ο αγώνας για το νερό το τσάι και για την εξουσία του Κράτους la lotta per l’acqua del tè e per il potere dello Stato

-για την επαναδιατύπωση της κοινωνικής χειραφέτησης μετά το τέλος του «μαρξισμού – – Sulla riformulazione dell’emancipazione sociale dopo la fine del «marxismo» – του Robert Kurz https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/05/17/%CE%BF-%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%BD%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD/

Posted on 17/05/2015 by kleovis Σάββατο 9 Μαίου 2015

αντί-οικονομία και αντιπολιτική  Anti-economia ed antipolitica 

– Sulla riformulazione dell’emancipazione sociale dopo la fine del «marxismo» –
του Robert Kurz

 

1 – ο πολιτικισμός και το ζήτημα της εμβρυακής μορφής της χειραφέτησης, Il politicismo e la questione della forma embrionale dell’emancipazione

η φτώχεια μιας ριζοσπαστικής κριτικής του συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων – δηλαδή, ενός »τρόπου παραγωγής βασισμένου στην αξία» (Marx) – μοιάζει να βρίσκεται στην ανικανότητά της να αντιπροσωπεύει μια ιστορική πράξη (δεν πρέπει να συγχέεται με εργασία της πλάκας, με μια οποιαδήποτε εργασία τέλος πάντων), να αναλάβει μια πρωτοβουλία, να βρει μια διέξοδο, και να την κοινωνήσει στην κοινή συνείδηση των μαζών, παραμένοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταδικασμένη σε μια ύπαρξη εσωτερική, που κατοικεί στις περιοχές κοινωνικά απομακρυσμένες του καθαρά θεωρητικού προβληματισμού,   αν όχι μάλιστα της φιλοσοφικής εκμετάλλευσης και χειραγώγησης , διαλυόμενη έτσι τελικά σε μια περίεργη σεχταριστική ύπαρξη. εάν και πως είναι δυνατή μια χειραφετική κοινωνικοποίηση δίχως τις φετιχιστικές μορφές του εμπορεύματος και του χρήματος – αυτό παραμένει ένα κλειστό βιβλίο.

σε σχέση με όλο αυτό, δεν είναι σίγουρα δίχως ενοχές ο μειοψηφικός μαρξισμός, ο οποίος μέχρι στιγμής την πρόθεση του να ασκήσει κριτική στην αξία, ή έκανε να αντηχήσει αυτή η κριτική της αξίας μόνο σε μια μορφή πάνω κάτω ασαφή, αόριστη.  όντως, αυτό το είδος μαρξιστικής κριτικής του »φετιχισμού του εμπορεύματος» – που χρονολογείται στον νεαρό Lukacs της  «Ιστορία και συνείδηση της τάξης «, στην Κριτική Θεωρία του Adorno και Horkheimer ή επίσης, εν μέρει, στους γάλλους καταστασιακούς γύρω από τον Guy Debord – από τις δυο η μία, ή αρνήθηκε, συνειδητά μια εμβάθυνση και μια συγκεκριμενοποίηση της κριτικής του φετιχισμού στην σύγχρονη πολιτική οικονομία, ή, και κυρίως, έδειξε, στην πρακτική της κατεύθυνση, υπαρξιστικά ίχνη – και αυτό όταν δεν μειώθηκε  (όπως στον Lukacs) σε μια ντροπιαστική απολογία του συστήματος παραγωγού εμπορευμάτων του υπαρκτού σοσιαλισμού.

ο νέος κομουνισμός της αριστεράς, με την σειρά του, με τα συστατικά του, εν μέρει μαοϊκά εν μέρει συγγενικά με τον ιταλικό »εργατισμό», δεν ξεπέρασε ποτέ, στην καλύτερη των υποθέσεων, μια πλατωνική κριτική των »σχέσεων χρήμα-εμπόρευμα», μη βασισμένη σε φιλοσοφικούς όρους και αντιοικονομικούς, κι έτσι παρέμεινε αιχμάλωτος αρκετά ακατέργαστων εννοιών, που πρακτικά, μειώνονταν, σε ένα ηδονιστικό μασκάρεμα της παλιάς ιδεολογίας του εργατικού κινήματος.

