Περί αναρχισμού και βίας

Από τη στιγμή που οι πεποιθήσεις και ο τρόπος ζωής του καθενός επηρεάζεται άμεσα από τα ΜΜΕ, που φυσικά εξυπηρετούν τα συμφέροντα μεγαλο-επιχειρηματιών (τραπεζίτες, επιχειρηματίες, πολιτικοί), δεδομένου ότι η κοινή γνώμη φαίνεται να είναι παγιδευμένη στον ακραίο παραλογισμό του μεταμοντερνικού ψευτο-πολιτισμού, καταδικασμένη στην απάθεια και την ακρισία, υπό αυτές τις συνθήκες, αυτού του είδους η επίφαση δημοκρατίας θα πρέπει να θεωρηθεί επικίνδυνη και να ανατραπεί άμεσα. Αλλά δυστυχώς τα δεδομένα της εποχής δικαιώνουν όσο ποτέ άλλοτε την φράση του Umberto Eco «σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκ, τη στιγμή που υπάρχει η τηλεόραση». Ακόμη περισσότερο, δημοκρατία δεν σημαίνει ότι το 51% του τμήματος ενός πληθυσμού μπορεί να επιβληθεί στο υπόλοιπο 49%......

Περί αναρχισμού και βίας: Αντιβίαιοι Ναι, μη βίαιοι Όχι,
| |

Toυ Αντρέα Πάπι**

Η ΒΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ που προέρχεται από το ρήμα βιάζω, το οποίο σημαίνει μια ενέργεια ικανή ν’ αλλάξει σε σημαντικό βαθμό τις συνθήκες ύπαρξης άλλων έμ­βιων όντων, τάξεων, πραγμάτων κ.ο.κ. Αντιστοίχως στην πολιτική η λέξη βία συνδέεται στενά με την καταπίεση, την επιβολή, τον εξαναγκασμό, την κατάχρηση. Μ’ αυτή την έννοια συνδέεται επίσης στενά με τη δράση των κατόχων της εξου­σίας, οι οποίοι πάντοτε ανατρέχουν στη βία, είτε αυτή είναι νόμιμη, είτε παράνομη από δικαιικής πλευράς, προκειμένου να ασκήσουν την κυριαρχία την οποία κατέχουν. Στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας η χρήση της βίας συνδέεται πράγ­ματι με την ανάγκη επιβολής της θέλησης των κυρίαρχων, κάτι που συνιστά έναν από τους ουσιαστικότερους λόγους για τους οποίους οι αναρχικοί, που είναι τέτοιοι αφού οραματί­ζονται μια κοινωνική και συλλογική συμβίωση θεμελιωμένη στην αμοιβαία ελευθερία και συνεπώς με τη βία εξορισμένη από τη διαχείριση των σχέσεων και των αποφάσεων, σκέ­φτονται και δρουν ώστε να συγκροτήσουν κοινωνίες στις ο­ποίες δεν θα υφίστανται πλέον συγκεντρωτικές και ιεραρχικές μορφές της πολιτικής εξουσίας.

Με μια πρώτη ματιά, το βλέμμα για το πού βαδίζει o κόσμος προσκρούει σε μια αναπόφευκτη διαπίστωση: το καθημερινό γίγνεσθαι στο οποίο, ηθελημένα ή αθέλητα, συμμετέ­χουμε και, πολύ πιο συχνά απ’ ότι μας αρέσει, πρωταγωνι­στούμε, αναμφίβολα καθορίζεται από τη βία, ακριβέστερα εμποτίζεται από τη βία. Αυτό συμβαίνει στις υποχρεωτικές σχέσεις μας με τη γραφειοκρατία, στην επαφή με τους μηχα­νισμούς, την κουλτούρα της εξουσίας που σταθερά καθορίζει την ποιότητα και την ποσότητα των επιβολών των οποίων είναι κάτοχος και φορέας, στην οργανωμένη και ένοπλη ισχύ όλων των μιλιταρισμών που δικαιολογούν τις απαιτήσεις τους με το άλλοθι ότι μας προσφέρουν σιγουριά και εξασφαλίζουν τη διατήρηση των δημοκρατικών ελευθεριών, στη συστηματική και δολοφονική εκμετάλλευση εκατομμυρίων ανθρώπινων υπάρξεων εκβιαζόμενων από την πείνα και την αθλιότητα στις οποίες υποβάλλονται, στην αντιδραστική θέληση αντα­πόδοσης και στην όσια ανάγκη που προκαλεί τις εξεγέρσεις, αλλά σπανίως καταφέρνει να μετατραπεί στη χαρά της εξέγερσης. Τα δελτία ειδήσεων, με εικόνες και λέξεις, μας δείχνουν καθημερινά κοιμητήρια που χωρίς σταμάτημα σκορπίζονται στον πλανήτη όπου φιλοξενούμαστε εμείς οι άνθρω­ποι.

Ένα πρόβλημα όχι μόνο ηθικό

Αν θεωρηθούν δεδομένες οι σκέψεις που μόλις παρατέθηκαν και παραμένοντας στο πλαίσιο της πολιτικής, ο’ αυτό το άρθρο μ’ ενδιαφέρει να εξετάσω κάποιες βαθύτερες σκέψεις για το νόημα της χρήσης των βίαιων μεθόδων στις οποίες μπορεί να προσφύγουν οι καταπιεσμένοι και οι εκμεταλλευόμενοι, οι υποταγμένοι γενικά, για ν’ αντιτεθούν στις κυρίαρχες δυνάμεις, είτε κατά την όσια πράξη της εξέγερσης εναντίον της καταπίεσης που υφίστανται, είτε κυρίως όταν συνειδητοποιούν την ανάγκη πραγμάτωσης εναλλακτικών αρχών και ιδανικών.

Παρότι γνωρίζω ότι στο ζήτημα της βίας η σχέση της με την ηθική είναι ουσιαστική, εγώ πιστεύω ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ηθικό, ή μάλλον δεν είναι μόνο και κυρίως ηθικό. Πράγματι χρειάζεται να θυμόμαστε ότι, όντας η ηθική σε όλα τα επίπεδα ένα ναρκοπέδιο, είναι πολύ επικίνδυνο, αλλά κυρίως ακατάλληλο, να την επιλέγουμε σαν μοναδική βάση για την αποτίμηση της αξίας των επιλογών μας. Η ηθική ασχολείται και αναζητεί την ορθότητα των ανθρώπινων συμπερι­φορών σε σχέση με τις έννοιες του καλού και του κακού, οι οποίες εφόσον με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένες, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στον καθορισμό τους προκύπτουν αναπόφευκτα οπτικές όχι μόνο διαφορετι­κές, αλλά και πολύ εύκολα αντιτιθέμενες. Μπορούμε ευλόγως να ισχυριστούμε ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν διαφορετικές ηθικές, που ενίοτε παρουσιάζονται σαν μοναδικές, έτσι ώστε η επιλογή μιας απ’ αυτές, προφανώς με αιτιολογημένους λόγους, να σημαίνει σχεδόν μοιραία τον αποκλεισμό ή την καταδίκη όλων των άλλων. Υπάρχουν έτσι, παραδείγ­ματος χάριν, πολλές θρησκευτικές ηθικές, με την κάθε μια άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θρησκεία της αναφοράς της, υπάρχει μια ηθική της ελευθερίας, μια ηθική της προσταγής, μια ηθική της εξουσίας, μια ηθική της βίας, μια ηθική της μη βίας, κ.ο.κ. Η κάθε μια έχει έγκυρες και δικαιολογημένες αι­τιολογίες, που είναι αναμφισβήτητες για όποιον τις ενστερνί­ζεται. Ποτέ κανείς δεν ενστερνίστηκε μια ηθική επιλογή καθεαυτή, αφού πίσω από κάθε μια τους υπάρχουν πάντοτε μία ή περισσότερες επιλογές υπαρξιακής ή φιλοσοφικής έννοιας.

Το κύριο πρόβλημα το οποίο πρέπει να είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε, είναι αν έχει νόημα αυτό που κάνουμε. Να διερωτηθούμε δηλαδή κατά πόσο η συνειδητή και προγραμματισμένη χρήση βίαιων μορφών εξέγερσης εναντίον των καταπιεστικών δομών που θα επιθυμούσαμε να συντρίψουμε, είναι λειτουργική, κατά πόσο δηλαδή είμαστε όντως σε θέση να έχουμε αντίστοιχα και συμφυή αποτελέσματα, ακόμη και από ηθική άποψη, μ’ εκείνες τις ιδανικές προϋποθέσεις που θα έπρεπε να κινητοποιούν τις πράξεις μας και να μας ωθούν να τις επιλέξουμε.

Για να γίνω πιο κατανοητός, θεωρώ ότι πρώτα απ’ όλα εί­μαι υποχρεωμένος να ξεκαθαρίσω τους λόγους που μπορούν να μας οδηγήσουν στην τελική μας επιλογή. Οφείλουμε δηλα­δή να έχουμε πλήρως συνειδητοποιήσει ότι πριν επιλέξουμε το πώς θα δράσουμε, είναι απαραίτητο να έχουμε φτάσει σε μια κάποια βεβαιότητα σε σχέση μ’ αυτό, από τη στιγμή που οποιαδήποτε ενέργεια σαφώς βίαιη, είναι καθεαυτή φορέας μιας ικανής δόσης δύναμης εναντίον αυτού που θα τη δεχθεί, εφόσον τείνει να τον εκμηδενίσει και στην καλύτερη περίπτωση να τον υποτάξει. Πράγματι, η χρήση βίας εμπεριέχει κατά βάθος τη θέληση να εκμηδενιστεί ο αντίπαλος, να εξουδετερωθεί, να τιμωρηθεί, να υποταχθεί, να εξουδετερωθεί. Και υ­πάρχει μεγαλύτερη δύναμη απ’ αυτή που δίνει τη δυνατότητα εκμηδένισης του; Ως εκ τούτου μια τέτοια επιλογή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει με επιπολαιότητα, ελαφρότητα ή βιασύνη, αλλά πρέπει να είναι προϊόν προσεκτικής σκέψης και μελέτης.

Μια αναρχική άποψη

Η δική μου είναι μια, όχι η, αλλά μια, αναρχική άποψη. Συνεπώς έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά της αναρχικής οπτικής που, όντας μερική, σχετική και όχι απόλυτη, όπως όλες οι οπτικές που δεν περιορίζονται σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο δράσης, αντιπροσωπεύει μια θεώρηση ικανή να συμπεριλάβει οικουμενικές αξίες, τις οποίες προτείνει με τη συνείδηση ότι εμπεριέχουν μια εγκυρότητα ικανή να επεκταθεί στους πάντες και σε όλες τις περιπτώσεις. Και η αναρχική άποψη ως αρχή προϋποθέτει πριν από οτιδήποτε άλλο, την άνευ όρων άρνηση κάθε μορφής καταπιεστικής εξουσίας και κυριαρχίας, καθώς δέχεται την ύπαρξη μιας ισότητας κοινωνικά διάχυτης, επιδιώκει τη διαρκή άσκηση της ελευθερίας και αρνείται οποιαδήποτε άσκηση βίας για την υλοποίηση των αποφάσεων και της συλλογικής θέλησης, αποφάσεων που παίρνονται μέσω οριζόντιων, μη ιεραρχικών και μη άκαμπτων δομών.

