΄Αγγελος , αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Τον αποθέτουν πάνω στα βρεγμένο τσιμέντο, ένας φέρνει νερό με τη φούχτα και του ρίχνει στο μέτωπο. Τον κοιτάζω με τρόμο, έτσι όπως είναι κατακίτρινος, σαν πεθαμένος. Είναι ένα παιδί σαν κι εμάς, δεν κουνιέται, δε φαίνεται καν να αναπνέει και το αίμα τρέχει ασταμάτητα στο πάτωμα και κοκινίζουν τα απόνερα. «΄Αγγελο τον λένε» ,ψιθυρίζει κάποιος, «τον χτύπησαν μπάτσοι με αυτόματα δίπλα στην Όπερα»

   ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ HOMO-NATURALIS.GR (17-11-2010)   ΝΙΚΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ  "ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ"

 

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ ΝΕΚΡΩΝ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΟΥ  ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, 1973:     ΄Αγγελος , αγνώστων λοιπών στοιχείων. Αθάνατος!

 

 

  «Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 με βρήκε ντυμένο στο χακί. Ένα περίπου χρόνο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1972 (φοιτητής τότε στο ιστορικό και αρχαιολογικό τμήμα της φιλοσοφικής Αθηνών), ο αλήστου μνήμης καθηγητής των Λατινικών της Φιλοσοφικής Αθηνών Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, μου είχε θέσει ωμά το εκβιαστικό δίλημμα: ‘Ή φεύγεις για φαντάρος και γλιτώνεις τη διαγραφή  ή μένεις και αποβάλεσαι διαπαντός από τη σχολή». Η κόντρα με τους χουντικούς καθηγητές της σχολής, και ειδικά με τον Ηλιόπουλο και τον  Καρμίρη, είχε κορυφωθεί  το προηγούμενο έτος, όταν ως εκπρόσωποι του…εαυτού μας, ο γράφων και ο φίλος και συμφοιτητής Γιάννης Ζαπάντης, κάναμε έγγραφη αναφορά στον κοσμήτορα της σχολής και ζητούσαμε να επιτραπεί η μεταφορά μεταφερομένου μαθήματος, που δεν ίσχυε τότε. Ηλιόπουλος και Καρμίρης, μόλις διάβασαν την αναφορά, έγιναν έξαλλοι. Μας κάλεσαν και τους δυο στο γραφείο και μας παίδεψαν πάνω από δύο ώρες.: «… Ποιος σας υποκινεί, πόσοι άλλοι συμμετείχαν στην οργάνωση, πότε ιδρύθηκε…»,κανονική ανάκριση, δηλαδή. Μάταια προσπαθούσαμε να τους πείσουμε πως η πρωτοβουλία να συντάξουμε και να στείλουμε την αναφορά-αίτηση ήταν αποκλειστικά δικιά μας, γιατί κινδυνεύαμε να χάσουμε χρονιά εξαιτίας των λατινικών, μάθημα που το είχαμε μεταφερόμενο. Ανένδοτοι εκείνοι, να είναι σίγουροι πως είμαστε ταραχοποιοί και πίσω μας κρύβονταν «κουμμούνια», ζητούσαν, μάλιστα, να τους κατονομάσουμε. Βέβαια, δεν ήταν μόνο η «απαράδεκτη» σε ύφος και υπονοούμενα αναφορά-αίτηση, που έκανε «Τούρκους» τους αποδέκτες της, όπως το ακόλουθο απόσπασμά της : «…Η μη μεταφορά μεταφερομένου μαθήματος ισοδυναμεί με καταδίκη εκατοντάδων φοιτητών και είναι μια απόφαση, που έχει σκοπό να «στείλει σπίτια τους» εκείνους ακριβώς τους φοιτητές, που σε δύσκολες εποχές τολμούν να αντιστέκονται σε προειλημμένες αποφάσεις, που λαμβάνονται ερήμην εκείνων που τους αφορούν»). ΄Ηταν πρωτίστως ο φάκελος από τη αστυνομία της Ανδρίτσαινας που έγραφε πως «..