όταν το ζήτημα της εξουσίας θα είχε ξεπεραστεί, τότε εύκολα θα είχε γίνει δυνατό να τακτοποιηθούν, προς όφελος όλων, οι παραγωγικές δυνάμεις που είχαν ενεργοποιηθεί από τον καπιταλισμό  («και, μετά, όλα θα λειτουργήσουν από μόνα τους «).

αμφότερα τα απολιθώματα, αυτό του ριζοσπαστισμού της αριστεράς και του πράσινου πρώην-φονταμενταλισμού – στην Δυτική Γερμανία, των Rainer Trampert e Thomas Ebermarm – μπορούσαν έτσι να δεσμευτούν ανώφελα, σε τελετουργίες, και να εκπονήσουν το πρόγραμμα σε διάστημα δεκαπέντε λεπτών. όμως δεν είναι αυτό ακριβώς το πρόβλημα, μπροστά από τον καπιταλισμό που βασιλεύει δίχως καμία αντιπολίτευση.

είναι γι αυτό τον λόγο που δεν μπορούμε να σκεφτούμε ένα κίνημα υπέρβασης. ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον μη-καπιταλισμό δεν παρεμβάλλεται μόνο ένα ζήτημα εξουσίας ή των »διαθέσιμων δυνάμεων». η υπέρβαση της αναπαραγωγής υπό την μορφή του εμπορεύματος δεν είναι μια υπόθεση λιγότερο ή περισσότερο τεχνική και οργανωτική που θα εκτελέσουμε μετά την »απαλλοτρίωση» (πολιτική και νομική ) των καπιταλιστών, αλλά μάλλον είναι το ξεπέρασμα όλων των σχέσεων και όλων των μορφών κοινωνικής συνείδησης που έχουν διαμορφωθεί από την αξία ή από τον »διαχωρισμό-αξία»  (Roswitha Scholz).

και αυτό δεν συμβαίνει εύκολα και δίχως τριβές (μιας και, τόσο η συνείδηση των μαζών όσο και η θεωρητική συνείδηση επλήγησαν, επηρεάστηκαν, σε μια διαδικασία μακραίωνη, από την μορφή εμπόρευμα) και δεν λαμβάνει χώρα ούτε σαν μια μετά-καπιταλιστική εναλλαγή των πόλων. μάλλον, το κίνημα ριζοσπαστικής κριτικής και χειραφέτησης, ξεκινώντας από την καπιταλιστική πίστη, μπορούμε να το σκεφτούμε μόνο διαμέσου ενός συγκεκριμένου σχεδιασμού μιας »εθελοντικής αλλαγής» νοητής μόνο ως, διαφορετικά, να ήταν αδύνατη η άρνηση και η κοινωνική διαμεσολάβηση.

και ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί, με κανέναν τρόπο, να παραμείνει στην μορφή μιας απροσδιοριστίας, ηθικής ή μεταφορικής, αναμένοντας μια οποιαδήποτε »ημέρα Χ», δίχως να εισέλθουμε στο θεωρητικό πλαίσιο, υπόβαθρο διαμέσου συγκεκριμένων ορισμών.

αυτό έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία από την στιγμή που η μετά-καπιταλιστική αναπαραγωγή να πέσει κάτω από το επίπεδο της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να την ξεπεράσει. σε μια τέτοια προοπτική, είναι εξ ολοκλήρου αδύνατο να διαχωρίσουμε την άρνηση από την θετική υπέρβαση.  εάν οι δυνατότητες λόγω των οποίων ο ίδιος ο καπιταλισμός έκανε δυνατό η αναπαραγωγή να φαίνεται και να δρα μόνον στην καταστρεπτική της όψη, υπό την καπιταλιστική μορφή, πρέπει να υποδείξουμε με ποιον τρόπο αυτές οι δυνατότητες, αφού ξεπεραστούν, θα ενεργήσουν με διαφορετικό τρόπο και θα ρυθμιστούν διαμέσου θεσμών άμεσης κοινωνικής επικοινωνίας, που πηγαίνουν πέρα από την αστική κοινωνικοποίηση στις παραμέτρους της μορφής εμπόρευμα.

είναι αυτή η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποίαν ένα κίνημα υπέρβασης μπορεί να κάνει την διαδρομή του.