Ποιο είναι κατά βάθος το πρόβλημα σε σχέση με την πιθανότητα πραγμάτωσης μιας μελλοντικής αναρχικής κοινωνίας; Όπως βλέπω εγώ τα πράγματα, αυτό έχει να κάνει με το ξεπέρασμα και την κατεδάφιση των ιστορικά, δομικά και κυρίως πολιτιστικά παγιωμένων εμποδίων, τα οποία εδραιώνουν την τάξη της εξουσίας και της ιεραρχίας. Η θεσμοθέτηση της σημερινής εξουσίας, πράγματι, που νομιμοποιεί την αναγκαιότητα ύπαρξης της ιεραρχικής προσταγής και την άσκηση της μέσω της χρήσης της συντεταγμένης ισχύος, έχει ουσιαστικά δύο μορφές δικαιολόγησης:

1) Η πιο παλιά και αταβιστική είναι θρησκευτικού τύπου, σύμφωνα με την οποία ο ένας ή περισσότεροι θεοί, από τη στιγμή που δεν εμπιστεύονται την ανθρώπινη ατέλεια την οποία έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι από το ύψος της υπεράνθρωπης εξουσίας τους, υποχρεώνουν την ανθρωπότητα να υπακούει σε ορισμένους επιλεγμένους απ’ αυτούς ανθρώπους, προκειμένου να πραγ­ματοποιηθεί το θεϊκό θέλημα, αποκαλυφθέν και γενικά θεσπισθέν μέσω των ιερών κειμένων»

2) Η άλλη, λαϊκού χαρακτήρα, είναι το χομπσιανό homo nominis lupus , σύμφωνα με το οποίο, απ’ τη στιγμή που από τις απαρχές της φυσικής κατάστασης κάθε άνθρωπος είναι εχθρός των άλλων ανθρώπων, για να μπορέσει να ζήσει με ασφάλεια και αρμονία, στην κοινωνία την οποία συγκροτεί έχει ανάγκη να βρει κάποιον να προστάζει, κάποιον που να είναι σε θέση να επιβάλλει με την ισχύ εκείνη την τάξη η οποία είναι απαραίτητη για μια κοινή ζωή και για την οποία υπάρχει η διαδεδομένη πεποίθηση πως διαφορετικά δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

Το καθήκον των αναρχικών λοιπόν είναι να κάνουν προτάσεις και να δράσουν προκειμένου να δείξουν και να πείσουν ότι οι δικαιολογίες για τη θεϊκή βούληση και την ανάγκη προσταγής από τα πάνω έχουν καθοριστεί ιστορικά και δεν είναι τίποτα άλλο από απλές ανθρώπινες πεποιθήσεις, επιβαλλόμενες και νομιμοποιημένες με το πέρασμα του χρόνου από τη θέληση των ανά καιρούς ισχυρών. Όχι μόνο δεν ισχύουν, αλλά μπορούν ν’ αντικατασταθούν πλήρως από μια θεώρηση που βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, στη συλλογική διεύθυνση των πραγμάτων χωρίς έλεγχο από τα πάνω, στη δυνα­τότητα οργάνωσης χωρίς ιεραρχία και προσταγή, σε μορφές οριζόντιας διαχείρισης. Μπορούμε κάλλιστα να μη μας κυβερνούν, αλλά να αυτοκυβερνιόμαστε, αντικαθιστώντας τη δύναμη επιβολής με την αμοιβαιότητα, την αλληλεγγύη και την αποτελεσματική συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, οι οποίες δεν θα υπάρχει πλέον ανάγκη να επιβάλλονται με τη δύναμη και τη δικαιική νομιμότητα των ένοπλων σωμάτων των προορισμένων για την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, δηλαδή από τους εκτελεστές της θέλησης των αυταρχικών θεσμών.

Απουσία της βίας

 

Αναρχικά λοιπόν, οι αποφάσεις για τα διάφορα ζητήματα θα πρέπει να παίρνονται και να υλοποιούνται με τη συμμετοχή των πάντων, αφού δεν μπορούν και δεν πρέπει να επιβάλλονται, αλλά να είναι αποτέλεσμα επιθυμίας και συναίνεσης όλων των ατόμων που συμμετέχουν και συναποτελούν τη δεδομένη κοινωνία. Αυτή είναι μια από τις θεμελιώδεις αρχές που μας διακρίνει.  αυτό δεν αρκεί και είναι υπερβολικά απατηλό να περιοριστούμε να καταργήσουμε τους μπάτσους και αυτούς που τους διατάζουν. Αντιθέτως, πρέπει προπάν­των να καταφέρουμε να εξαφανίσουμε την αναγκαιότητα, εσωτερικευμένη και εκ των πραγμάτων, της δουλειάς και της παρουσίας τους. Αυτό μπορεί να συμβεί μονάχα αντικαθιστώντας την αυταρχική βία μιας κεντρικής κυβέρνησης, που επιβάλλεται προστατευόμενη από τους μπάτσους, με μορφές ελευθεριακής αυτοκυβέρνησης από τις οποίες απουσιάζει η βία και δεν έχουν καμία ανάγκη τους μπάτσους.  Ο Μαλατέστα είχε κατανοήσει κάτι τέτοιο και είχε προτάξει περισσότερα από ένα επιχειρήματα προκειμένου να το καταλά­βουν οι σύντροφοι και όλοι αυτοί που ενδιαφέρονται για τις αναρχικές προτάσεις. «Η εξάλειψη του σωματικού καταναγκασμού δεν αρκεί για ν’ αναδειχθεί η αξιοπρέπεια ενός ελεύθερου ατόμου, αλλά αυτό πρέπει να έχει μάθει ν’ αγαπά τους ομοίους του, να σέβεται τα δικαιώματα που θέλει να σέβονται οι άλλοι για λογαριασμό του, ν’ αρνείται τόσο να τον διατάζουν όσο και να διατάζει... Ο χωροφύλακας δεν είναι ακριβώς βίαιος, αλλά το τυφλό όργανο στην υπηρεσία του βίαιου» .

Έχει συνεπώς νόημα, προκειμένου να υλοποιηθούν οι αναρχικές πολιτικές προτάσεις, η χρήση βίαιων μέσων και οργάνων προκειμένου ν’ αντιπαλευτεί η καταπίεση και η επιβολή των κρατών και των εκμεταλλευτών; Αξίζει τον κόπο και είναι σύμφωνο και συναφές με τις αρχές μας, να εκθέτουμε σε κίνδυνο τόσο τη δική μας, όσο και τη ζωή των άλλων, στον αγώνα για την ελευθερία; Από μια πρώτη ματιά θ’ απαντούσαμε, σε κάθε περίπτωση, όχι. «Οι αναρχικοί είναι εναντίον της βίας. Αυτό είναι γνωστό. Η κεντρική ιδέα του αναρχισμού είναι η εξάλειψη της βίας από την κοινωνική ζωή είναι η οργάνωση των θεμελιωδών κοινωνικών σχέσεων βάσει της ελεύθερης θέλησης των ατόμων, χωρίς την παρέμβαση του χωροφύλακα».

 Στην πραγματικότητα η απάντηση δεν είναι ούτε απλή, ούτε άμεση, ούτε δεδομένη, όπως συμβαίνει πάντοτε με ερωτήματα εξαιρετικά σύνθετα, εφόσον για τους αναρχικούς είναι θεμελιώδης η μελέτη του προβλήματος της αντίστασης. Δεδομένου ότι είναι ανήθικο να υποφέρεις και να μην εξεγεί­ρεσαι και, πέρα από ανήθικο, είναι και βλαπτικό, αφού δεν κάνεις τίποτ’ άλλο από το να επικυρώνεις την καταπίεση χωρίς να προσφέρεις κάποια πιθανότητα απελευθέρωσης.

 Για τους αναρχικούς είναι θεμελιώδες και αναγκαίο να εξεγείρονται και να εναντιώνονται στη βία των συντεταγμένων εξουσιών, έτσι ώστε αυτή να σταματήσει να αποτελεί εργαλείο των πολιτικών ρυθμίσεων. «Η βία δικαιολογείται μόνο όταν είναι αναγκαία για την υπεράσπιση του εαυτού μας και των άλλων απέναντι στη βία. Όταν παύει να υπάρχει αυτή η αναγκαιότητα, αρχίζει το έγκλημα... Ο σκλάβος βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση νόμιμης άμυνας και συνεπώς η βία του εναντίον του αφέντη, εναντίον του καταπιεστή, είναι πάντοτε δικαιολογημένη ηθικά και το μόνο κριτήριο που μπαίνει είναι η χρησιμότητα και η οικονομία δυνάμεων σε σχέση με τον ανθρώπινο κόπο και πόνο».

 Ιδού που επανέρχεται πλήρως ο ηθικός προβληματισμός. Αλλά μπορεί να συζητηθεί μόνο όταν οριστούν γενικά και οικουμενικά η ιδέα και ο σκοπός απ’ όπου εμπνέεται. Η αρχή από την οποία εμπνέεται δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την ηθική, έχει όμως να κάνει ο έσχατος σκοπός ο οποίος πρέπει να επιτευχθεί, δηλαδή η αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία σύμφωνα με τις αναρχικές αρχές της κοινωνικής ελευθερίας, που καθίσταται έτσι η βάση οποιασδήποτε μελλοντικής ηθικής. Ο Μαλατέστα ορίζει την έννοια και τα όρια της χρήσης της βίας, σύμφωνα με τον σκοπό του θριάμβου του αναρχισμού. Όντας αυτός αντίθετος με τη βία, αλλά και μη θέλοντας να την υφίσταται, θεωρεί δίκαιη και δικαιολογημένη την εξέγερση, ακόμη και τη βίαιη, προκειμένου να απελευθερωθούμε από τον καταπιεστή. Όμως, αφού ο θεμελιώδης σκοπός, δεν είναι η απελευθέρωση απ’ αυτόν ή τον άλλο καταπιεστή συγκεκριμένα, αλλά γενικά από την καταπίεση που θεμελιώνεται με τη βία, εφόσον επιτευχθεί ο πρωταρχικός σκοπός και απελευθερωθούμε, η χρήση της βίας πρέπει ν’ αποκλείεται εξ ολοκλήρου. Χρησιμοποιείται μόνο αν δεν υπάρχει άλλο δυνατό μέσο απελευθέρωσης και συνιστά συνεπώς αποκλειστικό εργαλείο άμυνας απέναντι στη βία της κυριαρχίας, κι όχι εργαλείο διαχείρισης και κοινωνικής συγκρότησης. Για τους αναρχικούς η βία είναι αντικοινωνική.

