Ερνστ Τέλμαν–68 χρόνια από τη δολοφονία του

Επ’ αφορμή της επετείου αναδημοσιεύουμε ένα κείμενο από την Ανασύνταξη, Αρ. Φύλ. 189 1-15 Σεπτέμβρη 2004

Επ’ αφορμή της επετείου αναδημοσιεύουμε ένα κείμενο από την Ανασύνταξη, Αρ. Φύλ. 189 1-15 Σεπτέμβρη 2004.

 

Ερνστ Τέλμαν
60 χρόνια από τη δολοφονία του

Στις 18 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 60 χρόνια από την ημέρα (18.8.1944) που δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλτ με απευθείας εντολή του Χίτλερ ο μεγάλος επαναστάτης κομμουνιστής ηγέτης και αρχηγός του ΚΚ Γερμανίας Έρνστ Τέλμαν, ο αγαπημένος Τέντυ του γερμανικού προλεταριάτου.

Ο Έρνστ Τέλμαν που γεννήθηκε (16.4.1886) στο Αμβούργο και έμεινε για πολλά χρόνια στις χιτλερικές φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όταν πληροφορήθηκε την επίθεση της χιτλερικής Γερμανίας ενάντια στη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν δεν αμφέβαλε ποτέ, ότι ο χιτλερικός στρατός θα ηττηθεί.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Ίρμα που τον επισκέφθηκε το καλοκαίρι του ΄41 στις φυλακές του Ανοβέρου, λίγο μετά την επίθεση της χιτλερικής Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση, ο Τέλμαν απαντώντας στον απόλυτα σίγουρο για τη νίκη της Γερμανίας υπάλληλο των φυλακών («διεξάγουμε έναν κεραυνοβόλο πόλεμο ενάντια στους ρώσους, σε λίγες μέρες θα είμαστε στη Μόσχα») είπε ότι «ο Στάλιν θα συντρίψει το Χίτλερ» για να συνεχίσει: «Τα φασιστικά στρατεύματα θα τερματίσουν την ύπαρξή τους στη Σοβιετική Ένωση... Ολόκληρος ο σοβιετικός λαός θα αγωνιστεί ωσότου απελευθερωθεί η σοβιετική χώρα... Ο κεραυνοβόλος πόλεμός σας θα τελειώσει στη Σοβιετική Ένωση με την πλήρη συντριβή σας. Δεν θα συμπεριφέροσταν με τέτοια υπεροψία αν γνωρίζατε τους σοβιετικούς εργάτες, αν γνωρίζατε πως ζει ένας λαός που είναι απελευθερωμένος από τον καπιταλισμό. Ο σοβιετικός λαός, κάθε άνθρωπος στη Σοβιετική Ένωση έχει πολλά να χάσει, γιατί ολόκληρη η χώρα ανήκει στο λαό... Αντίθετα τι έχει ο γερμανικός λαός; Φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μια χούφτα κερδοσκόπων του πολέμου κυριαρχούν το λαό μας».

Η γυναίκα του Τέλμαν, Ρόζα είχε διηγηθεί σε κομμουνιστή που είχε επαφή μαζί της ότι «ο Τέλμαν δεν αμφέβαλε καμιά στιγμή, ότι η Σοβιετική Ένωση θα νικήσει τη φασιστική Γερμανία... Επιπλέον ο Τέλμαν έκφραζε τη βαθιά πεποίθησή του, ότι η γερμανική εργατική τάξη θα ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη των προλετάριων όλου του κόσμου».

Ο ήρωας του παγκόσμιου προλεταριάτου έλεγε: «η ιστορία της ζωής μας είναι σκληρή, γι’ αυτό απαιτεί ολοκληρωμένο ανθρώπινο χαρακτήρα... Το να είσαι στρατιώτης της επανάστασης σημαίνει: να δείχνεις σ’ όλες τις καταστάσεις απεριόριστη αφοσίωση στην πίστη της υπόθεσής μας, μια αφοσίωση που δοκιμάζεται στη ζωή και στο θάνατο, σημαίνει να κρατάς απόλυτα το λόγο σου, πεποίθηση, αγωνιστικό θάρρος και αγωνιστική δύναμη.

 

***

Η Ίρμα Τέλμαν θυμάται τον πατέρα της
 

Όταν η κόρη του Τέλμαν, Ίρμα, επισκέφθηκε τον πατέρα της στο χιτλερικό μπουντρούμι, λίγο μετά τη φασιστική επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, ο φασίστας υπάλληλος των φυλακών, σίγουρος για τη νίκη της χιτλερικής Γερμανίας είπε στον Τέλμαν: «εξαπολύσαμε έναν κεραυνοβόλο πόλεμο ενάντια στους ρώσους, σε λίγες μέρες θα είμαστε στη Μόσχα», όμως ο Τέλμαν του αντέτεινε: «ο Στάλιν θα σπάσει τον αυχένα του Χίτλερ» και συνεχίζοντας δήλωσε: «τα φασιστικά στρατεύματα θα τελειώσουν στη Σοβιετική Ένωση… ολόκληρος ο σοβιετικός λαός θα αγωνιστεί ωσότου να απελευθερώσει τη σοβιετική χώρα … ο δικός σας κεραυνοβόλος πόλεμος θα τελειώσει στη Σοβιετική Ένωση με την πλήρη συντριβή σας…».

*Irma Thaelmann: Erinnerungen an meinen Vater, σελ. 107-108.

Ανασύνταξη, αρ.φύλ. 347, 1-15/6/2011

Τέλμαν ή πολιτικές συνταγές για την επιτυχία του φασισμού

 

Η μνήμη του ονόματος του Τέλμαν, δυστυχώς δεν συνδέεται με μια ηρωική αντίσταση του γερμανικού προλεταριάτου εναντίον του φασισμού, αλλά με το ακριβώς αντίθετο: την αδρανοποίηση των γερμανών εργατών απέναντι στην επέλαση του φασισμού.

Η κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί δεν ήταν ένα ιστορικό γεγονός που προέκυψε νομοτελειακά ή τυχαία, αλλά αποτέλεσμα μιας πόλωσης της γερμανικής κοινωνία, μιας πάλης μεταξύ κοινωνικών τάξεων και τμημάτων κοινωνικών τάξεων, στα πλαίσια της οποίας οι ναζί κινητοποιώντας μικροαστικές μάζες κατάφεραν να συντρίψουν το εργατικό κίνημα εδραιώνοντας έτσι την κλονισμένη εξουσία της αστικής τάξης. Φυσικά σε κάθε σύγκρουση νικάει πάντα ο ισχυρότερος, αλλά για να προκύψει αυτό το ταυτολογικό αποτέλεσμα, θα πρέπει ο αντίπαλος να έχει καταστεί ανίσχυρος. Ο γερμανικός φασισμός δεν νίκησε επειδή ήταν ο ισχυρότερος, αλλά επειδή το γερμανικό προλεταριάτο είχε καταστεί ανίσχυρο να τον αντιμετωπίσει.

Θα πρέπει λοιπόν να σκεφτούμε τους λόγους για τους οποίους το γερμανικό προλεταριάτο κατέστη ανίσχυρο και οι λόγοι αυτοί έχουν φυσικά να κάνουν με τις πολιτικές οι οποίες επικράτησαν στις γραμμές της οργανωμένης εργατικής τάξης απέναντι στο φασισμό.

Έχουμε κατ' αρχάς το Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας, το οποίο έλεγχε τη συντριπτική πλειοψηφία της οργανωμένης εργατικής τάξης. Ήταν ένα κόμμα φορτωμένο με πολλές αμαρτίες, οι κυριότερη εκ των οποίων ήταν η προδοσία της επανάστασης το 1917-1923, η συνεργασία με τη Βέρμχτ για τη συντριβή της επανάστασης, η δολοφονία των Σπαρτακιστών (Λούξεμπουργκ, Λίμπκνεχτ και άλλων)... Κατά την περίοδο ισχυροποίησης του φασισμού, η πολιτική του ΣΚΓ συνίστατο σε μία προσπάθεια να αποτρέψει κάθε μαχητική αντιφασιστική δράση, να πείσει τα μέλη του και τα στρώματα της εργατικής τάξης που επηρέαζε, ότι η υπεράσπιση των ξοφλημένων θεσμών της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και του αστικού κράτους, ήταν η άμυνα που θα έπρεπε να αντιτάξουν οι εργάτες στο φασισμό. Ελέγχοντας την κυβέρνηση της Πρωσίας (του μεγαλύτερου γερμανικού κρατιδίου – πληθυσμιακά το 1/3 των Γερμανών) έκανε ο,τι μπορούσε για να χτυπήσει τις εργατικές κινητοποιήσεις που εκδηλώθηκαν εκεί (ακόμα και με αιματηρή καταστολή) αλλά δεν έκανε τίποτα για να υπερασπιστεί τη δική του κυβέρνηση όταν ο Χίντεμπουργκ, αποφάσισε πραξικοπηματικά να διώξει την κυβέρνηση των Σοσιαλιστών από την Πρωσία.

Όμως οι εργάτες που επηρέαζε το ΣΚΓ – εκατομμύρια συνδικαλισμένων εργατών – ήταν ο πραγματικός στόχος της γερμανικής άρχουσας τάξης και των φασιστών. Για να εδραιωθεί και να αναπτυχθεί ο γερμανικός καπιταλισμός θα έπρεπε να “ξεμπερδεύει” με τις μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις του ΣΚΓ. Το ΣΚΓ ήταν ανίκανο – και δεν ήθελε να υπερασπίσει τα συμφέροντα και τις ζωές αυτών των εργατών. Αλλά ούτε και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας ήταν σε θέση να το κάνει...

