασιστικό. Και, είχε μια ορισμένη “λαϊκή απήχηση” - διαφορετικά δεν θα είχε στρατιώτες και δεν θα είχε νικήσει στον “εμφύλιο”! Όπως η ελληνική χούντα, που επιβλήθηκε γρήγορα και εύκολα εξαιτίας των προηγούμενων αυταπατών εκείνων τους οποίους σημάδευε. Όπως όλες οι λατινοαμερικανικές χούντες, δικτατορίες, κλπ. Εάν αντιλαμβάνεται κανείς την “λαϊκή απήχηση” ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος μόνο με την μορφή του “κόμματος”, κι αν την μετράει μόνο με τα αποτελέσματα των εκλογών (των εκλογών που επιτρέπουν στο κόμμα να καταλάβει το κράτος) τότε κάνει εντελώς λάθος. Υπάρχουν πολλές αποτελεσματικές μορφές “λαϊκής απήχησης”, και η μορφή / κόμμα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να είναι προβληματική (για το καθεστώς). [1] Υπάρχει τέτοια πολλαπλότητα μορφών επειδή κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς είναι σκληρά, ωμά ταξικό. Και σαν τέτοιο στηρίζεται σε (και προάγει μια) ορισμένη “κοινωνική συμμαχία” με κέντρο τα αφεντικά και τα συμφέροντά τους· και περίμετρο την μάζα των μικροαστών ή/και μικροαστικοποιημένων εργατών. Αριθμητικά μιλώντας, ακόμα και χωρίς κανένα πραγματικό και οργανωμένο “κόμμα”, αυτή η “λαϊκή απήχηση” μπορεί να είναι (και συνήθως είναι) αρκετά μαζική, ας πούμε του μεγέθους των ψηφόφορων των γερμανών ναζί στις εκλογές του ‘33.
Είναι εντυπωσιακό ιστορικό λάθος το ότι αυτά τα καθεστώτα που (σύμφωνα με την ανάλυση του Πουλατζά) δεν μπορούν να χαρακτηριστούν “φασιστικά”, στη διάρκεια του 20ου αιώνα, δεν δημιούργησαν διάφορους θεσμούς “λαϊκής κινητοποίησης” (στην πραγματικότητα μεσολάβησης και ελέγχου) είτε πριν καθιερωθούν είτε μετά. Δημιουργήσαν και παραδημιούργησαν! Και “συνδικάτα”, και “σωματεία”... και “οργανώσεις νεολαίας”, και “οργανώσεις γυναικών”, και “προσκόπους”, κλπ κλπ. Επιπλέον η “λαϊκή απήχηση” μπορεί να είναι οργανωμένη (ή/και μεσολαβημένη) με άλλους τρόπους. Στη βάση της οικογένειας ή της εκκλησίας - εάν σαν θεσμοί έχουν κοινωνικό εύρος.
Σε καμία περίπτωση (έχουμε τη γνώμη) τα κοινωνικά στηρίγματα των φασιστικών καθεστώτων δεν μπορούν να εντοπιστούν μόνο στο μέγεθος συγκεκριμένων θεσμών και μορφών. Ούτε, φυσικά, σε ψυχολογικούς λόγους. Για παράδειγμα το να αποδοθεί μόνο ή κυρίως στο φόβο η μαζική “λαϊκή συμμετοχή” στις παρελάσεις και στις “γιορτές”  της ελληνικής χούντας οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι εχθροί και οι αντιπαλοί της ήταν “ατρόμητοι”! Όχι. Για την μεγάλη μάζα των μικροαστών υπήρχε πάντα (και υπάρχει) μια γκάμα συμφερόντων που τους οδηγεί “χαρούμενα” στην πρόσδεσή τους σε μηχανισμούς δύναμης και εξουσίας, είτε αυτοί έχουν την μορφή “κόμματος” είτε είναι ο στρατός,  η αστυνομία, η εκκλησία... [2]