ο εν λόγω φαίνεται να εμφορήται από την κομμουνιστικήν ιδεολογίαν,…και παρά το νεαρόν της ηλικίας του, συνχρωτίζεται (sic)  καθημερινώς με τον γνωστόν κομμουνιστήν Παναγιώτην Κορκολήν…» . ΄Ετσι, όταν τέθηκε το δίλημμα-απειλή από τον Ηλιόπουλο να πάω φαντάρος ή να χάσω τη φοιτητική μου  ιδιότητα, δε χρειάστηκε και πολλή σκέψη . Τον Οκτώβριο του 1972, παρουσιάστηκα στην Κόρινθο με την 104 ΕΣΟ, όπου πήρα την ειδικότητα «Γραφεύς-Ανιχνευτής-επισημαντής ΑΡΒΧΠ»(ατομικο-ραδιο-βιοχημικός πόλεμος) και πάραυτα με  εξαπόστειλαν  «κωλοφάνταρο» στο 502 τάγμα εκστρατείας στη Νάουσα (το τάγμα που λίγο μετά  στάλθηκε στην Κύπρο κατά την εισβολή των Τούρκων το 1974 και πολλοί  από τη «σειρά» μου ,από την 105 και την 106 ΕΣΟ, σκοτώθηκαν στις πολεμικές εκείνες επιχειρήσεις). ΄Εμεινα στο τάγμα σχεδόν ένα χρόνο . Για καλή μου τύχη,  στα Λευκάδια Ημαθίας υπηρετούσε αξιωματικός ο αδελφός του «κολλητού» μου Γιάννη Ζαπάντη, γνωστός  του  λοχαγού Κωστόπουλου, επικεφαλής του  Α2 γραφείου του Τάγματος. Ο Ζαπάντης, όντως, δε με γέλασε, όταν μου υποσχέθηκε πως  θα μεσολαβούσε, για να μου «φτιάξουν τα φρονήματα» και να μπορέσω να πάρω μετάθεση  στην Αττική. Το πε και το κανε. Ο Κωστόπουλος με «καθάρισε», μου έδωκε συμβουλές «να αλλάξεις μυαλά,να  πάψεις να είσαι παλιοκουμμούνι, μη με εκθέσεις κάτω…»  και με έστειλε με μετάθεση στην Αθήνα . Ο Νοέμβρης του 1973,που άρχισαν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, με βρήκε στη νέα μου θέση, στο ΤΑΕΔ (Τάγμα Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων). Στο ΑΕΔ, αλλά στο σώμα της Αεροπορίας ,είχε μετατεθεί πάλι με το «βύσμα» του αδελφού του και ο Γιάννης ο Ζαπάντης. Με το Γιάννη δεν είμαστε απλά φίλοι. Είμαστε «αχώριστοι», «μια ψυχή» .Στο ΑΕΔ για πότε …συσκεφτήκαμε για πότε το συναποφασίσαμε, φτιάξαμε οι δυο μας «οργάνωση» και πιάσαμε αμέσως «δουλειά». ΄Οταν εγώ ήμουνα σκοπιά στο διάδρομο («γερμανικό»),εκείνος φρόντιζε να μπαίνει «περιπολία» και για δυο ολόκληρες ώρες  «ξεσκονίζαμε» το Αρχείο στον 5ο όροφο του ΑΕΔ, για να μαζεύουμε απόρρητα στοιχεία, ειδικά για όσους,  τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα,θεωρούσαν «επικίνδυνους αντιφρονούντες» και έστελναν αναφορές στο  «Γραφείο Ασφαλείας» του ΑΕΔ, στο οποίο προϊστατο