 

Η αναγκαιότητα της άμυνας

 Ο Μαλατέστα εκφράζει και διατυπώνει μια οικουμενική αρχή, ικανή να δώσει νόημα στην επιλογή της δράσης: η βία είναι μια θλιβερή αναγκαιότητα και δικαιολογείται μόνο από την αναγκαιότητα της άμυνας και της μη υποταγής. Καθώς ασπάζομαι πλήρως αυτή την άποψη και, παρότι αναγνωρίζω πως είναι δύσκολο να περιορίσουμε σε μια πρόταση μια τόσο σύνθετη προβληματική, λέω ότι οι αναρχικοί είναι αντιβίαιοι, χωρίς να είναι μη βίαιοι.

 Όπως όλες οι διατυπώσεις αρχών, που εκ φύσεως ανάγον­ται σε πολύ ευρύτερα επίπεδα στοχασμού, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε και τη συγκεκριμένη, χρειάζεται να αναγνωριστεί πλήρως το πνεύμα και το νόημα της, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να εργαλειοποιηθεί, αν όχι να μυθοποιηθεί. Λόγω μιας τέτοιας ανάγκης θα ήθελα να πω κάποια πράγματα για την προσέγγιση του Μαλατέστα, γιατί θεωρώ ότι πρέπει να γίνει πλήρως κατανοητή. Ο δικός μας Ερίκο ήταν ένας πεισμένος εξεγερτικός και τέτοιος παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, αν και στις τελευταίες σκέψεις του άρχισε να ασκεί κάποια κριτική, που όμως δεν άγγιζε στο ελάχιστο τη βασική του πεποίθηση. Αυτό ισχύει τόσο για την άμεση δράση στην οποία ενεπλάκη, όσο και για τις θεωρητικές του απόψεις. Από τη Συμμορία τον Ματέζε μέχρι την Κόκκινη Βδομάδα, για να παραθέσουμε τα πιο γνωστά ιστορικά γε­γονότα, με την καρδιά, τη σκέψη και με μεγάλη γενναιοψυχία, πληρώνοντας πάντοτε σε πρώτο πρόσωπο, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της οργάνωσης και της προώθησης της λαϊκής εξέγερσης, η οποία επιθυμούσε να εξελιχθεί σε κοινωνική επανάσταση. Όμως αφιέρωσε σελίδες και σελίδες σ’ έναν προσεκτικό θεωρητικό στοχασμό προκειμένου να ξεκαθαρίσει ποια θα πρέπει να είναι η αναρχική συνδρομή στον εξεγερτικό αγώνα, ασχολούμενος κυρίως με ποια θα πρέπει να είναι αυτή στην περίπτωση νίκης. Αν υπάρχει ένα όριο στη σκέψη του, έγκειται στο ότι σ’ όλη του τη ζωή δεν κατάφερε ποτέ να βρει άλλον πιθανό δρόμο για την επανάσταση πέρα από την εξέγερση, για την οποία όμως κάθε σκέψη του ακο­λουθεί ενσυνείδητα ένα ακριβές σχήμα: για να καταφέρουμε να οικοδομήσουμε την αναρχία κατά αρχήν πρέπει να εξεγερθούμε, είναι το περίφημο αναγκαίο κακό το οποίο δεν μπο­ρούμε να παραβλέψουμε, προκειμένου να γκρεμίσουμε το σύστημα της καταπιεστικής εξουσίας αλλά είχε άκρως ξεκαθαρισμένες ιδέες για το τι θα είναι η εξέγερση.

 Η εξέγερση είναι ο λαός που ξεσηκώνεται, το σύνολο των εκμεταλλευόμενων, των απόβλητων, των περιθωριοποιημένων και όλων των καταπιεσμένων, οι οποίοι, μη διατεθειμένοι πλέον να υποφέρουν, αποφασίζουν με την καρδιά τους να σπάσουν τις αλυσίδες και ν’ ανατρέψουν τους καταπιεστές τους. Είναι ένας πραγματικός λαϊκός αγώνας, κι αν χρειαστεί, ένας λαϊκός πόλεμος. Τίποτα το πρωτοποριακό, το ελιτίστικο, καμία σχέση με τη συνειδητή μειοψηφία που δρα αυθαιρέτως στο όνομα του λαού. Τάχθηκε πάντοτε εναντίον των βομβιστών, αυτών που κάνουν επιθέσεις, των μιμητών του Ραβασόλ, αυτών που, με γενναιοψυχία, επιτίθενται με το ίδιο τους το χέρι στον εχθρό, διεξάγοντας έναν πόλεμο που, όπως όλοι οι πόλεμοι, γίνεται για να κερδηθεί και επιδιώκει την εκμηδένιση του αντιπάλου. Η αναγκαία βία είναι μόνο αυτή της άμυνας, συμπεριλαμβάνοντας στην άμυνα και την επιθυμία απελευθέρωσης από την καταπίεση, ενώ δεν μπορεί να είναι τέτοια αυτή που, στο όνομα της απελευθερωτικής θέλησης, υιοθετεί τη λογική της πολεμικής επίθεσης στον ε­χθρό για να τον καταστρέψει. Είναι προφανές για αυτόν, αλλά και για κάθε πεισμένο αναρχικό, ότι η βία πρέπει να σταματήσει μόλις η εξέγερση καταστήσει ανενεργούς τους καταπιεστές και τους τυράννους, ακριβώς για να μην επιτρέψει την εμφάνιση απαίσιων μορφών βίας, οι οποίες λόγω του υπάρχοντος μίσους και της καταπιεσμένης μνησικακίας, θα μπορούσαν να εκδηλωθούν μέσα στο ντελίριο της νίκης.

 

Η σύγκρουση των εξουσιών

 Δεν είναι δύσκολο να έρθουμε στο σήμερα, όπου αυξάνει μια κατακερματισμένη χρήση της βίας εκ μέρους ανατρεπτι­κών τάσεων ποικίλης έμπνευσης. Από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τους άλλους εγχώριους μαχόμενους σχηματισμούς στον ισλαμικό φονταμενταλισμό που δρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Με διαφορετική ιδεολογική βάση, δρουν όλες σπέρνοντας τον τρόμο, είτε μεταξύ των γραμμών του εχθρού που θέλουν να χτυπήσουν, είτε μεταξύ των ανθρώπων των περιοχών που χτυπιούνται. Σύμφωνα με τα αναρχικά κριτήρια τα οποία παρουσιάσαμε εδώ, οι βίαιες ενέργειες των ανατρεπτικών επιθέ­σεων που βλέπουμε καθημερινά, δεν έχουν σε τίποτα να κάνουν με μια εξεγερτική θέληση. Σε ότι αφορά τη Δύση, μου φαίνεται, αντιθέτως, έκφραση μαχόμενων, που προσπα­θούν να διεξάγουν έναν ανελέητο πόλεμο, ο οποίος ουσιαστικά εκλαμβάνεται από τις μάζες που θα ήθελαν να εμπλέξουν σαν ασαφής και ξένος. Είναι ένας προσωπικός πόλεμος ο οποίος, άσχετα με τις προθέσεις, σε κάποιες περιπτώσεις διακηρυγμένες σε κάποιες άλλες όχι, έχει τη γεύση της σύγκρουσης μεταξύ αντιτεθέμενων εξουσιών και διεξάγεται στο όνομα του περίφημου λαού του 19ου αιώνα, ο οποίος όμως, αντί να εξεγείρεται στο πλευρό τους, κοιτάζει τρομαγμένος και ζητά την προστασία των ισχυρών ανθρώπων των θεσμών προκειμένου να προστατευθεί. Σε ότι αφορά την Ανατολή και τη Μέση Ανατολή, επειδή η πολιτιστική και κοινωνική κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική, θα πρέπει ν’ αναλυθεί ξεχωριστά και με σοβαρότητα, κι εδώ δεν είναι το κατάλληλο μέρος για κάτι τέτοιο.

 Προσωπικά προτιμώ να μη θεωρώ την εξέγερση σαν τη μοναδική επαναστατική δραστηριότητα. Τη βρίσκω περιοριστική και περισταλτική. Μάλιστα, όσο περισσότερο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι δεν είναι αυτός ο κύριος δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε, με την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις και ενέργειες για να υπάρξει η λαϊκή αφύπνιση. Κατά τη γνώμη μου η αναρχία δια­κρίνεται κυρίως λόγω της μορφής της κοινωνίας και της αυτοδιευθυντικής μεθόδου που προτείνει, και όχι λόγω της εναντίωσής της στο υπάρχον. Στην πραγματικότητα η εναντίωσή της είναι άμεση συνέπεια της σαφώς εναλλακτικής της τοποθέτησης απέναντι στην κυριαρχία. Όχι αντιστρόφως, ότι δηλαδή τοποθετούμαστε εναλλακτικά απέναντι στην κυριαρχία λόγω κυρίως της εναντίωσής μας στο υπάρχον. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι αντίθετος στις λαϊκές εξεγέρσεις. Αυτές θα υπάρχουν όσο θα υπάρχουν αδικίες, καταπίεση και εκμετάλλευση. Κι όταν ο λαός αφυπνιστεί κι έχει την ευκαιρία, όπως κάθε άλλος αναρχικός, θα συμμετέχω πεισμένος και θα κάνω αυτό που μου αναλογεί, γιατί η εξέγερση εναντίον των αυ­ταρχικών ενεργειών της εξουσίας είναι καθεαυτή δίκαιη. Αλλά η γνώση μου λέει ότι δεν είναι αυτός, καθεαυτός, ο δρόμος για την πραγμάτωση μιας κοινωνίας απελευθερωμένης και ελεύθερης. Η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα νικηφόρων εξεγέρσεων, που στη συνέχεια εγκαθίδρυσαν τρομερές ολοκληρωτικές εξουσίες. Απ’ ότι ξέρω, ή πιστεύω ότι ξέρω, ο εξεγερτικός δρόμος, καθεαυτός, είναι εντελώς ανεπαρκής σαν πραγματικό μέσο απελευθέρωσης και οικοδόμησης της άλλης κοινωνίας την οποία ονειρεύεται ο αναρχικός.