Το απόσπασμα που αποδίδεται στον Α. Ελεφάντη είναι χαρακτηριστικό των (από ταξική εργατική άποψη) λαθών αυτής της άποψης: “Τι ήταν το καθεστώς της 4ης Αυγούστου; Φασισμός είπαν σχεδόν όλοι, και τότε και τώρα. Όμως στην Ελλάδα είχαμε φασίστες όχι φασισμό. Το κόμμα του Μεταξά ήταν ασήμαντο και ασήμαντο έμεινε ως το τέλος: δεν προσχώρησαν οι μάζες σ’ αυτό. Αντίθετα, λίγο αργότερα οι μάζες πήραν άλλους δρόμους. Ούτε η χούντα της στρατιωτικής δικτατορίας πέτυχε τον εκφασισμό της χώρας”.
Κατ’ αρχήν ο “εκφασισμός της χώρας” είναι μια ιδέα επιεικώς ανόητη (με όλο τον σεβασμό για τον συγγραφέα!) από εργατική σκοπιά. Τι είναι μια “χώρα” για να “εκφασιστεί” ή όχι; Τα βουνά και τα ποτάμια; Τα σπίτια και οι δρόμοι; Κι αν το κόμμα του Μεταξά ήταν ασήμαντο (πράγμα σωστό), αυτό δεν ήταν καθόλου το μέτρο της “λαϊκής απήχησης” του καθεστώτος του. Οι δυο χιλιάδες “τριεψιλίτες” που προσπάθησαν να μιμηθούν την “πορεία προς τη Ρώμη” των μουσολινικών, στις 25 Ιούνη του 1933, κατεβαίνοντας απ’ τη Σαλονίκη στην Αθήνα, δεν ήταν “λαϊκή απήχηση” (για να στηρίξει την δικτατορία λίγα χρόνια αργότερα); Οι επιθέσεις του κκε σε διάφορα σημεία της διαδρομής αλλά και στη συγκέντρωσή των “ε.ε.ε.” δεν ήταν αντιφασιστικές; Από που προέκυψαν οι (όχι 5 και 10, 50 ή 100...) συνεργάτες των ναζί, οι οποίοι στελέχωσαν το μηχανισμό του “εθνικού στρατού” και εν συνεχεία του “εθνικού κράτους”, χάρη στην ειδίκευσή τους να πολεμούν την Αριστερά και τους κομμουνιστές που μνημονεύει ο Α.Ψ. - ε; Στ’ αλήθεια: αυτοί που πήραν τα σπίτια των εβραίων της Σαλονίκης ήταν καμιά 10αριά όλοι κι όλι ή μήπως ήταν γερμανοί ναζί;
Για να το θέσουμε διαφορετικά: γινόταν ή όχι “εμφύλιος” (πολιτικοκοινωνικά) πόλεμος, στην ελλάδα, το 1936, το 1946, το 1956; Μόνο η δική μας μεριά ήταν “μαζική” σ’ αυτόν τον πόλεμο; Και η “χούντα των συνταγματαρχών” που στηρίχτηκε άραγε; Σε καμιά 500αριά οδηγούς τανκς και εσατζήδες (συμπεριλαμβανόμενων των οικογενειών τους); Ή μήπως στους .... αμερικάνους;
Δεν μπορεί, λοιπόν (επιμένουμε) να διαχωριστούν οι ολοκληρωτισμοί σε “φασιστικούς” και “λοιπούς” στη βάση της ύπαρξης ή μη “λαϊκής απήχησης”· κι ούτε καν στις μορφές που παίρνει αυτή. Αντίθετα ενοποιούνται (οπότε λέξεις όπως “ολοκληρωτισμός”, “φασισμός”, “δικτατορία του κεφάλαιου και των αφεντικών” είναι εναλλακτικές μεταξύ τους) στη βάση της έντασης και της αδιαλλαξίας με την οποία κάνουν τα αφεντικά και οι κοινωνικοί τους σύμμαχοι το πόλεμο (τους) κατά των εργατών και της εργασίας.