Κατ' αρχάς όταν μιλάμε για το ΚΚΓ ως εργατικό κόμμα, αυτό γίνεται μάλλον κατ' ευφημισμό. Την περίοδο μεταξύ 1928 και 1933 το ΚΚΓ αποτελούνταν από ανέργους - σχεδόν το 80% των μελών του ήταν άνεργοι. Αλλά και το υπόλοιπο 20% αποτελούνταν από εργάτες που δούλευαν σε μικρές επιχειρήσει. Το ΚΚΓ δεν είχε λοιπόν τη δυνατότητα να συνδεθεί με τη μεγάλη μάζα της εργατικής τάξης και κυρίως τη μεγάλη μάζα της οργανωμένης εργατικής τάξης, που μπορούσε να κινητοποιηθεί και να συμπαρασύρει μαζί της και τα ανοργάνωτα τμήματα του προλεταριάτου (και τις μικροαστικές μάζες). Αυτή η ταξική απομόνωση του ΚΚΓ δεν προέκυψε “αντικειμενικά” αλλά από πολιτικές επιλογές της ηγεσίας του, η σημαντικότερη εκ των οποίων ήταν η απόφαση να συγκροτήσει με τα μέλη του σωματεία ξεχωριστά από τα σωματεία στα οποία πλειοψηφία ήταν εργάτες του ΣΚΓ. Το ΚΚΓ σκόπιμα απομόνωσε τα μέλη του από την υπόλοιπη οργανωμένη εργατική τάξη και στερήθηκε έτσι τη δυνατότητα να την επηρεάσει. Η πολιτική του απέναντι στους εργάτες (μέλη ή επιρροή) του ΣΚΓ ήταν αφηρημένες εκκλήσεις να εγκαταλείψουν το κόμμα τους και τα συνδικάτα τους και να προσχωρήσουν στα συνδικάτα που έλεγχε το ΚΚΓ...

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Γιατί το ΚΚΓ, όπως και όλα τα ΚΚ (στα πλαίσια της Κομμουνιστικής Διεθνούς) από το 1928 και έπειτα ακολουθούσαν μία πολιτική που δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα επιρροής σοσιαλιστών εργατών. Η πολιτική αυτή απέρρεε από μία “ανάλυση”, σύμφωνα με την οποία, ο καπιταλισμός (μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) βρισκόταν στην τρίτη φάση της εξέλιξής του: η πρώτη φάση ήταν η μεταπολεμική κρίση που οδήγησε στις επαναστάσεις του '17-'23, η δεύτερη ήταν φάση (προσωρινής) σταθεροποίησης, ενώ από το '28 περίπου κ.ε., ο καπιταλισμός έμπαινε στην “Τρίτη Περίοδο”, κατά την οποία (υποτίθεται ότι) ξαναπαρουσιάζονταν οι επαναστατικές δυνατότητες για την εργατική τάξη. Φυσικά η ανάλυση αυτή δεν “περπατούσε' καθώς η εργατική τάξη, χτυπημένη από την οικονομική κρίση αδυνατούσε να διεξάγει μια επαναστατική επίθεση εναντίον του καπιταλισμού και μάλλον ενδιαφερόταν πρωτίστως να ανακόψει την επίθεση που δεχόταν. Για την μεγάλη μάζα των οργανωμένων εργατών, το ΣΚΓ φαινόταν ως το κόμμα το οποίο θα μπορούσε να παίξει αυτό τον ρόλο, άμυνας απέναντι στην καπιταλιστική επιθετικότητα. Ταυτόχρονα, μέσα σε αυτές τις συνθήκες άρχισε να αναπτύσσεται ο φασισμός, ο οποίος από την αρχή έγινε αντιληπτός ως θανάσιμος κίνδυνος για την εργατική τάξη.

Το ΚΚΓ στάθηκε εντελώς ανίκανο να αντιληφθεί αυτή την κατάσταση. Έσπευσε να διαμορφώσει μια απλοϊκή ερμηνεία για την αποτυχία της πολιτικής του: εάν η εργατική τάξη δεν ακολουθεί το ΚΚΓ για μια επαναστατική επίθεση στον καπιταλισμό, γι' αυτό ευθύνεται το ΣΚΓ, το οποίο, ως εκ τούτου, είναι ο κυριότερος εχθρός του προλεταριάτου. Σύμφωνα με τις “αναλύσεις” του ΚΚΓ (και της ΚΔ) ο φασισμός ήταν απλώς ένα αποτέλεσμα της σήψης του καπιταλισμού, κάτι σαν η ζωντανή απόδειξη ότι ο καπιταλισμός είναι έτοιμος να καταρρεύσει απέναντι σε μία επίθεση του προλεταριάτου. Επίθεση την οποία το προλεταριάτο δεν διεξάγει επειδή εμποδίζεται από το ΣΚΓ. Χωρίς να επιχειρηθεί να εξηγηθεί, το γιατί το ΚΚΓ δεν μπορεί να πείσει τους σοσιαλιστές προλετάριους για την καταλληλότητα της ιστορικής στιγμής για την επανάσταση, κατασκευάστηκε μία θεωρία και μία επιχειρηματολογία (με την απαιτούμενη φρασεολογία και ορολογία), σύμφωνα με την οποία η σοσιαλδημοκρατία και ο φασισμός ήταν δίδυμα αδέρφια στην υπηρεσία του κεφαλαίου, και ο καπιταλισμός μπορούσε να χρησιμοποιεί πότε τον ένα και πότε τον άλλο, χωρίς πρόβλημα. Πολύ περισσότερο και από αυτό, η σοσιαλδημοκρατία θεωρήθηκε ως ο βασικότερος κίνδυνος για την εργατική τάξη – άρα πιο αποτελεσματικό εργαλείο για την αστική τάξη στην ιστορική συγκυρία. Η καταπολέμηση του “σοσιαλφασισμού” (σύμφωνα με την ορολογία της εποχής) έμπαινε ως το βασικότερο καθήκον των γερμανών κομμουνιστών την περίοδο ανάπτυξης του φασισμού. Ως εκ τούτου κάθε πρόταση για κοινό μέτωπο σοσιαλιστών και κομμουνιστών εναντίον του φασισμού, θεωρούνταν ταξική προδοσία. Υποτίθεται ότι μια τέτοια πρόταση, αποσκοπούσε στο να σπείρει τη σύγχυση μέσα σε μια εργατική τάξη, η οποία ήταν έτοιμη να ανατρέψει τον καπιταλισμό, καλώντας την να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο από τον οποίο δεν προερχόταν ο κυριότερος κίνδυνος.

Φυσικά με μία πολιτική η οποία κατήγγειλε όλους τους οργανωμένους σοσιαλδημοκράτες εργάτες ως σοσιαλφασίστες και τους αποδεχόταν μόνο εάν εγκατέλειπαν το κόμμα τους, το ΚΚΓ δεν είχε περιθώρια να επηρεάσει την πλειοψηφία της οργανωμένης εργατικής τάξης για να βαδίσει ενάντια στον καπιταλισμό. Πολύ περισσότερο, δεν μπορούσε να επηρεάσει την εργατική τάξη, όταν της πρότεινε να θεωρήσει ως δευτερεύον ή ακόμα και ανύπαρκτο κίνδυνο τους φασίστες, οι οποίοι οργάνωναν δολοφονικές επιδρομές εναντίον απεργιών, εργατικών μαζώξεων και σωματείων (του ΣΚΓ και του ΚΚΓ).

Συμβολική - και όχι μόνο συμβολική - κορύφωση της πολιτικής παράνοιας ήταν το δημοψήφισμα που προκάλεσαν στην Πρωσία τον Απρίλη του 1931 οι ναζί, για να ανατρέψουν τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση. Το ΚΚΓ αποφάσισε να ψηφίσει μαζί με τους ναζί υπέρ της ανατροπής της κυβέρνησης του ΣΚΓ. Φυσικά ούτε τα μέλη του ΚΚΓ δεν πείστηκαν και επέλεξαν να απέχουν.

Όταν πια είχε γίνει απολύτως ορατή η δυνατότητα να καταλάβουν οι ναζί την εξουσία, το ΚΚΓ καθησύχαζε τα μέλη του με την “πρόβλεψη”, ότι εάν οι φασίστες πάρουν την εξουσία, αυτό θα είναι και το τέλος τους. Θα χρεοκοπήσουν, η αστική τάξη θα χάσει έτσι και το τελευταίο της χαρτί και θα έχει ανοίξει ο δρόμος για τους κομουνιστές: “μετά τον Χίλτερ, ο Τέλμαν” ήταν το σλόγκαν που απέρρεε από αυτήν την “ανάλυση”. Αυτό το σλόγκαν - επίσημη όμως διαβεβαίωση και της Διεθνούς, συνέχιζε να ακούγεται και αρκετούς μήνες μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους φασίστες. Συνέχιζε να ακούγεται για ένα διάστημα από τους ηγέτες της Διεθνούς και μετά τη σύλληψη του Τέλμαν...