μέρος  αυτού είναι όλο εκείνο που, στην αστική οικονομία, εμφανίζεται σαν ένα πρόβλημα »κατανομής των πόρων». πως θα έπρεπε να είναι η συγκεκριμένη άποψη της συνεργασίας εκατομμυρίων ανθρώπων με την λειτουργική διαίρεση της αναπαραγωγής του,  ξεκινώντας από την ροή των πόρων, από την μεταλλουργία  μέχρι τα ορυχεία, όταν όλο αυτό δεν μπορεί να οδηγείται από το »αόρατο χέρι» της φετιχιστικής μορφής της αξίας?

τέτοια προβλήματα του λεγόμενου σχεδιασμού δεν λύνονται, απολύτως, σε δεκαπέντε λεπτά από τις αυθεντίες όπως οι  Trampert ή Ebermann.

όμως εάν επίσης, σε γενικές γραμμές, το ζήτημα του σχεδιασμού διαμορφώνεται και επιλύεται με θεωρητικούς και αναλυτικούς όρους πέρα από τις μορφές εμπόρευμα και αγορά, με σκοπό να μπορέσει να θέσει σε εφαρμογή εμπειρίες μετά-καπιταλιστικές, αναδύεται πάντα, την ίδια στιγμή, το ζήτημα της μετάβασης, του πρακτικού ζητήματος μετασχηματισμού, της περίφημης »προσέγγισης» σε μια αναπαραγωγή της οποίας η μήτρα να μην είναι η μορφή εμπόρευμα πριν αυτή η αναπαραγωγή δεν είναι σε θέση να αναπτυχθεί στο δικό της έδαφος.

από που και πως να ξεκινήσουμε, στο εσωτερικό της υπάρχουσας μορφής καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης  που βασιλεύει σε κάθε αναπαραγωγή, με σκοπό να βρούμε σε αυτήν, σαν να λέμε, μια εσωτερική υπέρβαση που να μπορεί να είναι από μόνη της απελευθερωτική, για να κάνουμε το πρώτο βήμα, για να δώσουμε μιαν αρχή που να είναι δυνατή η διατύπωσή της σαν κοινωνική χειραφέτηση ;

η μητρική φλέβα του παλαιού μαρξισμού του εργατικού κινήματος έχει απλά αγγίξει αυτό το πρόβλημα και το αντικατέστησε με ένα άλλο – με έναν πολιτικίστικο και κρατικό προσανατολισμό που απευθύνθηκε στο »ζήτημα της εξουσίας» (δείτε, του Ernst Lohoff, Κρίση και απελευθέρωση, στο Krisis n° 18). με άλλα λόγια, δεν οργανώθηκε με αντικαπιταλιστική μορφή όσον αφορά την αναπαραγωγή και την καθημερινότητα, αλλά το έκανε μονάχα πολιτικά, σαν ιστορική και αφηρημένη »έκφραση της θέλησης», δίχως αναπαραγωγικό βάρος  στην πραγματικότητα, δηλαδή σαν »πολιτικό κόμμα» (και, παράλληλα, πολέμησε συνδικαλιστικά για τις ανταμοιβές που ενυπάρχουν στο σύστημα).

υποτάχθηκε όλος στον στόχο της πολιτικής κατάκτησης της εξουσίας, για να αναζητήσει, στην συνέχεια, διαμέσου κρατικών παρεμβάσεων – και, συνεπώς, »από ψηλά»  – με έναν ορισμένο τρόπο να »λαμπρύνει» την καπιταλιστική αναπαραγωγή σύμφωνα με τα σοσιαλιστικά πρότυπα της σχεδιασμένης οικονομίας, της οικονομίας κεντρικού σχεδιασμού.  εδώ η πολιτική εξουσία μοιάζει σαν το υπομόχλιο του Αρχιμήδη, και ο εναλλακτικός κρατικός μηχανισμός  («Κράτος-εργαζόμενος»), σαν τον κεντρικό μοχλό για την αναστροφή.
δεν είναι τυχαία, ως εκ τούτου, η πλήρης εξαφάνιση του προβλήματος μιας αναπαραγωγής όχι πλέον συνδεδεμένης στην αξία και την σχετική της »προσέγγιση».