Κάποιοι υποστηρίζουν (ή θα υποστήριζαν) πως εάν είναι έτσι (όπως υποστηρίζουμε) τότε “φασισμός” είναι ένα άλλο όνομα για τον καπιταλισμό. Αυτό είναι λάθος. Στην ιστορία της καπιταλιστικής συσσώρευσης έχουν εμφανιστεί διαδοχικά τόσο “ολοκληρωτικές” όσο και “συναινετικές” μορφές και περίοδοι εκμετάλλευσης. Τόσο γενικά, στο σύνολο του καπιταλιστικού κόσμου, όσο και ειδικά, από κράτος σε κράτος. Δεν υπάρχει κάποιου είδους “νόμος της ιστορίας” που να προσδιορίζει τον βαθμό δημοκρατίας (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ή ολοκληρωτισμού σε κάθε περίπτωση. Κι αυτό, ανάμεσα στα άλλα, σημαίνει ότι ο ολοκληρωτισμός δεν αποτελεί καθόλου “παρελθόν” της καπιταλιτικής εξέλιξης, κάτι που έχει ξεπεραστεί ή δεν χρειάζεται πια στη συσσώρευση... Εκείνο που είναι σταθερό είναι η πάμπολλες φορές διακηρυγμένη θέληση των (κάθε φορά) αφεντικών να κρατούν και να ασκούν απερίσπαστα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της (γενικής) εξουσίας μπορούν. Ο εργατικός ανταγωνισμός, η έντασή του, οι προσανατολισμοί του, είναι ο καθοριστικότερος παράγοντας, ο αντίπαλος, η απειλή, η άρνηση αυτής της θέλησης. Κατά συνέπεια το γεγονός είναι ότι περίοδοι “καπιταλισμού - με - ανθρώπινο - πρόσωπο” και “βίαιου και ωμού καπιταλισμού” μπορούν να εναλλάσσονται ή και να συνυπάρχουν δίπλα δίπλα· χωρίς ο καπιταλισμός γενικά να ταυτίζεται απόλυτα και μοναδικά ούτε με την μία εκδοχή, ούτε με την άλλη, ούτε με οποιαδήποτε “ενδιάμεση”.

Έχει συμβεί, ενάντια στις πιο πάνω απόψεις μας, να βρεθούμε μπροστά σε επιπόλαιες αμφισβητήσεις του είδους: δηλαδή και τον Τσώρτσιλ θα το λέγατε φασίστα; Αν και τέτοιοι “αναδρομικοί” χαρακτηρισμοί δεν έχουν νόημα, ένα μέρος της απάντησής μας είναι με ερωτηματικό: Τον Τσώρτσιλ στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του ‘44; Ή τον Τσώρτσιλ στο Λονδίνο το ‘41;
Ωστόσο η επίσημη ιστοριογραφία, γραμμένη κατάλληλα, παράγει μύθους. Να μια καλή δόση “άγνωστης” αλήθειας για τον Τσώρτσιλ - τον Τσώρτσιλ στο Λονδίνο: [3]

...
Το ρωμαϊκό πνεύμα που εκπροσωπεί ο Mussolini, ο μεγαλύτερος εν ζωή νομοθέτης, έδειξε σε πολλά έθνη πώς μπορεί κανείς να αντισταθεί στην επέλαση του σοσιαλισμού και υπέδειξε το δρόμο που ένα έθνος μπορεί να ακολουθήσει όταν καθοδηγείται με θάρρος. Με το φασιστικό καθεστώς ο Mussolini ίδρυσε ένα κέντρο καθοδήγησης από το οποίο όσες χώρες δεσμεύτηκαν για μάχη σώμα με σώμα με το σοσιαλισμό δεν πρέπει να διστάσουν να οδηγηθούν.
...

Αυτά βροντοφώναζε ο Τσώρτσιλ σε ομιλία του στην αντισοσιαλιστική “βρετανική ένωση” στις 18 Φεβρουαρίου 1933. Αξίζει να το ξαναδιαβάσετε, εάν τυχόν “δεν πιστεύετε στα μάτια σας”: ο “δημοκράτης” Τσώρτσιλ δήλωνε ανοικτά και καθαρά οπαδός του Μουσολίνι και του φασισμού - στον “σώμα με σώμα” πόλεμο με τον σοσιαλισμό.
Και δεν ήταν ο μόνος στην “δημοκρατική” μ. βρετανία. Ο Λ. Κάνφορα συνεχίζει αμέσως μετά απ’ το πιο πάνω απόσπασμα:

...
Δεν πρόκειται για αυτοσχεδιασμό. Ο γηραιός Lloyd George, σε συνέντευξή του στη Manchester Guardian της 17ης Ιανουαρίου 1933, ισχυριζόταν ότι το κορπορατιστικό κράτος που δημιούργησε ο φασισμός είναι “η μεγαλύτερη κοινωνική μεταρρύθμιση της σύγχρονης εποχής”, ενώ ο ηγέτης της αντιπολίτευσης των εργατικών, ο Landsburry, δήλωνε τον άλλο μήνα στη News Chronicle: “Δεν μπορώ να δω παρά δύο μεθόδους [αντιμετώπισης της ανεργίας], και αυτές τις έχει ήδη υποδείξει ο Mussolini: δημόσια έργα ή βοηθήματα [...]. Αν ήμουν δικτάτορας, θα έπραττα όπως ο Mussolini”.
Τώρα πια, ακόμα και στις “καθωσπρέπει” χώρες, ο φασισμός είναι κανονικότητα (έξω από το σπίτι τους, ενδεχομένως)· αντιθέτως, ο αντιφασισμός είναι μια ενοχλητική υπόθεση, μίγμα ανατρεπτικής δραστηριότητας (όταν πρόκειται για τους κομμουνιστές) και μεμψίμοιρης αντικυβερνητικής συμπεριφοράς αυτοεξόριστων (αστοί που δεν κατόρθωσαν να συμβαδίσουν με την εποχή...)
...

Μεγάλο μέρος της διοικητικής και πολιτικής ελίτ της “φιλελεύθερης” και “δημοκρατικής” μ. βρετανίας, συμπεριλαμβανόμενων μελών της βασιλικής οικογένειας, θαύμαζαν λοιπόν τον Μουσολίνι και δήλωναν διατεθειμένοι να υιοθετήσουν τον φασισμό, το 1933 - εναντίον της εργατικής (σοσιαλιστικής) απειλής. Επιπλέον, το Λονδίνο έκανε κάθε τι δυνατό για να ρυμουλκήσει την φασιστική ιταλία και τον Μουσολίνι έξω απ’ την συμμαχία με τη ναζιστική γερμανία και τον Χίτλερ, για λόγους ξεκάθαρου γεωπολιτικού (ιμπεριαλιστικού) συμφέροντος· εννοείται, με απόλυτο σεβασμό στις φασιστικές επιτυχίες κατά του “σοσιαλισμού”.
Ο ίδιος Τσώρτσιλ, ένα μήνα μετά την γερμανική επίθεση στην μ. βρετανία (“επιχείρηση Μπαρμπαρόσα”), και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η επίθεση στην ε.σ.σ.δ., στις 22 Ιουνίου του 1941, έλεγε στο διάγγελμά του προς τον λαό (του):

...
Κανείς δεν υπήρξε πιο φανατικός αντίπαλος του κομμουνισμού από μένα τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. Σήμερα δεν ανακαλώ ούτε μία λέξη από όσα έχω πει για τον κομμουνισμό. Αλλά σήμερα όλα ωχριούν μπροστά στο θέαμα που αντικρίζουν τα μάτια μας. Βλέπω τους ρώσους στρατιώτες να υπερασπίζονται τη χώρα που οι πρόγονοί τους καλλιεργούσαν από αμνημονεύτων χρόνων [...] Η αμετάκλητη απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης έχει έναν και μόνο σκοπό, έναν και μόνο στόχο: να καταστρέψει τον Hitler και κάθε ίχνος εθνικοσοσιαλισμού. Τίποτα, τίποτα απολύτως δεν θα μας εκτρέψει από αυτή την ιδέα. Δεν θα έρθουμε ποτέ σε διαπραγματεύσεις με τον Hitler, ούτε με άλλο μέλος του καθεστώτος του. Θα τον πολεμήσουμε στη γη, στη θάλασσα και στον αέρα μέχρι την ημέρα που, με τη βοήθεια του Θεού, θα έχουμε αποκαταστήσει την ελευθερία στην Ευρώπη. Όποιος πολεμά τον εθνικοσοσιαλισμό θα έχει τη βοήθειά μας· όποιος συμπορεύεται με τον εθνικοσοσιαλισμό είναι αντίπαλός μας.
...