Γι' αυτούς τους λόγους λοιπόν η μέρα μνήμης του Τέλμαν θα πρέπει να είναι μάλλον η μνήμη μιας μεγάλης ήττας του γερμανικού προλεταριάτου, αρχιτέκτονας της οποίας υπήρξε και ο ίδιος ο Τέλμαν (μαζί με τους ηγέτες του ΣΚΓ). Οι ευθύνες της ηγεσίας του ΚΚΓ είναι τεράστιες και για δύο επιπλέον λόγους: ο πρώτος στα χρόνια ανάπτυξης του φασισμού, η ηγεσία του ΚΚΓ κατέστειλε στο εσωτερικό του κόμματος κάθε φωνή που τόλμησε να αμφισβητήσει την ορθότητα της πολιτικής υποτίμησης του φασισμού και να προτείνει ενιαίο μέτωπο με τους σοσιαλδημοκράτες εναντίον του φασισμού. Δεκάδες κομμουνιστές διαγράφηκαν με πολλές και ποικίλες κατηγορίες και ο Τέλμαν φέρει την κύρια ευθύνη γι' αυτό (εξάλλου ο ίδιος ήταν ένας ηγέτης τοποθετημένος από τον Στάλιν στην ηγεσία του ΚΚΓ). Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο ο Τέλμαν και η ηγεσία του ΚΚΓ φέρουν βαριά την ευθύνη της ήττας της εργατικής τάξης και πιο συγκεκριμένα την ευθύνη για τη συντριβή του ίδιου του ΚΚΓ, είναι το γεγονός, ότι τα ίδια τα μέλη του ΚΚΓ, οι εργάτες και οι άνεργοι, προσπάθησαν να παλέψουν ενάντια στο φασισμό, έδωσαν μάχες για να υπερασπίσουν δρόμους και γειτονιές που διέμενε η εργατική τάξη. Μάχες πραγματικά ηρωικές, αλλά αναποτελεσματικές, γιατί δόθηκαν χωρίς μια πολιτική προοπτική, με την οποία να μπορέσουν να νικήσουν. Από αυτή την άποψη, η ημέρα μνήμης για την εκτέλεση του Τέλμαν, είναι ημέρα μνήμης για τις χιλιάδες κομμουνιστές – και όχι μόνο κομμουνιστές εργάτες και νέους που σκοτώθηκαν στις μάχες ενάντια στο φασισμό ή εκτελέστηκαν ύστερα από βασανιστήρια στους στάβλους και τις αποθήκες που τους στοίβαζαν τα SΑ τις μέρες μετά την πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ, ή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ύστερα από μήνες και χρόνια εγκλεισμού. Ο Τέλμαν, η ηγεσία του ΚΚΓ, όπως και η ηγεσία του ΣΚΓ φέρουν την ευθύνη γι' αυτούς τους θανάτους.

από αντισταλινικός 17/08/2012 10:43 μμ.


μιλάμε για τον τύπο που είπε "μετά τον Χίτλερ εμείς" ε; Μιλάμε για τον τύπο που είχε βάλει το KPD να συνεργάζεται με τους ναζί επειδή έτσι τον διάταξε ο Στάλιν; Συγγνώμη ρε ανασυνταξίτες, αλλά υπάρχουν πολύ πιο άξιοι άνθρωποι και πολύ μεγαλύτεροι αγωνιστές που πέθαναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης από ότι αυτός.

από OFWGKTA 18/08/2012 4:28 πμ.


Ξεχνάς όμως οτι η στρατηγική του ΚΚΓ, λειτούργησε. Τα εκλογικά ποσοστά του κόμματος μόνο ανοδικά ήταν στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, παρά την δριμύτατη κρατική και παρακρατική καταστολή. Απλά, δυστυχώς για όλους μας, τους πρόλαβε ο Χίτλερ. Σημαίνει αυτό οτι υπήρχε χώρος συνεργασίας με την σοσιαλδημοκρατία; Αυτή που μακέλεψε εκατοντάδες εργάτες απεργούς; Αυτή που ουκ ολίγες φορές έδωσε τα διαπιστευτήρια της στην αστική τάξη σαν τελευταία ασπίδα απέναντι στην επανάσταση; Αυτή που δεν έκανε τίποτα για να σταματήσει τον Χίτλερ με την επίφαση της νομιμότητας της εκλογής του; Αυτή που δημιούργησε τα freikorps;

 

Στην τελευταία ΚΟΜΕΠ έχει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του γερμανού  κομμουνιστή Β. Παλμεργγ με τίτλο "Τα διδάγματα απο την εξέγερση του Αμβούργου"απο το 1934 για τα γεγονότα 11 χρόνια πριν. Αν πέσει στα χέρια σου, ρίξε μια ματιά.

από Βαρκούλες αρμενίζουν. 18/08/2012 8:20 πμ.


Και οι σταλινικοί το βιολί τους. Τι κι αν σε λίγο θα ξεπεράσουμε τον τραγικό αριθμό των 4,000 δολοφονημένων "αυτοκτονημένων". Οι δεκαπέντε παραλλαγές του ΚΚΕ το χαβά τους.


Η σωστή στρατηγική της ήττας

Ο/η φίλος/φίλη OFWGKTA λέει ότι: “η στρατηγική του ΚΚΓ, λειτούργησε. Τα εκλογικά ποσοστά του κόμματος μόνο ανοδικά ήταν...κτλ”. Αυτό πραγματικά είναι αλήθεια. Η αύξηση των ποσοστών του ΚΚΓ το χρονικό διάστημα 1928-1932 είναι εντυπωσιακή: 10,6%. - 13,13%. - 14,32% - 16,86%.

Για να εκτιμήσουμε όμως αυτά τα αποτελέσματα θα πρέπει να πάρουμε υπ' όψη μας και την εκλογική δυναμική των πολιτικών αντιπάλων του ΚΚΓ (δηλαδή του ΣΚΓ) και των ταξικών του εχθρών (των ναζί). Η εκλογική πορεία και των τριών κομμάτων έχει ως εξής:

Μάης 1928:

ΣΚΓ, ψήφοι 9.152.979, ποσοστά 29,8%

ΚΚΓ, ψήφοι 3.264.793, ποσοστό 10,6%

Ναζί, ψήφοι 810.127, ποσοστά 2,6%

Σεπτέμβριος 1930:

ΣΚΓ, ψήφοι 8.575.244, ποσοστά 24,53%

ΚΚΓ, ψήφοι 4.590.160, ποσοστό 13,13%

Ναζί, ψήφοι 6.379.672, ποσοστά 18,25%

Ιούλιος 1932:

ΣΚΓ, ψήφοι 7.959.712, ποσοστά 21,58%

ΚΚΓ, ψήφοι 5.282.636, ποσοστό 14,32%

Ναζί, ψήφοι 13.745.680, ποσοστά 37,27%

Νοέμβριος 1932:

ΣΚΓ, ψήφοι 7.247.901, ποσοστά 20,43%

ΚΚΓ, ψήφοι 5.980.239, ποσοστό 16,86%

Ναζί, ψήφοι 11.737.021, ποσοστά 33,09%

 

Αυτό που βλέπουμε λοιπόν είναι ότι μέσα σε τέσσερα χρόνια το ΚΚΓ καταφέρνει να αυξήσει την εκλογική του δύναμη κατά 2.715.446 ψήφους, ενώ το ΣΚΓ το ίδιο διάστημα χάνει 1.905.078 ψήφους. Άρα το ΚΚΓ καταφέρνει να πάρει τις ψήφους που είχε χάσει το ΣΚΓ, συν καμιά οκτακοσαριά χιλιάδες περισσότερες, που και αυτές σε γενικές γραμμές προέρχονται από την μεγάλη δεξαμενή ψηφοφόρων που ψήφιζαν είτε ΣΚΓ είτε τα κόμματα-διασπάσεις του ΣΚΓ (ας έχουμε υπ' όψη μας ότι το ΣΚΓ είχε πάρει 37,9% στις εκλογές του 1919). Το γεγονός ότι ψηφοφόροι του ΣΚΓ μετακινούνταν προς το ΚΚΓ δείχνει ότι οι εργάτες που ψήφιζαν ΣΚΓ (δηλαδή για τη συντριπτική πλειοψηφία της οργανωμένης εργατικής τάξης) δεν έβλεπαν εχθρικά το ΚΚΓ, αντίθετα από την ηγεσία του ΣΚΓ. Άρα δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα συνεργασίας ΚΚΓ και ΣΚΓ για την αντιμετώπιση του φασισμού. Εξάλλου τα δύο κόμματα είχαν συνεργαστεί αρκετές φορές μετά το 1919 (προδοσία της επανάστασης από το ΣΚΓ, δολοφονία Λούξεμπουργκ κτλ) και μάλιστα σχημάτισαν μαζί μία βραχύβια κυβέρνηση στη Σαξονία το 1923. Το 1921 όταν κάποιος γερμανός καραβανάς επιχείρησε να κάνει πραξικόπημα (το πραξικόπημα του Καπ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του ΚΚΓ και του ΣΚΓ συνεργάστηκαν για να το αποτρέψουν.

Το γεγονός ότι η πλειοψηφία της εργατικής τάξης ακολουθούσε το ΣΚΓ ήταν φυσικά κάτι που εμπόδιζε την ανάπτυξη ενός κινήματος χειραφέτησης της γερμανικής εργατικής τάξης, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι το ΚΚΓ δεν θα έπρεπε να επεξεργαστεί πολιτικές τακτικές με τις οποίες θα καθιστούσε σαφές σε αυτούς τους εργάτες ότι η ηγεσία τους ήταν αναποτελεσματική, προδοτική κτλ.