ο αγώνας για τα εμμενή  bonus στο σύστημα, που εξ ορισμού δεν εγκαταλείπει την μορφή της αστικής σχέσης, προσλαμβάνεται σαν »προσέγγιση» στο πολιτικό ζήτημα της εξουσίας και, στη συνέχεια, εξ ίσου έμφυτη στο σύστημα  (σαν »εισαγωγή»σε αυτό ). αυτό είναι εξ ολοκλήρου συνεπές, καθόσον αυτό το ζήτημα της εξουσίας σαν θετικής, σαν ζήτημα της εγκατάστασης μιας εναλλακτικής κρατικής δύναμης παραμένει και αυτό εξίσου περιορισμένο στην  (πολιτική) σφαίρας της αστικής κοινωνικοποίησης.

με αυτό τον τρόπο, η αξία δεν επεξηγείται, αλλά μετατρέπεται σε ουδέτερο αντικείμενο, οντολογικό. μέσα και σκοποί, μεταρρύθμιση και επανάσταση, συνδικαλιστικός αγώνας για την διανομή και το πολιτικό πρόγραμμα μπορούν μονάχα να εσωκλείονται σε μια ενότητά τους  διότι, όπως »ο αγώνας για το νερό για το τσάι και την εξουσία του Κράτους, «la lotta per l’acqua del tè e per il potere dello Stato» (Brecht), παραμένουν άνευ όρων περιορισμένοι στην αστική μορφή της αναπαραγωγής των σχέσεων εμπορεύματος και νομισματικές. η κριτική της αξίας στο πλαίσιο  αξεπέραστο ακόμη του μαρξισμού του εργατικού κινήματος – κριτική αυτή που απεκδύεται, παραιτείται από την υλοποίησή της – πρέπει απαραίτητα να κολυμπήσει, με μορφή άμεση ή έμμεση, σε αυτά τα πολιτικίστικα νερά και, ακριβώς γι αυτό, παρέμεινε απόκρυφη, εσωτερική και αδιαμεσολάβητη ως κριτική της αξίας.

στην πραγματικότητα, η συμπεριφορά του παλαιού μαρξισμού στην μια ή την άλλη περίπτωση – είτε είναι εσωτερικά κριτική της αξίας και δειλά πολιτικίστικη είτε ανοιχτά κρατικιστική και οντολογιστική  της αξίας  – o che sia esotericamente critico del valore e timidamente politicista o che sia apertamente statalista ed ontologizzante del valore – είναι ουσιαστικά η ίδια για εκείνο που αφορά την »αναρμοδιότητά της», δηλαδή, ο αντικαπιταλισμός δεν φαίνεται, δεν μοιάζει  (επίσης μόνο όσον αφορά τις δυνατότητές του επεξεργασμένες θεωρητικά ) σαν μια μορφή ύπαρξης και αναπαραγωγής κοινωνικό-οικονομικής που είναι δυνατό να διατυπωθεί (που δύναται να εκπροσωπηθεί εμβρυικά) πέρα από τον καπιταλισμό, που αγωνίζεται για το δικαίωμά του στην ύπαρξη και επικρατεί μπροστά στην μούρη της κυρίαρχης μορφής κοινωνικοποίησης, όμως, αν μη τι άλλο, ωσάν απλή κινητοποίηση έμμεση της αφηρημένης άρνησης, που δεν είναι, από μόνη της, αρνητική στην μορφή του εμπορεύματος, από την στιγμή που βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν στόχο αφηρημένο χωρίς σημασία, ένα υποτιθέμενο σημείο ανυπέρβλητο μεταμόρφωσης.

η κοινωνική χειραφέτηση δίνει έτσι συνέχεια σε μια απλή υπόσχεση για ένα μέλλον φανταστικό. σε πρώτη φάση, θα ήταν απαραίτητο να διασχίσουμε την πολιτική κοιλάδα των δακρύων, πριν μπορέσουμε να αντικρίσουμε την υποσχόμενη γη του »σοσιαλισμού» και να μπορέσουμε να την καταλάβουμε πρακτικά. στην πραγματικότητα, αυτό όντως υπήρξε το πρόγραμμα κοινωνικής μεταρρύθμισης, έμφυτο στην μορφή εμπόρευμα, στις μητροπόλεις και στον »καθυστερημένο εκσυγχρονισμό» της καπιταλιστικής περιφέρειας; σε αυτό το χρονοδιάγραμμα, αυτές οι δυο αντιθέσεις καταστράφηκαν σε μεγάλος μέρος. η ιδέα μιας αναστροφής επικεντρωμένης πολιτικά – και, γι αυτό, αφηρημένης – στον πολιτικό ουρανό, αντιθέτως κι όχι στην κοινωνικό-οικονομική Γη, ήταν ταυτόσημη με τον περιορισμό στην μορφή του φετιχισμού στον αστικό τρόπο κοινωνικοποίησης.