Τι ήταν, λοιπόν, από εργατική άποψη, και σύμφωνα με τα δικά του λόγια ο Τσώρτσιλ; Φασίστας ή όχι; Σαν θαυμαστής του φασισμού και του Μουσολίνι, με προοπτική να τον μιμηθεί, θα μπορούσε πολύ άνετα και εύκολα να είναι επίσης θαυμαστής του εθνικοσοσιαλισμού και του Χίτλερ, εάν ο γερμανικός ιμπεριαλισμός παρέμενε τότε στα όρια που θα ήταν ανεκτός απ’ τον αγγλικό ιμπεριαλισμό. Απ’ την στιγμή που αυτά τα όρια ξεπεράστηκαν και μπήκαν σε αμφισβήτηση μείζοντα “εθνικά συμφέροντα” της αγγλικής αυτοκρατορίας, η “μάχη σώμα με σώμα” εναντίον του σοσιαλισμού, δηλαδή ο φασισμός του Τσώρτσιλ, πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Και έγινε “αντιναζί”! Ο Στάλιν απ’ την μεριά του, έχοντας υπογράψει με τον Χίτλερ το “σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ” τον Αύγουστο του 1939, και έχοντας μοιράσει με το γ ράιχ τον επόμενο μήνα την πολωνία, θα μπορούσε να μείνει “ουδέτερος” στον ευρωπαϊκό πόλεμο (βραχυκυκλώνοντας σε βαθμό κακουργήματος τα εκατομμύρια των κομμουνιστών στην ευρώπη) εάν (και για όσον καιρό...) ο γερμανικός ιμπεριαλισμός δεν εποφθαλμιούσε τα πετρέλαια του Καυκάσου. Αλλά αυτό, ακριβώς, συνέβη στα μέσα του 1941· συνεπώς έγινε κι αυτός στην πράξη “ορκισμένος αντιναζί”.
Η γνώμη μας είναι πως και ο Τσώρτσιλ (όπως και πολλά άλλα αφεντικά ή/και εκπροσωποί τους απ’ το τότε “αντιναζί μέτωπο”...) ήταν φασίστας. Ακόμα περισσότερο όμως ήταν μια απ’ τις πολλές προσωποποιήσεις εκείνου που υποστηρίξαμε νωρίτερα: ότι η εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων μπορεί να είναι διαδοχικά (ή και ταυτόχρονα σε διαφορετικές περιοχές του καπιταλιστικού πλανήτη) φασιστική / ολοκληρωτική ή δημοκρατική (εντός ή εκτός εισαγωγικών) χωρίς να ταυτίζεται οριστικά και αμετάκλητα είτε με το ένα “πρόσωπο” είτε με το άλλο, ανάλογα και με τους ταξικούς συσχετισμούς.4 Το δικό μας καθήκον, σαν αυτόνομων εργατών, είναι να ξεχωρίζουμε κάθε φορά τι είναι τι· να διακρίνουμε, επίσης, έγκαιρα τις τάσεις της καπιταλιστικής μηχανής· και καθόλου να πελαγώνουμε σε ιστορικίστικους προσδι-ορισμούς!

 

τώρα λοιπόν (και λίγο πριν)