Όσον αφορά στον κίνδυνο των ναζί, αυτός θα μπορούσε να αποκρουστεί μόνο από τις συνδυασμένες δυνάμεις της εργατικής τάξης. Οι ναζί ήταν κίνδυνος για ολόκληρη την εργατική τάξη – και για τους κομμουνιστές και για τους σοσιαλιστές εργάτες, ακόμα και για τους ακομμάτιστους εργάτες. Το ΚΚΓ δεν κατάφερε να πείσει τους σοσιαλιστές εργάτες, ότι διέθετε μία πολιτική για την αντιμετώπιση του ναζιστικού κινδύνου. Για την ακρίβεια, για μεγάλο χρονικό διάστημα, προσπαθούσε να πείσει την εργατική τάξη ότι ο πραγματικός κίνδυνος δεν ήταν ο φασισμός, αλλά ο “σοσιαλφασισμός” δηλαδή το ΣΚΓ, το οποίο όμως συνέχιζαν να υποστηρίζουν εκατομμύρια εργατών.

Οι εργάτες του ΣΚΓ κατανοούσαν φυσικά τι θα σήμαινε το να καταλάβουν οι ναζί την εξουσία. Κατανοούσαν επίσης ότι χρειαζόταν να αμυνθούν απέναντι σ' αυτό τον κίνδυνο. Είχαν όμως να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πολιτικές προοπτικές – και οι δύο λανθασμένες: η μία (του ΚΚΓ) που τους ζητούσε να εγκαταλείψουν το ΣΚΓ και τα σωματεία τους (ελεγχόμενα από το ΣΚΓ) για να παλέψουν για την ανατροπή του καπιταλισμού. Εάν ανατρέπονταν ο καπιταλισμός θα έπαυε να υφίσταται και ο κίνδυνος του φασισμού. Από την άλλη το ΣΚΓ τους έλεγε να παραμείνουν στις ισχυρές τους συνδικαλιστικές οργανώσεις, με τις οποίες θα μπορούσαν να αμυνθούν όχι μόνο απέναντι στις οικονομικές επιθέσεις της αστικής τάξης, αλλά και απέναντι στους φασίστες. Γιατί ποιος άλλος θα μπορούσε να καλέσει, να οργανώσει και να πραγματοποιήσει μια πανεθνική αντιφασιστική απεργία, αντίστοιχη με την απεργία με την οποία η εργατική τάξη αντιμετώπισε την απόπειρα πραξικοπήματος του Καπ το 1921.

Το πρόβλημα που υπήρχε με αυτές τις πολιτικές γραμμές (ας το πούμε πάρα πολύ σχηματικά) ήταν ότι οι ΄κομμουνιστές οι οποίοι διέθεταν την βούληση να συγκρουστούν, δεν διέθεταν τα εργαλεία για να κινητοποιήσουν τις μάζες σε σύγκρουση. Οι σοσιαλιστές, οι οποίοι αντίθετα έλεγχαν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, δεν είχαν την πολιτική βούληση να συγκρουστούν ούτε με το αστικό κράτος, ούτε με τους φασίστες.

Στην πραγματικότητα όμως η πολιτική του ΚΚΓ είχε και ένα ακόμα πρόβλημα: εκλογικισμός.

Η συνεχής αύξηση των ποσοστών του, είχε διαμορφώσει στα στελέχη του τη πεποίθηση ότι όσο προχωρούσε η οικονομική και πολιτική κρίση, τόσο η σοσιαλδημοκρατία θα αποσυντίθονταν και οι ψήφοι της θα πήγαιναν στο ΚΚΓ. Και από αυτή την άποψη το ΚΚΓ είχε απόλυτο δίκιο, αλλά μόνο εάν οι εκλογικές μάχες διεξάγοντας σε συνθήκες εργαστηρίου και όχι στον πραγματικό κόσμο. Γιατί στον πραγματικό κόσμο υπήρχαν και οι φασίστες, οι οποίοι ήθελαν να αποτρέψουν ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο – και τα κατάφεραν, χωρίς το ΚΚΓ να το καταλάβει. Γιατί το ΚΚΓ εγκλωβισμένο σε μία σοσιαδλημοκρατική/σταλινική ερμηνεία της ταξικής πάλης, πίστευε ότι υπάρχουν ιστορικές και κοινωνικές νομοτέλειες που σπρώχνουν την κοινωνία σε μία γραμμική πορεία ανάπτυξης προς τα μπροστά, προς την πρόοδο. Οι φασίστες αποτελούσαν μία καθυστερημένη και αντιδραστική κοινωνική δύναμη, η οποία δεν θα μπορούσε να κυριαρχήσει επάνω στις προοδευτικές δυναμικές της ιστορίας. Ακόμα και εάν καταλάμβαναν την εξουσία θα χρεοκοπούσαν και θα τους διαδέχονταν οι κομμουνιστές. Μάλιστα έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι η κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί ήταν κάτι σαν ένα απαραίτητο στάδιο, προκειμένου να χρεοκοπήσουν όλες οι αστικές λύσεις (να κάψει η αστική τάξη όλα της τα πολιτικά χαρτιά), προκειμένου να μπορέσει να αναδειχτεί η επαναστατική δυναμική. Πολύ απλά, το ΚΚΓ περίμεναν από την ιστορία να κάνει αυτό που θα έπρεπε να κάνει το ίδιο. Και μέχρι τότε, το ΚΚΓ απλώς θα μάζευε τις ψήφους των δυσαρεστημένων σοσιαλιστών στις εκλογές.

Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε τέλος σε ένα υποθετικό ερώτημα (το ερώτημα αυτό στη Γερμανία του 1928-1933 δεν ήταν καθόλου υποθετικό, αλλά κάτι που συζητιόταν μέσα στην εργατική τάξη):

Ας υποθέσουμε ότι το ΚΚΓ αποφάσιζε να καλέσει τους εργάτες του ΣΚΓ, να συνεργαστούν εναντίον των ναζί (να υπερασπίσουν από κοινού εργατικές γειτονιές, εργατικά κέντρα και γραφεία σωματείων, να μην αφήνουν τους ναζί να εμφανίζονται στους δρόμους κτλ) και εάν αυτό το κάλεσμα ενότητας δεν προϋπέθετε να εγκαταλείψουν οι εργάτες του ΣΚΓ το κόμμα τους και τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες ότι το κάλεσμα αυτό θα έβρισκε ανταπόκριση (όπως και το 1921). Τότε σε αυτή την περίπτωση είτε το ΣΚΓ (μέσα στο οποίο υπήρχε μία πτέρυγα η οποία ζητούσε αυτή τη συνεργασία) θα κινητοποιούσε τον όγκο των εργατών του εναντίον των φασιστών είτε, εάν οι ηγέτες του ΣΚΓ απέρριπταν την πρόταση ενότητας, να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο διάσπαση ή διάλυσης του κόμματός τους. Είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση, το ΚΚΓ θα μπορούσε να βρεθεί επικεφαλής εκατομμυρίων οργανωμένων εργατών, στην πάλη ενάντια στους φασίστες. Τι θα γινόταν όμως εάν η εργατική τάξη έδινε ένα δυνατό χτύπημα στο ναζισμό και τον ακύρωνε ως πολιτικό χαρτί της άρχουσας τάξης, όταν η άρχουσα τάξη δεν είχε πραγματικά άλλα πολιτικά χαρτιά να χρησιμοποιήσει εναντίον των εργατών; δεν θα δημιουργούνταν έτσι οι δυνατότητες για το ΚΚΓ να τραβήξει τους εργάτες του ΣΚΓ σε μία προοπτική ανατροπής της αστικής εξουσίας; Το ερώτημα αυτό ετέθη και απαντήθηκε, δυστυχώς αρνητικά. Η συνεχής ανάπτυξη του φασισμού και η κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί, απομάκρυναν για δεκαετίες, ίσως για αιώνες την προοπτική της προλεταριακής επανάστασης στη Γερμανία.

Άρα η ένσταση του/της φίλου/φίλης OFWGKTA, ότι το ΚΚΓ τα πήγαινε γενικά καλά στη Γερμανία επειδή ανέβαζε τα ποσοστά του στις εκλογές αλλά δυστυχώς το “πρόλαβαν” οι ναζί, μάλλον δεν έχει αξία να συζητιέται στα πλαίσια μιας προσπάθειας κατανόησης των ιστορικών γεγονότων που οδήγησαν στην άνοδο των ναζί και στη συντριβή του πιο δυνατού εργατικού κινήματος του κόσμου εκείνης της εποχής. Η στρατηγική ενός κόμματος δεν είναι καθόλου σωστή εάν τελικά επιτρέψει στον αντίπαλο να έχει το προβάδισμα, εάν δεν κατορθώσει το ίδιο να έχει το προβάδισμα. Και επειδή σε πολύ γενικές γραμμές, οι πολιτικές των κομμάτων αντιστοιχούν σε ταξικά συμφέροντα, εάν ένα κόμμα δεν καταφέρει να απκτήσει το προβάδισμα έναντι κάποιου άλλου, αυτό πμορεί να σημαίνει την καταδίκη της τάξης, τα συμφέροντα της οποίας διεκδικεί να εκφράσει αυτό το κόμμα.

Όσον αφορά την εξέγερση του Αμβούργου, αλλά και πολλές άλλες ηρωικές εργατικές αντιστάσεις στα χρόνια του ναζισμού, αυτές δείχνουν μόνο ένα πράγμα: ότι εάν η γερμανική εργατική τάξη διέθετε μια καθαρή πολιτική γραμμή σύγκρουσης με το φασισμό, θα είχε νικήσει. Το ΚΚΓ της στέρησε όμως αυτή την νίκη.