 

Διεύθυνση χωρίς εξουσία

 Η αναρχία προσδιορίζεται και διακρίνεται λόγω της με­θόδου μέσω της οποίας τα ίδια της τα υποκείμενα λαμβάνουν τις αποφάσεις και λόγω της αρχής της διεύθυνσης των υποθέσεων χωρίς την ύπαρξη μιας εξουσίας θεσμισμένης από τα πάνω που θα επιβάλλει τη θέληση της, και όχι λόγω του τύπου της εξέγερσης που θα χρησιμοποιήσει. Είμαστε αναρχικοί όχι γιατί απλώς αισθανόμαστε την ανάγκη να εξεγερθούμε, αλλά γιατί θέλουμε να οικοδομήσουμε κάτι το εναλλακτικό, το οποίο θα τείνει στη μέγιστη δυνατή πολιτική, κοινωνική και υπαρξιακή ελευθερία. Οι εξεγέρσεις και οι διάφορες μορφές της επανάστασης με κανέναν τρόπο δεν είναι μια δική μας ιδιαιτερότητα, δεν είναι αυτό που μας διακρίνει. Οι πάντες, συμπεριλαμβανομένων των μπολσεβίκων, των ισλαμιστών, μέχρι και των φασιστών, εφόσον καταπιέζονται και εμποδίζονται να εκφραστούν, τείνουν να εξεγείρονται, προκειμένου ν’ απελευθερωθούν απ’ ότι τους καταπιέζει. Αλλά η εξέγερση τους και, εφόσον υπάρξει, η επανάσταση τους, έχουν μια γεύση καθόλα διαφορετική από τη δική μας, αναμφιβόλως αντίθετη. Αυτοί, με ιδεολογικές αιτιολογήσεις και ιδανικά διαφορετικά μεταξύ τους, θέλουν την εγκαθίδρυση μιας νέας ισχυρής εξουσίας, απόλυτης, ολοκληρωτικής, θεοκρατικής. Εξεγείρονται απέναντι στην υπάρχουσα εξουσία επειδή θέλουν να μπουν στη θέση της και να κυριαρχήσουν πάνω στους αν­θρώπους. Εμείς, όταν καταφέρουμε να εξεγερθούμε, αντιθέ­τως, θα θέλουμε να γκρεμίσουμε όχι μόνο την υπάρχουσα εξουσία, αλλά και κάθε άλλη μορφή κυριαρχίας, γιατί θέλουμε να οικοδομήσουμε μια κοινωνία θεμελιωμένη στην απουσία ιεραρχίας και κυρίαρχης εξουσίας. Δεν παρουσιαζόμαστε ως εκ τούτου σαν εξεγερτικοί, αλλά κυρίως ως φανατικοί εραστές της ελευθερίας, όλης της δυνατής ελευθερίας, της αυτοκυβέρνησης, της θέλησης να μην μας κυβερνούν από τα πάνω και να ζούμε και να συμβιώνουμε με τους άλλους χωρίς βίαιη επιβολή, με αλληλεγγύη, αμοιβαιότητα και τη μέγιστη συναινετική συμφωνία.

 Δεν πρέπει να φοβόμαστε να δανειστούμε, οφείλουμε όμως να παραμείνουμε αμετακίνητοι στις ιδέες μας. Πρέπει να δημιουργήσουμε τόπους ελευθεριακού πειραματισμού, όπου θα μπορούμε να ζούμε και να δοκιμάζουμε μορφές αυτοκυβέρνησης και κοινωνικής αλληλεγγύης, λέγοντας όχι στη δι­δαχή ενός και μόνο μοντέλου, ναι σε πολλά περισσότερα. Πολυσθενείς, πολυκεντρικοί και ακεντροι τόποι, χωρίς ιεραρχίες και γραφειοκρατίες στο εσωτερικό τους, ικανοί να γεννούν καινοτομίες και πολιτιστικές ανατροπές, να είναι δημιουργι­κοί και χωρίς προκαταλήψεις, αποτελώντας παραδείγματα για το πώς μπορεί να φτιαχτεί και να υπάρξει μια κοινωνία. Στιγμές συλλογικής αυτοκυβέρνησης, ελευθεριακά κοινωνικά κέντρα, ελευθεριακά σχολεία, ελευθεριακοί δήμοι από τα κάτω, δυνατότητα για όποιον επιθυμεί να προβεί σε κοινούς πει­ραματισμούς και οτιδήποτε άλλο έρχεται στο μυαλό που αντιπροσωπεύει και δείχνει την κοινωνία την οποία επιθυμούμε. Μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία τελικά, ικανή ν’ ανατρέψει τα υπάρχοντα μοντέλα και το συλλογικό φαντασιακό. Αν ενώ διαδίδεται δεχτεί την επίθεση από τις θεσμισμένες εξουσίες, ενίοτε θα αμυνθεί και θα εξεγερθεί για να διατηρήσει το δικαίωμα της στην ελεύθερη επιλογή, στην ελεύθερη σκέψη, στον ελεύθερο πειραματισμό. Είναι δυνατόν να υπάρξει! Και, πιστέψτε με, είναι πολύ πιο ισχυρή και θορυβώδης από οποιαδήποτε εκπυρσοκρότηση όπλου ή έκρηξη βόμβας, από οποιονδήποτε πόλεμο, οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια.

 *  Τη συλλογή κειμένων σχετικά με τον Αναρχισμό και τη Βία, ετοίμασε ο Παναγιώτης Καλαμαράς στο Εργαστήρι της Ελευθεριακής Κουλτούρας. Κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων στην πόλη της Αθήνας το καλοκαίρι του 2004.

 ** Το άρθρο τον Αντρέα Πάπι δημοσιεύτηκε στην ιταλική μηνιαία επιθεώρηση, la rivista Anarcica   τεύχος 299, Φλεβάρης 2004.

………………………………………..

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

ανοίξτε συζήτηση για αυτό το άρθρο

………………………………………..

 Η αναρχική φιλοσοφία

από κανένας 7:10μμ, Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

 Ένας αναρχικός δεν μπορεί να εγκληματεί ενάντια στο κοινωνικό σύνολο. Αυτό μπορεί να το ισχυρισθεί κανείς με δογματική βεβαιότητα διότι ένας άνθρωπος ένοχος για βιασμό, αντικοινωνικό φόνο, εκμετάλλευση, πάθος να κυβερνά, ή για άσκηση εξωτερικού καταναγκασμού πάνω σε άλλους ανθρώπους, αυτομάτως δεν μπορεί πλέον να είναι αναρχικός, όπως δεν μπορεί να είναι χορτοφάγος αυτός που τρώει χοιρινές μπριζόλες, ροστ-μπιφ ή κοκκινιστό αρνί.

 

Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο ένα άτομο κατανοεί την τάδε ή την δείνα ιδεολογία, ή υποστηρίζει την τάδε ή την δείνα οργάνωση, αλλά κατά πόσο είναι αυτό που πρεσβεύει ότι είναι. Να προσθέσουμε ότι τα διαχωριστικά όρια μεταξύ εξουσιαστή και ελευθεριακού πουθενά δεν διακρίνονται καθαρότερα απ’ ό,τι στο έγκλημα. Ένας αναρχικός συχνότατα στιγματίζεται σαν εγκληματίας από το κράτος, ή μπορεί να αναμειχθεί σε δραστηριότητες που αντιστρατεύονται τα συμφέροντα του κράτους και των αφεντικών.

 Η αναρχική φιλοσοφία είναι από την φύση της εχθρός του κράτους και των αφεντικών ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανό ένας αναρχικός να αναμειχθεί σε παράνομες δραστηριότητες, ποτέ όμως σε αντικοινωνικές.

 «αυτοοργάνωση στην εκπαίδευση »

 Blog Archive » ΠΕΡΙ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΒΙΑΣ

Είναι ένας προσωπικός πόλεμος ο οποίος, άσχετα με τις προθέσεις, σε κάποιες περιπτώσεις διακηρυγμένες σε κάποιες άλλες όχι, έχει τη γεύση της σύγκρουσης ...

blogs.espiv.net/ekpaideysi/archives/473

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο Αναρχισμός και η «στρατηγική μη βία»

Michael Theo | 17/01/2011

«Το βασικό μέρος του πολιτικού προγράμματος των αναρχικών είναι η απομάκρυνση της βίας μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι μια ζωή βασισμένη στην ελευθερία του ατόμου, δίχως την παρέμβαση του χωροφύλακα», λέει ο Ιταλός αναρχικός Ερίκο Μαλατέστα. «Η βία δεν είναι καταδικαστέα αλλά δεν είναι πάντα απαραίτητη» τονίζει επίσης ο Σλαβόι Ζίζεκ.

Ωστόσο όμως υπάρχει μια τάση ο αναρχικός χώρος να ταυτίζονται με τη βία. Μπορούν οι πεποιθήσεις και οι αντιλήψεις των ανθρώπων να αλλάξουν μέσω της βίας; Παρόμοιας φύσης ερωτήματα, δύσκολα να απαντηθούν, ταλανίζουν το αναρχικό κίνημα ήδη από τις απαρχές του.

Αυτό σε πρώτη φάση που θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, είναι πως η βία αναπαράγει έναν φαύλο κύκλο που τις περισσότερες φορές δαιμονοποιεί ένα κίνημα και θυματοποιεί την εξουσία. Έχω πολλές φορές δείξει μια έντονη κλίση προς τον πασιφισμό και τον φιλειρηνισμό γενικότερα. Κοινωνική απειθαρχία, διάλογος, προτάσεις και ενημέρωση μπορεί να επιφέρουν θετικότερα αποτελέσματα από ότι κάποιες συνεχόμενες βίαιες συγκρούσεις. «Εμείς οι αναρχικοί δεν θέλουμε να απελευθερώσουμε τους ανθρώπους, θέλουμε οι λαοί απελευθερωθούν από μόνοι τους» καταλήγει ο Ερίκο Μαλατέστα επισημαίνοντας την ύπαρξη της αυτονομίας εντός του αναρχικού κινήματος. Βρίσκεται όμως αυτού του είδους η αυτονομία σε αντιδιαστολή με την βία, την οποία ο Μαλατέστα είχα χαρακτηρίσει ως μια μορφή εξουσίας;

Αυτονομία: Tο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης που αφορά τις εν δυνάμει ικανότητες ενός ατόμου να λαμβάνει αποφάσεις κατόπιν ενημέρωσης και χωρίς εξαναγκασμό. Αυτονομία σημαίνει να μπορεί το κάθε άτομο από μόνο του να ρυθμίζει την συμπεριφορά του δίχως κάποια εξωτερική παρέμβαση (αυτο-έλεγχος), να γνωρίζει από μόνο του πως και γιατί πρέπει να οριοθετεί την ελευθερία του με σκοπό να μην επεμβαίνει στην ελευθερία κάποιου άλλου. Τον καλύτερο ορισμό ωστόσο για την αυτονομία μας δίνει ο Κονρήλιος Καστοριάδης (Ο Θρυμματισμένος κόσμος):

Το πρόταγμα της αυτονομίας είναι μια δημιουργία της ιστορίας μας. Ένα τεράστιο πρόβλημα είναι το δράμα που πηγάζει από το γεγονός ότι ως τώρα αυτή η ιστορία δεν έχει αφήσει πραγματικά ίχνη παρά μόνο στο ένα όγδοο των ανθρωπίνων κοινωνιών και ότι οι άλλες κοινωνίες, και ιδίως αυτές όπου η θρησκεία εξακολουθεί να παίζει ένα σημαντικό ρόλο, όπως οι ισλαμικές κοινωνίες, φαίνονται σχεδόν αδιάβροχες σε σχέση με αυτές τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης κτλ. Αυτή η κληρονομιά της δικής μας παράδοσης, της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας δεν είναι η μόνη κληρονομιά. Έχουμε κι άλλη κληρονομιά: την Ιερά Εξέταση, τον σταλινισμό και τον ρατσισμό, όλα αυτά αποτελούν επίσης δημιουργίες. Μέσα από αυτήν την κληρονομιά διαλέγουμε το πρόταγμα της αυτονομίας και αντιπαλεύουμε με αυτό την κατάσταση της ετερονομίας… Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι μια πολιτική επιχείρηση σαν οποιαδήποτε άλλη. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο δια μέσου της αυτόνομης δραστηριότητας του κόσμου. Η δραματική απουσία αυτής ακριβώς της αυτόνομης δραστηριότητας είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη σημερινή πραγματικότητα.