Όποιος προσπαθεί να κάνει συγκρίσεις μεταξύ “κοινωνικών φαινομένων”, σχέσεων και θεσμών εξουσίας λέμε, μεταξύ διαφορετικών ιστορικών περιόδων, προκειμένου να βγάλει ένα συμπέρασμα για το τι είναι τι, μπορεί να πέσει σε σοβαρά λάθη. Τέτοιες συγκρίσεις παρόντος και παρελθόντος μπορεί να είναι χρήσιμες (χωρίς αυτό να είναι σίγουρο, και πάντως έξω απ’ το παιχνίδι “επτά ομοιότητες και επτά διαφορές”...) μόνον αφού πριν έχει διαλευκανθεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό η κατάσταση του παρόντος, καθώς και οι τάσεις της μεσοπρόθεσμα.
Τα επείγοντα ερωτήματα για το ξεκαθάρισμα του παρόντος, σε ότι αφορά τις μορφές εξουσίας στον καπιταλιστικό κόσμο και την κοινωνική τους υποστήριξη, είναι του εξής είδους:
- είναι συμβατό, μπορεί να λειτουργήσει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της προεταραιότητας στην “αγορά” μαζί με ολοκληρωτικές (κρατικές και παρακρατικές) “διοικήσεις”;
- τι μορφές και περιεχόμενα παίρνει η επιτήρηση και ο έλεγχος των κοινωνικών σχέσεων στον μεταβιομηχανικό καπιταλιστικό κόσμο;
- ποιές είναι οι προϋποθέσεις ενός ακόμα (και μάλιστα διευρυμένου ιδιαίτερα) κύματος “άγριας συσσώρευσης”;
- πόσο έντονες είναι οι απαιτήσεις των “απο κάτω” για “ασφάλεια”, και πόσο εύκολο είναι να ικανοποιηθούν αυτές με διανομή ατομικών δόσεων “δύναμης”;
- τι είδους είναι ή μπορεί να είναι η “λαϊκή ταύτιση” με αναπαραστάσεις (κρατικής ή παρακρατικής) ισχύος στις κοινωνίες του θεάματος;
- πως περιφρουρείται (ιδεολογικά, θεσμικά) η ακόμα πιο βίαιη υποτίμηση (σημαντικών τμημάτων) της εργασίας στον σύγχρονο καπιταλισμό;
- ποιά είναι η πραγματική θέση εκείνου που έχουμε ονομάσει σύμπλεγμα της ασφάλειας στην εξελισσόμενη κρίση / αναδιάρθρωση;
- κ.α.