τότε ο Σπηλιόπουλος, «Ο κουτσός Αντί»,όπως τον λέγαμε, αφού διάβαζε τις αναφορές, τις έστελνε στο «Αρχείο», που ήταν μεν κλειδωμένο, αλλά εύκολα μπορούσε κανείς, αν ήταν σκοπιά στο διάδρομο, να πάρει το κλειδί από το γραφείο του υπασπιστή του αρχηγού, όπου φυλάγονταν  τα κλειδιά  και να «αλωνίσει» στο Αρχείο. ΄Ετσι ,μαθαίναμε  ονόματα  υπόπτων , διευθύνσεις τους , τηλέφωνά τους, αν είχαν, και ανάλογα  οι …«ανώνυμοι  αγωνιστές», τους ειδοποιούσαμε πως είχαν μπει στο στόχαστρο και να λάβουν τα μέτρα τους. Το απόγευμα της 16ης Νοέμβρη ημέρα Παρασκευή, φρόντισα να πάρω «διανυκτέρευση» και από τις 5 η ώρα  ξεκινήσαμε με την Μπέτη  (πρώην σύζυγό μου, φοιτήτρια τότε της Νομικής) και με μια άλλη συμφοιτήτριά της για το Πολυτεχνείο. Η Πατησίων αδιάβατη από κόσμο,με το ζόρι καταφέραμε και φτάσαμε κοντά στην πύλη. Από το πρωί, στο κτίριο,είχαν μπει σε λειτουργία οι πομποί του ραδιοφωνικού σταθμού, οι οποίοι μετέφεραν το μήνυμα του αγώνα σε όλη την Αθήνα,που παρακολουθεούσε με «κομμένη την ανάσα» τα γεγονότα. ΄Ηδη από τις 9 το πρωί, όπως μας είπανε  άλλα παιδιά, είχαν στηθεί   οδοφράγματα και στην Πανεπιστημίου και στη Σταδίου είχαν αρχίσει να σχηματίζονται διαδηλώσεις. Μάλιστα, από το μεσημέρι, επιτροπή των αγροτών από τα Μέγαρα, που είχαν ξεσηκωθεί για τις  απαλλοτριώσεις της γης τους ,φτάνουν στο Πολυτεχνείο και παρακαλούν τη συντονιστική επιτροπή να μεταδώσει το ακόλουθο μήνυμα: «Ο λαός των Μεγάρων στέκεται και υπόσχεται να αγωνιστεί στο πλευρό του φοιτητικού και εργαζόμενου λαού… Ο αγώνας είναι κοινός… Δεν είναι μόνο για την πόλη των Μεγάρων ή το Πολυτεχνείο… Είναι για την Ελλάδα. Για το λαό της που θέλει να καθορίσει τη ζωή του. Να πορευτεί στο δρόμο της προκοπής. Βασική προϋπόθεση, η ανατροπή της δικτατορίας και η αποκατάσταση της δημοκρατίας».Την ίδια στιγμή ,οι συγκεντρωμένοι έξω από το Πολυτεχνείο τραγουδάνε το «πότε θα κάνει ξαστεριά». Κατά τις 7, στο οδόστρωμα της Πατησίων,όσο έπιανε το μάτι μας, γινόταν χαμός. Μια ομάδα από 40-50  συγκεντρωμένους αποφασίζουμε να μπούμε στην πορεία και να ενισχύσουμε τις γραμμές των διαδηλωτών που κατευθύνονταν από την Ομόνοια στο Πολυτεχνείο. Δεν είχαμε προφτάσει οι τρεις μας να περπατήσουμε με τη διαδήλωση ούτε 100 μέτρα και εμφανίζονται τα τεθωρακισμένα της Αστυνομίας . Γύρω μας αρχίζουν να σφυρίζουν οι πρώτες σφαίρες. Τα χάνουμε, η συμφοιτήτρια της Μπέτης βάζει τα κλάματα, την πιάνει κάτι σαν υστερία. Η Μπέττυ επίσης τρέμει, δεν περιμέναμε  τέτοια εξέλιξη. Μπροστά μας καμιά 50αριά διαδηλωτές, σπάζουν τη γραμμή και φεύγουν κατά την Κάνιγγος. Τους ακολουθούμε. Στην πλατεία, ένας