το πρόβλημα που εμφανίζεται εδώ είναι εκείνο της »εμβρυακής μορφής». ο ιστορικός υλισμός έδειξε και αναγνώρισε αναλυτικά πως η αστική και καπιταλιστική κοινωνικοποίηση, υπό την μορφή του εμπορεύματος, προέκυψε σαν εμβρυακή μορφή μέσα στην φεουδαρχική κοινωνία. αυτή δεν άρχισε με την πολιτική επανάσταση (όπως για παράδειγμα η γαλλική ), αλλά πολύ νωρίτερα, για να επιβληθεί, στη συνέχεια, μετά από μια μεγάλη ανάπτυξη, σαν μορφή με αυτό-επίγνωση λαμβάνοντας υπόψη το πολιτικό ζήτημα της εξουσίας. οι κοινωνικό-οικονομικές εμβρυακές μορφές του καπιταλισμού αναπτύχθηκαν αφού, για πολύ καιρό, επέμενε μια εξουσία φεουδαρχική »παράλληλη και ανώτερη».

όταν στις αστικές επαναστάσεις, »έσπασε το φεουδαρχικό περίβλημα», η αστική κοινωνικότητα, υπό μορφήν εμπορεύματος, βρέθηκε πρακτικά ήδη παρούσα – όχι μόνον έμμεσα, σαν πολιτική μορφή και σε αμφισβήτηση, αλλά με τρόπο άμεσο και θετικό, σαν πραγματική μορφή αναπαραγωγής κοινωνικής-οικονομικής. το πολιτικό κίνημα δεν έχει προηγηθεί της νέας μορφής αναπαραγωγής σαν έκφραση αφηρημένης και συμβολικής θέλησης ; αντίθετα, αυτό υπήρξε η δευτερεύουσα συνέπειά του, η απαραίτητη φαινομενική μορφή.

το να έχουμε στο μυαλό μας αυτό το ιστορικό γεγονός  έχει μεγάλη σημασία, από την στιγμή που ο ιστορικός υλισμός »μπάζει νερά», που λέμε, μόλις θελήσουμε να ορίσουμε την λεγόμενη σοσιαλιστική επανάσταση. από την μία, την εξομοιώνουμε τυφλά  στην αστική μορφή πολιτικού κινήματος, σε όλες του τις εκδηλώσεις (από την έννοια της επανάστασης μέχρι εκείνη του πολιτικού κόμματος ), το οποίο δείχνει τον χαρακτήρα του παλιού μαρξισμού σαν απλή μετάβαση δευτερεύουσα του αστικού διαφωτισμού και της κοινωνικοποίησης διαμέσου της μορφής εμπορεύματος.

από την άλλη, μια τέτοια παρόρμηση, γι αυτό ακριβώς, δεν μπορεί να επικαλεστεί μιαν μορφή μη-αστικής αναπαραγωγής και όχι της ήδη υπάρχουσας αγοράς . το εμφανές ψέμα του μαρξισμού του εργατικού κινήματος αποκαλύπτεται σε αυτή την έλλειψη μιας εμβρυακής μορφής πραγματικά υπάρχουσας. η μορφή που είναι καθεαυτού αστική της πολιτικής δράσης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε μια μορφή κοινωνικής ύπαρξης μη-αστικής και όχι της αγοράς.