Θα μπορούσε λοιπόν η βία να θεωρηθεί ως μια μορφή ετερονομίας; «ΑΝΑΡΧΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΗ ΒΙΑ, μη κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο, μη επιβολή βιαίως της βούλησης ενός ή περισσοτέρων στους υπολοίπους. Είναι μόνο μέσω της εναρμόνισης των συμφερόντων, μέσω της εθελούσιας συνεργασίας, της αγάπης, του σεβασμού, της αμοιβαίας ανοχής, είναι μόνο με την πειθώ, το παράδειγμα, τη μεταδοτικότητα και το αμοιβαίο όφελος από την επιείκεια που μπορεί και πρέπει να θριαμβεύσει η αναρχία, δηλαδή μια κοινωνία αδελφών ελευθέρως αλληλέγγυων, η οποία θα εξασφαλίζει στους πάντες την μέγιστη ελευθερία, τη μέγιστη ανάπτυξη, τη μέγιστη δυνατή ευημερία» καταλήγει ο Μαλατέστα.

Ο αναρχισμός λοιπόν, που από πολλούς έχει κατηγορηθεί σαν ένα κίνημα που συγκεντρώνει στους κόλπους του ταραχοποιούς και «εξτρεμιστικά στοιχεία», είναι η μόνη κοινωνικοπολιτική ιδεολογία που απορρίπτει τον στρατό, την αστυνομία, τις φυλακές και τα σύνορα των χωρών. Είναι συνεπώς εκ φύσεως μια ειρηνική ιδεολογία σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα πολιτικά συστήματα που θεωρούν αυτούς τους θεσμούς ως αυτονόητα και αναπόσπαστα κομμάτια τους. Στο αναρχικό κίνημα, οι πασιφιστές, οι ειρηνικοί διαδηλωτές δεν είναι λίγοι, όπως δεν είναι λίγοι και αυτοί που αποφάσισαν να προσχωρήσουν στον αναρχισμό νιώθοντας έντονη απέχθεια προς την βία του συστήματος. Ακόμα περισσότερο, αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία θα δούμε επίσης ότι το αναρχικό κίνημα είναι από τα λιγότερο βίαια κινήματα που πέρασε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Κάνοντας μια σύγκριση με τον Σταλινισμό, Μαοισμό και τα βουνά πτωμάτων που άφησαν πίσω τους, τον καπιταλισμό που επί τόσα χρόνια στηρίζεται στην εκμετάλλευση των φτωχότερων χωρών (δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, απικοιοκρατίες, ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, φασιστικές δικτατορίες αφανισμοί πληθυσμών, γενοκτονίες…), αν συγκρίνουμε αυτά τα συστήματα λοιπόν με το παράδειγμα της επανάστασης των αναρχικών στην Καταλονία, την Παρισινή Κομμούνα και διάφορες άλλες αυτόνομες κοινότητες που έχουν δημιουργήσει αναρχικές ή επαναστατικές ομάδες σε διάφορα μέρη του κόσμου, αρκεί για να αναθεωρήσουμε σχετικά με το «πόσο βίαιο σαν κίνημα είναι ο αναρχισμός», μια αντίληψη που εσκεμμένα καλλιεργείται στο ευρύ κοινό.

Σαφέστατα μέσα στον αναρχικό χώρο δεν λείπουν αυτοί που θα υποστηρίξουν βίαιες μεθόδους σύγκρουσης με το κατεστημένο και αυτοί, ως ένα βαθμό, θα κλέψουν τα φώτα της δημοσιότητας και θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον των Μέσων Ενημέρωσης. Μια από αυτές τις περιπτώσεις είναι και το αντάρτικο πόλης. Κατά πόσο όμως θα πρέπει οι έστω και μεμονωμένες ενέργειες αυτών των ανθρώπων να καταδικάζονται, ακόμα και από αυτούς που επιλέγουν την ειρηνική οδό για κοινωνικές αλλαγές;

Πρώτα από όλα θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως η μη-βία και ο πασιφισμός, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να γίνουν αφορμή για να δικαιολογηθούν τετριμμένοι κανόνες ηθικής κάτι που ωστόσο βλέπουμε πως συμβαίνει. Πολλές φορές η υποστήριξη της μη-βίας προέρχεται από άτομα που ο τρόπος που σκέφτονται είναι πλήρως παγιδευμένος σε μια ελιτίστικη-μικροαστική προσέγγιση των καταστάσεων, κάτι που έχω συναντήσει αρκετά κατά την διάρκεια των Βρετανικών κινητοποιήσεων. Πολλοί ήταν αυτοί που εξέφρασαν απόψεις όπως «μα ποιός πληρώνει για τις καταστροφές που προκαλούν οι διαδηλωτές; Δεν τις πληρώνουμε εμείς με τους φόρους μας;»

Δυστυχώς η έννοια του πασιφισμού σήμερα έχει διαφοροποιηθεί. Η ίδια η λέξη έχει χάσει την σημασία της. Η επιλογή της μη χρήσης βίας είναι θέμα στρατηγικής, έχει να κάνει με την υιοθέτηση μιας πιο αποτελεσματικής μεθόδου για την αλλαγή της κοινωνίας και όχι με την αποφυγή σύγκρουσης. Ωστόσο όμως βλέπουμε πως ο πασιφισμός τείνει να ταυτιστεί ως έννοια με τον συμβιβασμό στο φιλελεύθερο/συντηρητικό status quo, τείνει να δικαιολογεί αντιλήψεις που δεν μπορούν να απεγκλωβιστούν από την καπιταλιστική νοοτροπία της «ταξικής ειρήνης», κοινώς επικροτεί την κρατική βια και πολεμά κάθε μορφή ρήξης με το κατεστημένο. Έτσι λοιπόν θα μπορούσαμε εν συντομία να πούμε πως ο πασιφισμός, με τον τρόπο που εκφράζεται σήμερα στις περισσότερες Δυτικές κοινωνίες, έχει απομακρυνθεί από το πρόταγμα της αυτονομίας και μάλιστα λειτουργεί κατασταλτικά απέναντί της.

Η βία κάποιων ατόμων που θα βανδαλίσουν μια τράπεζα, ακόμα και η βία αυτών που επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν μεθόδους αντάρτικου πόλης δεν μπορεί με τίποτα να συγκριθεί με την απανθρωπιά του καπιταλισμού και της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων του, ένα σύστημα που είναι υπεύθυνο για το θάνατο πάνω από 16.000 ανθρώπων κάθε μέρα, την αύξηση του αριθμού των άστεγων, την έξαρση της εγκληματικότητας, την ρύπανση και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Ποιά είναι χειρότερη βία, η καταστροφή ενός αυτοκινήτου ή ο θάνατος εφτά εκατομμυρίων ανθρώπων που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στο Ιράκ και στην Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια; Για τούτη την σιωπηλή γενοκτονία όμως κανείς δεν θα μιλήσει. Ίσως μερικά άρθρα να γραφτούν σε κάποιες «προοδευτικές» εφημερίδες, από αυτά που μόλις διαβαστούν θα ξεχαστούν μέσα σε λίγα λεπτά. Κανένας ακριβοπληρωμένος κονδυλοφόρος δεν θα συμπεριλάβει στις λίστες του με τα τραγικά συμβάντα όλα τα εργατικά ατυχήματα που προκαλούνται εξαιτίας της ανευθυνότητας των εργοδοτών, για τις αυτοκτονίες αυτών που έχουν πέσει θύματα του ληστρικού δανεισμού των τραπεζών. Βλέπουμε άλλωστε τα κροκοδείλια δάκρυα των φιλελεύθερων πολιτικών για τους νεκρούς μετανάστες που πνίγονται στην προσπάθεια τους να περάσουν στην Ευρώπη, μακριά από έναν πόλεμο που οι ίδιοι στήριξαν, θα δούμε πάλι τους δημοσιογράφους να κάνουν λόγο για «τρομοκρατία» αγνοώντας τις εκατόμβες νεκρών που αφήνουν πίσω τους η φτώχεια και η εξαθλίωση των εκμεταλλευόμενων χωρών…

Τί είναι το αντάρτικο πόλης; Πρόκειται για ομάδες ανθρώπων που ένοπλα αμύνονται σε ένα σύστημα που στηρίζει την ύπαρξή του πάνω σε μια ευρείας κλίμακας άσκηση βίας. Όσο και αν διαφωνεί η συμφωνεί κάποιος με τις ενέργειες αυτές, θα πρέπει να έχει κατά νου πως πρόκειται για ανθρώπους που ρισκάρουν την ίδια τους την ζωή, δεδομένου ότι ανα πάσα στιγμή μπορεί να συλληφθούν (δεν αναφέρομαι σε περιπτώσεις που θέτουν σε κίνδυνο την ζωή αθώων πολιτών). Η κριτική εκ του ασφαλούς είναι μια εσφαλμένη στάση που για μια ακόμη φορά δείχνει πως ο πασιφισμός έχει χάσει την πρωταρχική και πραγματική του έννοια. Αν ωστόσο πάλι τίθεται θέμα απειλής κάποιας ανθρώπινης ζωής, τότε ας αναλογιστεί κάποιος, πόσες από τις αναρχικές οργανώσεις αντάρτικου πόλης ευθύνονται για θάνατο αθώων πολιτών; Οι περιπτώσεις είναι ελάχιστες αν συγκρίνει κανείς τις επιθέσεις ακροδεξιών ή παρακρατικών οργανώσεων, από θρησκευτικές φονταμενταλιστικές κλίκες ή ομάδες Σταλινικών πεποιθήσεων και φυσικά την κρατική βία και την δολοφονική Ιμπεριαλιστική Τάξη Πραγμάτων.