διαδηλωτής, κλαίγοντας, λέει πως  στη Σόλωνος,  στην Αριστοτέλους, στην Αλεξάνδρας, στην πλατεία Αμερικής γίνονται μάχες σώμα με σώμα, πως υπάρχουν νεκροί και πλήθος τραυματιών και μας συμβουλεύει να ανέβουμε την Ακαδημίας προς Σύνταγμα, όπου τα πράγματα ήταν καλύτερα. Γύρω στις 9.30 είμαστε στην Ιπποκράτους 15, έξω από τη φοιτητική λέσχη και από ένα ραδιόφωνο ακούμε την ανακοίνωση της Αστυνομίας, που απαγόρευε  την κυκλοφορία στο κέντρο της Αθήνας «μέχρι νεωτέρας διαταγής».  Ο ραδιοσταθμός του Πολυτεχνείου καλεί τον κόσμο να μη φύγει και να κυκλώσει το πολυτεχνείο. Οι τρεις μας, χέρι-χέρι, κατηφορίζουμε πάλι την Ακαδημίας και φτάνουμε στην Πατησίων.  Οι αύρες έχουν κυκλώσει το κτίριο, τα δακρυγόνα, πέφτουν βροχή και μας πνίγουν. Δεν μπορείς να πάρεις ανάσα και οι κρότοι από τους πυροβολισμούς παγώνουν το αίμα. Κάποιος μας δίνει βαζελίνη και nivea,αλλά τα μάτια καίνε,τα δάκρυα στραβώνουν, το πρόσωπο και λαιμός φλέγονται,καμιά ανακούφιση, καμιά  σωτηρία. Ξαναγυρίζουμε Κάνιγγος και ανηφορίζουμε την Ακαδημίας για άλλη μια φορά. Τα πόδια ασήκωτα, λυγίζουν και το κλάμα των κοριτσιών δίπλα, μου κόβει  τα ανάκαρα. Φτάνουμε στη Λυρική και βλέπουμε μέσα κόσμο. Μπαίνουμε χωρίς δεύτερη σκέψη και αναζητούμε κάπου νερό. Οι τουαλέτες φίσκα από τον κόσμο, πού να μπεις. Οι απέξω φωνάζουμε να αφήσουν τις βρύσες ανοιχτές να τρέξει το νερό στο πάτωμα ,να κυλιστούμε πάνω του. Πίσω μας κάποιοι φωνάζουν να ανοίξουμε δρόμο, φέρνουν στην τουαλέτα έναν που έχει φάει σφαίρες στην κοιλιά  και είναι ανάγκη να του βρέξουν το πρόσωπο. Τον αποθέτουν πάνω στα βρεγμένο τσιμέντο, ένας φέρνει νερό με τη φούχτα και του ρίχνει στο μέτωπο. Τον κοιτάζω με τρόμο, έτσι όπως είναι κατακίτρινος, σαν πεθαμένος. Είναι ένα παιδί σαν κι εμάς, δεν κουνιέται, δε φαίνεται καν να αναπνέει και το αίμα  τρέχει ασταμάτητα στο πάτωμα και κοκινίζουν τα απόνερα. «΄Αγγελο τον λένε» ,ψιθυρίζει κάποιος, «τον χτύπησαν μπάτσοι με αυτόματα δίπλα στην Όπερα» . Τα κορίτσια δεν αντέχουν το θέαμα και τσιρίζουν υστερικά. Τις πάω έξω στην είσοδο και ξαναγυρίζω στην τουαλέτα. Μια κυρία που λέει πως είναι μαία, πιάνει το σφυγμό του παλικαριού . «΄Εχει πεθάνει»,μουρμουρίζει  και ξεσπάει σε λυγμούς.  ΄Ολοι από πάνω του κλαίμε, άλλος σπαράζει βουβά, άλλος με ουρλιαχτά». Κανείς, πάντως, δεν έμεινε που να μην κλάψει εκείνη τη νύχτα στη Λυρική για τον ΄Αγγελο,που σκοτώθηκε από τους μπάτσους, ημέρα Παρασκευή,στις 16 Νοέμβρη 1973,στη στοά  ΟΠΕΡΑ της Ακαδημίας, λίγο πριν τα μεσάνυχτα,ξημερώνοντας 17 ΝΟΕΜΒΕΗ 1973.
                        

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License