από ** 18/08/2012 4:19 μμ.


Διόρθωση

Ζητώ συγνώμη από του αναγνώστες και τις αναγνώστριες της ανάρτησης “Η σωστή στρατηγική της ήττας” για το λάθος που έχω κάνει ως προς την χρονολογία που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα του Καπ. Το πραξικόπημα δεν έγινε το 1921, αλλά το 1920, στις 13 Μάρτη.

Επί τη ευκαιρία όμως θα ήθελα να κάνω μία επιπλέον παρατήρηση: γράφει ο/η OFWGKTA, ότι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία δημιούργησε τα Freikorps. Αυτό δεν είναι ακριβές. Η αλήθεια είναι ότι η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση χρησιμοποίησε τα Freikorps για να καταστείλει την επανάσταση του 1918-1919, αλλά δεν τα δημιούργησε η ίδια. Τα Freikorps ήταν δημιουργία της Βέρμαχτ και μάλιστα διέθεταν και έναν ορισμένο βαθμό αυτονομίας απέναντι και στην ίδια τη Reichswehr (του γερμανικού στρατού). Η παρατήρηση αυτή δεν γίνεται για να δικαιώσουμε τον Νόσκε (σοσιαλδημοκράτης Υπουργός Πολέμου το '18-'20) και τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση η οποία έπνιξε στο αίμα την επανάσταση, αλλά για να καταλάβουμε, ότι ακόμα και τότε – όταν δηλαδή είχε αναλάβει ενεργό αντεπαναστατικό ρόλο, αυτό το έκανε αφενός αδρανοποιώντας τα τμήματα της εργατικής τάξης που έλεγχε και αφετέρου χρησιμοποιώντας τον κρατικό-παρακρατικό αστικό μηχανισμό για την καταστολή της επανάστασης. Η ίδια η σοσιαλδημοκρατία δεν διέθετε κοινωνικές δυνάμεις τις οποίες θα μπορούσε να ενεργοποιήσει για την καταστολή της επανάστασης. Έπρεπε να στηριχτεί στις δυνάμεις του αστικού κράτους. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική διαφορά σε σχέση με τον φασισμό, ο οποίος κινητοποιεί τις προσκείμενες σε αυτόν κοινωνικές δυνάμεις εναντίον της εργατικής τάξης.

από γιατί σε διαβάζει κόσμος 18/08/2012 4:42 μμ.


το φράικορπς φτιάχτηκε το 1918. Το 1918 δεν υπήρχε "Βέρμαχτ". Ναι μεν είναι αλήθεια ότι το φράικορπς δημιουργήθηκε μέσα από μονάδες του γερμανικού αυτοκρατορικού στρατού, αλλά δε θα αποκτούσε ποτέ δύναμη αν δεν είχε τη στήριξη του υπουργού άμυνας της σοσιαλδημοκρατικής γερμανίας του 1919, του Γκούσταβ Νόσκε. Αυτός ουσιαστικά τους ξαμόλησε ενάντια στους κομμουνιστές, και μέσα από το φράικορπς βγήκαν οι πρώτοι ναζί.

από τριτοδιεθνιστής 19/08/2012 12:17 πμ.


Ωραία λοιπόν.. Το ΚΚΓ και η ΚΔ είχαν λάθος γραμμή, δεν μπορεσαν να πείσουν, δεν μπορεσαν να νικήσουν κλπ κλπ. Οι "άλλοι" που είχαν σωστή γραμμή γιατί παρέμειναν άφαντοι? Γιατί αν ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα δεν πήραν "αυτοί" τα ηνία? Και μη βιαστεί να πει κανείς ότι οι τροτσκιστές ή οι αναρχικοί δεν είχαν δυνάμεις, δεν είχαν εργάτες κλπ κλπ γιατί έτσι λέτε τις "δικαιολογίες" που έλεγε το ΚΚΓ... 


Είναι ανάλογη με το να κάνει κάποιος κριτική στο ΚΚΕ και το Συριζα σήμερα για την πολιτική τους στη σημερινή ιστορική περίοδο και να του ανταπαντούν "και η Κίνηση για την ανασύνταξη του ΚΚΕ 1918-1955 τη έκανε"; Γιατί δεν είναι στα πράγματα και γιατί δεν έχει επαφή με την εργατική τάξη;


Τα Freikorps, η σοσιαλδημοκρατία και οι... “άλλοι”

Για τις οργανώσεις της γερμανικής εργατικής τάξης πέραν του SPD και του ΚΡD

 

Freikorps και σοσιαλδημοκρατία

Είναι απολύτως σωστό ότι οι παραστρατιωτικές ομάδες των Freikorps φτιάχτηκαν το '18 από τη Reichswehr και όχι από τη Wehrmacht η οποία δεν υπήρχε το '18. Φυσικά πρόκειται για διαφορετικές ονομασίες, σε διαφορετικές περιόδους, του ίδιου πράγματος, του γερμανικού στρατού.

 

Όσον αφορά όμως τα Freikorps και τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Έμπερτ-Νόσκε χρειάζεται να επισημάνουμε κάποια ζητήματα.

Η μεγαλύτερη υπηρεσία που πρόσφερε η σοσιαλδημοκρατία στην αστική τάξη, ως αντεπαναστατική πολιτική δύναμη το 1918-1919, δεν ήταν ότι χρησιμοποίησε τα Freikorps για να καταστείλει το κίνημα. Τα Freikorps (ή οποιοδήποτε άλλο κατασκεύασμα του στρατού και των γιούνκερς) θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε κυβέρνηση κατάφερνε να στηθεί μέσα στις τότε συνθήκες. Το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η γερμανική αστική τάξη ήταν ότι δεν υπήρχε άλλη πολιτική δύναμη – εκτός της σοσιαλδημοκρατίας – η οποία να μπορεί να αδρανοποιήσει πολιτικά και να θέσει εκτός επαναστατικής διαδικασίας την μεγάλη μάζα της εργατικής τάξης και των στρατιωτών. Γι' αυτό και η ήττα της επανάστασης του '18-'19, όσο αιματηρή και αν ήταν, δεν είχε σαν αποτέλεσμα τη συντριβή της εργατικής τάξης. Η επανάσταση ηττήθηκε σε στρατιωτικό επίπεδο από τις δυνάμεις καταστολής (τα Freikorps, το στρατό...) αλλά σε πολιτικό επίπεδο η επανάσταση ηττήθηκε μέσα από μια σειρά συμβιβασμούς που έγιναν μεταξύ της αστικής τάξης και της εργατικής τάξης (εννοείται υπέρ της αστικής τάξης). Οι συμβιβασμοί αυτοί δεν θα μπορούσαν να επιβληθούν χωρίς τη σοσιαλδημοκρατία. Η εργατική τάξη διατήρησε τον όγκο των οργανωμένων της δυνάμεων σχεδόν άθικτο μετά τη συντριβή της επανάστασης στην οποία ηγήθηκαν οι Σπαρτακιστές. Η αστική τάξη αναγκάστηκε να κάνει κάποιες παραχωρήσεις, να ανεχθεί τη σοσιαλδημοκρατία, τη διατήρηση των μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων, το ίδιο το πολιτικό σύστημα της Βαϊμάρης, επειδή δεν είχε τις δυνάμεις για να αλλάξει τον ταξικό συσχετισμό συσχετισμό που διαμορφώθηκε μετά την επανάσταση που έφερε του σοσιαλδημοκράτες στην κυβέρνηση. Η αστική τάξη τα ανέχθηκε όλα αυτά, με αντάλλαγμα την ανάσχεση της επαναστατικής διαδικασίας.

Είναι σαφές ότι από τα τέλη της δεκαετίας του '20 (και κυρίως μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης) η αστική τάξη ψάχνει τρόπους για να απαλλαγεί όχι μόνο από τα συνδικάτα, όχι μόνο από το πολιτικό σύστημα της Βαϊμάρης, αλλά και από την ίδια τη σοσιαλδημοκρατία. Τη δυνατότητα μιας ριζικής αλλαγής του ταξικού συσχετισμού, έδωσε στην αστική τάξη της Γερμανίας ο ναζισμός.

Κάνω αυτή την επισήμανση, επειδή για την πολιτική του ΚΚΓ, θα έπρεπε να γίνεται αυτή η διάκριση, των κινδύνων που αντιπροσωπεύει για την επανάσταση η σοσιαλδημοκρατία και του κινδύνου του φασισμού. Καθώς επίσης και για να γίνεται κατανοητό, μέχρι ποιου σημείου και κάτω από ποιες προϋποθέσεις και κοινωνικές συνθήκες θα μπορούσε η αστική τάξη να εμπιστευτεί τη σοσιαλδημοκρατία και κάτω από ποιες προϋποθέσεις το φασισμό.

Η πολιτική του ΚΚΓ αποτελεί μία πλήρη σύγχυση, όσον αφορά σε αυτά τα ζητήματα. Επρόκειτο για μια πολιτική του τύπου: “στο σκοτάδι όλες οι αγελάδες είναι ίδιες”. Γι' αυτό και δεν μπόρεσε ούτε να τραβήξει τις εργατικές μάζες από την επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας, ούτε φυσικά να κατανοήσει τι συνέβαινε με το φασισμό για να τον αντιμετωπίσει.