Υπάρχουν διάφορες μορφές βίας. Υπάρχει η σωματική βία και ψυχολογική βία. Η πιο ύπουλη μορφή βίας είναι η υποσυνείδητη βία. Την χειρότερη μορφή υποσυνείδητης βίας συναντάμε σε πολλές διαφημίσεις αλλά και στα δελτία ειδήσεων. Η καταστολή της συνείδησης, ο νεο-κομφορμισμός και η απάθεια που έχει επιβάλει το καταναλωτικό μοντέλο του μεταμοντερνικού Δυτικού καπιταλισμού, αναμφισβήτητα θα πρέπει να τρομάζουν περισσότερο τους «επικριτές της βίας» εκ του ασφαλούς από οποιαδήποτε πράξη δεν συνάδει με τους χρεοκοπημένους τους κανόνες ηθικής. Το μέλλον δείχνει αρκετά ζοφερό από την στιγμή που όλοι καλούμαστε να πληρώσουμε την κρίση που μια χούφτα πλουτοκράτες έχει προκαλέσει. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην οικονομική κρίση, διότι όπως έχω τονίσει σε προηγούμενο άρθρο, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. (Υπάρχει επίσης και η κρίση των αξιών: Ο υπερκαταναλωτισμός και η απάθεια καλπάζουν. Ο ρατσισμός, η εκμετάλλευση και ο ελιτισμός όσο και η δημοκρατία, η αυτονομία, η ελευθερία και  η ισότητα συνυπάρχουν στις Ευρωπαϊκές παραδόσεις. Αναπόσπαστο κομμάτι της Ευρωπαϊκής ιστορίας είναι οι αποικιοκρατίες και η καλλιέργεια της συνείδησης του «ανώτερου λευκού Ευρωπαίου»). Για αυτού του είδους την τρομοκρατία και τον καταναγκασμό όμως, όχι μόνο κανείς δεν θα μιλήσει αλλά θα αποδοκιμαστεί κάθε είδους προσπάθεια ανατροπής αυτής της εφιαλτικής πραγματικότητας. Η καταστολή των συνειδήσεων στον μεταμοντερνικό εφιάλτη του οικονομικού κανιβαλισμού είναι αναμφισβήτητα μια από τις χειρότερες μορφές βίας που ασκείται καθημερινά από την δικτατορία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

«Η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι ποτέ τέλεια, θα πρέπει να αποδεχτούμε τις καταστάσεις όπως είναι δίχως να αναζητούμε «ακραίες και ουτοπικές» λύσεις». Με τέτοιου είδους απόψεις ερχόμαστε σε σύγκρουση αρκετές φορές. Στην πραγματικότητα, η δημοκρατία που βιώνουμε είναι πολύ πιο «ατελή» από όσο φανταζόμαστε. Το σύνολο των αποφάσεων σήμερα για θέματα που αφορούν την οικονομία, την εξουσία και την διαχείριση των μέσων παραγωγής λαμβάνονται και επικυρώνονται από ισχυρά εξουσιαστικά κέντρα – όπως η «Wall Street» και το Ευρωκοινοβούλιο – και όχι άμεσα από την πλειοψηφία ενός πληθυσμιακού συνόλου. Τι είδους δημοκρατία λοιπόν είναι αυτή στην οποία η λαϊκή κυριαρχία απουσιάζει; Τίποτα περισσότερο από μια φιλελεύθερη δικτατορία.  Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, και με βάση τα δεδομένα όπου «το 2% των πιο πλούσιων ενήλικων κατοίκων του πλανήτη κατέχει περισσότερο από το 50% της περιουσίας του συνόλου των νοικοκυριών του πλανήτη, ενώ αντίθετα, το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού των φτωχών ενηλίκων, σχεδόν κατέχει μόνο το 1% του παγκόσμιου πλούτου» (πηγή: panosz), η ιδέα της ολοκληρωτικής ανατροπής ενός τόσο απάνθρωπου συστήματος δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ακραία και ουτοπική.

Δημοκρατία σημαίνει την πραγματική δυνατότητα συμμετοχής όλων των ατόμων στην εξουσία και μια τέτοια συμμετοχή επιβάλλει την ανάπτυξη υπεύθυνων πολιτών με ατομική κρίση. Μια τέτοια ανάπτυξη προϋποθέτει την απόλυτη κατοχύρωση και επέκταση των ατομικών ελευθεριών και, πάνω απ΄ όλα, την ανάπτυξη μιας παιδείας που να είναι, κατά μέγιστο λόγο, παιδεία ελευθέρων ανθρώπων και, κατά το ελάχιστο λόγο, κατασκευή επαγγελματιών και τεχνικών.

Κονρήλιος Καστοριάδης (Ο Θρυμματισμένος κόσμος).

Από τη στιγμή που οι πεποιθήσεις και ο τρόπος ζωής του καθενός επηρεάζεται άμεσα από τα ΜΜΕ, που φυσικά εξυπηρετούν τα συμφέροντα μεγαλο-επιχειρηματιών (τραπεζίτες, επιχειρηματίες, πολιτικοί), δεδομένου ότι η κοινή γνώμη φαίνεται να είναι παγιδευμένη στον ακραίο παραλογισμό του μεταμοντερνικού ψευτο-πολιτισμού, καταδικασμένη στην απάθεια και την ακρισία, υπό αυτές τις συνθήκες, αυτού του είδους η επίφαση δημοκρατίας θα πρέπει να θεωρηθεί επικίνδυνη και να ανατραπεί άμεσα. Αλλά δυστυχώς τα δεδομένα της εποχής δικαιώνουν όσο ποτέ άλλοτε την φράση του Umberto Eco «σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκ, τη στιγμή που υπάρχει η τηλεόραση». Ακόμη περισσότερο, δημοκρατία δεν σημαίνει ότι το 51% του τμήματος ενός πληθυσμού μπορεί να επιβληθεί στο υπόλοιπο 49%. Δημοκρατία σημαίνει πως ο κάθε άνθρωπος μπορεί να λαμβάνει μέρος σε αποφάσεις που τον επηρεάζουν.

Με μια ιστορική ματιά: Ο George Orwell που πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο στην γραμμή του σοσιαλιστικού POUM, στο βιβλίο του «Φόρος Τιμής στην Καταλονία» περιγράφει τις θετικές μαρτυρίες του από την Αναρχική Επανάσταση στην Καταλονία.

Μετάφραση: Βαγγέλης Καργούδης:

Οι Αναρχικοί, εξακολουθούσαν να διατηρούν έναν μάλλον φανταστικό έλεγχο στην Καταλονία, και η Επανάσταση εξακολουθούσε να προχωράει μέσα από μια ιδιότυπη γενική έξαψη. Σε κάποιον πάντως που θα ήταν παρών από την αρχή των γεγονότων, φαινόταν, από τον Δεκέμβρη κιόλας ή τον Γενάρη, πως η Επαναστατική περίοδος, είχε ήδη τελειώσει. Αλλά για κάποιον που ερχόταν κατ’ ευθείαν  από την Αγγλία, το θέαμα της Βαρκελώνης, ήταν σίγουρα κάτι το τρομακτικό και κατακλυσμιαίο! Για μένα άλλωστε, ήταν και η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε μια πόλη, όπου τα χαλινάρια τα κρατούσε η εργατική τάξη. Πρακτικά μιλώντας, όλα τα κτίρια, οποιουδήποτε μεγέθους, είχαν καταληφθεί από τους εργάτες, που είχαν βέβαια «φορέσει» τις κόκκινες σημαίες, ή και τις μαυρο-κόκκινες, των Αναρχικών. Σε όλους, μα όλους τους τοίχους της πόλης, υπήρχαν ζωγραφισμένα σφυροδρέπανα και εμβλήματα των επαναστατικών κομμάτων. Σχεδόν κάθε εκκλησία είχε συληθεί, και οι εικόνες καίγονταν. Άλλες εκκλησίες, εδώ κι’ εκεί, είχαν κατεδαφιστεί συστηματικά από ομάδες εργατών. Σε κάθε κατάστημα, σε κάθε καφενείο, έβλεπες πινακίδες που έλεγαν πως το κατάστημα αυτό, είχε κολλεκτιβοποιηθεί! Ακόμα και παράγκες τσαγκάρικες είχαν κολλεκτιβοποιηθεί, και είχαν βαφτεί κοκκινόμαυρες! Οι σερβιτόροι σε κοιτούσαν ίσια στα μάτια, και σου φέρονταν σαν ίσος σε ίσο.

Ενώ κάποιες μορφές της γλώσσας κάπως πιο επίσημες, είχαν προσωρινά εξαφανιστεί. Κανείς δεν αποκαλούσε πια τον άλλον «κύριε» ή «Δον», όλοι αποκαλούσαν ο ένας τον άλλο «σύντροφε», και αντί για «καλημέρα», όλοι χαιρετιόντουσαν με το «γειά». Το να δίνεις ή να ζητάς και να παίρνεις φιλοδώρημα, ήταν πια απαγορευμένο, και με νόμο μάλιστα, από τον καιρό του Πρίμο ντε Ριβέρα. Η πρώτη δική μου εμπειρία γι’ αυτό, υπήρξε μια «διάλεξη» που μου έκανε ένας διευθυντής ξενοδοχείου, όταν προσπάθησα να δώσω φιλοδώρημα στο παιδί του ασανσέρ. Δεν υπήρχαν καθόλου ιδιωτικά αυτοκίνητα πλέον, και τα τραμ, τα ταξί, & τα άλλα μέσα μεταφοράς, είχαν, όλα βαφτεί κόκκινα και μαύρα. Παντού έβλεπες επαναστατικές αφίσες, που έλαμπαν με τα καθαρά κόκκινα και μπλε τους χρώματα, κάνοντας τις λίγες διαφημίσεις που είχαν απομείνει, να φαίνονται σαν λασπωμένες μουτζούρες! Κάτω στο Ράμπλας, στην άδεια κεντρική οδική αρτηρία, όπου το πλήθος σχημάτιζε ποτάμια, βαδίζοντας ολημερίς πάνω-κάτω, τα μεγάφωνα, μετέδιδαν συνέχεια επαναστατικά τραγούδια! Κι’ αυτό, συνεχιζόταν όλη τη μέρα, αλλά και αργά τη νύχτα.

Και αυτό ακριβώς το θέαμα του πλήθους, ήταν το πιο αλλόκοτο πράγμα απ’ όλα. Και για να το πούμε έξω απ’ τα δόντια, μιλάμε για μια πόλη, στην οποία, οι πλουσιότερες τάξεις, έδειχνε πως είχαν πλέον σταματήσει να υπάρχουν! Και εκτός από έναν μικρό αριθμό γυναικών και ξένων, δεν υπήρχε κανείς, που να μπορείς να πεις πως ήταν καλοντυμένος. Στην πραγματικότητα, όλοι πλέον φορούσαν ρούχα της εργατικής τάξης, ή εκείνες τις μπλε φόρμες, ή και ρούχα-στολές της Πολιτοφυλακής.

Όλα αυτά πάντως, ήταν και αλλόκοτα, αλλά και συγκινητικά. Υπήρχαν φυσικά, πολλά απ’ αυτά, που δεν τα καταλάβαινα. Ακόμα και πολλά, που μπορείς να πεις, πως δε μου άρεσαν καν. Αλλά σίγουρα, ήταν πράγματα, για τα οποία, δεν μπορούσες, παρά να αναγνωρίσεις πως άξιζε κάποιος να παλέψει γι’ αυτά! Τελικά, πίστεψα πως τα πράγματα ήταν έτσι ακριβώς πως έδειχναν. Ότι αυτό που έβλεπα, ήταν όντως ένα Εργατικό Κράτος. Ότι όλη η Αστική τάξη, η μπουρζουαζία, είτε είχε τραπεί σε φυγή, είτε είχε σκοτωθεί στις μάχες, είτε, τέλος πάντων, είχε εθελοντικά προσχωρήσει στην πλευρά των εργατών. Απλά, φαίνεται, πως καθόλου δεν είχα πάρει χαμπάρι, πως πλήθη ολόκληρα από αστούς, που μάλιστα έδειχναν να ξέρουν πολύ καλά τι έκαναν, «παρίσταναν τον ψόφιο κοριό», μεταμφιεσμένοι σε εργάτες μέχρι να περάσει η μπόρα.