Σαν αυτόνομοι εργάτες έχουμε χρησιμοποιήσει εδώ και καιρό (απ’ τα τέλη του 2001 και μετά) τον όρο “νέος ολοκληρωτισμός” για να ερευνήσουμε απ’ τη μια μεριά διεθνείς κινήσεις όξυνσης της επιτήρησης και του ελέγχου, εκ μέρους των αφεντικών, και αφετέρου τις αρθρώσεις αυτών των κινήσεων με ορισμένες απ’ τις “απαιτήσεις” των “απο κάτω” (ή τμημάτων τους). Μια σχολαστική ιστορικίστικη άποψη θα υποστήριζε ότι η χρήση του όρου “ολοκληρωτισμός” είναι το ίδιο αδόκιμη με την χρήση του όρου “φασισμός”, και για τους ίδιους περίπου λόγους. Δεν έχουμε, άραγε, “αρκετή ελευθερία” σήμερα; Δεν υπάρχουν κόμματα, εκλογές, κοινοβούλια, σωματεία, διαφορετικές ή και αντίθετες απόψεις σε όλα τα θέματα;
Εάν τα κριτήρια κάποιου προέρχονται απ’ το παρελθόν του ευρωπαϊκού μεσοπολέμου, τότε πράγματι, ο χαρακτηρισμός “ολοκληρωτισμός” (ή “φασισμός”, ή “δικτατορία του κεφάλαιου, των αφεντικών και των συμμάχων τους”) φαίνεται το λιγότερο υπερβολικός. Εάν, όμως, τα κριτήρια είναι η πραγματική παραγωγικότητα / δημιουργικότητα της εργασίας σήμερα· οι όλο και εντονότερες προσπάθειες (των αφεντικών και των συμμάχων τους) όχι μόνο να υπεξαιρεθεί στο μέγιστο βαθμό αυτή η πραγματική παραγωγικότητα / δημιουργικότητα, αλλά να μετατραπεί εν μέρει στο αντίθετό της, σε “υψηλού επιπέδου καταστροφικότητα” (έτσι ώστε να διασωθούν για άλλη μια φορά οι ατομικές σχέσεις ιδιοκτησίας...)· η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή του πλούτου και στον σφετερισμό του από ελάχιστους, καθώς και η (στρατιωτική πλέον) διαφύλαξη αυτής της απόστασης· η μετατροπή όλο και περισσότερων ακόμα και ρεφορμιστικών απαιτήσεων “αναδιανομής” σε ζητήματα δημόσιας τάξης· η εγγύτητα του σημείου έκρηξης αντίπαλων ιμπεριαλισμών και πολλά άλλα, τότε ο χαρακτηρισμός “ολοκληρωτισμός”, και όλοι οι εναλλακτικοί μ’ αυτόν χαρακτηρισμοί, δεν είναι καθόλου υπερβολικοί.
Εξίσου σημαντική με τα “στιγμιότυπα” μιας ορισμένης ιστορικής περιόδου αν όχι σημαντικότερη είναι η τάση. Οι καπιταλιστικές τάσεις. Η μαζική και συστηματική εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων μουσουλμάνων ανδρών και γυναικών εδώ και πάνω από 20 χρόνια δεν έχει μεν την μορφή των “στρατοπέδων συγκέντρωσης / εργασίας / εξόντωσης” των ναζί, είναι όμως μια απόλυτα βάρβαρη σταθερά της καπιταλιστικής πραγματικότητας απ’ το 1990 και μετά. “Δεν είμαστε μουσουλμάνοι, οπότε δεν μας αφορά”... Αυτό λέγεται “σιωπηλή λαϊκή συναίνεση”, πλαισιωμένη μάλιστα από ηχηρές υποδείξεις ή και επιβεβαιώσεις. Επιπλέον αυτός ο μεγακανιβαλισμός του “πρώτου” κόσμου ΔΕΝ είναι το τέλος της ιστορίας, ούτε καν για τα επόμενα λίγα χρόνια. Είναι τμήμα μιας συγκεκριμένης ηγεμονικής καπιταλιστικής τάσης.
Που είναι εξαιρετικά βίαιη, εξαιρετικά αιματηρή, εξαιρετικά αντι-εργατική· φασιστική, ολοκληρωτική... Το να μην λέμε τα - πράγματα - με - το - όνομά - τους (μη τυχόν και πέσουμε στο αμάρτημα της λεκτικής κατάχρησης), είναι αυτό ακριβώς που επιδιώκουν τα αφεντικά (οργανώνοντας, όπου και αν χρειάζεται, ή αξιοποιώντας τις όποιες “λεκτικές καταχρήσεις”)...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Η δημιουργία του “μαζικού κόμματος” σαν βασικού εργαλείου για την κατάληψη της εξουσίας δεν ήταν (και δεν θα μπορούσε να είναι...) μια “ομαλή ιστορία”. Μαζικό κόμμα σημαίνει υποχρεωτικά και ισχυρές και αντίπαλες φράξιες. Η ιστορία με την εκκαθάριση των επικεφαλής των ναζιστικών s.a. το 1934 κάτι διδάσκει επ’ αυτού...
[ επιστροφή ]