 

Οι “άλλες” εργατικές οργανώσεις

Και όσον αφορά το ερώτημα που θέτει ο τριτοδιεθνιστής: “τι έκαναν οι άλλοι;”

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να το θέσουμε πιο συγκεκριμένα: τι έκαναν οι άλλοι πότε; όταν ο Χίτλερ πήρε την εξουσία; δύο μέρες πριν την πάρει; δύο μήνες πριν την πάρει; δύο χρόνια ή δύο δεκαετίες; Μόνο εάν θέσουμε έτσι συγκεκριμένα το ερώτημα θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις δυναμικές των πολιτικών των “άλλων” οργανώσεων της εργατικής τάξης πέραν της σοσιαλδημοκρατίας και του κομμουνιστικού κόμματος που είχαν τον απόλυτο έλεγχο του εργατικού κινήματος (γιατί, όταν μιλάμε για ευθύνες για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, αυτές βαραίνουν αποκλειστικά τα κόμματα που διέθεταν τον όγκο των δυνάμεων με τις οποίες μπορούσαν να αντιμετωπιστούν οι ναζί. Δηλαδή το ΣΚΓ [SPD] και το ΚΚΓ[ΚΡD]).

Παρ' όλ' αυτά έχει πραγματικά ενδιαφέρον να ρίξει κανείς μια ματιά στην πολιτική ζωή του γερμανικού εργατικού κινήματος, στις οργανώσεις που εμφανίστηκαν και στις πολιτικές τους. Και καταλαβαίνουμε, ότι επειδή στη Γερμανία του Μεσοπολέμου το ζήτημα της επανάστασης είχε τεθεί με την μεγαλύτερη ένταση την περίοδο 1918 – 1923, αλλά και εξακολουθούσε να “σέρνεται” μέχρι και την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, χωρίς να μπορεί να δοθεί λύση, ούτε από την πλευρά της εργατικής τάξης, ούτε από την πλευρά της αστικής τάξης, η κατάσταση αυτή ήταν ένας παράγοντας που ωθούσε σε διασπάσεις και σε σχηματισμούς νέων πολιτικών οργανώσεων, όλη αυτή την περίοδο. Η ώθηση αυτή γινόταν πολύ πιο έντονη, καθώς ενισχύονταν από τις πολιτικές αλλαγές, ανακατατάξεις και συγκρούσεις μέσα στην ΚΔ αλλά και στην ΕΣΣΔ αυτή την περίοδο.

 

Το SAPD (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας [Sozialistische Arbeiterpartei Deutschlands]) ήταν η μεγαλύτερη μάλλον οργάνωση μετά το SPD και το ΚΡD (πολύ μικρότερη βέβαια από αυτά τα δύο κόμματα). Προέκυψε α το 1931 από μία διάσπαση της αριστερής πτέρυγας του SPD το 1931. Ήταν μια οργάνωση που θα την χαρακτηρίζαμε “κεντριστική” δηλαδή η πολιτική της κινούνταν ανάμεσα στην επανάσταση και το ρεφορμισμό. Κατάφερε να έχει κάπου 25.000 με 50.000 μέλη, εξέδιδε καθημερινή πανεθνική εφημερίδα και πολλές βδομαδιάτικες σε πανεθνικό επίπεδο και στα διάφορα κρατίδια. Οι εκλογικές της επιδόσεις σε πανεθνικό επίπεδο ήταν μάλλον μικρές (στα κρατίδια τα πήγαινε κάπως καλύτερα) και με συνεχή πτώση: 72.630 ψήφοι στις εκλογές του Ιουλίου του 1932 και 45.201 το Νοέμβρη του 1932. Το SAPD υποστήριζε ότι θα έπρεπε να υπάρξει συνεργασία μεταξύ του ΚΡD και του SPD εναντίον του φασισμού. Η πλειοψηφία των στελεχών του, που προέρχονταν από το SPD, ακολουθούσε μια πολιτική “μαχητικού ριζοσπαστισμού” με βασικό στόχο να επηρεάσει και να “σπρώξει” προς τα αριστερά το SPD. Άλλα τμήματα όμως της ηγεσίας του και των στελεχών του επηρεάζονταν είτε από τον τροτσκισμό, είτε από το σταλινισμό. Στο SAPD εισχώρησαν το Μάρτη του '32 περίπου 1.000 μέλη της οργάνωσης ΚΡΟ, η οποία είχε συγκροτηθεί από διαγραμμένους και αποχωρήσαντες από το ΚΡD.

Εκτός από το ΚΡΟ άλλες οργανώσεις που προέρχονταν από διασπάσεις και διαγραφές από το ΚΡD ήταν η Leninbund και η Αριστερή Αντιπολίτευση. Για να κατανοήσουμε πώς προέκυψαν αυτές οι οργανώσεις και τις πολιτικές τους διαφορές, θα πρέπει να πάρουμε υπ' όψη μας τα πολιτικά γεγονότα στην ΕΣΣΔ αυτή την περίοδο και τις αντανακλάσεις τους στην πολιτική και στην οργανωτική συγκρότηση της ΚΔ. Και όλα αυτά, σε σχέση με τις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία του μεσοπολέμου και την πολιτική του ΚΡD.

 

Τον Μάρτη του 1921 το ΚΡD, θεωρώντας ότι το μέγεθός του τού επέτρεπε να επιχειρήσει να περάσει σε μία επιθετική κίνηση (ως απάντηση σε προκλήσεις της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης εναντίον απεργών) κάλεσε σε γενική απεργία στην Κεντρική Γερμανία, προτρέποντας τους εργάτες να εξοπλιστούν. Η εργατική τάξη δεν ακολούθησε και η κίνηση αυτή (η οποία εκ των υστέρων ονομάστηκε “η τρέλα του Μάρτη”) ήταν μια παταγώδης αποτυχία, η οποία στοίχισε στο ΚΡD, την αποχώρηση των μισών περίπου μελών του από τις γραμμές του κόμματος (έφυγαν περίπου 200.000 εργάτες).

Μια πολύ σοβαρή κρίση ξέσπασε τότε στο επίπεδο της ηγεσίας, η οποία οδήγησε στη παραίτηση από την ηγεσία, του Πάουλ Λέβι (ενός εκ των ικανοτέρων στελεχών ύστερα από τη δολοφονία του Λίμπκνεχτ και της Λούξεμπουργκ). Ο Λέβι εξωθήθηκε σε παραίτηση υπό τις συνδυασμένες επιθέσεις των υπόλοιπων μελών της ηγεσίας του ΚΡD αλλά και του Ζηνόβιεφ (πρόεδρος τότε της ΚΔ) και του Μπουχάριν, οι οποίοι επιδίωκαν να τοποθετήσουν “δικούς τους” ανθρώπους στην ηγεσία του ΚΡD. Ο Λέβι, ο οποίος ήταν ο μόνος στην ηγεσία που είχε διαφωνήσει με τη “δράση του Μάρτη”, χρεώθηκε την αποτυχία της. Στην ηγεσία του ΚΡD κυριάρχησαν λοιπόν αυτή την περίοδο οι ευνοούμενοι του Μπουχάριν (Μπράτλερ, Ταλχάιμερ).

Η αποτυχία της “δράσης του Μάρτη” συμπλήρωνε την πολύ μεγαλύτερη αποτυχία της επανάστασης των Σπαρτακιστών το '19, όταν και πάλι οι κομουνιστές απέτυχαν να τραβήξουν την πλειοψηφία της γερμανικής εργατικής τάξης σε επίθεση ανατροπής του αστικού κράτους. Η ηγεσία του ΚΡD έγινε στο εξής πολύ πιο επιφυλακτική, έως συντηρητική όσον αφορά τις δράσεις του κόμματος, μία τάση που ενισχύονταν από την πολιτική του Ζηνόβιεφ στην ΚΔ. Το αποτέλεσμα αυτής της επιφυλακτικότητας ήταν ότι το φθινόπωρο του 1923, εν μέσω μιας πολύ σοβαρής οικονομικής και πολιτικής χρεοκοπίας της Γερμανίας και ριζοσπαστικοποίησης των μαζών, το ΚΡD δίστασε να κινητοποιήσει εργατικές μάζες σε μία επαναστατική επίθεση, τη στιγμή που είχαν αναπτυχθεί οι προϋποθέσεις γι' αυτό (τουλάχιστον σύμφωνα με την ερμηνεία της κατάστασης που εκ των υστέρων έκανε η ΚΔ).

Το 1923 λοιπόν το ΚΡD απέτυχε να εκμεταλλευτεί μία εξαιρετικά ευνοϊκή για το κίνημα κατάσταση. Ο Ζηνόβιεφ επέρριψε τις ευθύνες γι' αυτό στην ηγεσία του ΚΡD (Μπράτλερ, Ταλχάιμερ - οπαδούς του Μπουχάριν) και επέβαλε την απομάκρυνσή τους από την ηγεσία και την αντικατάστασή τους από τους Φίσερ και Μάσλοφ (οι οποίοι ήταν “δικοί του”).