Μαζί με όλα αυτά ανάκατα στην ατμόσφαιρα, πλανιόταν, βέβαια, και κάτι από το σατανικό πνεύμα του Πολέμου. Η πόλη, είχε πάρει μια εικόνα αποστεωμένη, βρώμικη & ανοικοκύρευτη. Οι δρόμοι και τα κτίρια, φανερά ασυντήρητα. Οι ίδιοι αυτοί οι ασυντήρητοι δρόμοι της πόλης, όλοι οι δρόμοι, για το φόβο των αεροπορικών επιδρομών, ήταν ελάχιστα φωτισμένοι, και για να λέμε την αλήθεια, θεοσκότεινοι. Ενώ τα μαγαζιά, ήταν κουρελιάρικα τα πιο πολλά, και στην καλύτερη περίπτωση, με μισοάδεια τα ράφια λίγα, τα καλύτερα. Το κρέας, ήταν, φυσικά, σπάνιο. Ενώ το γάλα, πρακτικά, ήταν ένα πολύ δύσκολο έπαθλο. Υπήρχε απλά, ένα είδος «περίπου κάρβουνου», λίγη ζάχαρη και πετρέλαιο, και ελάχιστο, από ένα είδος ψωμιού. Ακόμα κι’ αυτή την περίοδο, οι ουρές για την προμήθεια ψωμιού, συχνά, πάντα σχεδόν, εκτείνονταν σε πολλές εκατοντάδες γυάρδες. Και έτσι όμως, ακόμα και τώρα, απ’ ότι μπορούσε πολύ εύκολα να καταλάβει κάποιος, οι πολίτες, ήταν και ευχαριστημένοι(!), και γεμάτοι ελπίδες! Στο κάτω-κάτω, η ανεργία ήταν μηδενική, και το κόστος της ζωής, μπορούσε ακόμα να διατηρείται σε πραγματικά χαμηλότατα επίπεδα. Μπορούσες να δεις, ελάχιστους μόνο φανερά πάμφτωχους ανθρώπους. Ενώ δεν υπήρχαν και καθόλου σχεδόν ζητιάνοι, εκτός από τους τσιγγάνους.

Πάνω απ’ όλα όμως, έβλεπες μια σταθερή πίστη στην Επανάσταση και στο Μέλλον, ένα διάχυτο αίσθημα, ότι είχες κιόλας μεταφερθεί σε μια περιοχή Ισότητας & Ελευθερίας. Τα ανθρώπινα πλάσματα, προσπαθούσαν πάνω απ’ όλα να συμπεριφέρονται σαν τέτοια, σαν ανθρώπινα πλάσματα δηλαδή. Κι’  όχι σαν απλά εξαρτήματα σε μια τερατώδη καπιταλιστική Μηχανή. Στα κουρεία, είχαν αναρτήσει πινακίδες με αναρχικό περιεχόμενο (οι περισσότεροι κουρείς ήταν Αναρχικοί), που εξηγούσαν ευγενικά, πως όλοι οι μπαρμπέρηδες, είχαν πλέον σταματήσει να είναι σκλάβοι! Στους δρόμους, έδιναν χρώμα φανταχτερές, φωτεινές αφίσες, που καλούσαν τις πουτάνες, να σταματήσουν πλέον να είναι πουτάνες.

Για οποιονδήποτε όμως προερχόταν από τον «ξινό», σκληρό & αλαζονικό πολιτισμό των «αγγλόφωνων φυλών», αυτή η λογοτεχνική εκζήτηση με την οποία «όλοι αυτοί οι ιδεαλιστές Ισπανοί» προσλάμβαναν τα χιλιοειπωμένα συνθήματα της Επανάστασης, ήταν, κάτι απλά «αξιοθρήνητο»!

Ήταν τέτοιοι οι καιροί, που επαναστατικές μπαλάντες του πιο απλοϊκού τύπου, όλες, μα όλες, για την «προλεταριακή αδερφοσύνη» ή για την «κακοήθεια του Μουσολίνι», πουλιόταν όλες στους δρόμους, για μερικά σαντίμια η κάθε μια.

Όχι λίγες φορές μάλιστα, έβλεπα ανθρώπους, μέλη της Πολιτοφυλακής, φανερά χωρίς καμιά σχέση «με λογοτεχνίες και τέτοια», να αγοράζουν μια απ’ αυτές τις μπαλάντες, να τις απαγγέλλουν με κόπο στο δρόμο, και αμέσως μετά, να τις τραγουδούν(!), αφού τις είχαν «ταιριάξει» σε έναν γνωστό, πετυχημένο σκοπό (μελωδία) της εποχής…

Errico Malatesta Περί Αναρχισμού και Βίας

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΑΝΑΡΧΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΗ ΒΙΑ, μη κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο, μη επιβολή βιαίως της βούλησης ενός ή περισσοτέρων στους υπολοίπους. Είναι μόνο μέσω της εναρμόνισης των συμφερόντων, μέσω της εθελούσιας συνεργασίας, της αγάπης, του σεβασμού, της αμοιβαίας ανοχής, είναι μόνο με την πειθώ, το παράδειγμα, τη μεταδοτικότητα και το αμοιβαίο όφελος από την επιείκεια που μπορεί και πρέπει να θριαμβεύσει η αναρχία, δηλαδή μια κοινωνία αδελφών ελευθέρως αλληλέγγυων, η οποία θα εξασφαλίζει στους πάντες την μέγιστη ελευθερία, τη μέγιστη ανάπτυξη, τη μέγιστη δυνατή ευημερία.

Υπάρχουν σίγουρα άλλοι άνθρωποι, άλλες παρατάξεις, άλλες σχολές τόσο ειλικρινώς αφιερωμένες στο γενικό καλό, όσο μπορούν να είναι οι καλύτεροι ανάμεσα μας. Αλλά αυτό που διακρίνει τους αναρχικούς απ’ όλους τους άλλους, είναι ακριβώς ο φόβος της βίας, η επιθυμία και η πρόθεση να εξαλειφθεί η βία, δηλαδή η υλική δύναμη, από την ανθρώπινη άμιλλα. θα μπορούσαμε ως εκ τούτου να πούμε ότι η ιδιαίτερη ιδέα που διακρίνει τους αναρχικούς, είναι η κατάργηση του χωροφύλακα, ο αποκλεισμός από τους κοινωνικούς συντελεστές του κανόνα που επιβάλλεται μέσω της κτηνώδους, είτε νόμιμης, είτε παράνομης, δύναμης

Αλλά τότε, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, γιατί στον σημερινό αγώνα, εναντίον των κοινωνικο-πολιτικών θεσμών που θεωρούν καταπιεστικούς, οι αναρχικοί έχουν κηρύξει και ασκήσει, κηρύττουν και ασκούν, όταν μπορούν, τη χρήση βίαιων μέσων, κάτι το οποίο προφανώς αντιφάσκει με τους σκοπούς τους; Κι αυτό σε βαθμό που, κάποιες φορές, πολλοί καλόπιστοι, όπως και όλοι οι κακόπιστοι αντίπαλοι τους, να πιστεύουν ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Αναρχισμού ίσως να είναι ακριβώς η βία;

Το ερώτημα μπορεί να φαίνεται όχι προκαλεί αμηχανία, αλλά μπορώ να το απαντήσω με λίγα λόγια. Για να ζήσουν δύο εν ειρήνει, πρέπει να το θέλουν αμφότεροι· αν ένας από τους δύο είναι ισχυρογνώμων και θέλει με τη βία να επιβάλλει στον άλλο να δουλεύει για λογαριασμό του και να τον υπηρετεί, αυτός ο άλλος, αν θέλει να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του και να μην περιπέσει στην πλέον ταπεινή δουλεία, παρ’ όλη την αγάπη του για την ειρήνη και την ομόνοια, είναι υποχρεωμένος ν’ αντισταθεί στη δύναμη μ’ όλα τα πρόσφορα μέσα.

Η ρίζα των κακών που ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν την ανθρωπότητα, εκτός εκείνων εννοείται που εξαρτώνται από τις αντίξοες δυνάμεις της φύσης, βρίσκεται στo ότι οι άνθρωποι δεν έχουν κατανοήσει πως η συμφωνία και αδελφική συνεργασία είναι το καλύτερο μέσο για την εξασφάλιση στους πάντες του μέγιστου δυνατού καλού, με αποτέλεσμα οι πιο δυνατοί και πιο πανούργοι να θέλουν να υποτάξουν και να εκμεταλλεύονται τους υπολοίπους. Κι όταν καταφέρουν ν’ αποκτήσουν κάποιο πλεονέκτημα, θέλουν να το εξασφαλίσουν και να το διαιωνίσουν, δημιουργώντας για την υπεράσπιση του κάθε μορφής όργανα συνεχούς καταναγκασμού. Εξ αυτού ολόκληρη η ιστορία είναι γεμάτη αιματηρούς συγκρούσεις: Αυταρχικές ενέργειες, αδικίες, άγρια καταπίεση από τη μια πλευρά, εξεγέρσεις από την άλλη.

Δεν προτίθεμαι να κάνω διακρίσεις μεταξύ των παρατάξεων: Οποιοσδήποτε θέλει να χειραφετηθεί, ή να προσπαθήσει να χειραφετηθεί, οφείλει να αντιπαρατάξει τη δύναμη στη δύναμη, τα όπλα στα όπλα. Όμως ο καθένας, ενώ βρίσκει αναγκαίο και δίκαιο να χρησιμοποιεί τη δύναμη για να υπερασπίσει την ελευθερία του, τα συμφέροντα του, την τάξη του, τη χώρα του, καταδικάζει, στο όνομα μιας ιδιαίτερης ηθικής που τον διακρίνει, τη βία, όταν αυτή στρέφεται εναντίον του για την ελευθερία, τα συμφέροντα, την τάξη, τη χώρα κάποιων άλλων. [...] Θυμίζω ότι επ’ ευκαιρία μιας πολύκροτης αναρχικής απόπειρας, κάποιος που φιγουράριζε τότε στις πρώτες γραμμές του σοσιαλιστικού κόμματος και είχε επιστρέψει φρέσκος-φρέσκος από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, κραύγαζε δυνατά, με την έγκριση των συντρόφων του, ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ιερή και δεν πρέπει να αφαιρείται ούτε για την υπόθεση της ελευθερίας. Φαίνεται ότι εξαιρείται η ζωή των Τούρκων και η υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Παραλογισμός ή υποκρισία;

Ωστόσο η αναρχική βία είναι η μοναδική που δικαιολογείται, η μοναδική που δεν είναι εγκληματική. Μιλώ φυσικά για τη βία που έχει όντως αναρχικά χαρακτηριστικά, και όχι για κάποια τυφλή ή παράλογη βίαιη ενέργεια η οποία αποδίδεται στους αναρχικούς, ή για εκείνη που πιθανώς διαπράττεται από πραγματικούς αναρχικούς, ωθούμενους στην παράφορα από άδικες καταδιώξεις, ή τυφλωμένους, λόγω υπερβολικής ευαισθησίας που δεν μετριάζει η λογική, από τη θέα των κοινωνικών αδικιών, από τη λύπη για τη λύπη των άλλων. Η πραγματική αναρχική βία είναι αυτή που σταματά όταν σταματά η ανάγκη υπεράσπισης της ελευθερίας. Αυτή μετριάζεται από τη γνώση ότι τα άτομα ξεχωριστά, λόγω κληρονομικότητας και περιβάλλοντος, είναι ελάχιστα υπεύθυνα για τη θέση που βρέθηκαν· αυτή δεν την εμπνέει το μίσος, αλλά η αγάπη· και είναι ιερή εφόσον σκοπεύει στην απελευθέρωση των πάντων και όχι στην αντικατάσταση της κυριαρχίας των άλλων με τη δική τους.