χάρη στην αναγκαιότητα έγινε αρετή, στον αστικό χαρακτήρα της πολιτικής ακινησίας έγινε ένας χαρακτήρας ιδιόμορφος του μετασχηματισμού. υποθετικά, η ιδιοτυπία που θα έπρεπε να είχε ξεχωρίσει την σοσιαλιστική επανάσταση από την αστική ήταν το γεγονός πως αυτή δεν μπορούσε να έχει μια πραγματική εμβρυακή μορφή. η δυναμική για να μετασχηματιστεί η ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραγωγικών δυνάμεων, χάρη στον »συνολικό»  χαρακτήρα της σε σχέση του συνόλου της κοινωνίας, δεν έπρεπε να εκπροσωπείται και να κινητοποιείται σύμφωνα με το κριτήριο μιας εμβρυακής μορφής κοινωνικής και επικοινωνιακής, για να περάσει στην συνέχεια πέρα από την κοινωνικοποίηση διαμέσου της αξίας, αλλά μόνο σύμφωνα με το κριτήριο της άμεσα κοινωνικής οργάνωσης.

συγκεκριμένα, »ή όλα ή τίποτα», συνολική αμεσότητα της μορφής της κυρίαρχης αξίας δίχως κάποιο ενδιάμεσο κίνημα κοινωνικό-οικονομικό.  αντίθετα, μόνο το πολιτικό κίνημα – και κατόπιν, συνδεδεμένο θετικά στο Κράτος – μιας αντίθεσης συμφυούς με την σχέση του κεφαλαίου, η οποία από την φύση της έπρεπε να παραμείνει εσωτερική στο πεδίο των καπιταλιστικών κατηγοριών  (αξία, εμπόρευμα, χρήμα, κεφάλαιο, μισθός, Κράτος, δημοκρατία ).

με πρακτικούς όρους, και σχετικά με τον ορισμό του στόχου,  αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια γραφειοκρατική άποψη που μπορούσε να κερδίσει αληθοφάνεια μονάχα στην στο πλαίσιο του κρατικού σοσιαλδημοκρατικού και »κομουνιστικού» φετιχισμού  – στην σοσιαλιστική ιδέα υποκείμενη του »καλού» Κράτους, του »Κράτους-εργάτη», ή για να το πούμε με πολεμικό τρόπο, του εσχατολογικού »Τρίτου Ράιχ» των ΄΄γαλάζιων μυρμηγκιών», κάτω από το σημάδι των παραγωγικών δυνάμεων σε γιγαντιαία σκάλα.

αυτή η ιδέα, με πολλούς τρόπους που τείνουν περισσότερο στον σοσιαλισμό της πανεπιστημιακής έδρας του Lassale παρά σε εκείνον του  Marx (όμως ούτε οι Marx και Engels ήταν τελείως ελεύθεροι από αυτόν), πνίγηκε χάρη στην αυστηρή συνεργασία του συνδικαλιστικού μηχανισμού και του σοσιαλιστικού κόμματος – των οποίων η τυπολογία αντιπροσώπευε, συνήθως, μια αίθουσα της φρίκης της σιδηροδρομικής ομοιομορφίας του προλεταριάτου, της Πρώσικης νοοτροπίας του βήματος της χήνας και κυρίως της ευπιστίας προς το Κράτος και στις βασικές αρχές από πλευράς των »στρατών της εργασίας» – όλες οι προσπάθειες μιας αναπαραγωγής »αντιοικονομικής» αυτόνομης ενάντια στις ενάντια στους εξαναγκασμούς του ολοκληρωτικού παραγωγικού συστήματος εμπορευμάτων.

όλο αυτό που μπορούσε να αντιστοιχεί σε αυτή την αναπαραγωγή, όσο ανώριμη κι αν ήταν η μορφή της, έμοιαζε με ανταγωνισμό σε σχέση με την στρατηγική της »κατάκτησης της εξουσίας» και της αρχής »από τα πάνω» της συνολικά σχεδιασμένης οικονομίας του Κράτους-μυρμηγκιού (του οποίου τα θεμέλια ήταν η μορφή εμπόρευμα).

φυσικά, θα ήταν άδικο να εκδώσουμε μονομερώς αυτή την ετυμηγορία για τις συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές του εργατικού κινήματος, όσο μεγάλη κι αν ήταν η συνεισφορά τους στο να σκοτίσουν και καταπατήσουν το αδύναμο ξεκίνημα, ανασφαλές και ανώριμο της »εμβρυακής μορφής».