2 - Ήταν, άραγε, τα “συλλαλητήρια για την μακεδονία” (εντός και εκτός συνόρων) φασιστικές συγκεντρώσεις; Όταν (ελάχιστοι...) το υποστηρίζαμε τότε, όλη η αριστερά και η άκρα αριστερά που συμμετείχε ενεργητικά στην “ελληνοσερβική φιλία” μας χλεύαζε. Ακόμα και σήμερα, που τόσα έχουν αποκαλυφθεί για εκείνη την ιστορική φάση του ελληνικου ιμπεριαλισμού, οι λεπτολόγοι θα έψαχναν (και θα εύρισκαν) υποτίθεται ακλόνητα επιχείρηματα για να πουν “όχι, δεν ήταν φασισμός”. Υπήρχε τεράστια “λαϊκή συναίνεση” στην προοπτική ενός γρήγορου και ανέξοδου πολέμου κατά του κράτους της μακεδονίας, όπως υπήρχε και τεράστια “λαϊκή υποστήριξη” στους σερβοφασίστες του Μιλόσεβιτς, του Κάραζιτς, του Αρκάν... αλλά δεν υπήρχε ένα “φασιστικό κόμμα” που να εκφράζει όλους αυτούς, έτσι δεν είναι; Έτσι ακριβώς: υπήρχαν όλα τα κόμματα, συν την εκκλησία, συν τις μυστικές υπηρεσίες, συν τα μήντια· το κράτος στο σύνολό του δηλαδή, σαν “κόμμα των αφεντικών”... Υπήρχε δημοκρατία; Μα ασφαλώς· όποιος, όμως, τολμούσε να διαφωνήσει ανοικτά στο δρόμο και συλλαμβανόταν, μπορεί να έτρωγε και δέκα χρόνια φυλακή... Υπήρχαν σύμβολα που να παραπέμπουν στο ναζισμό; Όχι φυσικά· μόνο η ελληνική σημαία... Υπήρχε η “βλοσυρότητα του φασίστα”; Μπα, καθόλου - υήρχε μόνο το πανηγύρι (των ανθρωποφάγων...)
Μπράβο λοιπόν!!! Επρόκειτο για μια “αθώα έκρηξη πατριωτισμού...” και όχι για φασιστικές συγκεντρώσεις... Μόνο που η μόνη σκοπιμότητα αυτής της αθωώτητας ήταν εκείνη του προστατευτικού κελύφους για πολλών ειδών καθάρματα, μεταξύ των οποίων κάμποσα τότε μέλη της αριθμητικά ασήμαντης συμμορίας των βοθρολυμάτων. Η συμμορία δεν έγινε εργαλείο και τμήμα του ελληνικού “βαθέος κράτους” το 2009· έγινε επίσημα και πανηγυρικά το 1992. Με τις ευλογίες των πάντων.
Κι όταν το διεθνές δικαστήριο της Χάγης ζήτησε να συλληφθούν οι έλληνες χασάπηδες του Σαράγεβο και της Σρεμπρένιτσα, το βαθύ κράτος τους προστάτεψε κι αυτούς και τις χρυσές “οργανώσεις” τους. Αφού δεν ήταν φασιστικά τα συλλαλητήρια, αφού δεν ήταν φασιστικό το ελληνικό κράτος απ’ το 1992 ως το 1997, τότε ούτε και τα καθαρματάκια του που έδρασαν στη βοσνία ήταν φασίστες - έτσι δεν είναι;
Μήπως οι δεκάδες δολοφόνοι μεταναστών απ’ την αλβανία, “πολίτες” (αλλά και καραβανάδες, και μπάτσοι....), οι δικαστές που τους αθώωναν, οι τοπικές κοινωνίες που τους χειροκροτούσαν, τα μήντια που τους δικαίωναν, οι εργοδότες που τους έκλεβαν και τους κάρφωναν στο τέλος της δουλειάς, μήπως αυτοί όλοι ήταν στα ‘90s φασίστες; Μήπως το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας του χρήματος και της κατανάλωσης ήταν (και είναι) φασιστικό, τότε κατά των “αλβανών” και σήμερα κατά των “πακιστανών”; Μήπως η άγρια, βίαιη, αδιαπραγμάτευτη εκμετάλλευση της εργασίας, της σεξουαλικότητας, της ζωής στο σύνολό της, είτε γίνεται “ατομικά” είτε θεσμικά, είτε γίνεται απ’ την “κοινωνία” είτε γίνεται απ’ το κράτος, είναι η “καρδιά” του φασισμού;
Α πα πα!!! Να το αμάρτημα της “κατάχρησης”!!!!  Ε; Ίσως πρέπει να περιοριστούμε σ’ ένα ψόφιο οι έλληνες ένοιωθαν τότε κάτι “έκτακτες ανάγκες”... Και τώρα το κράτος τους το ίδιο.
[ επιστροφή ]

3 - Απ’ το Η δημοκρατία, Ιστορία μιας ιδεολογίας, του Λουτσιάνο Κάνφορα, εκδ. μεταίχμιο, 2009.
[ επιστροφή ]

4 - Αυτό εξηγεί με μεγάλη επάρκεια την “ευκολία” με την οποία διάφοροι εξειδικευμένοι ναζί πέρασαν στην υπηρεσία των “αντιναζί” ηπα, μετά το τέλος του Β παγκόσμιου.
[ επιστροφή ]

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License