[...] Οι αναρχικοί δεν είναι υποκριτές. Η δύναμη χρειάζεται να αποκρούεται με τη δύναμη: Σήμερα εναντίον της καταπίεσης του σήμερα· αύριο εναντίον της καταπίεσης που ίσως αντικαταστήσει αυτή του σήμερα. Εμείς θέλουμε την ελευθερία για όλους, για μας και για τους φίλους μας, όπως για τους αντιπάλους και τους εχθρούς μας. Ελευθερία στοχασμού και προπαγάνδισης της σκέψης μας, ελευθερία εργασίας και οργάνωσης της ζωής μας όπως μας ευχαριστεί· όχι ελευθερία, εννοείται -και παρακαλούνται οι κομμουνιστές να μην παρερμηνεύουν— για την κατάργηση της ελευθερίας και εκμετάλλευση της εργασίας των άλλων.
[«Pensiero e Volontà», 1 Σεπτεμβρίου 1924]

Ο επαναστατικός τρόμος
[...] Το μίσος και η επιθυμία για εκδίκηση είναι αχαλίνωτα συναισθήματα, που φυσιολογικά η καταπίεση ξυπνά και τροφοδοτεί· αλλά αν αυτά μπορεί ν’ αποτελέσουν μια δύναμη χρήσιμη για την αποτίναξη του ζυγού, ίσως κατόπιν να αποδειχτούν μια αρνητική δύναμη όταν θα πρέπει ν’ αντικατασταθεί η καταπίεση όχι με μια νέα καταπίεση, αλλά με την ελευθερία και την αδελφοσύνη μεταξύ των ανθρώπων. Γι’ αυτό κι εμείς οφείλουμε να ενισχύουμε τη διέγερση εκείνων των ανώτερων συναισθημάτων που η ενεργητικότητά τους κατευθύνεται στη φλογερή αγάπη του καλού, προσέχοντας να μην ανασταλεί η ορμή, αποτελούμενη από καλούς και κακούς παράγοντες, η αναγκαία για τη νίκη. Ας δεχτούμε πως η μάζα θα δράσει καλύτερα σύμφωνα με τις παρορμήσεις της, παρά αν με το πρόσχημα της καθοδήγησης της, τής βάζαμε ένα φρένο το οποίο θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια νέα τυραννία —αλλά να θυμόμαστε πάντοτε ότι εμείς οι αναρχικοί δεν μπορούμε να είμαστε ούτε εκδικητές, ούτε «τιμωροί». Εμείς θέλουμε να είμαστε απελευθερωτές και οφείλουμε να δράσουμε ως τέτοιοι μέσω της διδαχής και του παραδείγματος.

θ’ ασχοληθώ εδώ μ’ ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο άλλωστε είναι το μοναδικό σοβαρό επιχείρημα που παρουσιάζουν σι επικριτές μου σ’ αυτή τη συζήτηση: Την άμυνα της επανάστασης.

Υπάρχουν ακόμη πολλοί που γοητεύονται από την ιδέα του «τρόμου». Αυτοί νομίζουν ότι η γκιλοτίνα, οι τουφεκισμοί, οι σφαγές, οι εκτοπίσεις, η φυλακή («κρεμάλα και φυλακή» μου έλεγε προσφάτως ένας από τους πιο γνωστούς κομμουνιστές) είναι ισχυρά και απαραίτητα όπλα της επανάστασης και πιστεύουν ότι αν τόσες επαναστάσεις έχουν ηττηθεί ή δεν έχουν δώσει το αναμενόμενο αποτέλεσμα, οφείλεται στην καλοσύνη, στην «αδυναμία» των επαναστατών, οι οποίοι δεν καταδίωξαν, δεν καταπίεσαν και δεν έσφαξαν αρκετά.

Υπάρχει μια τρέχουσα προκατάληψη σε συγκεκριμένα επαναστατικά περιβάλλοντα, που έχει τις ρίζες της στη ρητορική και στις ιστορικές διαστρεβλώσεις των απολογητών της μεγάλης γαλλικής επανάστασης και η οποία ενδυναμώθηκε τα τελευταία χρόνια με την προπαγάνδα των μπολσεβίκων. Αλλά η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο· ο τρόμος υπήρξε ανέκαθεν εργαλείο της τυραννίας. Στη Γαλλία εξυπηρέτησε την παράλογη τυραννία του Ροβεσπιέρου και άνοιξε τον δρόμο στον Ναπολέοντα και την επακόλουθη αντίδραση. Στη Ρωσία κατεδίωξε και δολοφόνησε αναρχικούς και σοσιαλιστές, μακέλεψε εργάτες και εξεγερμένους αγρότες, και τελικά ανέκοψε την ορμή μιας επανάστασης που πραγματικά θα μπορούσε ν’ ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στον πολιτισμό.

Εκείνοι που πιστεύουν στην επαναστατική αποτελεσματικότητα, η οποία απελευθερώνει από την καταπίεση και την αγριότητα, έχουν την ίδια νοοτροπία με τους νομικούς, που πιστεύουν ότι μπορεί ν’ αποφευχθεί το έγκλημα και να βελτιωθεί ηθικά ο κόσμος μέσω των αυστηρών ποινών. Ο τρόμος, όπως και ο πόλεμος, αποκαλύπτει τα αταβιστικά, κτηνώδη συναισθήματα, ακόμη κι αν καλύπτονται καλά από ένα βερνίκι πολιτισμού και φέρνει στο προσκήνιο τα χειρότερα στοιχεία που διαθέτει ο πληθυσμός. Και αντί να χρησιμεύει για την υπεράσπιση της επανάστασης, τη δυσφημεί, την κάνει μισητή στις μάζες και, μετά από μια περίοδο άγριων συγκρούσεων, καταλήγει αναγκαστικά σ’ αυτό που σήμερα θ’ αποκαλούσαμε «εξομάλυνση», δηλαδή τη νομιμοποίηση και τη διαιώνιση της τυραννίας. Είτε κερδίσει η μία είτε η άλλη παράταξη, θα καταλήγουμε πάντοτε στη συγκρότηση μιας ισχυρής κυβέρνησης, η οποία θα εξασφαλίζει στους μεν την ειρήνη σε βάρος της ελευθερίας και στους δε την κυριαρχία χωρίς πολλούς κινδύνους.

Γνωρίζω καλά ότι οι αναρχικοί τρομοκράτες (εκείνοι οι λίγοι που υπάρχουν) απορρίπτουν κάθε οργανωμένο τρόμο, που ασκείται από πληρωμένα όργανα βάσει των διαταγών μιας κυβέρνησης και θα ήθελαν οι μάζες να θανατώσουν οι ίδιες τους εχθρούς τους. Αλλά αυτό δεν θα έκανε τίποτ’ άλλο από το να χειροτερεύσει την κατάσταση. Ο τρόμος μπορεί να αρέσει στους φανατικούς, αλλά ταιριάζει προπάντων στους πραγματικά κακούς, τους διψασμένους για χρήμα και αίμα. Και δεν χρειάζεται να εξιδανικεύουμε τη μάζα, παρουσιάζοντάς την σαν αποτελούμενη από απλούς ανθρώπους, οι οποίοι μπορεί να προβαίνουν σε κάποιες ακρότητες, αλλά εμφορούνται πάντοτε από καλές προθέσεις. Οι μπάτσοι και οι φασίστες υπηρετούν τους μπουρζουάδες, αλλά προέρχονται από τη μάζα!

Ο Φασισμός μάζεψε πολλούς εγκληματίες κι έτσι, μέχρι ενός βαθμού, ξεκαθάρισε προκαταβολικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πραγματοποιηθεί η επανάσταση· αλλά δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι όλοι οι Ντουμίνι και Τσεζαρίνο Ρόσι είναι φασίστες. Υπάρχουν εκείνοι που για κάποιον λόγο δεν θέλουν, ή δεν μπορούν να γίνουν φασίστες· αλλά είναι διατεθειμένοι να κάνουν στο όνομα της «επανάστασης», εκείνο που οι φασίστες κάνουν στο όνομα της «πατρίδας». Κι έτσι, όπως οι κακοποιοί σ’ όλα τα καθεστώτα είναι πάντοτε έτοιμοι να τεθούν στην υπηρεσία των νέων καθεστώτων και να γίνουν τα πιο αφοσιωμένα τους όργανα, οι φασίστες του σήμερα μπορεί να σπεύσουν να δηλώσουν αύριο αναρχικοί, κομμουνιστές ή ότι άλλο τους καπνίσει, προκειμένου να συνεχίσουν να έχουν δύναμη και να ικανοποιούν τα ταπεινά τους ένστικτα. Και αν δεν μπορούν να το καταφέρουν στις χώρες τους επειδή είναι γνωστοί και σταμπαρισμένοι, πηγαίνουν και κάνουν αλλού τους επαναστάτες και προσπαθούν ν’ αναδειχθούν παρουσιαζόμενοι σαν οι πιο βίαιοι, οι πιο «ενεργητικοί» σε σχέση με τους άλλους, αντιμετωπίζοντας σαν μετριοπαθείς, καθυστερημένους, «πυροσβέστες», αντεπαναστάτες, εκείνους που αντιλαμβάνονται την επανάσταση ως ένα μεγάλο έργο καλοσύνης και αγάπης.

Σαφώς η επανάσταση πρέπει ν’ αμυνθεί και να εξελιχθεί με μια αμείλικτη λογική· αλλά δεν πρέπει και δεν μπορεί ν’ αμυνθεί με μέσα που αντιφάσκουν με τους σκοπούς της.
Το μεγαλύτερο αμυντικό μέσο της επανάστασης παραμένει πάντοτε η αφαίρεση από τους μπουρζουάδες των οικονομικών μέσων της κυριαρχίας, ο εξοπλισμός των πάντων (μέχρις ότου να μπορέσουν όλοι να πετάξουν τα όπλα σαν παιχνίδια άχρηστα και επικίνδυνα) και το ενδιαφέρον του πληθυσμού, στην πλειονότητα του, για τη νίκη.

Αν, προκειμένου να νικήσουμε, θά ‘πρεπε να στήσουμε κρεμάλες στις πλατείες, θα προτιμούσα να χάσουμε.
[«Pensiero e Volontà», 10 Οκτωβρίου 1924]

Πηγή: «Εργαστήρι Ελευθεριακής Κουλτούρας

Errico Malatesta Περί Αναρχισμού και Βίας

link βιβλίου-http://eagainst.com/articles/%CE%BF-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BC%CE%B7-%CE%B2%CE%AF%CE%B1/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License