στην πραγματικότητα, το παλιό κίνημα των συνεταιρισμών στα τέλη του  XIX αιώνα, έτσι όπως και τα λεγόμενα εναλλακτικά κινήματα της Νέας Αριστεράς, della Nuova Sinistra , στα τέλη των χρόνων 1970, έκαναν δυνατή την ανάδυση όλου εκείνου που σύμφωνα με την μαρξιστική ιερή Σύνοψη, σε αυτήν είχε πάντα λογοκριθεί από τους πολιτικάντηδες και τους φετιχιστές του κρατικού σχεδιασμού : μικροαστισμός της μάζας και νοοτροπία μικροπρεπής, εγκατάλειψη κάθε προοπτικής του κοινωνικού συνόλου, καθυστέρηση και τεχνολογική αυτό-εκμετάλλευση, αποκτήνωση της ζωής στην ύπαιθρο και, τέλος, οπισθοδρόμηση μέσα στην αστική κοινωνία λόγω παράλειψης, αποτυχίας ή λόγω καπιταλιστικής »επαγγελματοποίησης».

αυτό που έμεινε, στην περίπτωση των παλαιότερων συνεταιρισμών του εργατικού κινήματος, υπήρξαν μονάχα κάποιες επιχειρήσεις μέσα στον άκαμπτο καπιταλιστικό κανόνα, όπως  la Co-op και η Neue Heimat, γνωστές λόγω του γεγονότος ότι καλύφθηκαν από γελοιότητα εξ αιτίας του ότι παρέμειναν παραδόξως ευπαθείς σε σκάνδαλα διαφθοράς. το υπόλοιπο του νεαρού εναλλακτικού κινήματος, από την πλευρά του, είχε κυρίως εξειδικευμένες θέσεις στον καζίνο-καπιταλισμό χάρη στην βιοτεχνική παραγωγή πολυτελείας για μια πελατεία ευχάριστη και έντιμη, με την εξευγενισμένη και εθνογραφική γαστρονομία και με τα πολιτιστικά αγαθά (εμπορικά ή κρατικά).

εδώ έχουμε φθάσει σε σημείο συσσώρευσης ένα δυναμικό μεσαίας και μικρής αστικής τάξης του πιο θολού είδους, που ή αναπνέει διότι του παρέχονται πόροι κεϋνσιανού τύπου ή νιώθει αρκετά »το καμάρι» της μικρής της ιδιοκτησίας που την έχει δουλέψει και αποκτήσει »χάρη στα δικά της χέρια» – ένα είδος αυτό που έχει αφιερωθεί στον προτεστάντικο μαζοχισμό της εργασίας που τοποθετείται ανάμεσα στην μαφία του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος , del SPD (Partito socialdemocratico tedesco) και των  realos του Πράσινου Κόμματος,del Partito Verde. απ’ όλους αυτούς μπορεί να προέλθει, στην διάρκεια μιας κρίσης μακράς διάρκειας, μια εισροή προς τον κοινωνικό-εθνικισμό της »ριζοσπαστικής δεξιάς» ή της »αριστεράς». ενώ υπάρχουν, στα υπόλοιπα του εναλλακτικού κινήματος, πρόσωπα που δεν έχουν εγκαταλείψει την χειραφετική τους πρόθεση, ούτε την ριζοσπαστική κριτική τους στην κοινωνία, αλλά που δεν βρίσκουν πλέον στον τομέα τους έναν κοινωνικό χώρο  κατάλληλο σε αυτήν.

ως εκ τούτου, δεν γίνεται να δοκιμάσουμε να θάψουμε εκ νέου – με τρόπο ελεύθερο και αδιαμεσολάβητο, ενάντια στον αποτυχημένο Κρατικό σοσιαλισμό – που κατά βάθος δεν ήταν καθόλου χειραφετικός –  την ιδέα του κινήματος των συνεταιρισμών του XIX αιώνα ούτε εκείνη του εναλλακτικού κινήματος των αρχών της δεκαετίας του  1980. αντιθέτως, πρέπει να ξεπεράσουμε κριτικά την ψεύτικη πόλωση ανάμεσα οικονομικό-κρατικό πολιτικισμό και τον μικροαστικό σοσιαλισμό του ενός μικρού κομματιού γης, της μικρής ιδιοκτησίας δηλαδή.