 

Ταυτόχρονα όμως εξελίσσονταν μία σκληρή πάλη στο εσωτερικό του ΚΚΣΕ. Ήδη πριν από το θάνατο του Λένιν είχε σχηματιστεί μία ομάδα στην ηγεσία του κόμματος, αποτελούμενη από τους Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ και Στάλιν. Ο Ζηνόβιεφ έλεγχε τον Κάμενεφ, και οι δύο μαζί νόμιζαν ότι έλεγχαν τον Στάλιν, ενώ ο στόχος της συμμαχίας των τριών ήταν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να αναλάβει την ηγεσία του κόμματος ο Τρότσκι. Φυσικά δεν επρόκειτο για διαμάχες που προκαλούσε η “δίψα για την εξουσία” αλλά για σύγκρουση πολιτικών γραμμών όσον αφορά εσωτερικά και διεθνή ζητήματα (ΝΕΠ, επίλυση του αγροτικού προβλήματος, εκβιομηχάνιση, εσωτερική δημοκρατία, δικαιώματα εθνοτήτων, δυνατότητες επέκτασης της επανάστασης σε άλλες χώρες, απομόνωση της ΕΣΣΔ...) Η συμμαχία των τριών έσπασε το 1925 και διαμορφώθηκαν νέες συμμαχίες μέσα στο ΚΚΣΕ: ο Στάλιν συμμάχησε με τον Μπουχάριν εναντίον του Κάμενεφ και του Ζηνόβιεφ, οι οποίοι συνασπίστηκαν με τον Τρότσκι, φτιάχνοντας την Ενωμένη Αντιπολίτευση. Η σύγκρουση του Ζηνόβιεφ με τον Στάλιν στοίχισε στον πρώτο την προεδρία της ΚΔ, η οποία ανατέθηκε το 1926 στον Μπουχάριν. Το αποτέλεσμα ήταν η αποπομπή από τις ηγεσίες των ΚΚ των στελεχών που δεν συμφωνούσαν με την πολιτική Στάλιν, Μπουχάριν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ανέλαβε την ηγεσία του ΚΡD ο Τέλμαν, ως έμπιστος του Στάλιν.

Μέσα στο ΚΡD ξεκίνησε μία συστηματική εκστρατεία διαγραφών των “ζηνοβιεφικών” και των “τροτσκιστών” (οι δεύτεροι ήταν μια πολύ μικρή μειοψηφία), όταν και οι δύο πολιτικές ομάδες του ΚΡD τάχθηκαν δημόσια υπέρ της Ενωμένης Αντιπολίτευσης (Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Τρότσκι), με ένα κείμενο το οποίο συγκέντρωσε 700 υπογραφές μελών, στελεχών και βουλευτών του κόμματος.

 

Η πλειοψηφία των διαγραμμένων ίδρυσε υπό την ηγεσία της Ρουθ Φίσερ και του Αρκάντι Μάσλοφ την Leninbund τον Απρίλη του 1928. Συμμετείχαν έξι πρώην μέλη της ΚΕ του ΚΡD και έντεκα βουλευτές (κατά βάση όλοι οι “ζηνοβιεφικοί”). Η Leninbund ήταν μια οργάνωση που διέθετε ισχυρές βάσεις στις εργατικές πόλεις της Γερμανίας επηρεάζοντας έως και 100.000 κομουνιστές μέσα και έξω από το ΚΡD. Διέθετε επίσης ημερήσια εφημερίδα. Έφτασε στον αριθμό των 11.000 μελών και συμμετείχε στις εκλογές του 1928 (πήρε περίπου 80.000 ψήφους). Πολύ γρήγορα όμως άρχισε η διάλυσή της. Μία ομάδα της Leninbund αποχώρησε και μπήκε στο SPD και η οργάνωση έφτασε να έχει μόνο 1.000 μέλη το 1930 και 500 μέλη το 1932. Όσον αφορά στην πολιτική της Leninbund απέναντι στο φασισμό, αξίζει να αναφέρουμε, ότι η σταλινική θεωρία του “σοσιαλφασισμού” (ότι δηλαδή φασισμός και σοσιαλδημοκρατία είναι “δίδυμα αδέρφια” και οι καπιταλιστές χρησιμοποιούν πότε τον ένα και πότε τον άλλο και ότι στη συγκυρία του μεσοπολέμου στη Γερμανία οι “σοσιαλφασίστες” είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος) είχε ως βασικό εμπνευστή τον Ζηνόβιεφ, όταν ήταν πρόεδρος της ΚΔ (καθώς ο Στάλιν ήταν ανίκανος να συλλάβει ακόμα και λάθος θεωρίες).

 

Η άλλη αντιπολιτευόμενη στο ΚΡD οργάνωση ήταν το ΚΡΟ (Κομουνιστικό Κόμμα-Αντιπολίτευση [Kommunistische Partei-Opposition]). Στα 1928-1929 επήλθε στην ΕΣΣΔ η ρήξη μεταξύ του Στάλιν και του Μπουχάριν, κυρίως γύρω από ζητήματα που είχαν να κάνουν με την αγροτική πολιτική (κολλεκτιβοποίηση κτλ). Ο Μπουχάριν καθαιρέθηκε από πρόεδρος της ΚΔ και την ίδια τύχη είχαν οι οπαδοί του στις ηγεσίες των ΚΚ. Από την ηγεσία του ΚΡD καθαιρέθηκαν - και διαγράφηκαν από το κόμμα ο Μπράντλερ και ο Ταλχάιμερ, μαζί με άλλα 6.000 μέλη. Οι περισσότεροι από τους διαγραμμένους ίδρυσαν το 1929 το ΚΡΟ. Και αυτή η οργάνωση διέθετε σημαντική επιρροή μέσα στους εργατικούς χώρους. Είχε εργοστασιακούς πυρήνες, έλεγχε σωματεία και έπαιρνε σημαντικά ποσοστά σε δημοτικές εκλογές. Στο συνέδριο των μεταλλεργατών του Βερολίνου το ΚΡΟ είχε οκτώ αντιπροσώπους ενώ το ΚΡD κανένα. Είχε επίσης πολλές βδομαδιάτικες εφημερίδες και μία ημερήσια. Είχε επίσης οργάνωση νεολαίας (η οποία έφτασε τα 1.000 περίπου μέλη) με δικό της έντυπο. Η πορεία και αυτής της οργάνωσης ήταν πτωτική: από τα 5.100 περίπου μέλη που είχε λίγο μετά την ίδρυσή της, έπεσε στα 3.500 μέλη το 1932 (όπως ανέφερα παραπάνω, το 1931, 1.000 περίπου μέλη της προσχώρησαν στο SAPD).

 

Η τρίτη ιδεολογικοπολιτική ομάδα που προερχόταν από το ΚΡD ήταν οι οπαδοί της Αριστερής Αντιπολίτευσης του Τρότσκι. Στη Γερμανία ο αριθμός τους ήταν εξαιρετικά μικρός και στην αρχή έδρασαν μέσα από την Leninbund. Τον Μάρτη όμως του 1930 ιδρύθηκε από το τμήμα της Leninbund (ομάδα του Άντον Γκρίλεβιτς) και την ομάδα “Αντιπολίτευση του Βέτινγκ” του Κουρτ Λάνταου, η “Αριστερή Αντιπολίτευση του KPD (Μπολσεβίκοι-Λενινιστές)” [Linke Opposition der KPD (Bolschewiki-Leninisten)]. Η οργάνωση αυτή πολύ γρήγορα, τον Ιούλιο του 1931 (όταν ολόκληρη η οργάνωση είχε λιγότερα από 400 μέλη) διασπάστηκε. (έφυγε η ομάδα του Κουρτ Λαντάου). Η “Αριστερή Αντιπολίτευση” έφτασε περίπου τα 600 μέλη το 1932 και εξέδιδε ένα μηνιαίο περιοδικό. Εκτός από την κριτική στο σταλινισμό, βασική ιδεολογική θέση της οργάνωσης ήταν η ανάγκη συγκρότησης ενιαίου μετώπου των εργατών του SPD και του KPD ενάντια στο φασισμό. Η πολιτική εμβέλεια της οργάνωσης ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, αν και τα κείμενα του Τρότσκι είχαν μια αρκετά μεγαλύτερη αναγωσιμότητα, καθώς πολλά από αυτά είχαν κυκλοφορήσει και από τις εκδόσεις της Leninbund.

 

Αυτές ήταν σε πολύ γενικές γραμμές οι “άλλες” οργανώσεις της γερμανικής αριστεράς, της πέραν του SPD και του KPD. Θα πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας, ότι οι διασπάσεις, αποχωρήσεις και διαγραφές μελών και ομάδων που οδήγησαν στη δημιουργία αυτών των οργανώσεων, στέρησε από τις “μητρικές” οργανώσεις τα πιο δυναμικά και έμπειρα στελέχη, αγωνιστές οι οποίοι είχαν συγκροτηθεί μέσα σε σκληρές συνθήκες ταξικής πάλης. Στα 1929 είχαν διαγραφεί ή αποχωρήσει από το ΚPD, όλα τα στελέχη της περιόδου '18-'23. Εκδιώχθηκαν (ή αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν) κυρίως κάτω από πιέσεις της ΚΔ, η εκάστοτε ηγεσία της οποίας ήθελε να έχει στην ηγεσία των ΚΚ πειθήνια όργανα. Γι' αυτό και πρωτίστως εκδιώκονταν αυτοί οι οποίοι διαφωνούσαν, δηλαδή αυτοί οι οποίοι μπορούσαν να συγκροτήσουν μία πολιτική σκέψη ανεξάρτητα από τα πολιτικά πλαίσια που καθόριζε το προεδρείο της ΚΔ (το οποίο πολλές φορές έλεγε απλώς τρέλες).

Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο έγινε η τελευταία μεγάλη εκκαθάριση στην ηγεσία του ΚPD (η εκκαθάριση των “μπουχαρινικών”): Η ηγεσία του ΚPD (στην οποία βρισκόταν και ο Ταλχάιμερ) αποφάσισε το 1929 να απομακρύνει από ηγετικά καθήκοντα τον ευνοούμενο του Στάλιν, τον Τέλμαν. Πιθανόν για πολιτικούς λόγους, αλλά σίγουρα και για ηθικούς, καθώς ο Τέλμαν ήταν αναμεμειγμένος σε ένα κομματικό οικονομικό σκάνδαλο (το 1928 ο Βίτορφ, μέλος και αυτός της ΚΕ του ΚPD καταχράστηκε κάπου 1.500 με 2.000 μάρκα από το ταμείο του κόμματος και ο Τέλμαν προσπάθησε να το αποκρύψει, μέχρι που διέρρευσε στον τύπο). Τότε παρενέβη ο ίδιος ο Στάλιν και υποχρέωσε το ΚPD να δεχτεί ξανά στην ηγεσία του τον Τέλμαν, ενώ ταυτόχρονα διαγράφηκε ο Ταλχάιμερ και οι υπόλοιποι “μπουχαρινικοί”. Ο Τέλμαν ήταν ο βασικότερος εκφραστής της σταλινικής πολιτικής της “Τρίτης Περιόδου” στη Γερμανία. Αυτό ήταν το βασικό του πολιτικό προσόν.

Όμως τα υπόλοιπα μέλη της ΚΕ που εκδιώχθηκαν από το '23 έως το '29, είχαν αναδειχτεί (παρά τα σοβαρά πολιτικά λάθη και τις λάθος εκτιμήσεις που μπορεί να είχαν κάνει ανά περιόδους) μέσα από δημοκρατικές κομματικές διαδικασίες.

 

Όλες αυτές οι οργανώσεις παρά τις σχετικές επιτυχίες που μπορούσαν να έχουν σε κάποια επίπεδα, συγκρινόμενες με το ΚPD και το SPD ήταν απλώς αμελητέες. Οι δυνατότητες που είχαν να παρακάμψουν τα μεγάλα κόμματα για να επικοινωνήσουν με την εργατική τάξη ήταν εξαιρετικά περιορισμένες. Και επιπλέον, το πιο σημαντικό στοιχείο της πολιτικής όλων αυτών των οργανώσεων, η αναγνώριση δηλαδή της ανάγκης για ενότητα της εργατικής τάξης, προσέκρουε επάνω στο γεγονός ότι η ίδια η ύπαρξη αυτών των οργανώσεων φαινόταν ως (ή και ήταν) μία άρνηση αυτής της ενότητας: μικρές οργανώσεις, οι οποίες πολλές φορές μπορεί να προέρχονταν από διασπάσεις διασπάσεων, δεν μπορούσαν να πείσουν την εργατική τάξη, ότι αποτελούν εγγύηση ενότητας. Και όσο περισσότερο έβλεπε η εργατική τάξη να πλησιάζει ο κίνδυνος του φασισμού, τόσο λιγότερο διατιθεμένη ήταν να εγκαταλείψει τα μεγάλα πολιτικά εργαλεία της.

 

Εντούτοις θα πρέπει να συνυπολογίσουμε στους λόγους αυτής της αποτυχίας και κάποιους σοβαρούς υποκειμενικούς παράγοντας. Θεωρώ ότι δύο είναι οι πιο σημαντικοί.

Οι οργανώσεις αυτές, συγκροτημένες καθώς ήταν στα πλαίσια της σύγκρουσης που ξέσπασε μέσα στο ΚΚΣΕ, ενσωμάτωσαν στην πολιτική τους και αναπαρήγαγαν ως βασικά στοιχεία της πολιτικής τους ταυτότητας την άποψη που είχαν για την ΕΣΣΔ και τις σχέσεις τους με τις φράξιες και τους ηγέτες του ΚΚΣΕ. Το χάσμα που χώριζε του “Ζηνοβιεφικούς”, τους “Τροτσκιστές” και τους “Μπουχαρινικούς” της Γερμανίας, είχε να κάνει κυρίως με την πολιτική κατάσταση στην ΕΣΣΔ και όχι στη Γερμανία. Ως εκ τούτου, η ενότητα όλων αυτών των οργανώσεων (μια απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση ενός μεγέθους που θα τις καθιστούσε ικανές να αποκτήσουν οργανικές σχέσεις με μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης), ήταν εκ των προτέρων αδύνατη, καθώς εξαρτιόταν από τις σχέσεις μεταξύ των φραξιών του ΚΚΣΕ (οι οποίες γινόταν όλο και πιο εχθρικές).

 

Ο δεύτερος λόγος (συναφής με τον πρώτο) για τον οποίο οι οργανώσεις αυτές δεν κατάφεραν να συνδεθούν και να επηρεάσουν σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης, ήταν η τακτική που ακολουθούσαν απέναντι στο ΚPD. Στην πραγματικότητα όλες αυτές οι οργανώσεις που προέρχονταν από το ΚPD, εξακολουθούσαν να το αντιμετωπίζουν μέχρι και την οριστική τους διάλυση σχεδόν, ως δικό τους κόμμα, στο οποίο κάποτε θα ξαναγύριζαν για να το καθοδηγήσουν, όταν η κριτική που έκαναν από έξω, θα έπειθε τα μέλη του να επιβάλουν τις αναγκαίες διορθώσεις στη γραμμή του. Οι οργανώσεις αυτές εξακολουθούσαν εκτός του ΚPD να συμπεριφέρονται ως φράξιες της ΚΕ, ανταγωνιζόμενες η μία την άλλη για την επιρροή στα μέλη του.

Αν και ο χρόνος στον οποίο εκδηλώθηκαν όλες αυτές οι αποχωρήσεις, διαγραφές και διασπάσεις δεν επέτρεπε στις νεοδημιουργημένες οργανώσεις να επιχειρήσουν να αναπτύξουν μια πολιτική δράση που θα τις συνέδεε με την εργατική τάξη, στην πραγματικότητα δεν επιχείρησαν και να το κάνουν. Αποκλειστικό ή κύριο πεδίο παρέμβασής τους ήταν τα μέλη του ΚPD και στόχος τους η επιστροφή τους σε αυτό και όχι η δημιουργία ενός άλλου εργατικού κόμματος το οποίο θα προσπαθούσε να παρακάμψει το ΚPD μέσα στις εργατικές μάζες. Για τις οργανώσεις αυτές “ένα ήταν το κόμμα” και οτιδήποτε πέραν αυτού αποτελούσε προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Ως εκ τούτου, η αποτυχία της πολιτικής του ΚPD επηρέαζε αρνητικά την ανάπτυξη και των ίδιων αυτών οργανώσεων.

 

Άρα λοιπόν οι ευθύνες των “άλλων” αριστερών οργανώσεων της Γερμανίας βρίσκονται κυρίως στο γεγονός, ότι δεν προσπάθησαν αρκετά έγκαιρα (τόσο έγκαιρα που να μπορούν στην περίοδο '28-'32 να παίξουν ουσιαστικό πολιτικό ρόλο), να δημιουργήσουν μαζικές εργατικές οργανώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να απεγκλωβίσουν τμήματα της εργατικής τάξης από την πολιτική επιρροή του ΚPD και του SPD. Είναι προφανώς ένα αναπάντητο ερώτημα, το εάν θα μπορούσε να συμβεί αυτό την περίοδο από 1925 (όταν άρχισαν οι διώξεις διαφωνούντων μέσα στο ΚPD) μέχρι και την νίκη του Χίτλερ. Το σίγουρο όμως είναι αυτές οι οργανώσεις δεν το προσπάθησαν.

 

Βέβαια εκτός από αυτές τις οργανώσεις οι οποίες δημιουργήθηκαν από διασπάσεις του ΚPD και του SPD, στη μεσοπολεμική Γερμανία είχε αναπτυχθεί και ένα δυναμικό αναρχοσυδικαλιστικό κίνημα. Η FAU (Ελεύθερη Ένωση Εργατών [Freie Arbeiter Union]) ήταν μια πανεθνική αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, με παράδοση πολλών χρόνων (αποτελούσε μετεξέλιξη της FVDG [Ελεύθερη Ένωση Γερμανικών Συνδικάτων] η οποία είχε ιδρυθεί το 1897). Το 1931 η FAU είχε περίπου 400.000 μέλη (εργοστασιακούς εργάτες, οικοδόμους, ανθρακωρύχους και υφαντουργούς).

Οι εργάτες της FAU έδωσαν ηρωικούς αγώνες ενάντια στους φασίστες, όπως και τα μέλη του ΚPD, αλλά η FAU, όπως και το ΚPD, δεν κατάφεραν να κερδίσουν την επιρροή της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης για να την οργανώσουν εναντίον του φασισμού. Φυσικά στην περίπτωση της FAU, οι λόγοι αυτής της αποτυχίας θα πρέπει να αναζητηθούν μάλλον στην γενική άρνησή της για την πολιτική πάλη... αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.


Μόνη ελπίδα για να ησυχάσουμε από όλες αυτές τις αρλούμπες, η ίδια η φύση.

από OFWGKTA 20/08/2012 5:14 μμ.


Αλλά για αρχή θέλω να σε ρωτήσω, βλέπεις καμμία ομοιότητα μεταξύ της Γερμανίας του Μεσοπολέμου και της Ελλάδας της κρίσης;

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License