το ζήτημα είναι εκείνο του να γνωρίζουμε εάν θα καταφέρουμε να προωθήσουμε, από θεωρητικής άποψης και πρακτικής, την ριζοσπαστική κριτική της αξίας μέχρι την εμβρυακή κοινωνικό-οικονομική μορφή ενός μετασχηματισμού που θα βρει διέξοδο από τους φετιχιστικούς μηχανισμούς. ένας παρόμοιος προβληματισμός βρίσκεται εκτεθειμένος όχι μόνο στις θεωρητικές και πρακτικές δυσκολίες   (κυρίως σε μια κατάσταση ηρεμίας του καζίνο-καπιταλισμού και της καθαρής παράλυσης των αυθόρμητων κινημάτων ), αλλά βρίσκεται επίσης εκτεθειμένος στην στιγμή της ραστώνης του παλιού ψευδο-ριζοσπαστισμού της αριστεράς και των λειψάνων της, που δεν σταματούν να μελαγχολούν μεταξύ τους.

στην πραγματικότητα, μέχρι σήμερα η κριτική όλη των διάφορων ριζοσπαστισμών της αριστεράς στην μητρική φλέβα του παλιού εργατικού κινήματος απέφυγε συστηματικά το πρόβλημα της εμβρυακής μορφής μιας κοινωνικοποίησης που να πηγαίνει πέρα από την παραγωγή εμπορευμάτων. όπως και οι αντιτιθέμενοι σε αυτούς  (οι υποστηρίζοντες τον Κρατικό σοσιαλισμό) οι παλιοί αριστεροί ριζοσπάστες αγνοούν εξ ολοκλήρου το ζήτημα του βασικού προσδιορισμού της μορφής , για να μπορούν έτσι να καταφύγουν σε μια αθέμιτη έμφαση, αστική και »πεφωτισμένη», του »ταξικού» υποκειμένου ή του »ταξικού αγώνα», και, στην συνέχεια, για να θέσουν σε πρακτική τον αστικό επαναστατικό πολιτικισμό ενός σκονισμένου ιακωβινισμού, κάτω από μια μορφή ιδιαίτερα πολεμική.

ο ριζοσπαστισμός της αριστεράς ρητά αντί-κρατικός, αναρχικών καταβολών (όπως έχω γράψει πολλές φορές στο Krisis), παραμένει με πολύ περισσότερο λόγο αιχμάλωτος των μη ξεπερασμένων μορφών μεσολάβησης του συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων, δηλαδή, στον άλλο πόλο της αστικής υποκειμενικότητας – από την στιγμή που η επιχειρηματική άποψη συνδεδεμένη με τον Proudhon οδηγείται σε τυποποιήσεις (αντισημιτικές κυρίως ) μιας κριτικής μειωμένης απέναντι στο κεφάλαιο που παράγει συμφέροντα.

και οι πρωτοβουλίες της Παρισινής Κομούνας του 1870 και των ηττημένων αναρχικών στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο δεν άφησαν πίσω τους καμία αξιόπιστη ιδέα για την αναπαραγωγή που να μην είναι της αγοράς, αν και παραμένει πάντα το καθήκον να γραφεί ξανά με κριτικό τρόπο εκείνη η ιστορία, με σκοπό να επιβεβαιωθεί διαμέσου του ιστορικού στοχασμού και  προβληματισμού ένα νέο κίνημα χειραφέτησης που θα πάει πέρα από την μορφή του εμπορεύματος. οι λιγότερο κατάλληλοι για να το κάνουν, ασφαλώς, είναι  αυτοί που διαχειρίστηκαν με »ορθόδοξο» τρόπο τα λάφυρα της Κριτικής Θεωρίας, οι οποίοι επιθυμούν να παραμείνουν στην κατάσταση μιας παράλυσης που αποτρέπει την διαμεσολάβηση, με σκοπό να αφήσουν το πρόβλημα να συνεχίζει να επιπλέει στον απόκρυφο στοχασμό για να μπορούν έτσι να μαστιγώνουν όλους εκείνους που προσπαθούν να το υπερβούν.

– Robert Kurz – δημοσιεύτηκε στο περιοδικό  KRISIS, nº 19, del 1997 – ( 1 di 5 – συνεχίζεται … ) –

πηγή: EXIT!

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License